Η δημιουργούμενη με την έκδοση εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις περί εγγυήσεως, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής «σε πρώτη ζήτηση», έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς τον δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτου με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού ή του εγκύρου οφειλής και του λόγου καταπτώσεως της εγγυήσεως, καθώς και της προβολής ενστάσεως διζήσεως. Οι ίδιες ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και επί αντεγγυήσεως. Ο αντεγγυητής δηλαδή είναι εγγυητής της αναγωγής του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη. Μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως διζήσεως καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ενστάσεως του πρωτοφειλέτου. Στην περίπτωση αυτή επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρεώσεως από τη βασική σχέση. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως συμβάσεως εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του δανειστού από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή.

Κείμενο Απόφασης