Απόφαση 704 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 704/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα – κατηγορουμένου Ι. Μ. του Σ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Συμεωνίδη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 585/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης και με πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Β. του Α., κάτοικο …, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπαλτά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 12828/19-11-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1600/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-11-2018, με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 12828/19- 11-2018, αίτηση του Ι. Μ. του Σ. για αναίρεση της υπ’αριθμ. 585/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ’ του ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι: “Ο Η. Β. του Α. διακομίστηκε στις 14-6-2012 στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γ.Ν. …” κατόπιν πτώσης του κατά τη διάρκεια της εργασίας του στο Λιγνιτικό Κέντρο Δυτικής Μακεδονίας. Υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο όπου διαπιστώθηκε “κάταγμα – εξάρθρημα αριστερού βραχιονίου του ώμου μη παρεκτοπισμένο”. Άμεσα κλήθηκε προς αντιμετώπιση του περιστατικού ο κατηγορούμενος, ιατρός ορθοπεδικός, Συντονιστής Διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής, που στεγάζεται στο ως άνω νοσοκομείο. Ο τελευταίος επιχείρησε να το επαναφέρει εφαρμόζοντας τη μέθοδο της κλειστής ανάταξης, η οποία υπήρξε ωστόσο, ανεπιτυχής, όπως και ο ίδιος αναφέρει στο από 18-6-2012 έγγραφό του, με αποτέλεσμα το κάταγμα να εμφανίζεται στη δεύτερη ακτινογραφία που λήφθηκε, πλήρως παρεκτοπισμένο, έχοντας καταστεί πλέον συντριπτικό και να κριθεί αναγκαία η υποβολή του ασθενούς σε χειρουργική επέμβαση, με την οποία επιχειρήθηκε η ανοιχτή ανάταξη του κατάγματος. Η επιλογή, ωστόσο, του κατηγορουμένου να προσπαθήσει να επαναφέρει το κάταγμα με τη μέθοδο της κλειστής ανάταξης, δεν είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος αντιμετώπισης ενός ρωγμώδους (μη παρεκτοπισμένου) κατάγματος καθώς υφίσταται κίνδυνος αυτό να μετατραπεί σε συντριπτικό και να καταστεί δυσχερέστερη η ανοικτή ανάταξή του στη συνέχεια αλλά και να αυξηθεί ο κίνδυνος άμεσων και απώτερων επιπλοκών. Τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από την ιατρική γνωμάτευση του Γ. Μ., ιατρού ορθοπεδικού, διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του …. όσο και από την από 20-10-2016 ιατρική γνωμάτευση του Δ. Δ., ιατρού ορθοπεδικού, ομοίως διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του …, από τις οποίες καθίσταται σαφές ότι από λανθασμένη επιλογή και εφαρμογή της μεθόδου της κλειστής ανάταξης από τον κατηγορούμενο, επιβαρύνθηκε κατά τα ανωτέρω η υγεία του εγκαλούντος. Όπως, συνεπώς, προκύπτει ο κατηγορούμενος μολονότι ως θεράπων ιατρός είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αντιμετωπίσει το κάταγμα του εγκαλούντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης του που είναι κοινώς παραδεδεγμένοι εντούτοις δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αντιμετωπιστεί το προκληθέν κάταγμα κατά τρόπο ώστε να μην προκληθεί βλάβη στον παθόντα και συγκεκριμένα, κατά τα ήδη ως άνω εκτεθέντα, επιχείρησε να το επαναφέρει με τη μέθοδο της κλειστής ανάταξης, η οποία ωστόσο αντενδείκνυται δεδομένου ότι επρόκειτο για ρωγμώδες κάταγμα, με συνέπεια αυτή να αποτύχει, να χειροτερεύσει περαιτέρω η κατάσταση του τραύματος του εγκαλούντος αφού αυτό κατέστη πλέον συντριπτικό και να χρειαστεί ο ασθενής να οδηγηθεί στο χειρουργείο προς επιχείρηση ανοιχτής ανάταξης του συντριπτικού πλέον κατάγματός του. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη για την οποία κατηγορείται, όπως αυτή περιγράφεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση στο διατακτικό της παρούσας”.
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι: “Στην . στις 14-06-2012 από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ως ιατρός Ορθοπεδικός, Συντονιστής Διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής, που στεγάζεται στο Νοσοκομείο …, προέβη στην ακόλουθη πράξη και παράλειψη που είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας ο Β. Η. του Α.. Ειδικότερα, μετά από ατύχημα που είχε ο τελευταίος στα πλαίσια της εργασίας του στο Λιγνιτικό Κέντρο Δυτικής Μακεδονίας, υπέστη αρχικά ρωγμώδες κάταγμα του άνω άκρου του βραχιόνιου οστού, ο κατηγορούμενος ανέλαβε, ως εκ της θέσεώς του στο ως άνω νοσοκομείο, να περιθάλψει τον Β. Η., είχε δε ο κατηγορούμενος ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να διενεργήσει την εξέταση και αντιμετώπιση του τραύματος του εγκαλούντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης του που είναι κοινώς παραδεδεγμένοι και συγκεκριμένα είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αντιμετωπιστεί το προκληθέν κάταγμα κατά τρόπο ώστε να μην προκληθεί βλάβη στον παθόντα. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος προέβη στη διενέργεια προσπάθειας επαναφοράς του κατάγματος με τη μέθοδο της κλειστής ανάταξης, η οποία ωστόσο αντενδείκνυται δεδομένου ότι επρόκειτο για ρωγμώδες κάταγμα, με συνέπεια αυτή να αποτύχει, να χειροτερεύσει περαιτέρω η κατάσταση του τραύματος του εγκαλούντος αφού αυτό κατέστη πλέον συντριπτικό και να χρειαστεί ο ασθενής να οδηγηθεί στο χειρουργείο προς επιχείρηση ανοιχτής ανάταξης του συντριπτικού πλέον κατάγματός του”.
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο προοίμιο του αιτιολογικού της αναφέρεται ότι “από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά”. Στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν περιλαμβάνονται τα πρωτόδικα πρακτικά και τα πρωτοδίκως αναγνωσθέντα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται (υπ’αριθμ. 1) “η από 24-11-2013 ιατρική πραγματογνωμοσύνη Κ. Σ.”, ιατρού ορθοπεδικού, ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας, κατ’ άρθρο 183 ΚΠΔ, με τη με αριθμό 199/23-5-2013 πράξη του Πταισματοδίκη Κοζάνης, η οποία, προσκομισθείσα από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα αναγνώσθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Η ως άνω πραγματογνωμοσύνη δεν μνημονεύεται ειδικά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πλην όμως, από τις παραδοχές της απόφασης ότι ο αναιρεσείων προκειμένου να αντιμετωπίσει το προκληθέν στον Η. Β. κάταγμα “επιχείρησε να το επαναφέρει με τη μέθοδο της κλειστής ανάταξης, η οποία ωστόσο αντενδείκνυται δεδομένου ότι επρόκειτο για ρωγμώδες κάταγμα, με συνέπεια αυτή να αποτύχει, να χειροτερεύσει περαιτέρω η κατάσταση του τραύματος του εγκαλούντος αφού αυτό κατέστη πλέον συντριπτικό και να χρειαστεί ο ασθενής να οδηγηθεί στο χειρουργείο προς επιχείρηση ανοικτής ανάταξης του συντριπτικού πλέον κατάγματός του…”, προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε και αυτή (πραγματογνωμοσύνη) υπόψη για την καταδικαστική του Δικαστηρίου κρίση, αφού οι παραπάνω παραδοχές δεν είναι αντίθετες αλλά συμβαδίζουν, ως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, με το σχετικό πόρισμα αυτής, σύμφωνα με το οποίο, “…Σίγουρα η προσπάθεια ανάταξης του κατάγματος με τον ασθενή εν πλήρη συνειδήση, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο αποτυχίας της ανάταξης και παρεκτόπισης του κατάγματος”. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§ 1 περ. Δ’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη μη λήψη υπόψη της ως άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, η οποία, μη συμπεριλαμβανόμενη στην έννοια των “εγγράφων”, δεν μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ως έκθεση πραγματογνωμοσύνης) ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού ούτε στη συνέχεια αυτού, όπου παρατίθενται οι σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο της ουσίας στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και ειδικότερα προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για ελλιπή αιτιολογία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως αυτής (ΕΣΔΑ), αν υποβληθεί νομίμως αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και αυτό απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ιδρύεται και ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μετά την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντα συντάχθηκαν με το υποβληθέν από τη συνήγορο της πολιτικής αγωγής αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να “προσέλθει ως μάρτυρας ο Δ. Δ. ορθοπεδικός χειρούργος του Ιατρικού Συλλόγου …”, ο δε συνήγορος του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Δ. Σ. υπέβαλε το αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου “να κληθεί και να προσέλθει ως μάρτυρας ο Κ. Σ., Ιατρός Ορθοπεδικός, διορισμένος από το Πρωτοδικείο Κοζάνης (183 ΚΠΔ)”. Έτσι, όμως, όπως υποβλήθηκαν τα ως άνω αιτήματα ήταν αόριστα, αφού δεν αναφέρονταν για ποιους λόγους και για ποια θέματα ήταν επιβεβλημένη η κλήτευση και εξέταση των ως άνω δύο ιατρών ως μαρτύρων ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Παρόλα αυτά, το δικαστήριο, καίτοι δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ’αυτά, απέρριψε, ως εκ περισσού, τα εν λόγω αιτήματα με την εξής αιτιολογία: “….Στην προκειμένη περίπτωση, οι ιατρικές γνωματεύσεις-πραγματογνωμοσύνες των ιατρών Δ. Δ., Κ. Σ. είναι άκρως κατατοπιστικές επί των ιατρικών ζητημάτων επί των οποίων αποφαίνονται ώστε να μη καθίσταται αναγκαία η παρουσία τους στο ακροατήριο προς παροχή εξηγήσεων και διευκρινήσεων”. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται οι λόγοι, για τους οποίους έκρινε το Δικαστήριο, ότι δεν συνέτρεχε λόγος αναβολής (επάρκεια αποδείξεων). Ενόψει δε της πληρότητας της, κατά τα άνω, αιτιολογίας, ουδόλως παραβιάστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση οι διατάξεις του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου με δίκαιη δίκη.
Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη των ανωτέρω αιτημάτων, άλλως περί του ότι εχώρησε εκ του λόγου τούτου απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Α’ ΚΠΔ αντίστοιχα, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2018, με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 12828/19-11-2018 αίτηση του Ι. Μ. του Σ., κατοίκου …, οδός …, για αναίρεση της υπ’αριθμ. 585/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

areiospagos.gr