ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Μαρία Γκανιάτσου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Π. Χ. του Ι., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Χατζηθεμελή, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 460/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Ρ. του Σ., 2)Δ. Α. του Π. και 3)Μ. Ρ. του Γ., κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φερμελή.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/17.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, “Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, “Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών”. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, “Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν”. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξ αιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το προκληθέν από την πράξη του αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευσε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και, συνεπώς, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Όταν τα ανωτέρω εγκλήματα είναι απότοκα της συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας, την οποία αυτό επέδειξε και, πάντως, εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του ΠΚ, “Αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης”. Με τον όρο “από κοινού” νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις, συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού. Όταν, όμως, στον ίδιο τόπο και χρόνο περισσότεροι διαπράττουν την ίδια πράξη κατά το αντικειμενικό σκέλος της, χωρίς να υπάρχει κοινός δόλος (συναπόφαση) των δραστών, τότε δεν πρόκειται για συναυτουργία, αλλά για παραυτουργία ή παράλληλη αυτουργία, οπότε καθένας από τους δράστες διώκεται και κρίνεται ως αυτουργός της σχετικής πράξης. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για ανθρωποκτονία από αμέλεια ή σωματική βλάβη από αμέλεια απόφασης, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ’ αυτή άλλα περαιτέρω στοιχεία, εκτός από τα ανωτέρω. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για την καταδικαστική κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία για το τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, ως προς το περιεχόμενό τους, όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ’ επιλογή. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή των εγγράφων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, εφόσον στις περιπτώσεις αυτές, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη δικαστική κρίση για την ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη την οποία εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ΠΚ, “Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την κατά νόμο θεμελίωση κατάστασης ανάγκης, χρειάζεται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) κίνδυνος παρών και αναπότρεπτος, δηλαδή κίνδυνος, τον οποίο ο απειλούμενος αδυνατεί να αποτρέψει με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την προσβολή ξένου έννομου αγαθού σημαντικά κατώτερης, κατ’ είδος και σπουδαιότητα, αξίας, β) ο κίνδυνος να απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου, γ) ο βλάπτων το ξένο αγαθό να μην περιήλθε στην κατάσταση αυτή από υπαιτιότητά του, δηλαδή από δόλο ή αμέλεια και να μην έχει καθήκον από το νόμο, τη σύμβαση ή το ασκούμενο επάγγελμα να εκτεθεί στον κίνδυνο και δ) σκοπός αποτροπής του κινδύνου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περί ενοχής σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 460/2017, απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: “Το πρωί της 13.12.2010 ο πρώτος εκκαλών – κατηγορούμενος Γ. Ρ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο TOYOTA Corolla, δίθυρο, ανοιχτού ασημί χρώματος, με συνοδηγό τη σύζυγό του Φ. Ρ. και την εξάχρονη εγγονή του Μ. Α. που καθόταν πίσω από τη συνοδηγό, εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως Ν.Ε.Ο Αθηνών – Πατρών και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα. Περί ώρα 7.05 π.μ. και ενώ επικρατούσε κακοκαιρία με ισχυρή βροχόπτωση και δεν υπήρχε ορατότητα λόγω της έλλειψης φωτισμού εξαιτίας της ώρας σε συνδυασμό με την εποχή και τις καιρικές συνθήκες, ο πρώτος εκκαλών – κατηγορούμενος έφτασε στο 194,900 χιλ. της παραπάνω Ν.Ε.Ο., εντός ζώνης έργων διαμόρφωσης της οδού, σε σημείο με ελαφρά ανοιχτή στροφή προς τα αριστερά του, όπου το οδόστρωμα έχει πλάτος 8,20 μ. και η οδός οριοθετείται δεξιά και αριστερά με κίτρινη οριογραμμή, κάθε ρεύμα κυκλοφορίας έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας πλάτους 3,50 μ. και τα δύο ρεύματα διαχωρίζονται με διπλή συνεχή κίτρινη γραμμή με εύκαμπτους οριοδείκτες στη μέση της διπλής γραμμής. Τότε, ο πρώτος εκκαλών – κατηγορούμενος από έλλειψη της προσοχής του στην οδήγηση την οποία όφειλε να καταβάλει λόγω των ανωτέρω συνθηκών και μπορούσε να καταβάλει, κινούμενος προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αντιρρόπως και κανονικά κινούμενου εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του προς Αθήνα, ΙΧΕ αυτοκίνητου με αριθμό κυκλοφορίας … VOLKSWAGEN POLO που οδηγούσε η Φ. Σ., το οποίο λόγω της δύναμης που του ασκήθηκε από τη σύγκρουση ωθήθηκε προς τα πίσω διαγώνια δεξιά σε σχέση με την πορεία του και κατέληξε με το οπίσθιο τμήμα του ανεβασμένο στο τσιμεντένιο κράσπεδο του ρεύματος κυκλοφορίας του και το εμπρόσθιο στο άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του προς Αθήνα, ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εκκαλών- κατηγορούμενος μετά τη σύγκρουση ωθήθηκε προς τα πίσω διαγώνια δεξιά σε σχέση με την πορεία του, εστράφη και κατέληξε στο ρεύμα κυκλοφορίας του, με το μέτωπο προς την Αθήνα, Η κρίση του δικαστηρίου περί του σημείου σύγκρουσης στηρίζεται στην κατάθεση της Φ. Σ. η οποία κρίνεται ακριβέστερη από εκείνη του έτερου εμπλεκομένου στην ανωτέρω σύγκρουση οδηγού, διότι επιβεβαιώνεται από τα θραύσματα των αυτοκινήτων μετά τη σύγκρουση που βρέθηκαν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, τόσο σε συγκέντρωση στο σημείο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα που προσδιορίστηκε και από τον ενεργούντα την αυτοψία αστυνομικό ως σημείο πιθανής σύγκρουσης, όσο και από τα διάσπαρτα θραύσματα, εντός του ιδίου ρεύματος. Από την ανωτέρω σύγκρουση η Φ. Σ. υπέστη κάκωση κοιλίας στο σημείο επαφής της ζώνης ασφαλείας. Η προπεριγραφείσα σύγκρουση και η εξ αυτής σωματική βλάβη της Φ. Σ., οφείλεται αποκλειστικά στην ως ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα αυτό. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τη σωματική βλάβη της Φ. Σ.. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε πώς μετά την παραπάνω σύγκρουση και ενώ η συνοδηγός του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος Φ. Ρ. είχε μόλις αφαιρέσει τη ζώνη ασφαλείας που φορούσε προκειμένου να μπορέσει να στραφεί προς τα πίσω και να διαπιστώσει πως η εγγονή της Μελίνα που είχε πέσει ανάμεσα στα πίσω καθίσματα και στη θέση της συνοδηγού ήταν καλά και ενώ το αυτοκίνητο είχε μόλις ακινητοποιηθεί, ο δεύτερος εκκαλών – κατηγορούμενος οδηγώντας στην ίδια Ν.Ε.Ο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα, υπό τις ίδιες ως άνω καιρικές συνθήκες, το με αριθμό κυκλοφορίας … με το με αριθμό κυκλοφορίας … επικαθήμενο, έμφορτο με τσιμεντοσωλήνες, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το ακινητοποιημένο στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου, έκανε αριστερά για να περάσει μεταξύ αυτού και του επίσης ακινητοποιημένου αυτοκινήτου της Φ. Σ., πλην όμως επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορούμενου που ήταν σε διαγώνια θέση, το έστρεψε και κατά την περιστροφή ξαναχτύπησε στο επικαθήμενο και περί τα 18 μέτρα πιο κάτω από την προηγούμενη θέση του ακινητοποιήθηκε εκ νέου, ενώ το φορτηγό σταμάτησε από την τελευταία αυτή θέση του αυτοκινήτου 40 μέτρα μακρύτερα. Με τη σύγκρουση του φορτηγού και του αυτοκινήτου η Φ. Ρ. χτύπησε στο ταμπλώ του αυτοκινήτου και στη συνέχεια κατά την περιστροφή του αυτοκινήτου εκτινάχθηκε από το αυτοκίνητο και βρέθηκε από τον Δ. Κ. εκτός του αυτοκινήτου και του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς Πάτρα και δεξιά αυτού, έξω από τις μπάρες 10 μέτρα περίπου μακριά από το TOYOTA, έχοντας υποστεί κακώσεις θώρακος και κοιλίας εκ των οποίων επήλθε ο θάνατός της. Την πρόσκρουση της Φ. Ρ. εξ αιτίας της σύγκρουσης στο ταμπλώ του αυτοκινήτου που επέβαινε κατέθεσε ο σύζυγός της που μέχρι τότε είχε τις αισθήσεις του, η κατάθεσή του αυτή δε κατά περιεχόμενο συμβαδίζει με τις σωματικές βλάβες της θανούσας και το σύνολο των συνθηκών του ατυχήματος. Επίσης, από την ίδια σύγκρουση τραυματίστηκε και ο Γ. Ρ., ο οποίος υπέστη θλάση ήπατος-σπληνός, κάκωση θώρακος, κάταγμα πλευρών και στέρνου, κάταγμα οδόντος 01 και 02 στη σπονδυλική στήλη, κάταγμα δεξιάς και αριστερής κοτύλης και ηβικού κλάδου αριστερά. Ο θάνατος της Φ. Ρ. και ο τραυματισμός του Γ. Ρ. οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια των οδηγών και των δύο εμπλακέντων αυτοκινήτων στο ατύχημα αυτό, οι οποίοι δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους, αν και όφειλαν και μπορούσαν να το προβλέψουν και δεν οδηγούσαν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ο δε δεύτερος δεν ρύθμισε και την ταχύτητά του ανάλογα με τις περιστάσεις, ώστε να δύναται να διακόψει την πορεία του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο της οδού που βρισκόταν σε ορατό απ’ αυτόν τμήμα της οδού, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί, η δε οδική τους αυτή συμπεριφορά αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα του θανάτου της Φ. Ρ. και του τραυματισμού του Γ. Ρ.. Ειδικότερα, ο Γ. Ρ., οδηγώντας χωρίς σύνεση και προσοχή είχε όπως εκτέθηκε ανωτέρω προκαλέσει την πρώτη σύγκρουση εκ της οποίας βρισκόταν το αυτοκίνητό του ακινητοποιημένο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα, δημιουργώντας κίνδυνο για τους κινούμενους οδούς στο ρεύμα αυτό, ενώ ο Π. Χ., οδηγός του φορτηγού μετά του επικαθημένου, οδηγούσε με ταχύτητα 70 χιλ/ώρα η οποία ήταν ανώτερη της ανώτερης επιτρεπόμενης των 60 χιλ/ώ και σε κάθε περίπτωση πολύ ανώτερη της επιβαλλόμενης των 40 χιλ/ώ από τις καιρικές συνθήκες (βροχόπτωση, έλλειψη φωτισμού), την κατάσταση της οδού (υγρή, στενός δρόμος, έργα) και του αυτοκινήτου που οδηγούσε (μεγάλο αυτοκίνητο και έμφορτο που απαιτούσε πολλά μέτρα για ακινητοποίηση), η δε υπερβολική ταχύτητα με την οποία κινούνταν συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, διότι παρότι είδε, λόγω της ευθείας που υπήρχε προ του σημείου σύγκρουσης, από μακριά το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο εντός της οδού, λόγω της μεγάλης του ταχύτητας σε σχέση με τις περιστάσεις δεν μπορούσε ούτε να σταματήσει, ούτε καν να τροχοπεδήσει. Επομένως, πρέπει ο δεύτερος – εκκαλών να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Φ. Ρ. και σωματικής βλάβης του Γ. Ρ., απορριπτομένου και ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού περί καταστάσεως ανάγκης, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος για την ανθρωποκτονία από αμέλεια της Φ. Ρ., αν και οφείλεται και στη δική του συγκλίνουσα αμέλεια, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να κριθεί ατιμώρητος λόγω συνδρομής της διάταξης του άρθρου 302 § 2 ΠΚ, διότι κρίνεται ότι από τον θάνατο της συζύγου του ως συνέπεια της πράξης του έχει υποστεί ψυχική οδύνη και δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε ποινή…”. Στη συνέχεια, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε το μεν αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος της Φ. Ρ. και της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του Γ. Ρ., για τις οποίες (πράξεις) του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών και πέντε (5) μηνών, αντίστοιχα, συνολικά δε δέκα επτά (17) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, το δε Γ. Ρ. ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος της Φ. Ρ., για την οποία (πράξη) έκρινε αυτόν ατιμώρητο κατά το άρθρο 302 παρ. 2 του ΠΚ, με το ακόλουθο διατακτικό: “ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1ο εκκαλούντα-κατηγορούμενο Γ. Ρ. ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ κατ’ άρθρο 302 § 2 του ΠΚ και τον 2ο εκκαλούντα-κατηγορούμενο Π. Χ. ΕΝΟΧΟ του ότι: Στην 194,900 χιλιομετρική θέση της Ν.Ε.Ο. Αθηνών – Πατρών, στις 13- 12-2010, περί ώρα 07:05’ π.μ., από συγκλίνουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους και επέφεραν τον θάνατο άλλου, και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο μεν πρώτος εκκαλών – κατηγορούμενος Γ. Ρ., ενώ εκινείτο επί της Ν.Ε.Ο. Αθηνών – Πατρών, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πάτρα, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει με αποτέλεσμα, ενώ εκινείτο με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, επί της ανωτέρω οδού και ενώ το ανωτέρω σημείο βρισκόταν σε ζώνη, όπου εκτελούντο έργα επί της οδού και ενώ επικρατούσαν άσχημες καιρικές συνθήκες και το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω βροχόπτωσης, λόγω της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία ήταν προορισμένη για τα οχήματα που κινούντο με κατεύθυνση προς Αθήνα, και συγκρούστηκε με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η Φ. Σ. του Δ., εν συνεχεία δε λόγω της ανωτέρω σύγκρουσης, το όχημά του ακινητοποιήθηκε στην αρχική λωρίδα κυκλοφορίας του δημιουργώντας κίνδυνο για τους κινούμενους οδούς στο ρεύμα αυτό, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας και του οχήματός του, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, αλλά αντίθετα κινείτο με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. και το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … επικαθήμενο έμφορτο με τσιμεντοσωλήνες επί της ανωτέρω οδού και ενώ το ανωτέρω σημείο βρισκόταν σε ζώνη, όπου εκτελούντο έργα επί της οδού, και ενώ επικρατούσαν άσχημες καιρικές συνθήκες και το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω βροχόπτωσης και υπήρχε έλλειψη φωτισμού, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ το επιτρεπόμενο στο ανωτέρω σημείο όριο ταχύτητας ήταν 60 χιλιόμετρα ανά ώρα και η επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα 40 χιλ./ώ με αποτέλεσμα, όταν αντιλήφθηκε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. που μετά τη σύγκρουση του με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ήταν ακινητοποιημένο στο ρεύμα κυκλοφορίας του, δεν μπορούσε να τροχοπεδήσει το όχημά του ώστε να διακόψει την πορεία του προ του ανωτέρω εμποδίου, με επακόλουθο να συγκρουστεί μ’ αυτό και από τη σύγκρουση αυτή η Φ. Ρ. του Θ., που επέβαινε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Ρ. στη θέση του συνοδηγού να υποστεί κακώσεις θώρακος και κοιλίας, εξ αιτίας των οποίων επήλθε τελικώς ο θάνατός της, αποτέλεσμα που οι κατηγορούμενοι δεν πρόβλεψαν. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 2° εκκαλούντα – κατηγορούμενο Π. Χ. ΕΝΟΧΟ του ότι: Στην 194,900 χιλιομετρική θέση της Ν.Ε.Ο. Αθηνών – Πατρών, στις 13-12-2010, περί ώρα 07:05’ π.μ., από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του και επέφερε τη σωματική βλάβη άλλου, και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας και του οχήματός του, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, αλλά αντίθετα κινείτο με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. και το υπ’ αριθμ κυκλοφορίας … επικαθήμενο έμφορτο με τσιμεντοσωλήνες επί της ανωτέρω οδού και ενώ το ανωτέρω σημείο βρισκόταν σε ζώνη, όπου εκτελούντο έργα επί της οδού, και ενώ επικρατούσαν άσχημες καιρικές συνθήκες και το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω βροχόπτωσης και υπήρχε έλλειψη φωτισμού, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ το επιτρεπόμενο στο ανωτέρω σημείο όριο ταχύτητας ήταν 60 χιλιόμετρα ανά ώρα και η επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις 40 χιλ./ώ με αποτέλεσμα, όταν αντιλήφθηκε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. που μετά τη σύγκρουσή του με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ήταν ακινητοποιημένο στο ρεύμα κυκλοφορίας του, δεν μπορούσε να τροχοπεδήσει το όχημά του ώστε να διακόψει την πορεία του προ του ανωτέρω εμποδίου, με επακόλουθο να συγκρουστεί μ’ αυτό και από τη σύγκρουση αυτή να τραυματιστεί ο Γ. Ρ. οδηγός του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου, ο οποίος υπέστη θλάση ύπατος – σπληνός, κάκωση θώρακος, κάταγμα πλευρών και στέρνου, κάταγμα οδόντος/ο1 και ο2 στη σπονδυλική στήλη, κάταγμα δεξιάς και αριστερής κοτύλης και ηβικού κλάδου αριστερά. Το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του ο κατηγορούμενος δεν το προέβλεψε”. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή), καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή αυτών (περιστατικών) στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α) εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνίστανται συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές αυτής, στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ενώ το αυτοκίνητό του είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη από την ανώτατη επιτρεπόμενη και συγκεκριμένα ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα σε σημείο στο οποίο η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα ανερχόταν σε 60 χιλιόμετρα ανά ώρα και σε κάθε περίπτωση η ταχύτητα του αυτοκινήτου του ήταν κατά πολύ ανώτερη εκείνης των 40 χιλιομέτρων ανά ώρα, που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις και συγκεκριμένα από τις καιρικές συνθήκες (βροχόπτωση), από την κατάσταση της οδού (υγρή, με στενότητα οδοστρώματος, έλλειψη φωτισμού, εκτέλεση έργων) και από τα χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου του (μεγάλο και έμφορτο, που απαιτούσε πολλά μέτρα για ακινητοποίηση), με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του πριν από το ακινητοποιημένο εντός της οδού αυτοκίνητο του Γ. Ρ., β) προσδιορίζονται λεπτομερώς η μορφή της υπαιτιότητάς του, που χαρακτηρίζεται ως μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη των αξιοποίνων αποτελεσμάτων) και τα επελθόντα αξιόποινα αποτελέσματα και γ) αιτιολογείται ο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και των αξιόποινων αποτελεσμάτων αιτιώδης σύνδεσμος. Περαιτέρω, δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανυπαρξία συναπόφασης, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Γ. Ρ., οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, ήτοι αφενός μεν του ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας … με το επικαθήμενο …, αφετέρου δε του ιδιωτικής χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας …, αφού, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων και ο Γ. Ρ. τέλεσαν τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά παραυτουργία ή παράλληλη αυτουργία (και όχι κατά συναυτουργία, η οποία προσιδιάζει σε εγκλήματα τελούμενα από δόλο και όχι από αμέλεια, όπως εν προκειμένω), ενώ με σαφήνεια και πληρότητα, αναφέρεται σ’ αυτή (απόφαση) ο τρόπος (αμελής συμπεριφορά), με τον οποίο αυτός πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων. Αντίθετα, για την κατάφαση της ενοχής στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν χρειαζόταν να εκτίθεται ούτε αν η απόσταση, την οποία είχε ο αναιρεσείων οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, εξερχόμενος από τη στροφή πριν από τη σύγκρουση, ήταν επαρκής ώστε να αντιληφθεί το έμπροσθεν αυτού ακινητοποιημένο επί του οδοστρώματος αυτοκίνητο του Γ. Ρ., ούτε ο ακριβής χρόνος που ήταν αναγκαίος προκειμένου το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος να φθάσει στο σημείο της σύγκρουσης. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ, δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, ως προς την απόρριψη του επιχειρούμενου να θεμελιωθεί στο άρθρο 25 του ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού του, ότι δηλαδή βρέθηκε σε κατάσταση ανάγκης, διότι, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με ολόκληρη την επιφάνεια του οχήματος του Γ. Ρ., προτίμησε να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, ώστε να συγκρουστεί μόνο με μέρος της επιφάνειας του εν λόγω οχήματος με αποτέλεσμα τη θανάτωση μόνο ενός προσώπου αντί των τριών που επέβαιναν στο όχημα αυτό. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο, υπό την εκτεθείσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη έννοια, διότι ο κίνδυνος, ο οποίος απειλήθηκε, προήλθε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και από δική του υπαιτιότητα, και, συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του, κατ’ ορθή δε εφαρμογή του νόμου απέρριψε αυτόν. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και να καταδικαστεί ο ίδιος (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παραστάντων με τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο πολιτικώς εναγόντων, Γ. Ρ., Δ. Α. και Μ. Ρ. (άρθρ.176 και 183 ΚΠολ.Δ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-7-2017, με αριθμό 20/2017, αίτηση για αναίρεση της απόφασης 460/6-6-2017 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών, η οποία (αίτηση) ασκήθηκε με δήλωση, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, του Γ. Β., πληρεξούσιου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος Π. Χ. του Ι., με βάση την από 12-7-2017 εξουσιοδότηση αυτού (αναιρεσείοντος), που κατοικεί στο ….

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, Γ. Ρ., Δ. Α. και Μ. Ρ., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
https://www.oenet.gr/nomologia/poinika/item/60189-anthropoktonia-apo-ameleia-polinekro-troxaio