Αριθμός 401/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου – Εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: … του .., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Βοσνιάκου.
Των αναιρεσίβλητων: 1…. του .., κατοίκου …, 2..3..4.., ως ασκούντων την γονική μέριμνα αυτής, 5…, κατοίκου …, νομίμως εκπροσωπουμένης από τους … του .. και …, ως ασκούντων την γονική μέριμνα αυτής, 6… του .., κατοίκου …, 7. ..του .., κατοίκου …,που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μονιό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 40/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 40/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος – ενάγοντος κατά της 39/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου.Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ),και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ` αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατά δε το άρθρο 1199 του ιδίου κώδικα, με την κατά το άρθρο 1193 μεταγραφή, η κυριότητα θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
3. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία).
Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και, κατά το άρθρο 1051 Α.Κ., εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί δεκαετία με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. “Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση, η φύλαξη του ακινήτου, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον χωρίς αντάλλαγμα, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του. Περαιτέρω η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Εξάλλου στην αναγνωριστική ο αγωγή κυριότητας ακινήτου, ο ενάγων αποδεικνύει ότι κατέστη κύριος με τον επικαλούμενο τρόπο κτήσης της κυριότητας (παράγωγο ή πρωτότυπο ,ανάλογα), η δε απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, είναι χρήσιμη μόνο όταν ο ενάγων αποδείξει την κυριότητα στην οποία θεμελιώνει την αγωγή του, διότι άλλως απορρίπτεται η αγωγή ως αβάσιμη, χωρίς να ενδιαφέρει καθόλου η βασιμότητα της ένστασης.
4.Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Επίσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται ,αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 25/2003).Αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο ( ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Για την πληρότητα του λόγου αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν ,πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποιά ήταν τα “πράγματα”που προτάθηκαν ,ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης .Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο. Τέλος κατά το άρθρ. 560 αρ.6 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δίκασαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: “Ο ενάγων δυνάμει του με αριθμό …./4-11-1983 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου …, νόμιμα μεταγεγραμμένου, έγινε κύριος, νομέας και κάτοχος του υπ` αρ. 1 διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στο …. (…), με ποσοστό συνιδιοκτησίας 13,50/100 στο οικόπεδο, το οποίο έχει εμβαδό 192,50 τμ. και συνορεύει γύρωθεν μεσημβρινώς με την οδό …., βορείως με ιδιοκτησία …, ανατολικώς με αυλή και κήπο οικίας … .. και δυτικώς με ανώνυμη οδό. Το συγκεκριμένο διαμέρισμα μετά της αποθήκης, που βρίσκεται στο υπόγειο, έχει εμβαδό 84,90 τ.μ. και όπως περιγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο, συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία … και εν μέρει με βορεινό φωταγωγό, ανατολικώς με ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας, νοτίως με την οδό …. και δυτικώς με το υπ` αριθμό 2 διαμέρισμα της πολυκατοικίας ιδιοκτησίας … και εν μέρει με κλιμακοστάσιο και φωταγωγό. Οι εναγόμενοι είναι κύριοι γειτονικού ακινήτου, που βρίσκεται ανατολικά της οικοδομής, όπου έχει διαμέρισμα ο ενάγων. Ειδικότερα, η μητέρα του πρώτου, τρίτου και έβδομης των εναγόμενων, .. …. σύζυγος .. απεβίωσε στις 8.10.1984 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από αυτούς δυνάμει της υπ` αριθμ……/1986 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου,…, νόμιμα μεταγεγραμμένης, στην δε μητέρα τους είχε περιέλθει δυνάμει του …../1941 προικοσυμφώνου συμβολαίου του άλλοτε Συμβολαιογράφου, …, νομίμως μεταγεγραμμένου, μετά δε την κατάργηση του θεσμού της προίκας το έτος 1983 έγινε αυτή αποκλειστικά κυρία του ανωτέρω ακινήτου. Αυτό είχε κατά τον τίτλο κτήσης του εμβαδό 681,57 και συνορεύει βορείως με την οδό …, ανατολικώς με την οδό …., δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία… και εν μέρει με ιδιοκτησία .., επί της οποίας είναι κτισμένη η οικοδομή, στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα του οποίου είναι κύριος ο ενάγων και νοτίως με την οδό … Στη συνέχεια, η έβδομη των εναγόμενων, … του .., σύζυγος …, που ήδη απεβίωσε, μεταβίβασε διά του υπ` αριθμ. …../1991 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγεγραμμένου, την ψιλή κυριότητα επί του ανωτέρω ποσοστού της στο ακίνητο στον υιό της και όγδοο των εναγόμενων, … του .., ο οποίος μετά το θάνατο της κατέστη πλήρης κύριος. Δυνάμει, επίσης, του υπ` αριθμ. ../2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο πρώτος των εναγόμενων μεταβίβασε στην κόρη του …, δεύτερη των εναγόμενων, την ψιλή κυριότητα του 1/3 εξ αδιαιρέτου που του ανήκε παρακρατώντας την επικαρπία εφ` όρου ζωής, ενώ δυνάμει των υπ` αριθμ. ……, …… και …../201 ο συμβολαίων γονικής του Συμβολαιογράφου .., νομίμως μεταγεγραμμένων, ο τρίτος των εναγόμενων μεταβίβασε ποσοστό 41/1000 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα στον έκτο των εναγομένων, υιό του, … του .. και την ψιλή κυριότητα ποσοστού 1 53/1000 και 127/1000 αντίστοιχα στις κόρες του .. και .., τέταρτη και πέμπτη των εναγόμενων, παρακρατώντας την επικαρπία εφ` όρου ζωής. Στα τέσσερα δε αυτά τελευταία συμβόλαια διορθώθηκε το αρχικό υπ` αριθμ. ……/1986 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς ως προς την έκταση του ακινήτου, ήτοι από 681,57 τ.μ σε 707,02τ.μ. Εξάλλου, δυνάμει του υπ` αριθμ. …./2009 εργολαβικού προσυμφώνου του συμβολαιογράφου, …, οι έχοντες μέχρι τότε εμπράγματα δικαιώματα επί του ανωτέρω ακινήτου σύμφωνα με τα ως άνω συμβόλαια εναγόμενοι ως οικοπεδούχοι προσυμφώνησαν να αναθέσουν στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία “… ..”, ως εργολάβο, την ανέγερση πολυώροφης- οικοδομής. Περαιτέρω, το αμφισβητούμενο τμήμα, έκτασης 1 8,77 βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της οικοδομής, όπου βρίσκεται το διαμέρισμα του ενάγοντα και συνορεύει νοτιοανατολικά σε πλευρά Γ-Δ με υπόλοιπη ιδιοκτησία εναγομένων, νοτιοδυτικά σε πλευρά B1-Γ με την οδό … βορειοδυτικά σε πλευρά Β1-Δ1 με ακάλυπτο χώρο οικοδομής του ενάγοντα και βορειοανατολικά σε πλευρά ΔΙ-Δ με υπόλοιπη ιδιοκτησία εναγομένων σύμφωνα με το από Νοέμβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα τοπογράφου μηχανικού .., που έχει επισυναφθεί στην αγωγή και όπως σε αυτή αναφέρεται. Η επίδικη έκταση αποτελούσε την αυλή και τον κήπο της ιδιοκτησίας του …, απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων, επί της οποίας υπήρχε διώροφη οικία, η οποία ήταν μισθωμένη στον …. Ο .. ήταν, επίσης, κύριος, νομέας και κάτοχος και της προς δυσμάς αυτής ευρισκόμενης διώροφης κατοικίας, την οποία είχε αγοράσει το έτος 1919 δυνάμει του ……/1919 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου, … ,νομίμως μεταγεγραμμένου. Το έτος 1987 ο .. με το ……/1937 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βόλου, .., νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε στην …, απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντα, το ακίνητο επί της οδού ….. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι η … αγόρασε μαζί με το οικόπεδο και το διώροφο σπίτι που υπήρχε εντός αυτού και λωρίδα γης, στην οποία ουδέν άλλο δικαίωμα αποκτά ειμή το τοιούτο της διά του πλάτους της συμπωλουμένης ταύτης στενής λωρίδος οικοπέδου εξυπηρετήσεως της δια του παρόντος πωλουμένης οικίας διά φωτός και αέρος, είχε, δηλαδή, αποκτήσει μόνο δικαίωμα αερισμού και φωτισμού και όχι δικαίωμα κυριότητας. Το έτος 1940 δυνάμει του ../1940 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγεγραμμένου, η … πωλεί το ανωτέρω ακίνητο στον …, ο δε τελευταίος δυνάμει του ../1940 πωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, πωλεί και μεταβιβάζει αυτό στον …. Σε όλα τα ανωτέρω συμβόλαια γίνεται παραπομπή στο υπ`αριθμ. …../1937 συμβόλαιο,αναφορικά με το ανατολικό όριο του πωλούμενου ακινήτου και κατ` επέκταση, την επίδικη λωρίδα που αγοράστηκε από την … για αερισμό και φωτισμό. Το έτος 1956 δυνάμει των …. ../1956 και …../1956 συμβολαίων πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου του συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγεγραμμένων, στο ανωτέρω ακίνητο του …. ανεγείρεται τετραώροφη οικοδομή και διαχωρίζεται το ακίνητο του …. (δικαιοπαρόχου του ενάγοντα) από το ακίνητο των εναγομένων με πρόχειρη περίφραξη, όπως καταθέτει χαρακτηριστικά η μάρτυρας του ενάγοντα. Το ίδιο προκύπτει και από την κατάθεση της μάρτυρος …, η οποία είχε μισθώσει το ακίνητο των εναγόμενων ως παιδικό σταθμό από το έτος 1984 και η οποία καταθέτει ότι τα ακίνητα των διαδίκων χωρίζονταν με περίφραξη, η οποία ήταν ίδια για όλο το ακίνητο. Αλλά και από την ένορκη βεβαίωση της …, η οποία διατηρούσε από το έτος 1957 έως το έτος 1965 περίπτερο μεταξύ των οδών … (κοντά στο επίδικο) και από το έτος 1965-1966 μέχρι το έτος 1980 κατάστημα επιδιορθώσεως καλσόν στο ισόγειο της πολυκατοικίας επί της οδού …, προκύπτει η ύπαρξη της περίφραξης, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα κατά μήκος του τμήματος αυτού και διαχωρίζει την ιδιοκτησία του ενάγοντα με αυτή των εναγομένων. Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες ακόμα και από τον ενάγοντα φωτογραφίες προκύπτει η περίφραξη με κάγκελα, τα οποία ήταν τοποθετημένα καθ` όλο το μήκος της πλευράς αυτής, η παλαιότητά της και η μη μετακίνησή της μέχρι σήμερα. Επομένως, από το έτος 1956 (οπότε κατασκευάστηκε η οικοδομή) ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντα είχε αποκλείσει την επίδικη έκταση από την ιδιοκτησία του και ως εκ τούτου, δεν ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής επ` αυτής. Ούτε, όμως και ο αερισμός και φωτισμός της οικοδομής πραγματοποιούνταν πλέον από την επίδικη λωρίδα, διότι για τον φωτισμό και αερισμό της συγκεκριμένης οικοδομής από την ανατολική πλευρά υπήρχε ο ακάλυπτος χώρος αυτής, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στην οικοδομή του ενάγοντα και την επίδικη λωρίδα και προς τον οποίο βρίσκονται και τα παράθυρα της οικοδομής, που συνορεύουν με την πλευρά αυτή, όπως και το διαμέρισμα του ενάγοντα. Αντίθετα, οι εναγόμενοι αποκλειστικά από το έτος 1956 ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής επί της επίδικης αυτής λωρίδας, την είχαν στην ιδιοκτησία τους ως αυλή και κήπο αυτής, την είχαν περιφραγμένη με μόνιμη περίφραξη, την φρόντιζαν και την καθάριζαν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών και κατέστησαν έτσι κύριοι αυτής και με έκτακτη χρησικτησία τουλάχιστον από το 1976, που συμπλήρωσαν είκοσι χρόνια νομής και κατοχής επ` αυτής. Ο δε ενάγων, ο οποίος απέκτησε το έτος 1983 με το …../1983 συμβόλαιο το υπ` αριθμό 1 διαμέρισμα του 200 ορόφου, που αναφέρεται και περιγράφεται στην αγωγή, δεν απέδειξε ότι κατέστη κύριος κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του στην επίδικη λωρίδα με αυτό, αφού ως προελέχθη στο ανωτέρω συμβόλαιο, το οικόπεδο, στο οποίο έχει ανεγερθεί η οικοδομή και την περιβάλει, έχει εμβαδό 192,50 τμ. και όχι 211,57 τμ, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, συνορεύει δε ανατολικά με αυλή και κήπο οικίας … και σ` αυτό (συμβόλαιο) ουδέν αναφέρεται για την επίδικη έκταση, ούτε αν υπάρχει δικαίωμα του ακινήτου για αερισμό και φωτισμό από την επίδικη εδαφική λωρίδα. Με την ίδια έκταση, δηλαδή, των 192,50 τ.μ και όχι των 211,57 τ.μ, περιγράφεται το ίδιο οικόπεδο και στα προγενέστερα συμβόλαια. Περαιτέρω, ο ενάγων δεν απέδειξε ότι κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης και με έκτακτη χρησικτησία, διότι ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής και κατοχής επ` αυτής. Ειδικότερα, η μάρτυρας απόδειξης, .., κατέθεσε “το επίδικο μέρος είναι εντός της ιδιοκτησίας των εναγομένων…..Από το έτος 1963 έως το έτος 2013 οι εναγόμενοι το χρησιμοποιούσαν και το φρόντιζαν”, ενώ και ο ίδιος ο ενάγων με την διόρθωση – συμπλήρωση του περιεχομένου της αγωγής του τόσο με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, όσο και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των φράσεων “ήτοι ετήσιος καθαρισμός του, αποτύπωσή του σε τοπογραφικά διαγράμματα και εν γένει περιποίησή του τακτική επίσκεψή του, στον ετήσιο καθαρισμό του, στην αποτύπωσή του σε τοπογραφικά διαγράμματα και στην εν γένει περιποίησή του” εις το ορθόν αγορά δια φως και αερισμόν, ουσιαστικά ομολόγησε την έλλειψη πράξεων κυριότητας αναφορικά με την κτήση αυτής διά χρησικτησίας. Σε κάθε δε περίπτωση, επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι αντικείμενο εξέτασης και απόδειξης με την κρινόμενη αγωγή είχε, βάσει του αιτήματος αυτής, καταστεί η αναγνώριση συγκυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου τμήματος, όχι δε η ύπαρξη ή μη εμπραγμάτων δικαιωμάτων των εναγομένων”.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση που άσκησε ο ενάγων ήδη αναιρεσείων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας ακινήτου κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο ενάγων δεν απέδειξε ότι απέκτησε τη συγκυριότητα σε ποσοστό 13,50/100 εξ αδιαιρέτου του ειδικότερα περιγραφόμενου (με βάση και το επισυναπτόμενο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα) στην απόφαση, επίδικου τμήματος (18,77 τ.μ.), και ,ειδικότερα, ότι ο ενάγων δεν απέδειξε την συγκυριότητά του στο επίδικο με παράγωγο τρόπο, επειδή το επίδικο δεν εμπεριέχεται στον τίτλο κτήσης του(αγορά από κύριο με το υπ`αριθμ. ……/1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου …),ούτε και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), διότι ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής και κατοχής επ`αυτού. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι, αποκλειστικά από το έτος 1956 ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο και κατέστησαν κύριοι αυτού και με έκτακτη χρησικτησία κατ`αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων, πλεοναστικώς, γιατί η απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, είναι χρήσιμη και ερευνάται μόνο όταν ο ενάγων αποδείξει την κυριότητα στην οποία θεμελιώνει την αγωγή του, άλλως απορρίπτεται η αγωγή ως αβάσιμη, χωρίς να ενδιαφέρει καθόλου η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης.
5. Έτσι όπως έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν τα οποία συνίστανται στους ισχυρισμούς) του αναιρεσείοντος ενάγοντος: α) ότι στο επίδικο, συγκυριότητας του ενάγοντος, έχει συσταθεί πραγματική δουλεία διέλευσης και χρήσεως αυτού ως κήπου υπέρ του δεσπόζοντος ομόρου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και ότι συνεπώς, η σύσταση αυτής της δουλείας αποκλείει την κυριότητα των εναγομένων στο επίδικο,οι οποίοι γνώριζαν τη σύσταση της δουλείας και ότι η δε διέλευσή τους από το επίδικο και η φροντίδα του κήπου απότελούσαν πράξεις οιονεί νομής δουλειούχου και όχι νομής διανοία κυρίου, με συνέπεια να μην αποκτήσουν την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο -έκτακτη χρησικτησία (πρώτος λόγος), οι δε σχετικές ενέργειες τους υλοποιούν το συμφωνηθέν περιεχόμενο της δουλείας διόδου και κήπου στο επίδικο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου των εναγομένων( πέμπτος λόγος).β) ότι η ανοχή εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος της περίφραξης του επιδίκου ήταν πράξη σύμφωνη με το περιεχόμενο της ως άνω συσταθείσας δουλείας, εφόσον δεν εμπόδιζε εν τοις πράγμασι το1 φωτισμό και αερισμό του ακινήτου του ενάγοντος( τρίτος λόγος), δεδομένου ότι οι σχετικοί με τους ισχυρισμούς αυτούς, λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, καθώς δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκαν πρωτοδίκως με τις προτάσεις (και όχι με την προσθήκη), ποιά θα ήταν η επίδρασή τους στην κρίση του δικαστηρίου αν τους λάμβανε υπόψη, ενώ σε κάθε περίπτωση, τα πιο πάνω περιστατικά δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, αλλά επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επιπλέον, αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί σύστασης δουλείας διόδου και κήπου στο επίδικο και ανοχής των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στην τοποθέτηση περίφραξης μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων, αυτοί πρέπει να απορριφθούν και ως αβάσιμοι διότι το εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιας δουλείας.
Συνεπώς οι, πρώτος, τρίτος και πέμπτος, λόγοι αναίρεσης από το άρθρ.560 αριθ.5 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα,τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη των ισχυρισμών του περί σύστασης δουλείας αερισμού και φωτισμού στην επίδικη εδαφική λωρίδα. Με το λόγο αυτό, κατ` ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚπολΔ και όχι εκείνη από τον αριθ. 5 του άρθρ. 560 ΚπολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν υπάγεται σε κανένα από τους αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, αναιρετικούς λόγους κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο. Με τον δεύτερο, λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το αρθ. 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, ότι: α) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις περί πραγματικών δουλειών των αρθρ. 1118 επ. ΑΚ διότι, το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η απώτερη δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος … δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο είναι εσφαλμένο και αναιρείται από το υπ` αριθμ. …./1937 συμβόλαιο, με το οποίο αφενός μεταβιβάσθηκε η κυριότητα της επίδικης εδαφικής λωρίδας στην απώτερη δικαιοπάροχό του … και αφετέρου συστάθηκε πραγματική δουλεία προς εξυπηρέτηση του ομόρου ακινήτου του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων για κήπο και διάβαση και β) με ελλιπή αιτιολογία έγινε δεκτό ότι με το παραπάνω συμβόλαιο η .. .. απέκτησε μόνο το δικαίωμα αερισμού και φωτισμού και όχι δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη εδαφική λωρίδα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως παραδεκτός, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας που προκύπτουν από το περιεχόμενο του επίμαχου συμβολαίου (αρθρ. 561 §1 ΚπολΔ).
Με τον τέταρτο, κατά το κύριο μέρος του, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ) 1955, περί υποχρεωτικής απόστασης 2,5 μέτρων μεταξύ δύο οικοδομών και των όρων της υπ` αριθμ. …../1956 άδειας οικοδομής που έχει κτισθεί στο οικόπεδο συνιδιοκτησίας του ενάγοντος. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι το εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του ΓΟΚ, περί υποχρεωτικής απόστασης 2,5 μέτρων μεταξύ δυο οικοδομών, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν ασχολήθηκε με τους όρους της σχετικής οικοδομικής άδειας, γιατί το αντικείμενο της αγωγής ήταν η κτήση κυριότητας στο επίδικο και όχι η ύπαρξη δουλείας διόδου των εναγομένων στο επίδικο ή η παραβίαση των διατάξεων του ΓΟΚ και η τήρηση των όρων της σχετικής οικοδομικής άδειας στην οικοδομή που χτίστηκε στο οικόπεδο συγκυριότητας του ενάγοντος. Επιπλέον το δίκασαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης συγκυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο εδαφικό τμήμα με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το επικουρικό μέρος του (εκ του αριθμ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, σχετικά με την παράβαση των διατάξεων του Γ.Ο.Κ περί της υποχρεωτικής απόστασης μεταξύ των δύο οικοδομών και τη νομιμότητα της εκδοθείσας σχετικής οικοδομικής άδειας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , γιατί τα ανωτέρω δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, ενώ με την επίκληση της ως άνω παράβασης” επιχειρείται, απαραδέκτως, ο έλεγχος της ανέλεγκτης αναιρετικά κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμ.1 και επικουρικά;εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚπολΔ, λόγω παραβίασης του άρθρου 975 ΑΚ ,αναφορικά με την κτήση κυριότητας των εναγομένων στην επίδικη εδαφική λωρίδα και την ύπαρξη επ` αυτής δουλείας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής ,ενόψει του ότι με την προσβαλλόμενη απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος, επειδή αυτός δεν απέδειξε την συγκυριότητα του στην επίδικο λωρίδα με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, παραδοχή που δεν πλήτεται επιτυχώς από τους λόγους αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, χωρίς να ενδιαφέρει η πλεοναστική παραδοχή ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατ` αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων, γιατί η απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου είναι χρήσιμη και ερευνάται μόνον, όταν ο ενάγων αποδείξει την κυριότητα στην οποία θεμελιώνει την αγωγή του, άλλως απορρίπτεται η αγωγή ως αβάσιμη, χωρίς να ενδιαφέρει καθόλου η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης,σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή μείζονα σκέψη. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ότι, δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αναιτιολόγητη, άλλως ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, γιατί δεν επικαλείται ο αναιρεσείων τις ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιολογίες της και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών αυτών.
Κατά το άρθρο 460 του ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας. Επομένως, ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο, όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ` ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (Ολ.ΑΠ 23/1999). Έτσι, η διάταξη του άνω άρθρου 463 ΚΠολΔ απαιτεί την ταυτόχρονη με την προβολή του ισχυρισμού για πλαστότητα του εγγράφου προσκομιδή των αποδεικτικών εγγράφων και την αναφορά ονομαστικώς των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, τόσο στην περίπτωση που κατονομάζεται ο πλαστογράφος όσο και στην περίπτωση που αυτός δεν κατονομάζεται, καθόσον η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 463 του ΚΠολΔ είναι γενική, ενώ στο άρθρο 464 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αν έγγραφο προσβάλλεται ως πλαστό χωρίς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο διατάζει αποδείξεις μόνο αν εκείνος που προσκόμισε το έγγραφο επιμένει να το χρησιμοποιήσει και το έγγραφο είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, δεν προβλέπεται διάφορη ρύθμιση. Σε αντίθεση, δηλαδή, προς την ένσταση πλαστότητας, όπου κατονομάζεται ο πλαστογράφος, η οποία προτείνεται προνομιακώς σε κάθε στάση της δίκης δι` αγωγής, ανακοπής ή ενστάσεως, εάν η πλαστότητα δεν αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, τότε πρέπει να προταθεί μόνον κατά τη συζήτηση, κατά την οποία προσκομίζεται το έγγραφο (464 ΚΠολΔ) και όχι σε μεταγενέστερη συζήτηση, εκτός εάν κατονομασθεί πλαστογράφος, οπότε η ένσταση αναλαμβάνει τον προνομιακό της χαρακτήρα, ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο, του οποίου προβάλλεται πλαστότητα του περιεχομένου του, διατάσσει αποδείξεις επί της πλαστότητας, μόνον αν η εν λόγω ένσταση προτάθηκε παραδεκτώς, ήτοι κατά τη συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο για πρώτη φορά προσκομίσθηκε, (ΑΠ 714/2014, ΑΠ 1756/2012, ΑΠ 31/2006).
Συνεπώς το προβαλλόμενο, με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες (άρθρ.570 παρ. 1 εδαφ.2 ΚΠολΔ) προτάσεις του αναιρεσείοντος, αίτημα να διερευνηθεί η πλαστότητα και να διαταχθούν αποδείξεις κατ` άρθρ.462 ΚΠολΔ, σε συνδ. με το άρθρο 38 ΚΠΔ., άλλως κατ` άρθρο 464 ΚΠολΔ αναφορικά με την πλαστότητα των ουσιωδών για τη διάγνωση της υπόθεσης εγγράφων και .ειδικότερα, του από Οκτωβρίου 2009 τοπογραφικού διάγραμματος του τοπογράφου μηχανικού .. .. ,των συμβολαίων γονικής παροχής με αριθμ. ……/2009, …../2010, …../2010, …../014 του συμβολαιογράφου … και του με αριθμ. ……/2009 προσυμφώνου εργολαβικού του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου,χωρίς η επικαλούμενη πλαστογραφία να αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο γιατί όπως προκύπτει από τις από 10.10.2014 και 1-12-2015 προτάσεις του αναιρεσείοντος,ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου και Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αντίστοιχα, ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε κατά τη συζήτηση της αγωγής, αντιμωλία των διαδίκων, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την οποία τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά με επίκληση από τους εναγομένους-αναιρεσίβλητους ,όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 10-10-2014 (σελ.9 και 10) προτάσεών του που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Βόλου,ούτε προτάθηκε και στο Εφετείο, κατ` άρθρο 527 ΚΠολΔ.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 3/19-10-2016 αίτηση του … του .. για αναίρεση της 40/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
areiospagos.gr
