– Σύμβαση έργου. Υποχρεώση εργολάβου σε προεκπλήρωση. Μη λήψη υπόψη πραγμάτων. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
– Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος οφείλει έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωση του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωση του, η οποία βάσει συμβατικού όρου, ανάγεται σε κυρία υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου, δηλαδή η περιέλευσή του στη σφαίρα εξουσίας του εργοδότη.
Συνεπώς, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Η υποχρέωσή του, δε αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Την πληρωμή της αμοιβής του δικαιούται ο εργολάβος και όταν ο εργοδότης κατάγγειλε τη σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 700 ΑΚ, μετά την οποία η σύμβαση λύεται για το μέλλον. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δικαιούται να εκπέσει τη δαπάνη που εξοικονόμησε ο εργολάβος, λόγω της ματαίωσης της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε από άλλη εργασία. Από τα ως άνω συνάγεται ότι η περάτωση του έργου προηγείται χρονικά της παραδόσεως του έργου. Έτσι λοιπόν στη σύμβαση έργου, υπάρχουν δυο χρονικά διαστήματα. Η χρονική διάρκεια μέχρι της περατώσεως του έργου και εκείνη που αρχίζει από την παράδοση του έργου. Η διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, αναφέρεται στο δεύτερο χρονικό διάστημα στάδιο, ενώ η διάταξη 700 ΑΚ στο πρώτο. Όπως, αναφέρθηκε και στις δυο περιπτώσεις οφείλεται αμοιβή. Η διαφορά είναι ότι στη ΑΚ 700 ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, όπως στην ΑΚ 694. Κατά συνέπεια, η παράδοση του μη περατωθέντος έργου δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ενάσκηση της αξιώσεως προς καταβολή της αμοιβής του εργολάβου. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 335, 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εργολάβος που ενάγει για την καταβολή της αμοιβής του κατά την ΑΚ 694, πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο. Αν ο εργολάβος ενάγει για καταβολή της αμοιβής του, στην περίπτωση καταγγελίας θα πρέπει να ισχυρισθεί με την αγωγή του και στη συνέχεια να αποδείξει την καταρτισθείσα σύμβαση έργου, την συμφωνηθείσα αμοιβή του και την καταγγελία της συμβάσεως πριν από την περάτωση του έργου. Η καταγγελία αποτελεί περιστατικό από εκείνα που θεμελιώνουν την αξίωση για καταβολή της αμοιβής και ο ενάγων-εργολάβος πρέπει να την επικαλείται σαφώς στην αγωγή. Ως προς την έλλειψη αυτή η αγωγή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη.
– Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του, πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε, ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. “Πράγματα”, δηλαδή, θεωρούνται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής. Η πιο πάνω αναφερομένη περίπτωση ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη εκτιθέμενους στην αγωγή ισχυρισμούς και μετέβαλε απαραδέκτως τη βάση αυτής.
ΚΠολΔ: 335, 338, 559 αριθ. 8,
Σχόλια
Δημοσίευση: INLAW, 2013, σελίδα 0, , σχολιαστής
Κείμενο
Αριθμός 778/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. A. E. (Α. Ε.) W. (Γ.) του H. (Χ.), κατοίκου XXX και προσωρινά διαμένουσας στο XXX και 2. S. – I. (Σ. – Τ.) H. (Χ.) του S. (Σ.), κατοίκου XXX προσωρινά διαμένοντος στο XXX, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιάσονα – Ιωνα Δούμπη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Κ., κατοίκου XXX, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βαρσάμη Γιοβανούδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Απριλίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 131/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Μαρτίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την εν μέρει παραδοχή του δεύτερου και συνακόλουθα την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα διαλαμβανόμενα στις σκέψεις της παρούσας εισηγήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος οφείλει έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωση του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωση του, η οποία βάσει συμβατικού όρου, ανάγεται σε κυρία υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου, δηλαδή η περιέλευσή του στη σφαίρα εξουσίας του εργοδότη.
Συνεπώς, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Η υποχρέωσή του, δε αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Την πληρωμή της αμοιβής του δικαιούται ο εργολάβος και όταν ο εργοδότης κατάγγειλε τη σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 700 ΑΚ, μετά την οποία η σύμβαση λύεται για το μέλλον. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δικαιούται να εκπέσει τη δαπάνη που εξοικονόμησε ο εργολάβος, λόγω της ματαίωσης της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε από άλλη εργασία. Από τα ως άνω συνάγεται ότι η περάτωση του έργου προηγείται χρονικά της παραδόσεως του έργου. Έτσι λοιπόν στη σύμβαση έργου, υπάρχουν δυο χρονικά διαστήματα. Η χρονική διάρκεια μέχρι της περατώσεως του έργου και εκείνη που αρχίζει από την παράδοση του έργου. Η διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, αναφέρεται στο δεύτερο χρονικό διάστημα στάδιο, ενώ η διάταξη 700 ΑΚ στο πρώτο. Όπως, αναφέρθηκε και στις δυο περιπτώσεις οφείλεται αμοιβή. Η διαφορά είναι ότι στη ΑΚ 700 ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, όπως στην ΑΚ 694. Κατά συνέπεια, η παράδοση του μη περατωθέντος έργου δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ενάσκηση της αξιώσεως προς καταβολή της αμοιβής του εργολάβου. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 335, 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εργολάβος που ενάγει για την καταβολή της αμοιβής του κατά την ΑΚ 694, πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο. Αν ο εργολάβος ενάγει για καταβολή της αμοιβής του, στην περίπτωση καταγγελίας θα πρέπει να ισχυρισθεί με την αγωγή του και στη συνέχεια να αποδείξει την καταρτισθείσα σύμβαση έργου, την συμφωνηθείσα αμοιβή του και την καταγγελία της συμβάσεως πριν από την περάτωση του έργου. Η καταγγελία αποτελεί περιστατικό από εκείνα που θεμελιώνουν την αξίωση για καταβολή της αμοιβής και ο ενάγων-εργολάβος πρέπει να την επικαλείται σαφώς στην αγωγή. Ως προς την έλλειψη αυτή η αγωγή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη.
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του, πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε, ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. “Πράγματα”, δηλαδή, θεωρούνται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής. Η πιο πάνω αναφερομένη περίπτωση ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη εκτιθέμενους στην αγωγή ισχυρισμούς και μετέβαλε απαραδέκτως τη βάση αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ισχυριζόταν ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ότι ως εργολάβος κατήρτισε, στην XXX, με τους εναγομένους, δυνάμει του από 5-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση μισθώσεως έργου, δυνάμει της οποίας, ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει και να παραδώσει έργο, συνιστάμενο στην κατασκευή μιας οικίας πετρόκτιστης επί οικοπέδου που επρόκειτο να αγοράσουν οι εναγόμενοι, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι, σε εκτέλεση της συμβάσεως, εκτέλεσε εγκαίρως και προσηκόντως το ως άνω συμφωνηθέν έργο, το οποίο αποπερατώθηκε στις 28-2-2007, ήτοι εντός εξαμήνου από την έκδοση της σχετικής άδειας ανοικοδόμησης, οπότε και το παρέδωσε στους εναγόμενους, το δε κόστος των συμφωνηθεισών και εκτελεσθεισών εργασιών ανήλθε στο συνολικό ποσό των 237.341,25 ευρώ, έναντι του οποίου οι τελευταίοι του κατέβαλαν το ποσό των 214.500,00 ευρώ και αρνούνται να του καταβάλουν το υπόλοιπο, ύψους 22.841,25 ευρώ. Ότι κατά την πορεία εκτέλεσης των παραπάνω συμφωνηθέντων εργασιών ανέκυψαν και άλλες νέες εργασίες, που δεν είχαν αρχικώς προβλεφθεί και τις οποίες συμφώνησαν ατύπως με τους εναγομένους, όπως ειδικότερα αναφέρονται οι εν λόγω εργασίες στην αγωγή, εκτέλεσε δε προσηκόντως και παρέδωσε εντός του ίδιου ως άνω χρόνου στους εναγομένους τις εργασίες αυτές, το κόστος των οποίων ανήλθε στο συνολικό ποσό των 114.738,41 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή, και το οποίο οι εναγόμενοι αρνούνται να του καταβάλουν. Με βάση τα ως άνω ζήτησε να υποχρεωθούν εις ολόκληρο οι εναγόμενοι να του πληρώσουν, το υπόλοιπο της αμοιβής του, ήτοι συνολικά 137.579,66 (22.841,25 + 114.738,41) ευρώ, άλλως το ποσό των 68.789,83 ευρώ έκαστος, κατά το ποσοστό της συγκυριότητας εκάστου (50% εξ αδιαιρέτου) επί της ανεγερθείσας οικίας μετά των συστατικών και παραρτημάτων της, νομιμοτόκως από την παράδοση του έργου, ήτοι από 28-2-2007, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 230/2009 οριστική του απόφαση, έκρινε ως νόμιμη την αγωγή στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681, 694 ΑΚ). Στη συνέχεια δε τη δέχτηκε ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, ο οποίος εκτέλεσε και παρέδωσε σ’ αυτούς το έργο, το ποσό των 59.838.82 ευρώ, ως υπόλοιπο της εργολαβικής του αμοιβής. Μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, εκ μέρους των διαδίκων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ’ αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο λόγο μέρος της, ανελέγκτως, τα εξής: “Με το από 5-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε στην XXX, μεταξύ του ενάγοντος εργολάβου οικοδομών και των εναγομένων, ο πρώτος ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει μια πετρόκτιστη οικία, έτοιμη προς οίκηση, επί οικοπέδου που επρόκειτο να αγοράσουν οι εναγόμενοι, σύμφωνα με την άδεια ανοικοδόμησης, που θα εκδιδόταν από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο, από πολιτικό μηχανικό της επιλογής τους. Η αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε στο ποσό των 1.062,50 ευρώ ανά τμ και σ’ αυτή περιλαμβάνονταν, όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό, η έκδοση λήψης της πολεοδομικής άδειας, η κατασκευή πισίνας διαστάσεων 10X6 μ, με πλακόστρωτο ολόγυρα σε πάχος 0,50 μ, με πλακόστρωτο στην άκρη αυτής, στο οποίο θα χωρούσε τραπέζι με καρέκλες, η αγορά των υλικών, η επίβλεψη των συνεργείων κατασκευής, η ασφαλτόστρωση του δρόμου, η κατασκευή πλακόστρωτου φάρδους 3,50 μ. μπροστά από την οικία και κατά μήκος αυτής και γενικά όλα τα έξοδα που θα απαιτούνταν για την κατασκευή της οικίας έτοιμης προς οίκηση “με το κλειδί” στο χέρι. Το έργο συμφωνήθηκε να παραδοθεί στις 31-7-2006. Ο ενάγων πρότεινε στους εναγομένους και αυτοί συμφώνησαν να αγοράσουν ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην τοποθεσία XXX άλλως XXX της κτηματικής περιφέρειας του ΔΔ XXX του Δήμου XXX, εμβαδού 4.364 τμ, το οποίο ανήκε στον ίδιο και τη Ρ. Μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Το εν λόγω ακίνητο, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν είχε πρόσβαση σε οδό και για το λόγο αυτό καθυστέρησε η αγορά του, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά τη σύσταση δουλείας διόδου, δυνάμει του XXX/13-4-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Τσακανίκα-Παπαγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο οι εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ακολούθως, ο ενάγων επέλεξε ως πολιτικό μηχανικό του έργου την Ε. Χ., δεδομένου ότι οι εναγόμενοι κατοικούν μόνιμα στην XXX και δεν είχαν τη δυνατότητα επιλογής μηχανικού, παρά τη διατύπωση του σχετικού όρου στο προαναφερόμενο συμφωνητικό, το οποίο προέβλεπε ορισμό επιβλέποντος μηχανικού εκ μέρους των εργοδοτών.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 564/25-9-2006 οικοδομική άδεια, η οποία προέβλεπε την κατασκευή διώροφου πέτρινου κτιρίου, με ισόγειο χώρο στάθμευσης, στέγη και περίφραξη. Αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων δεν εκτέλεσε όλες τις εργασίες που είχαν συμφωνηθεί με το από 5-10-2005 συμφωνητικό δεδομένου ότι α) δεν κατασκεύασε πισίνα διαστάσεων 6X10 μ. με περιμετρική πλακόστρωση 0,50 μ., β) άφησε ημιτελή τον εξωτερικό ακάλυπτο χώρο της οικίας αφού δεν κατασκεύασε πλακόστρωτο έμπροσθεν και κατά μήκος αυτής και γ) δεν προέβη στην ασφαλτόστρωση της οδού από τον κοινοτικό δρόμο μέχρι την οικοδομή. Ακόμη δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες στο ΙΚΑ εισφορές για τις εργασίες κατασκευής της οικίας των εναγομένων, των μηνών Σεπτεμβρίου 2006 έως Ιανουαρίου 2007, συνολικού ποσού 10.067,01 ευρώ, οι οποίες βάρυναν τον ίδιο. Συνακόλουθα, τo πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι εισφορές του ΙΚΑ συμφωνήθηκε να βαρύνουν τον εργολάβο, ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται για την ανωτέρω κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Εξάλλου, το τμήμα του έργου που είχε κατασκευαστεί δεν είχε ανεγερθεί σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη, με βάση την οποία εκδόθηκε η οικοδομική άδεια, όπως διαπιστώθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Κ. Γ. με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε το Μάιο του έτους 2007, κατ’ εντολή των εναγομένων και μεταγενέστερα από τον πολιτικό μηχανικό Σ. Γ., ο οποίος διορίστηκε από το TEE Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας, μετά από σχετική αίτηση των εναγομένων και συνέταξε την υπ’ αριθ. 11/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ,σύμφωνα με την οποία η διώροφη οικοδομή σε περίπτωση σεισμικής διέγερσης είναι επικίνδυνη και ότι γενικά δεν υπάρχει στατικότητα στο κτίριο (για τις σχετικές απαιτήσεις τους από τις εν λόγω ελλείψεις του έργου καθόσον αφορά το τμήμα που κατασκευάστηκε, οι εναγόμενοι έχουν ασκήσει την υπ’ αριθ. 37/2011 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής). Μετά από τα ανωτέρω ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης συζύγου του, με την από 16-3-2007 εξώδικη καταγγελία, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 29-3-2007 (βλ. υπ’ αριθμ. 288/29-3-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής XXX), κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση έργου. Η καταγγελία αυτή, που άσκησαν οι εναγόμενοι πριν την ολοκλήρωση της εκτέλεσης του έργου, για την οποία δεν ήταν απαραίτητη η επίκληση κάποιου λόγου εκ μέρους τους, είχε ως αποτέλεσμα να λυθεί η σύμβαση για το μέλλον. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε στους εναγόμενους στις 28-2-2007, χαρακτηρίζοντας ως ελλείψεις τις ανωτέρω μη εκτελεσθείσες εργασίες και αντιπαρήλθε με σιγή την άσκηση της καταγγελίας, στην οποία προέβησαν οι εναγόμενοι, ισχυρισμό που προέβαλαν με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και επαναφέρουν με σχετικούς λόγους της έφεσης τους. Η κρίση όμως αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είναι ορθή αλλά εσφαλμένη και είναι συνεπώς βάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της έφεσης των εναγομένων. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον έγινε καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους των εργοδοτών, πριν την ολοκλήρωση του έργου, οι τελευταίοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα εργολάβο την αμοιβή που συμφωνήθηκε … η αμοιβή του ενάγοντος για τις πρόσθετες εργασίες ανήλθε σε 83.281 ευρώ. Κατόπιν αυτών το σύνολο της αμοιβής που όφειλαν να καταβάλουν οι εναγόμενοι εργοδότες στον ενάγοντα ανήλθε σε 320.622,25 ευρώ (237.341,25 + 83.281). Από το ποσό αυτό οι εναγόμενοι είχαν καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 217.716,.42 ευρώ … Επομένως, το υπόλοιπο της αμοιβής που οφείλουν οι εναγόμενοι στον ενάγοντα λόγω της καταγγελίας της σύμβασης, στην οποία αυτοί προέβησαν, ανέρχεται σε 102.905,83 ευρώ (320.622,25 -217.716,4) … . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξαιτίας της λύσης της επίδικης σύμβασης για το μέλλον, λόγω της καταγγελίας των εναγομένων, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποκόμισε ωφέλεια από τη μη εκτέλεση των εργασιών που είχαν συμφωνηθεί με το από 5-10-2005 συμφωνητικό, τις οποίες πραγματοποίησαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι προσκομίζουν τα σχετικά παραστατικά. Συγκεκριμένα ωφελήθηκε κατά τα ακόλουθα ποσά: 1) από τη μη κατασκευή της πισίνας διαστάσεων 10X6 μ., την περιμετρική πλακόστρωση της φάρδους 0,50 μ. και κατασκευή πλακόστρωτου δαπέδου στην άκρη αυτής ώστε να χωρά τραπέζι με καρέκλες, σύμφωνα με το από 510-2005 συμφωνητικό, για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. XXX/2007 άδεια της αρμόδιας Δ/νσης Πολεοδομίας Ν. Μουδανιών Χαλκιδικής, το συνολικό ποσό των 34.000 ευρώ. 2) Από την παράλειψη κατασκευής της ασφαλτόστρωσης του δρόμου πρόσβασης που καταλήγει στην καγκελόπορτα της εξωτερικής περίφραξης του αγροτεμαχίου ( 105 μ. και 3μ. φάρδος) όπου βρίσκεται η διώροφη οικία των εναγομένων και την κατασκευή πλακόστρωτου φάρδους 3,5 μ. έμπροσθεν και κατά μήκος της οικίας , το συνολικό ποσό των 8.000 ευρώ. 3) Από τη μη καταβολή των προαναφερομένων εισφορών προς το ΙΚΑ, που τελικά τις κατέβαλαν οι εργοδότες, το ποσό των 10.067,01 ευρώ και συνολικά ο εργολάβος ωφελήθηκε κατά το συνολικό ποσό των 52.067,01 ευρώ. Το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από το υπόλοιπο της αμοιβής του ενάγοντος, κατ’ αποδοχή εν μέρει ως κατ’ oυσίαν βάσιμης, της σχετικής νόμιμης ένστασης περί συμψηφισμού των αμοιβαίων ληξιπροθέσμων απαιτήσεων, που προέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι (άρθρα 700 και 440 ΑΚ ) και επαναφέρουν με σχετικό λόγο της έφεσής τους δηλαδή από το ποσό των 102.905,83 ευρώ.
Συνεπώς, το ποσό που οφείλουν οι εναγόμενοι στον ενάγοντα ως υπόλοιπο αμοιβής, ανέρχεται σε 50.838,82 ευρώ (102.905,83-52.067,01)”. Με βάση τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσίβλητου, ενώ δέχτηκε την έφεση των αναιρεσειόντων. Στη συνέχεια ερεύνησε κατ’ ουσίαν την αγωγή, την δέχτηκε ως εν μέρει, κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους-αναιρεσείοντες ως εργοδότες, που κατήγγειλαν το έργο, να καταβάλουν την αμοιβή του εργολάβου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 700 ΑΚ. Ενόψει των πιο πάνω, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Τούτο διότι, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαπίστωσε ότι το έργο δεν παραδόθηκε από τον ενάγοντα εργολάβο, και συνακόλουθα αυτός δεν δικαιούται αμοιβή με βάση τις διατάξεις του άρθρου 694 ΑΚ, αντί να απορρίψει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, μετέβαλε τη νομική βάση αυτής (αγωγής), από τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου στις οποίες στηριζόταν, στις διαφορετικές διατάξεις περί καταγγελίας της συμβάσεως και με βάση αυτές επιδίκασε αμοιβή στον ενάγοντα. Έτσι, όμως, έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο με το δικόγραφο της αγωγής του και υπέπεσε στις πλημμέλειες, που αποδίδονται με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Πρέπει, λοιπόν, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφ’ όσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, ενόψει των ανέλεγκτων παραδοχών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν βρίσκει έρεισμα τις διατάξεις του άρθρου 694 ΑΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης γι’ αυτό επιβάλλεται η παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων, η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και η απόρριψη της από τον Άρειο Πάγο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, ως ηττώμενος διάδικος (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 131/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 239/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 16-4-2007 και με αριθμό κατάθεσης 444/100/2007 ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
