Αριθμός 277/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο – Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Β. Μ. του Σ., κατοίκου …, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα και 2. Γ. Μ. του Ν., κατοίκου …, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 6210/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ. του Ι., κάτοικο … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αρώνη.
[…]
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[…]
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του (ΑΠ 125, 602/2013, 1621/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που κατ` άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα , αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ` αυτά, οι συνήγοροι και των δύο κατηγορουμένων, όταν τους δόθηκε ο λόγος επί της ενοχής, προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό συνδρομής στο πρόσωπο των κατηγορουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 α` και 2 ε` ΠΚ και συγκεκριμένα α) ο μεν συνήγορος του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Μ. αορίστως, χωρίς παράθεση κανενός πραγματικού περιστατικού και β) οι συνήγοροι του πρώτου κατηγορουμένου Β. Μ. πρόβαλαν και ισχυρίσθηκαν τα παρακάτω:
“Στο πρόσωπό μου πρέπει να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α` και ε` του Π.Κ. Ειδικότερα:
1. Όπως αποδεικνύεται και από το υπάρχον στη δικογραφία δελτίο ποινικού μου μητρώου, από τα έγγραφα, που προσκόμισα στο Δικαστήριο Σας και αναγνώστηκαν, αλλά και από την κατάθεση των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιόν Σας, μέχρι την τέλεση της επίδικης πράξης έζησα απολύτως έντιμη προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή και δεν έδωσα ποτέ αφορμή, ως άνθρωπος και υπάλληλος, να αμφισβητηθεί το ήθος και η ακεραιότητά μου. Εχω λευκό ποινικό μητρώο και ουδέποτε έχω απασχολήσει την ποινική ή πειθαρχική δικαιοσύνη για κάποια υπόθεση πέρα από την κρινόμενη ενώπιόν Σας. Η υπηρεσιακή μου συμπεριφορά μέχρι τα επίδικα περιστατικά ήταν άμεμπτη. Είμαι οικογενειάρχης και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, του Σ. (13 ετών) και της Ε. (11 ετών) όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, που αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που ανωτέρω εκθέτω και επικαλούμαι, πληρούνται στο πρόσωπό μου οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ.
2. Περαιτέρω, μετά τα επίδικα περιστατικά και μέχρι σήμερα, όπως επίσης αποδείχθηκε από τα ανωτέρω επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, έχω επιδείξει άψογη προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά και δεν έχω υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους. Αντιθέτως, στο ικανό αυτό χρονικό διάστημα των επτά (7) ετών, απολαμβάνω την εκτίμηση του κοινωνικού και επαγγελματικού μου περίγυρου, είμαι ενεργός υπάλληλος με άμεμπτη προσωπική και οικογενειακή ζωή. Η καλή συμπεριφορά μου μετά την πράξη προκύπτει τόσο από την σφαιρική παρουσία θετικών στοιχείων (εργασία, δημιουργίας οικογένειας, ανατροφή των τέκνων μου) όσο και από την έλλειψη αρνητικών (απουσία οποιοσδήποτε εμπλοκής μου με την ποινική δικαιοσύνη). Περαιτέρω, η θετική συμμετοχή μου στην κοινωνική ζωή ενισχύεται από τη δραστηριότητα που αναπτύσσω ως Αντιπρόεδρος στο Φιλοπρόοδο Πολιτιστικό Σύλλογο με την επωνυμία “……” από το έτος 1993 μέχρι και σήμερα, καθώς και ως αντιπρόσωπος στη Γενική Συνέλευση της Ομοσπονδίας … (βλ. ενδ. την κατάσταση μελών Δ.Σ., το με αριθμό πρωτοκόλλου 6/06.05.2009 έγγραφο του πολιτιστικού συλλόγου και τα με αριθμό 35/2005 και 56/201 1 φύλλα της εφημερίδας “………………………..”). Ενόψει όλων αυτών αποδεικνύεται ότι διάγω βίο έντιμο για μεγάλο (επταετές) χρονικό διάστημα από τα επίδικα περιστατικά και πληρούνται στο πρόσωπο μου οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε` του Π.Κ.”.
Ο αυτοτελής ισχυρισμός συνδρομής στο πρόσωπο των κατηγορουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 α` και 2 ε` ΠΚ, όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, προβλήθηκε αόριστα με επίκληση μόνον της σχετικής διάταξης του ΠΚ, χωρίς να παραθέσει πραγματικά περιστατικά και το δικαστήριο της ουσίας, κατά τα προαναφερθέντα δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Όμως, τον ίδιο αυτοτελή, πλήρως ορισμένο και παραδεκτώς προβληθέντα εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου Β. Μ. για αναγνώριση των ανωτέρω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο, με την παρακάτω αιτιολογία:
“Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του πρώτου και δεύτερου των κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως σ` αυτούς των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α` και ε` ΠΚ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι διήγαγαν πρότερο έντιμο βίο και ότι μετά την τέλεση των πράξεών τους επέδειξαν καλή διαγωγή, καθόσον το λευκό ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αντιπρόεδρος σε πολιτιστικό σύλλογο και αντιπρόσωπος στην Ομοσπονδία συλλόγων δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτός έζησε έντιμο πρότερο βίο και ότι μετά την τέλεση της πράξεως επέδειξε καλή διαγωγή και ποια. Επίσης μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του δευτέρου κατηγορουμένου δεν υποδεικνύει ότι αυτός έζησε πρότερον έντιμο βίο, η δε συμβολή του στην ανέγερση ναού και η οικονομική ενίσχυση θρησκευτικού συλλόγου δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του”.
Η παραπάνω αιτιολογία απόρριψης είναι ελλιπής καθόσον, ενώ ο αναιρεσείων πρώτος κατηγορούμενος Β. Μ. παραδεκτώς είχε προβάλει αρκετά ως παραπάνω θετικά της προσωπικότητάς του στοιχεία, όπως, ότι διατηρεί οικογένεια µε σύζυγο και δύο ανήλικα τέκνα, ότι εργάζεται ως υπάλληλος Πολεοδομίας και ότι έζησε απολύτως έντιμη προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή και δεν έδωσε ποτέ αφορμή, ως άνθρωπος και υπάλληλος, να αμφισβητηθεί, ότι από το έτος 1993 αναπτύσσει δραστηριότητα ως Αντιπρόεδρος στο Φιλοπρόοδο Πολιτιστικό Σύλλογο “…………………” και ως αντιπρόσωπος στην Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων .. , ως και ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, ότι δεν έχει υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους και ότι επί επταετία επέδειξε καλή συμπεριφορά και κοινωνική ως άνω θετική δραστηριότητα, για μεγάλο διάστημα επταετίας μετά την πράξη του, περιστατικά όμως για τα οποία η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία, ενώ η παρατεθείσα αιτιολογία ότι “δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος διήγαγε πρότερο έντιμο βίο και ότι μετά την πράξη του επέδειξε καλή διαγωγή, καθόσον το λευκό ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι είναι αντιπρόεδρος σε πολιτιστικό σύλλογο και αντιπρόσωπος στην Ομοσπονδία Συλλόγων, δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτός έζησε έντιμο πρότερο βίο και ότι μετά την τέλεση της πράξεως επέδειξε καλή διαγωγή”, κρίνεται μη ειδική και ως ελλιπής αιτιολογία. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ προβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως, του μεν δευτέρου αναιρεσείοντος Γ. Μ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ του πρώτου αναιρεσείοντος Β. Μ. είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την απορριπτική των εν λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων διάταξή της που αφορά τον Β. Μ., αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη αυτής για την επιβολή ποινής σε αυτόν. […]