1349/2015 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 679513)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Παθητική δωροδοκία κατά συρροή. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Εννοια υπαλλήλου. Πραγματογνώμονες ως υπάλληλοι. Πραγματικά περιστατικά. Αίτημα του κατηγορουμένου – πραγματογνώμονος σε διάδικο για καταβολή χρημάτων με το αιτιολογικό της προκαταβολής εξόδων, προκειμένου να εκτελέσει τα καθήκοντά του κατά την έρευνα υπεξαίρεσης, καίτοι δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, αφού κατά το άρθ. 581 ΚΠΔ υπόχρεο για την καταβολή της αμοιβής του είναι μόνο το ελληνικό δημόσιο. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

ΑΡΙΘΜΟΣ 1349/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστος Βρυνιώτης-
Εισηγητής, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Α. Κ. του Β., κατοίκου ….., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Τσιρώνη και Γεώργιο Τσιμπιλιά, περί αναιρέσεως της 211/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 936/2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δικάζοντας κατ’ έφεση, με την υπ’ αριθμ. 211/2014 απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για δωροληψία (παθητική δωροδοκία) κατά συρροή και επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης δύο ετών (2) για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Κατά της αποφάσεως αυτής, που καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο τηρούμενο από τη γραμματεία του δικαστηρίου, στο ειδικό βιβλίο, κατ’ άρθρο 473 παρ. 3, στις 18.9.2014, ο ανωτέρω με την από 26.9.2014 δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, άσκησε εμπροθέσμως νομοτύπως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 235 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ισχύοντος από 3.3.2000 Ν.2802/2000 και ισχύει με την εκ νέου αντικατάσταση με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3666/2008, “Υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους…”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, α]Η ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. α’ του ΠΚ “υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου”. Οι πραγματογνώμονες κατά το άρθρο 13α’ ΠΚ λογίζονται ως υπάλληλοι λόγω της προσωρινώς ανατεθείσας σ’ αυτούς δημοσίας υπηρεσίας. β] Η από μέρους αυτού του ιδίου ή δια μέσου άλλου, απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, (Ολ. ΑΠ 6/1998, Ολ. ΑΠ 1778/1993), ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι προπαρασκευαστικές ή βοηθητικές άλλης πράξεως ή αποφάσεως που τελικώς θα ενεργήσει ή θα λάβει άλλος υπάλληλος της υπηρεσίας του, αυτές συνιστούν δωροδοκία (ΑΠ 498/2013, 1195/1994, 1149/1988). Μετά τη νέα αντικατάσταση του άρ. 235 ΠΚ δια του ν. 3666/2008, τα δώρα μπορεί να αποβλέπουν τόσο σε μελλοντική όσο και σε τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη. γ] Δόλος του δράστη, που υπάρχει όταν αυτός γνωρίζει ότι του απαίτησεν ή τα έλαβεν ως υπάλληλος για πράξη ή παράλειψη αναγόμενη στην υπηρεσία του ή τα καθήκοντά του αρκούντος και του ενδεχομένου δόλου. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 § 1 περ. Ε’ του ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 211/2014 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δίκασαν κατ’ έφεση Α’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

“…Στην προκειμένη περίπτωση, από, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και του μάρτυρα υπεράσπισης που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστήριο τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, την ανάγνωση όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα ίδια ως άνω πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αποδείχθηκε ότι: Με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .. πρ./11.1.2012 πράξη του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης του Α’ Τμήματος, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της με αριθμό Α11 εγχ/.. παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος διορίστηκε πραγματογνώμονας προκειμένου να διενεργήσει δικαστική πραγματογνωμοσύνη, για να διαπιστωθεί εάν ο Α. Κ. του Ι. (3ος μάρτυρας κατηγορίας) υπεξαίρεσε αντικείμενα και χρήματα της υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία “…………….” και το διακριτικό τίτλο “…”, της οποίας ήταν ομόρρυθμο μέλος μαζί με τον Α. Κ., που τον εγκάλεσε για την πράξη αυτή της υπεξαίρεσης μηχανημάτων της εταιρίες τους. Ο ίδιος (κατηγορούμενος αποδέχθηκε τον διορισμό του και ορκίστηκε την ίδια ημέρα, ήτοι την 11.1.2012 και έτσι απέκτησε την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. α’ ΠΚ. Την επομένη ημέρα της ορκίσεώς του, ήτοι την 12.1.2012 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Α. Κ. και συναντήθηκε μαζί του στο ξενοδοχείο …, που βρίσκεται απέναντι από το δικαστικό μέγαρο Θεσσαλονίκης. Κατά τη συνάντηση τους αυτή, που διήρκησε από ώρα 14.00 έως ώρα 17.30, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Α. Κ. και επιχείρησε να τον πείσει να του καταβάλει ως αμοιβή για την πραγματογνωμοσύνη που επρόκειτο να διενεργήσει του ποσό των 12.000 ευρώ, μέρος του οποίου, ήτο ποσό 5.000 ευρώ, ζήτησε να του το καταβάλλει αμέσως κατά τις επόμενες ημέρες, ως προκαταβολή προκειμένου να ξεκινήσει την πραγματογνωμοσύνη. Ο τελευταίος, ενημέρωσε για το γεγονός αυτό τον πατέρα του Α. Κ. (2ο μάρτυρα κατηγορίας), ο οποίος και συναντήθηκε μαζί του (κατηγορούμενο) την επομένη ημέρα, κατά την οποία ο κατηγορούμενος επανέλαβε και σ’ αυτόν τις αξιώσεις του. Κατόπιν τούτου ο Α. Κ. ενημέρωσε το δικηγόρο τους και μαζί οι δύο απευθύνθηκαν πάραυτα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Δ.Α.Θ.. Σε συνεννόηση με την ως άνω υπηρεσία ο Α. Κ. συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στο ίδιο ξενοδοχείο … στις 15.2.2012 και του παρέδωσε σε φάκελο το ποσό των 5.000,00 ευρώ, με προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Μόλις ο κατηγορούμενος παρέλαβε τον ως άνω φάκελο συνελήφθη από τους άνδρες τις δίωξης και προσήχθη στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Πριν συμβεί αυτό, 10 περίπου ημέρες μετά το διορισμό του ως πραγματογνώμων, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά και συναντήθηκε στο ίδιο πιο πάνω ξενοδοχείο και με τον άλλο διάδικο της υπόθεσης και κατηγορούμενο της υπεξαίρεσης Α. Κ., από τον οποίο επίσης ζήτησε αρχικά να του καταβάλλει το ποσό των 5000 ευρώ, το οποίο εν συνεχεία μείωσε στο ποσό των 3000 ευρώ ως προκαταβολή των εξόδων της πραγματογνωμοσύνης, εφιστώντας του ταυτόχρονα την προσοχή να μην αναφέρει τίποτε για τη συνάντησή τους αυτή στο δικηγόρο του, αλλά και αναφέροντας σ’ αυτόν ότι από μια πρώτη ματιά των εγγράφων της βάρος του δικογραφίας είχε διακρίνει (ο κατηγορούμενος) ότι είχε το δίκιο με το μέρος του. Ο κατηγορούμενος όμως δεν είχε κανένα δικαίωμα να ζητήσει οποιοδήποτε ποσό, ούτε προκαταβολή εξόδων, για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης από τους πιο πάνω αντιδίκους, διότι αυτός θα αμειβόταν για την πραγματογνωμοσύνη που θα διενεργούσε και ελάμβανε τα έξοδα στα οποία θα υποβαλλόταν για την πραγματοποίησή της, μετά το πέρας αυτής και τη νομότυπη υποβολή της, με βάση τις ώρες εργασίας που θα είχε διαθέσει για την ολοκλήρωση αυτής, το βαθμό δυσκολία της και τον πίνακα των εξόδων που θα κατήρτιζε και θα υπέβαλε κατά τα οριζόμενα στις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις. Επομένως αποδεικνύεται ότι αυτός, ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α Π Κ α) απαίτησε από τον Α. Κ. το ποσό των 12.000 ευρώ και έλαβε από αυτόν το ποσό των 5.000 ευρώ και β) απαίτησε από τον Α. Κ., το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ, προκειμένου αν διενεργήσει την πραγματογνωμοσύνη για την οποία είχε διοριστεί, δηλαδή προκειμένου να εκτελέσει πράξη που αναγόταν στα καθήκοντα του. Ο λόγος για τον οποίο προέβη στην τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης προκύπτει από την απολογία του, με την οποία υποστήριξε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης καθυστερεί να καταβάλλει στους πραγματογνώμονες τις αμοιβές τους και τα έξοδα και για το λόγο αυτό ζήτησε προκαταβολή των εξόδων. Όπως όμως προαναφέρθηκε, αυτός δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει προκαταβολή εξόδων, κάτι που πολύ καλά γνώριζε, ως έμπειρος πραγματογνώμων, που διορίζεται συχνά ως τέτοιος από τις δικαστικές αρχές και έχει πραγματοποιήσει περί τις 200 πραγματογνωμοσύνες, όπως διατείνεται και τα οποία (έξοδα) μάλιστα, κατ’ εκείνη τη χρονική στιγμή (πριν δηλαδή τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης) ούτε ο ίδιος ήταν σε θέση να προσδιορίσει και τα οποία ουδόλως προσφέρθηκε, έστω, να επιστρέψει αργότερα στους πιο πάνω αντιδίκους, αφού κάτι τέτοιο ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος υποστήριξε, ούτε και οι μάρτυρες κατηγορίας Α. Κ. και Α. Κ. κατέθεσαν, οι οποίοι αν και αντίδικοι, ρητά και κατηγορηματικά υποστήριξαν τα ίδια, δίχως να διαφαίνεται ότι είχαν κάποιο λόγο να καταφερθούν εναντίον του. Ο δόλος δε του κατηγορούμενου γίνεται έτι περαιτέρω εμφανής από το γεγονός ότι, δεν συναντήθηκε και με τους δύο αντιδίκους ταυτόχρονα, αλλά χωριστά, επιδιώκοντας να λάβει και από τους δύο αμοιβή, δηλαδή όποιο ποσό κατάφερνε να αποσπάσει από τον καθένα, με την πρόδηλη βεβαιότητα, ότι, ως αντίδικοι, δεν θα επικοινωνούσαν μεταξύ τους και έτσι κανείς από τους δύο δεν θα πληροφορείτο από τον άλλο ότι είχαν δώσει και ο δύο χρήματα, δίχως πρόθεση να τους τα επιστρέφει και πράγματι δεν θα είχε γίνει γνωστό ότι απαίτησε χρήματα και από τον Α. Κ., εάν ο Α. Κ. δεν τον είχε καταγγείλει, που σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος θα λάμβανε με τη νόμιμη οδό και διαδικασία και τη νόμιμη αμοιβή του με τα έξοδα στα οποία θα υποβαλλόταν και τα χρηματικά ποσά που θα είχε αποσπάσει από καθένα και έτσι θα αποκέρδαινε πολύ περισσότερα από όσα κανονικά θα εδικαιούτο, που ήταν και η επιδίωξη του. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με επιστολές του προς τον Πταισματοδίκη και τους συνηγόρους των πιο πάνω αντιδίκων, ήτοι με την από 6.2.2012 επιστολή του που απηύθυνε προς τον Πταισματοδίκη του Α’ Τμήματος του Πταισματοδικείου
Θεσσαλονίκης, την από 23.1.2012 επιστολή που απέστειλε στον …- πληρεξούσιο δικηγόρο του εγκαλούντος Α. Κ. και την από 24.1.2012 επιστολή που απέστειλε στονδικηγόρο …, συνήγορο υπεράσπισης του Α. Κ., έκανε γνωστή σ’ αυτούς τη μη νόμιμη απαίτηση του για καταβολή σ’ αυτόν προκαταβολικά των εξόδων της πραγματογνωμοσύνης,

δεδομένου ότι, αφενός το ποσό των 5000 και 3000 ευρώ που εν συνεχεία ζήτησε από τους Α. Κ. και Α. Κ. ήταν υπερβολικό και αδικαιολόγητο για έξοδα και αφετέρου, κανένα λόγο δεν είχε να συναντά αυτούς (Α. Κ. και Α. Κ.) ξεχωριστά και να επιδιώκει να τους πείσει να του καταβάλουν τα ποσά που προαναφέρονται, αλλά θα έπρεπε να περιοριστεί στις επαφές του μόνο με τους δικηγόρους των τελευταίων. Αυτός όμως όχι μόνο δεν περιορίστηκε στις εν λόγω επαφές, αλλά τους προέτρεψε να μη αναφέρουν τη συνάντηση τους στο δικηγόρο τους κατέστησε δε σαφές και ξεχωριστά στον καθένα, ότι προτίθετο να τους ευνοήσει, όπως οι ίδιοι κατέθεσαν Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης της παθητικής δωροδοκίας, τελεσθείσα κατά συρροή…”.

Μετά τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της δωροληψίας κατά συρροή, ήτοι του ότι: “… Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα:

Α) τη 15-2-2012 και τη 17-2-2012, όντας υπάλληλος κατά την έννοια του νόμου, κατά παράβαση των καθηκόντων του, απαίτησε να λάβει και σε μία περίπτωση έλαβε άμεσα για τον εαυτό τού ωφελήματα για ενέργεια του μελλοντική που ανάγονταν στα καθήκοντα του και συγκεκριμένα, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α’ ΠΚ και συγκεκριμένα δικαστικός πραγματογνώμονας, με την ιδιότητα του οικονομολόγου, που διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. …./11.1.2012 πράξη του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης του Α’ Τμήματος, σε εκτέλεση της με αριθμό Α11 εγχ/.. παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, για να γνωμοδοτήσει σχετικά με έγκληση που είχε υποβάλλει ο Α.-Δ. Κ., γιος του παθόντος Α. Κ., σε βάρος του Α. Κ., χωρίς να έχει δικαίωμα και προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, α) τη 15-2-2012 ζήτησε από τον παθόντα Α. Κ. χρηματική αμοιβή (12.000) ευρώ και έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των (5.000) ευρώ προκειμένου να διενεργήσει την διαταχθείσα από δικαστική αρχή πραγματογνωμοσύνη και β) την 17-1-2012 ζήτησε από τον Α. Κ. το χρηματικό ποσό των (3.000) ευρώ προκειμένου να ξεκινήσει την πραγματογνωμοσύνη για την οποία είχε διοριστεί κατά τα προαναφερόμενα…”.

Και επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο [2] ετών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως τριών [3] ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετίαν.

Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το Α’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, διέλαβε σ’ αυτήν την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της δωροληψίας (παθητικής δωροδοκίας) κατά συρροή, για το οποίο κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που θεμελιώνουν την αξιόποινη αυτή πράξη και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 235 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παρεβίασε.

Ειδικότερα αναφέρει: α) Την αρχή από την οποία διορίστηκε ο αναιρεσείων ως πραγματογνώμονας, δηλαδή, από τον Πταισματοδίκη του Α’ Τμήματος Θεσσαλονίκης με την υπ’ αριθμ. …../11-1- 2012 πράξη του σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. Α11 εγχ… παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, προκειμένου να διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη επί ποινικής υποθέσεως. β) Η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως υπαλλήλου και συγκεκριμένα η αποδοχή του διορισμού του ως δικαστικού πραγματογνώμονα επί ποινικής υποθέσεως και η προς τούτο ορκωμοσία του την 11-1- 2012. γ) Τα καθήκοντά του που ήσαν η διενέργεια της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠΔ κατόπιν της υπ’ αριθμ. Α11 εγχ… παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Α. Κ. υπεξαίρεσε αντικείμενα και χρήματα της υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία “……………..”, της οποίας ήταν ομόρρυθμο μέλος μαζί με τον Α. Κ., που τον είχε εγκαλέσει για υπεξαίρεση. δ) Το κατά τις διατάξεις του άρθρου 581 ΚΠΔ μόνο υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο για την αμοιβή του ως πραγματογνώμονα επί ενεργηθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης σε ποινική υπόθεση και καταβολής των εξόδων του ως πραγματογνώμονα και την σ’ εκτέλεση της άνω διατάξεως εκδοθείσα Υ.Α., 35163/1274 (Δικαιοσύνης και Οικονομικών) της 11/30-4-1985, που στο άρθρο 6 αυτής καθορίζεται ο τρόπος αξίωσης της αμοιβής του πραγματογνώμονα και των εξόδων αυτού, καθώς και τα αρμόδια όργανα, που καθορίζουν αυτή και τον τρόπο υπολογισμού της. ε)Την από μέρους του αναιρεσείοντα απαίτηση ωφελημάτων που δεν δικαιούνταν, δηλαδή, το ποσό των 12.000 ευρώ από τον διάδικο Α. Κ., από τον οποίο έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 5.000 ευρώ και από τον αντίδικο του Α. Κ. το ποσό των 3.000. Τα ωφελήματα αυτά αναγόταν στα καθήκοντά του, ήτοι, ως πραγματογνώμονα για την υπ’ αυτού αποδεχθείσα διενέργεια της προαναφερθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. στ) Ο δόλος του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου που συνίσταται στη γνώση του ως έμπειρου πραγματογνώμονα ότι τα έξοδα δεν προκαταβάλλονται και το μόνο υπόχρεο καταβολής της αμοιβής και των εξόδων του για τη διενέργεια της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης επί ποινικής υποθέσεως ήταν το Ελληνικό Δημόσιο.

Οι λοιπές αιτιάσεις που διατυπώνονται στους λόγους αναιρέσεως, όπως είναι ο μη επακριβής προσδιορισμός των καθηκόντων του σε σχέση με την ελευθερία δράσης και αξιολόγησης του υλικού, η έλλειψη αναφοράς ως προς τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων ενεργειών, τις οποίες θα παρέβαινε έναντι των ποσών που ζήτησε και έλαβε, ότι, τα υπ’ αυτού ληφθέντα ποσά αφορούσαν προκαταβολή των εξόδων του και δεν αναγόταν στις υπό της ΚΥΑ ρυθμίσεις του προβλεπομένου τρόπου επιδίωξης της αξίωσης του γι’ αυτά, η έλλειψη αναφοράς συγκεκριμένου τρόπου επηρεασμού του για την υπ’ αυτού έκδοση ευνοϊκού πορίσματος, η πλημμελής εκτίμηση του ενημερωτικού του εγγράφου προς τον Πταισματοδίκη, συνιστούν εκ μέρους του αναιρεσείοντα διαφορετική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, που εκτενώς αναφέρει στην κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου και υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττουν την αναιρετικώς περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.

Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 § Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, λόγοι του αναιρεσείοντα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, και ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως κατ’ ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.9.2014 δήλωση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 211/2014 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

nomos.gr