Η πραγματογνωμοσύνη η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του όρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι την έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο – Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ., του Β., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Διοματάρη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 537/016 και 61/2017 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ι. Κ. του Π. και 2. Σ. Κ. του Π., κατοίκων …, που δεν παρέστησαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. …/12.5.2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, καταδικαστικής ή αθωωτικής, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του όρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι την έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του και τη συνεκτίμησε, χωρίς να αρκεί η αναφορά του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, εκτός αν η λήψη υπόψη της, προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ιδίως δε εάν το διατακτικό συμπορεύεται προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης ή σε κάθε περίπτωση εάν στο σκεπτικό της αποφάσεως είτε περιλαμβάνονται είτε αντικρούονται παραδοχές της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που δεν μπορούν παρά να προέρχονται μόνο από αυτήν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 537/2016-61/2017 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης. Από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς επισκοπεί το δικαστήριο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού ότι: “από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και των εν γένει συζήτηση της υποθέσεως”, αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Ο κατηγορούμενος Γ. Μ. και το θύμα Α. Κ. σχετίστηκαν το έτος 1995, παντρεύτηκαν το έτος 2000 με πολιτικό γάμο και το έτος 2004 έληξε θρησκευτικό γάμο. Ήταν και οι δύο πριν ακόμα να γνωριστούν χρήστες ναρκωτικών ουσιών. Το θύμα καταγόταν από την … και εργαζόταν στην Αθήνα ως εκπαιδευτικός (δασκάλα) στο Δημόσιο Σχολείο, ενώ ο κατηγορούμενος είχε εισοδήματα από εκμισθωμένο ακίνητο (κατάστημα) του, χωρίς ουσιαστικά να έχει εργαστεί ποτέ. Το ζευγάρι συγκατοικούσε μαζί με τη μητέρα του κατηγορουμένου σε διαμέρισμα της οδού …, στο κέντρο της Αθήνας. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσή τους ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε βίαιο χαρακτήρα, πολλές φορές χτυπούσε το θύμα. Εξαιτίας της βίαιης και βάναυσης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου το θύμα εγκατέλειψε τη συζυγική οικία το 2006. Επέστρεψε στη συζυγική στέγη τον Αύγουστο του έτους 2008, με αφορμή ένα επεισόδιο σε βάρος της μητέρας του, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος χτύπησε τη μητέρα του, που χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο. Το θύμα προσέτρεξε να βοηθήσει και το ζευγάρι επανασυνδέθηκε. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να έχει βίαιη συμπεριφορά απέναντι στο θύμα, τη χτυπούσε συνέχεια με αποτέλεσμα να ζητά βοήθεια από τον αδελφό της, ο οποίος επενέβαινε και κατά καιρούς φιλοξενούσε την αδελφή του στο σπίτι του. Συγκεκριμένα, το Δεκέμβρι
ο του 2008, μετά από τηλεφώνημα του θύματος, ο αδελφός της Ι. Κ. προσέτρεξε για να τη βοηθήσει και είδε τον κατηγορούμενο να την τραβά από τα μαλλιά, να έχει χτυπήματα και μαχαιριές στο σώμα της. Φιλοξένησε την αδελφή του στο σπίτι του για μια εβδομάδα περίπου, στη συνέχεια όμως αυτή επέστρεψε στο σπίτι του κατηγορουμένου. Η εξάρτηση του θύματος από τον κατηγορούμενο οφειλόταν εν πολλοίς και στο γεγονός ότι αυτός ήταν που φρόντιζε για την προμήθειά τους με ναρκωτικές ουσίες (ηρωίνη και κοκαΐνη). Η αφορμή για τους διαπληκτισμούς και τη βίαιη συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι στο θύμα ήταν ότι της ζητούσε να σταματήσει την εργασία της και να φύγουν από την Ελλάδα για να ζήσουν στο εξωτερικό, πράγμα που δεν επιθυμούσε η ίδια, καθώς και τα αισθήματα λέγεται που έτρεφε γι’ αυτήν. Στις αρχές του 2009 το θύμα τηλεφώνησε στον αδελφό της να πάει να την πάρει από το σπίτι γιατί ο κατηγορούμενος βιοπραγούσε σε βάρος της. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του αδελφού της, μέχρι και τις 21.3.2009, οπότε και ξαναγύρισε στον κατηγορούμενο. Στις 25.4.2009 τις πρώτες πρωινές ώρες και ενώ το ζευγάρι βρισκόταν εντός της οικίας του, ο κατηγορούμενος μετά από κάποιο διαπληκτισμό επιτέθηκε στο θύμα, το οποίο είχε ήδη κάνει χρήση κοκαΐνης και καθόταν στο κρεβάτι ανήμπορο να αντιδράσει και το γρονθοκόπησε επανειλημμένα σε όλο το σώμα και κυρίως στο κεφάλι με τέτοια βιαιότητα που αλλοιώθηκαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, επήλθε δε ο θάνατός της εξαιτίας των πολλαπλών κακώσεων κεφαλής – κοιλίας. Το συνεχές γρονθοκόπημα στο κεφάλι ενός ανήμπορου να αντιδράσει ατόμου, όπως ήταν το θύμα δείχνει άτομο αποφασισμένο να σκοτώσει. Όπως προκύπτει από την από 30.7.2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής του ιατροδικαστή Η. Μ., το θύμα έφερε εκτεταμένη υπαραχνοειδή αιμορραγία αριστερά, επισκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά και θλάση μεσεγκεφάλου, ενώ παράλληλα διαπιστώθηκε ότι έφερε παλαιές εκδορές και εκχυμώσεις της κεφαλής, κάταγμα ρινός, εκτεταμένες εκχυμώσεις, προσώπου και χειλέων, εκτεταμένες εκχυμώσεις ραχιαίας επιφάνειας κορμού, ουλή στην οπισθονοτιαία περιοχή αριστερά και περγαμηνοειδή εκδορά λαιμού καθέτος φερόμενη. Μετά την πράξη του ο κατηγορούμενος και αφού διαπίστωσε ότι είχε επέλθει ο θάνατός της συζύγου του, μετέφερε το σώμα της στο μπάνιο, καθάρισε τα αίματα και της έβαλε καθαρά ρούχα, τοποθέτησε τη νεκρή στον καναπέ και γύρω της εικόνες αγίων, προκειμένου να θεωρηθεί η ενέργεια αυτή ως πράξη ακαταλόγιστου ατόμου. Η μητέρα του κατηγορουμένου, η οποία αντελήφθη την κατάσταση, ειδοποίησε την αστυνομία και το ασθενοφόρο, μετά από μία περίπου ημέρα. Μετά παρέλευσης μια περίπου ημέρας παρελήφθη η νεκρή και στην οικία του κατηγορουμένου βρέθηκαν ναρκωτικές ουσίες (χάπια HYPNOSTEDON) όπως και μία λάμα επτά (7) εκατοστών που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για επίθεση και άμυνα. Η πρόθεση του κατηγορούμενου να θανατώσει το θύμα και όχι απλά να του προκαλέσει σωματική βλάβη, προκύπτει από τον καταιγισμό και τη βιαιότητα των γρονθοκοπημάτων που κατήυθυνε προς αυτό και μάλιστα κυρίως στο ευπαθές σημείο της κεφαλής. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας από ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε θανατηφόρα σωματική βλάβη. Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για επιβολή ελαττουμένης ποινής λόγω του ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση ήταν μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό καθώς δεν μπορούσε εξαιτίας της τοξικομανίας του να συμμορφωθεί προς την περί δικαίου αντίληψης του, προέκυψαν τα εξής: “Ο κατηγορούμενος εξετάστηκε από το διορισμένο κατά την κύρια ανάκριση νευρολόγο – ψυχίατρο Μ. Ε., ο οποίος τον κατατάσσει στους τοξικομανείς αλλά δεν προσδιορίζει επακριβώς αδυναμία αντιλήψεως εκ μέρους του αδίκου της πράξης του, καθώς απλώς αναφέρει ότι η ψυχική και σωματική του εξάρτηση στις ναρκωτικές ουσίες, θα ήταν δυνατόν να προκαλέσουν τέτοια διαταραχή ούτως ώστε να μην αντιλαμβάνεται πλήρως το άδικο των πράξεων του (σχ. Η από 25.5.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Από την άλλη πλευρά, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι στο θύμα καθόλη τη διάρκεια της κοινής τους ζωής, είτε αυτός βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών είτε όχι, χαρακτηρίζεται από βιαιότητα σε βάρος της που έχει να κάνει με το χαρακτήρα του και δεν συνδέεται με την τοξικομανία του. Κατά τις πρωινές ώρες της 25.4.2009 ο κατηγορούμενος ενήργησε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο κακοποιώντας το θύμα με βάναυσο τρόπο, όχι γιατί ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, αλλά γιατί αυτή
ήταν η συνηθισμένη συμπεριφορά του απέναντι στο θύμα σε κάθε διαπληκτισμό μεταξύ τους. Σε αντίθεση μ’ αυτά, το θύμα, αν και βρισκόταν στην ίδια κατάσταση τοξικομανίας με τον κατηγορούμενο και είχε κάνει χρήση κοκαΐνης λίγο πριν τον θάνατό του, δεν εκδήλωσε ούτε τότε ώστε να φέρει αυτόν (κατηγορούμενο) σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, αλλά ούτε και κατά το παρελθόν είχε εκδηλώσει βίαιη συμπεριφορά απέναντι στον κατηγορούμενο. Αντίθετα, με τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι το θύμα ήταν εκείνο που κατά τα χρόνια της κοινής τους ζωής υπέφερε από τη βάναυση συμπεριφορά του κατηγορουμένου, την οποία είχε καταστήσει ένα άβουλο “εξάρτημά” του, αδύναμο σε αντίσταση ποτέ αντίδραση.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί επιβολή ελαττωμένης ποινής (άρθρ. 36§ 1 ΠΚ) καθώς και ο ισχυρισμός ότι η πράξη του της ανθρωποκτονίας αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής (αρθρ. 299§2 ΠΚ)”.
Όπως προκύπτει, όμως, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε διαταχθεί με προηγούμενη απόφαση του δικαστηρίου (351, 536/2015), η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του κατηγορουμένου, προκειμένου να διακριβωθεί η κατάστασή της ψυχικής υγείας του, καθώς και η δυνατότητα καταλογισμού σ’ αυτόν της αξιόποινης πράξης που διέπραξε. Δηλαδή, έκρινε αναγκαία την διενέργεια και δεύτερης ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διακριβωθεί ακριβέστερα η ψυχιατρική κατάσταση του κατηγορουμένου, (δηλαδή, η κατάσταση της ψυχικής του υγείας), καθόσον, η αρχική πραγματογνωμοσύνη, διενεργήθηκε στα πλαίσια της τακτικής ανάκρισης, προκειμένου να γνωμοδοτήσει, ο αναφερόμενος στην απόφαση ψυχίατρος (Μ. Ε.), στην από 25.5.2009 πραγματογνωμοσύνη του, αν ο κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής καθώς…και την επίδραση της κατάστασης αυτής (τοξικομανίας) στον καταλογισμό. Στο πόρισμα της δεύτερης ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε από τον νευρολόγο – ψυχίατρο Γ. Π. (καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών), διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν πάσχει από “μείζονα ψυχιατρική διαταραχή”. Εκτιμάται “ότι πιθανότατα ο κατηγορούμενος είχε λάβει ναρκωτικές ουσίες κατά την τέλεση της πράξης του”, ότι “η λήψη ναρκωτικών ουσιών δεν επέφερε πλήρη έλλειψη καταλογισμού αλλά μείωση αυτού” και τέλος, ότι “η πιθανή χρήση ναρκωτικών ουσιών, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης του, μείωσε επίσης την αντίληψη του αδίκου της πράξης του σύμφωνα με τον προσωπικό κώδικα ηθικής που είχε διαμορφώσει στη ζωή του”. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ’ είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, συνάγεται ότι η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικό μέσα, αφού δεν γίνεται μνεία αυτής ούτε στο σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κρίση του, αλλ’ ούτε και οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης συμφωνούν με το άνω πόρισμα της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε και στην προαναφερθείσα έκθεση, η οποία ναι μεν εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη δικαστική αυτού κρίση . Με αυτά που, δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο , δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, ενόψει και αυτών που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, την κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κρίση του περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό κατά την τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τις διατάξεις της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και περί επιβολής ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ), ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 537/2016-61/2017 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών μόνον κατά τις διατάξεις της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και περί επιβολής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
οenet.gr
