ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
– Σωματική βλάβη. Πότε δεν απαιτείται έγκληση. Οιονεί ανάκληση της έγκλησης. Παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης.
– Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 315 του Π.Κ., στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 του Π.Κ., η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση (και συνεπώς η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως) αν ο υπαίτιος της πράξεως του άρθρου 314 του Π.Κ. ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Η οδήγηση οχήματος εμπίπτει στο προηγούμενο εδάφιο, όταν εξυπηρετεί την βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων. Στην περίπτωση του άρθρου 314 του Π.Κ., αν η πράξη τελέσθηκε κατά την οδήγηση οχήματος και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του παρόντος (δηλαδή ιδιαίτερης επιμέλειας ένεκα του επαγγέλματος ή της υπηρεσίας του δράστη), η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη, αν ο παθών δηλώσει, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση αυτή του παθόντος υποβληθεί μετά την άσκηση ποινικής διώξεως, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, επί προκλήσεως σωματικής βλάβης σε τρίτον κατά την οδήγηση οχήματος που εξυπηρετεί την βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. Κατά την έννοια του νόμου, όπως διαγράφεται και στην αιτιολογική έκθεση, η οδήγηση οχήματος συνιστά επάγγελμα, όταν ο οδηγός του το χρησιμοποιεί ως βιοποριστικό μέσο για τη μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, δηλαδή όταν το όχημα, οποιασδήποτε κατηγορίας, αποτελεί κατά την κύρια και συνήθη χρήση του αμέσως ή εμμέσως αναγκαίο μέσο για βιοπορισμό. Όταν η σωματική βλάβη σε τρίτον προκλήθηκε κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, το οποίο ο οδηγός του δεν το χρησιμοποιεί ως βιοποριστικό μέσο, κατά την παραπάνω έννοια πάλι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, λόγω της επικινδυνότητας του μηχανικού μέσου και της άμεσης ανάγκης συλλογής των αποδεικτικών στοιχείων. Παρέχεται όμως το δικαίωμα στον παθόντα, μετά την επέλευση της βλάβης, να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Υποκρύπτεται δηλαδή δικαίωμα εγκλήσεως, το οποίο υλοποιείται με την εκ των υστέρων δήλωση του παθόντος. Αποτέλεσμα της δηλώσεως αυτής είναι ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας δεν ασκεί ποινική δίωξη δεσμευόμενος από τη δήλωση του παθόντος. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και επακολουθήσει μετά ταύτα η δήλωση του παθόντος, το δικαστήριο οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Η δήλωση αυτή είναι απρόθεσμη και μπορεί να λάβει χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι δε ουσιαστικού περιεχομένου, εφόσον καταλύει το δικαίωμα της πολιτείας προς περαιτέρω ενέργεια, με συνέπεια την αποχή του εισαγγελέα από την ποινική δίωξη ή την έκδοση αποφάσεως που παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Επομένως, το δικαστήριο όταν προβάλλεται ή προκύπτει ότι έχει υποβληθεί δήλωση από τον παθόντα, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη, οφείλει να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 315 παρ. 1 του Π.Κ., δηλαδή, αν το ζημιογόνο όχημα εξυπηρετεί ή όχι βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, κατά την παραπάνω έννοια, και σε αρνητική περίπτωση να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (Α.Π. 1708/2008). Οι περιπτώσεις σωματικών βλαβών από αμέλεια, που τελούνται στα πλαίσια μη βιοποριστικής οδηγήσεως, διώκονται με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο, χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο συνδυασμός των αρχών της αυτεπάγγελτης και της κατ’ έγκληση διώξεως. Συγκεκριμένα τα εγκλήματα αυτής της κατηγορίας διώκονται μεν αυτεπαγγέλτως, προβλέπεται όμως η δυνατότητα αδρανοποιήσεως του διωκτικού μηχανισμού δια της υποβολής εκ μέρους του θύματος αρνητικής δηλώσεως, με την οποίαν καθιστά γνωστή στην αρμόδια αρχή την επιθυμία του να μην ασκηθεί ή να παύσει η ενδεχομένως ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του δράστη του εγκλήματος. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η χρησιμότητα της σχετικής ρυθμίσεως εμφανίζεται μόνον όταν η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως, διότι τότε έχει νόημα η δημιουργία μιας εξαιρέσεως, που προβλέπει ότι παρά την ύπαρξη αυτεπαγγέλτως διωκομένου εγκλήματος κατισχύει η επιθυμία του παθόντος. Επίσης, η δήλωση του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη έχει χαρακτήρα οιονεί παραιτήσεως από έγκληση, όταν η ποινική δίωξη δεν έχει ασκηθεί ακόμη και η υποβολή της έχει ως δικονομική συνέπεια την αποχή του εισαγγελέα από την άσκησή της. Παράλληλα, έχει χαρακτήρα οιονεί ανακλήσεως της εγκλήσεως σε εκείνες τις περιπτώσεις που η ποινική δίωξη ασκήθηκε ήδη και η υποβολή της δηλώσεως έχει ως δικονομική συνέπεια την οριστική παύση της ποινικής δ
ιώξεως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο (Α.Π. 44/2000).
– Από τις διατάξεις των άρθρων 42, 46 και 52 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η μεν έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικό πληρεξούσιό του, η δε ανάκληση της εγκλήσεως, μπορεί, επίσης, να γίνει και στο ακροατήριο σε όλη την διάρκεια της δίκης και ωσότου δημοσιευτεί η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αν δε γίνει η ανάκληση αργότερα είναι απαράδεκτη. Εφόσον δε, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 315 παρ. 1 του ΠΚ, δεν ορίζει διαφορετικά, για την δήλωση του παθόντος, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη στην περίπτωση του άρθρου 314 του ΠΚ, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις περί εγκλήσεως και ανακλήσεως της εγκλήσεως (ΑΠ 189/1995). Ε
– Κατά το άρθρο 51 παρ. 1 του ΚΠΔ, η παραίτηση από του δικαιώματος της εγκλήσεως γίνεται από τον ίδιο τον δικαιούμενο ή από ειδικό πληρεξούσιο σε συμβολαιογράφο, στον εισαγγελέα ή σε οποιοδήποτε ανακριτικό υπάλληλο και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η παραίτηση από την έγκληση πρέπει να είναι ρητή και σαφής, απηλλαγμένη από ελαττώματα βουλήσεως, χωρίς όρους και προθεσμία, δεν μπορεί να συναχθεί συμπερασματικά και δεν απαιτείται αποδοχή της.
inlaw.gr