Αριθμός 8/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία “SPEEDLINE S.R.L.”, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία “AUTO RINA ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ”, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17748/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1342/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/6/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 3/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/6/2013 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμό 1342/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμό 1342/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμό 17748/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την τελευταία ως προς τις διατάξεις της αναφορικά με την υπ’ αρ. εκθ. κατ. 47898/2006 αγωγή ως προς το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της αναιρεσείουσας [πρώτης εναγομένης], κράτησε κατά τούτο την υπόθεση, δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά της αναιρεσείουσας, απέρριψε ό,τι εκεί κρίθηκε ως απορριπτέο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη [ενάγουσα] το ποσό των 10.000 € με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής επιβάλλοντας εν τέλει εις βάρος της αναιρεσείουσας ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ].
ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον παρίσταται αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 1987/1988). Κατά το άρθρο 4 δε του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 5 παρ. 1 της από 27.9.1968 Σύμβασης των Βρυξελλών “για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις”, η οποία από την κύρωσή της με το ν. 1814/1988 αποτελεί κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 2/1999), όπως η Σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας “πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου, όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή”. Επίσης, στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο του άρθρου 17 της Σύμβασης ορίζεται ότι “αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου, που τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν…”. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου “για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις”, η οποία αντικατέστησε την από 27.9.1968 Σύμβαση των Βρυξελλών “για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις”, που έχουν εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 66 αυτού, επί των αγωγών που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1.3.2002 και ο οποίος κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, συνάγεται ότι καθιερώνεται ως θεμελιώδης βάση διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγομένου και επί νομικών προσώπων η έδρα τους. Όμως η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως να κατισχύσει της βουλήσεως των μερών, το δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνώρισαν, ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών για την ανάθεση αποκλειστικής αρμοδιότητας σε ένα ή περισσότερα δικαστήρια ή δικαιοδοτικά όργανα ενός κράτους μέλους για την διευθέτηση των διαφορών θα πρέπει να αποτελεί από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον εκδηλώθηκε σαφώς μία επιλογή εφαρμοστέου δικαίου. Στον άνω Κανονισμό αναφέρονται περιοριστικά οι εκεί θεσπιζόμενες ειδικές (συντρέχουσες) βάσεις δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 23 του 44/2001 Κανονισμού ορίζεται ότι: “αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους, θα δικάσουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μία τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί: α) είτε γραπτά, είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, β) είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες, τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σε αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα. Επί της αντίστοιχης, ομοίου περιεχομένου διάταξης, της προϊσχύουσας Σύμβασης των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία, η οποία αντικαταστάθηκε στις σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον Κανονισμό 44/2001, το ΔΕΚ έχει τοποθετηθεί στο σχετικό ζήτημα θεμελίωσης διεθνούς δικαιοδοσίας μέσω Γενικών Όρων Συναλλαγών. Συγκεκριμένα, επί του άρθρου 17 παρ.1 περ. γ’ της Σύμβασης των Βρυξελλών, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 23 παρ. 1 περ. γ’ του Καν. 44/2001, το ΔΕΚ στην απόφαση της 20.9.1997 στην υπόθεση C-106/1995 (υπόθεση γνωστή ως MSG) δέχθηκε τα εξής: “Το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, δεύτερη φράση, τρίτη περίπτωση, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στην ως άνω Σύμβαση, έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο συμβάσεως διεθνούς εμπορίου συναφθείσας προφορικώς, τεκμαίρεται, ότι έχει εγκύρως συνομολογηθεί ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, από της πλευράς της διατάξεως αυτής, από το γεγονός ότι δεν υπήρξε αντίδραση του ενός συμβαλλομένου σε γραπτή επιβεβαίωση εκ μέρους του ετέρου συμβαλλομένου ή ότι εξοφλήθηκαν επανειλημμένως και αδιαμαρτύρητα τα τιμολόγια, όταν στα έγγραφα αυτά περιέχεται έντυπη μνεία περί δωσιδικίας, αν μία τέτοια συμπεριφορά ανταποκρίνεται σε συνήθεια διέπουσα τον τομέα του διεθνούς εμπορίου, στον οποίο ασκούν δραστηριότητα οι εν λόγω συμβαλλόμενοι και αν οι συμβαλλόμενοι αυτοί γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν τη συνήθεια αυτή”. Στις σκέψεις υπ’ αριθμούς 19-20 της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΚ αναφέρεται, ότι δεν απαιτείται να διαπιστωθεί η σύμπτωση των βουλήσεων των συμβαλλομένων επί ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας, αλλά η σύμπτωση αυτή λογίζεται υφισταμένη, όταν υπάρχουν συναφώς εμπορικές συνήθειες στο συγκεκριμένο κλάδο του διεθνούς εμπορίου, τις οποίες οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και συνεπώς πρέπει, κατά το ΔΕΚ, “να θεωρηθεί ότι η έλλειψη αντιδράσεως και η τήρηση σιωπής ενός των συμβαλλομένων σε γραπτή εμπορική επιβεβαίωση, εκ μέρους του ετέρου συμβαλλομένου, στην οποία έχει ενσωματωθεί έντυπη μνεία της δωσιδικίας, καθώς και το γεγονός, ότι ένας των συμβαλλομένων έχει επανειλημμένως και αδιαμαρτύρητα εξοφλήσει τιμολόγια εκδοθέντα από τον έτερο συμβαλλόμενο και περιέχοντα ανάλογη μνεία, μπορούν να εκληφθούν ως συμφωνία σχετικά με την αμφισβητούμενη ρήτρα δικαιοδοσίας, αν μία τέτοια συμφωνία ανταποκρίνεται στις συνήθειες, που διέπουν τον τομέα του διεθνούς εμπορίου, στον οποίο ασκούν δραστηριότητα οι εν λόγω συμβαλλόμενοι και οι συμβαλλόμενοι αυτοί γνωρίζουν την εν λόγω συνήθεια ή οφείλουν να τη γνωρίζουν”. Επισημαίνεται, ότι το άρθρο 17 της προϊσχύουσας Σύμβασης των Βρυξελλών, όπως ήταν αρχικά διατυπωμένο, εξαρτούσε την εγκυρότητα ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας μόνο από την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας ή προφορικής συμφωνίας με γραπτή επιβεβαίωση, όμως προκειμένου να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερες συνήθειες και επιταγές του διεθνούς εμπορίου η Σύμβαση προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας της 9ης Οκτωβρίου 1978 προσέθεσε στο άρθρο 17 μία τρίτη περίπτωση, η οποία προβλέπει την έγκυρη σύναψη στο διεθνές εμπόριο συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου, τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν, η δε σχετική διάταξη εμπεριέχεται αυτούσια στο άρθρο 23 παρ. 1 περ. γ’ Καν. 44/2001, που εν προκειμένω εφαρμόζεται. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση, που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το αρθρ. 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (ΟλΑΠ 293/1981 860/1984 ΑΠ 932/2005). Οι σχετικές πάντως με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του ΚΠολΔ όσο και της Σύμβασης των Βρυξελλών, καθώς και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22.12.2000, έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ για έλλειψη ή ανεπαρκή αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή ή μη των ως άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1527/2013). Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το Νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. “Πράγματα” κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο, ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1731/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη υπ’ αριθμό κατ. 47898/31-10-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η τελευταία εξέθεσε, ότι είναι εμπορική εταιρεία, αντικείμενο εμπορίας της οποίας αποτελούν οι τροχοί [ζάντες και ελαστικά] και ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατασκευάζει με βάση το αλουμίνιο ζάντες τόσον επιβατικών και φορτηγών αυτοκινήτων, που συμμετέχουν σε αγώνες ταχύτητας και δεξιοτεχνίας, όσον και συμβατικών αυτοκινήτων και διαθέτει τα προϊόντα της με το εμπορικό σήμα “speedline”. Η αναιρεσείουσα, πρώτη εναγομένη, της οποίας διευθύνουσα σύμβουλος ήταν η δεύτερη, διαχειριστής ο τρίτος και κυρία των μεριδίων της η τετάρτη των εναγομένων, συνήψε το μήνα Μάϊο του έτους 1996 τηλεφωνικώς στη Θεσ/νίκη με την αναιρεσίβλητη – ενάγουσα σύμβαση αποκλειστικής διανομής αυτών, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την αποκλειστική διάθεση στην Ελληνική αγορά των προϊόντων της αναιρεσείουσας – πρώτης εναγομένης. Το έτος 1998 η πρώτη εναγομένη εξαγοράσθηκε από αμερικανική εταιρεία, αλλά συνέχισε τη συνεργασία της με την ενάγουσα επεκτείνοντας αυτήν και στον τομέα των τροχών για αυτοκίνητα αγώνων. Με βάση τους όρους της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που ήταν αορίστου χρόνου, η εναγομένη ανέλαβε να προμηθεύει την ενάγουσα κατ’ αποκλειστικότητα στην Ελληνική αγορά με όλα τα προϊόντα της, που είχαν το εμπορικό σήμα “speedline” και να της παραδίδει αυτά στην Ελλάδα συσκευασμένα αντί τιμήματος προσδιοριζόμενου από τις αξίες των τιμοκαταλόγων, τους οποίους θα κατάρτιζε η πρώτη εναγομένη, ενώ η ενάγουσα θα πουλούσε τα προϊόντα στο όνομα της και για λογαριασμό της είτε μέσω χονδρεμπόρων είτε απευθείας στη λιανική πώληση και με δικές της δαπάνες ανέλαβε την πώληση των προϊόντων αυτών προβαίνοντας σε διαφημιστικές καταχωρήσεις. Η εναγομένη -παραγωγός είχε αναλάβει την αντικατάσταση ή επιδιόρθωση των τυχόν ελαττωματικών προϊόντων, ενώ συμφωνήθηκε, όπως η ενάγουσα διατηρεί επαρκή αποθέματα προϊόντων, ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες ζήτησης της Ελληνικής αγοράς, το δε ύψος των αποθεμάτων καθοριζόταν από την εναγομένη ανάλογα με την αύξηση των πωλήσεων. Το Μάρτιο του έτους 2003 η αναιρεσείουσα – πρώτη εναγομένη διόρισε την αναιρεσίβλητη – ενάγουσα αποκλειστικό γενικό διανομέα για χώρες της Μεσογείου και Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, με δικαίωμα της τελευταίας να ορίζει υποδιανομείς στις χώρες αυτές. Λόγω της διεύρυνσης της αγοράς η εναγομένη την υποχρέωσε να προμηθευτεί από αυτήν μεγάλα αποθέματα των προϊόντων της (ζάντες), ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στη ζήτησή τους. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους (2003) η εναγομένη ανήγγειλε στην ενάγουσα δια του τρίτου εναγομένου την απόφασή της να ασχοληθεί με τον τομέα των αυτοκινητοβιομηχανιών και με επιστολή της ανακοίνωσε, ότι διακόπτει από 1-1-2004 την μεταξύ τους συνεργασία καταγγέλλοντας έτσι τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η καταγγελία αυτή, που έγινε από την εναγομένη, υπήρξε αντισυμβατική, καταχρηστική και άκαιρη και εξαιτίας αυτής η ενάγουσα υπέστη υλική ζημία και ηθική βλάβη. Ειδικότερα, από την λειτουργία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής παραμένουν στις αποθήκες της ενάγουσας αδιάθετα 2.225 τεμάχια εμπορευμάτων (ζάντες) ως αυτά περιγράφονται στην αγωγή συνολικής αξίας 113.616,86 €, για τα οποία εκδόθηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια, τα οποία παραμένουν απλήρωτα, ένα μέρος από αγορές παλαιοτέρων εξοφληθέντων τιμολογίων και ένα μέρος από αγορές επιστραφέντων στην ενάγουσα εμπορευμάτων από αντικαταστάσεις λόγω εγγυήσεως, τα οποία η εναγομένη αρνείται να παραλάβει. Η διάθεση των τελευταίων εμπορευμάτων δεν ήταν δυνατή από την ενάγουσα μετά την παραπάνω καταγγελία της σύμβασης, καθόσον διακόπηκε η παραγωγή από την εναγομένη και ουδείς αγόραζε πλέον ζάντες με το ως άνω εμπορικό σήμα, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα αντικατάστασής τους ούτε και εγγύηση σε περίπτωση εμφάνισης ελαττωμάτων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά η αναιρεσίβλητη – ενάγουσα ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό: α] να αναγνωρισθεί, ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει με επιμέλεια της και δαπάνη της να αναλάβει με σκοπό την επιστροφή, άλλως να αποσύρει εντός δύο μηνών από την επίδοση της απόφασης, που θα εκδοθεί, τα περιγραφόμενα στην αγωγή και ευρισκόμενα στις αποθήκες της ενάγουσας αδιάθετα αποθέματα της τελευταίας συμψηφίζοντας το αντιστοιχούν στην αξία των απλήρωτων τιμολογίων ποσό των 113.616,86 €, ώστε να αποσβεσθεί ταυτόχρονα ομοειδής απαίτηση της πρώτης εναγομένης εναντίον της, β] να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν το ποσό των 96.368,44 € (209.985,30-113.616,86 €), που αντιστοιχεί στην αξία κόστους αγοράς των αδιαθέτων εμπορευμάτων από αγορές παλαιών εξοφληθέντων τιμολογίων και επιστραφέντων εμπορευμάτων, γ] να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν: ι) το ποσό των 118.567,13 € για αποζημίωση πελατείας, ιι) το ποσό των 79.430,44 € ως αποζημίωση για δαπάνες διαφημιστικής προβολής των προϊόντων της πρώτης εναγομένης, ιιι) το ποσό των 146.989,71 € για διαφυγόντα κέρδη επί της αξίας των αδιάθετων εμπορευμάτων, iv) το ποσό των 67.457,91, που, αν δεν είχε δαπανήσει για την αγορά αδιάθετων εμπορευμάτων, θα είχε δαπανήσει για την αγορά άλλων ομοειδών τροχών, τους οποίους θα είχε μεταπωλήσει και δ] κατά το μέρος, που τελικώς ενδιαφέρει εν προκειμένω, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 300.000 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία η ενάγουσα υπέστη συνεπεία μείωσης της εμπορικής της πίστης και φήμης και εξαιτίας της καταχρηστικής καταγγελίας της πρώτης εναγομένης. Η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Ιταλική εταιρία, με τις από 8-1-2008 προτάσεις, που κατέθεσε νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και την έφεσή της, προέβαλε την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, εις τρόπον ώστε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο εισήχθη η ένδικη αγωγή, να μη μπορεί να επιληφθεί της διαφοράς, που εισαγόταν με αυτή, καθόσον, όπως οι εναγόμενοι διατείνονταν, στους έντυπους γενικούς όρους συναλλαγών, που είχαν καταχωρηθεί στην εμπρόσθια σελίδα των εκδοθέντων από την πρώτη εναγομένη και αποστελλομένων στην ενάγουσα τιμολογίων, αναγραφόταν, ότι αρμόδια για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς από την εμπορική τους συνεργασία ήσαν τα δικαστήρια της Βενετίας. Ειδικότερα η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε πιο πάνω τα ακόλουθα: “Στο άρθ. 23 τμ. 7 του Κανονισμού 44/1-12/2001 προβλέπονται οι προϋποθέσεις έγκυρης συμφωνίας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, σε περίπτωση, που τουλάχιστον ένα από τα μέρη της διαφοράς έχει την κατοικία ή την έδρα του εντός του εδάφους ενός κράτους – μέλους. Ως τέτοιες προϋποθέσεις τίθενται διαζευκτικά: η γραπτή σύναψη ή έστω επιβεβαίωση της σχετικής συμφωνίας, η σύναψη της συμφωνίας υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική των συμβαλλομένων ή τέλος υπό τύπο ανταποκρινόμενο στο διεθνές εμπόριο. Η συναπτόμενη κατά τα ανωτέρω συμφωνία παρέκτασης ιδρύει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των επιλεγόμενων δικαστηρίων. Γίνεται δεκτό ότι στο πλαίσιο της καθιερωθείσας πρακτικής των μερών είναι έγκυρη η συμφωνία παρέκτασης, η οποία προκύπτει από την εξομοιούμενη με συναίνεση σιωπή του άλλου μέρους στην έγγραφη διατύπωση της ρήτρας, που περιέχεται ως όρος στα παραστατικά της συναλλαγής, που εκδίδει ο αντισυμβαλλόμενος του και τα οποία περιέρχονται στη γνώση του πρώτου (βλ….). Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσαγόμενα τιμολόγια (…), που εκδίδαμε στο όνομα της ενάγουσας για την πώληση των παραγγελλόμενων από αυτή προϊόντων μας, τα οποία παραλάμβανε η ίδια και ουδέποτε διατύπωσε την παραμικρή αντίρρηση επ’ αυτών, με τα παραστατικά αυτά και κατά την διαμορφωθείσα μεταξύ μας συναλλακτική πρακτική συμφωνήθηκε και ιδρύθηκε για τις διαφορές, που τυχόν θα προέκυπταν μεταξύ μας, από την υφιστάμενη έννομη σχέση, αποκλειστική αρμοδιότητα των αρμοδίων δικαστηρίων της Ιταλίας”. Ενόψει των ανωτέρω η εναγομένη ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αγωγής λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ’ αριθμό 17.748/2008 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε, ότι τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης, απέρριψε την παραπάνω ένσταση της εναγομένης και ακολούθως έκρινε την αγωγή νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος και αναγνώρισε: α) ότι η εναγομένη οφείλει εντός της εκεί δίμηνης προθεσμίας με δική της επιμέλεια και δαπάνη να αναλάβει προς επιστροφή από τις αποθήκες της ενάγουσας, που αυτή θα της υποδείκνυε, τα περιγραφόμενα στα εκεί αναφερόμενα τιμολόγια της εναγομένης εμπορεύματα, β) ότι η ενάγουσα απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της αξίας των ανωτέρω τιμολογίων συνολικού χρηματικού ποσού 113.481,18 € και γ) ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 50.000 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η άνω εναγομένη ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 25-09-2008 έφεσή της, με τον πρώτο λόγο της οποίας επανέφερε την ένστασή της περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων να επιληφθούν της ένδικης υπόθεσης, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα στην ένστασή της αποκλειστική δικαιοδοσία προς τούτο έχουν τα δικαστήρια της Βενετίας στην Ιταλία. Το Εφετείο, κρίνοντας επί του άνω λόγου της έφεσης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα: “Στην προκειμένη περίπτωση κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή μεταξύ των διαδίκων συνάφθηκε σύμβαση, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την αποκλειστική διανομή στην Ελλάδα των προϊόντων της πρώτης εναγομένης Ιταλικής εταιρίας, κατά την σύναψη δε της σύμβασης αυτής δεν καθορίσθηκε ποίου Κράτους τα δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία να δικάσουν τις διαφορές που αναφύονται από αυτήν. Και ναι μεν, διατείνονται οι εναγόμενοι, στους έντυπους γενικούς όρους των συναλλαγών, που είχαν καταχωρηθεί στην εμπρόσθια σελίδα των τιμολογίων των εκδοθέντων υπό της πρώτης εναγομένης που αποστέλλοντο στην ενάγουσα, αναγράφετο ότι αρμόδια ήταν τα δικαστήρια της Βενετίας, η αναγραφή όμως αυτή, ως παρεμβληθείσα μεταξύ γενικών εντύπων όρων συναλλαγών, δεν ισοδυναμεί με την γραπτή επιβεβαίωση, που αξιώνει το άρθρο 17 εδαφ. α’ της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Επομένως, ο τόπος παροχής, ως στοιχείο θεμελιωτικό της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου θα προσδιορισθεί από το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση. Τούτο δε (δίκαιο), εφόσον δεν έχει επιλεγεί από τα συμβαλλόμενα μέρη, είναι σύμφωνα με το προεκτεθέν άρθρο 4 της Συμβάσεως της Ρώμης, το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση, στην προκειμένη δε περίπτωση, ως εκ της μορφής της επικαλούμενης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αποκλειστικής διανομής χαρακτηριστική είναι η παροχή της ενάγουσας διανομέως, κατά την αγωγή, η οποία ήταν εκπληρωτέα στην Ελλάδα. Συνεπώς, τα Ελληνικά δικαστήρια έχουν τοπική αρμοδιότητα και κατ’ επέκταση διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της παρούσας διαφοράς, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι εφέσεως περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.”.
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω (πρώτο) λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, κρίνοντας όμοια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επίσης είχε απορρίψει την ένσταση της τελευταίας περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Βενετίας, με την αιτιολογία, ότι η συμφωνία, που περιεχόταν στους έντυπους όρους συναλλαγών, που περιλαμβάνονταν στα τιμολόγια, δεν ήταν ειδική και δεν ισοδυναμούσε προς τη γραπτή επιβεβαίωση, που αξίωνε το άρθρο 17 της Σύμβασης των Βρυξελλών. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση, που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου. Η πλημμέλεια αυτή πληρώνει το πραγματικό του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. εφόσον τα διάδικα μέρη με συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική των συμβαλλομένων και στο διεθνές εμπόριο ίδρυσαν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Βενετίας, στηριζόμενη στο άρθρο 23, τμ. 7 παρ. 1 περ. β και γ του Καν. (ΕΚ) αριθμ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Επί τη βάσει των στοιχείων αυτών υφίστατο έγκυρη συμφωνία παρέκτασης στο πλαίσιο καθιερωθείσας πρακτικής των συναλλασσομένων, η οποία προέκυπτε από την εξομοιούμενη με συναίνεση σιωπή του άλλου μέρους στην έγγραφη διατύπωση της ρήτρας, που περιεχόταν ως όρος στα παραστατικά συναλλαγής, που εξέδιδε ο αντισυμβαλλόμενός του και τα οποία περιέρχονταν σε γνώση του πρώτου, ενώ η σχέση και οι συναλλαγές συνεχίζονταν στο ίδιο πάντα πλαίσιο. Η συμφωνία προέκυπτε από το γεγονός, ότι ο αντισυμβαλλόμενος αυτού που έθετε τους όρους γνώριζε την ύπαρξη της ρήτρας παρέκτασης ως όρου τεθέντος από τον άλλο συμβαλλόμενο και δεν αντιδρούσε, κάτι που εξομοιωνόταν με αποδοχή. Πέραν αυτού ο τρόπος σύναψης ανταποκρινόταν στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου, δηλαδή στις έχουσες διασυνοριακό χαρακτήρα συναλλαγές. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ορθά ενεργώντας το εφετείο, θα έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 23 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, ο οποίος αντικατέστησε την από 27.9.1968 Σύμβαση των Βρυξελλών, έχουν δε εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις αυτές, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 31-10-2006. Εξάλλου, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το άρθρο 17 της προϊσχύουσας Σύμβασης των Βρυξελλών, όπως ήταν αρχικά διατυπωμένο, εξαρτούσε μεν την εγκυρότητα ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας μόνο από την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας ή προφορικής συμφωνίας με γραπτή επιβεβαίωση, όμως, προκειμένου να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερες συνήθειες και επιταγές του διεθνούς εμπορίου, η Σύμβαση 9ης Οκτωβρίου 1978 προσέθεσε στο άρθρο 17 μία τρίτη περίπτωση, η οποία προβλέπει την έγκυρη σύναψη στο διεθνές εμπόριο συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου, τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν, η δε σχετική διάταξη εμπεριέχεται αυτούσια στο άρθρο 23 παρ. 1 περ. β’ και γ’ του Καν. 44/2001 του Συμβουλίου και έχει την προεκτεθείσα έννοια, που αναφέρεται στην προρρηθείσα απόφαση του ΔΕΚ.
Σύμφωνα δε με όσα πρόβαλε η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, συνέτρεχαν εν προκειμένω οι κατά τις άνω διατάξεις των 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 23 παρ. 1 περ. β’ και γ’ του Καν. 44/2001 προϋποθέσεις, που προσέδιδαν στα Ιταλικά δικαστήρια αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, αφού αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, Ελλάδα και Ιταλία, είχαν υπογράψει τη Σύμβαση των Βρυξελλών και ήσαν και είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δε μεταξύ τους προφορική συμφωνία αποκλειστικής διανομής, κατά την αναιρεσίβλητη, διαδοχικών τμηματικών πωλήσεων, κατά την αναιρεσείουσα, αφορούσε το διεθνές εμπόριο και είχε καταρτισθεί, ενώ η έδρα αυτών ήταν σε διαφορετικά κράτη, περιείχε δε το στοιχείο της αλλοδαπότητας σε κλάδο που υπάρχει παγιωμένη διεθνώς εμπορική συνήθεια και πρακτική να καθορίζεται το περιεχόμενο της συμβατικής σχέσης και το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας μέσω Γενικών Όρων Συναλλαγών, που είναι τυπωμένοι στα τιμολόγια, όπως συνέβαινε εν προκειμένω, όπου είχε καταχωρηθεί στα εκδιδόμενα από την εναγομένη εταιρεία τιμολόγια, μεταξύ των έντυπων γενικών όρων συναλλαγών και ο όρος ότι όλες οι διαφορές θα διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο της Ιταλίας και ως προς τον τύπο και την ισχύ της συμβατικής σχέσης αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα δικαστήρια της έδρας της εταιρείας” (δηλαδή της Ιταλίας), ενώ στην εμπρόσθια όψη αυτών γινόταν παραπομπή στους Γενικούς Όρους Συναλλαγών, τα εν λόγω δε τιμολόγια εξέδιδε η εναγομένη και απέστελλε κάθε φορά στην ενάγουσα, που τα εξοφλούσε επανειλημμένως και αδιαμαρτύρητα, γνωρίζοντας τον παραπάνω όρο, χωρίς ποτέ να τον αμφισβητήσει.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 4 (και αλυσιτελώς από τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αφού τα περιστατικά που συγκροτούν, τον αντίστοιχο λόγο κρίθηκαν και απορρίφθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση) είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί συνολικά η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αποδίδεται σε αυτήν θετική υπέρβαση της δικαιοδοσίας των επιληφθέντων της παρούσης διαφοράς δικαστηρίων της ουσίας. Αναιρουμένης της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης για τον ως άνω λόγο παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθόσον σε περίπτωση εξέτασης και απόρριψης τούτων δεν θα επερχόταν, όπως είναι φυσικό, αναβίωση της απόφασης του εφετείου, και σε περίπτωση παραδοχής αυτών θα στερούνταν εννοίας η εκ νέου αναίρεση της απόφασης.
Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης), που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμό 1342/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=S948ISRV2SZUL63Z2ESZYCIE6FZUF4&apof=8_2015