Περίληψη

Πνευματική ιδιοκτησία – Αναγνώριση ηθικού δικαιώματος επί πνευματικού έργου (διδακτορικής διατριβής) – Αποκατάσταση ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας) – Αναψηλάφηση λόγω νέου κρίσιμου εγγράφου -. Ζητήματα από την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας (τμήμα διδακτορικής διατριβής). Πιστή αντιγραφή τμημάτων, προτάσεων, παραδειγμάτων διδακτορικής διατριβής από χρονικά επόμενη διδακτορική διατριβή. Αμετάκλητη αναγνώριση κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας επί μαθηματικής διατριβής υπό μεταγενεστέρας διατριβής με τη συνέργεια του ιδίου επιβλέποντος καθηγητή. Ο συγγραφέας της δεύτερης διατριβής είναι φυσικός αυτουργός και ο επιβλέπων καθηγητής, που επέβλεπε την εκπόνηση και της πρώτης διατριβής από τον ενάγοντα και παρακώλυσε τη διαδικασία έγκρισης της, είναι άμεσος συνεργός στην πνευματική κλοπή. Αδικοπραξία. Δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης. Αναψηλάφηση. Υποβολή νέου εγγράφου. Αίτηση αναψηλάφησης επί τη βάσει εγγράφου γνωμοδοτήσεως περί μη ταύτισης του αντικειμένου των δύο διατριβών. Έλλειψη του στοιχείου της ανώτερης βίας ως προς τη μη προσκομιδή του. Το έγγραφο πρέπει να είναι κρίσιμο, υπό την έννοια ότι αν είχε υποβληθεί το δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση. Ελλειψη και του στοιχείου αυτού. Το νέο έγγραφο που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο αιτών την αναψηλάφηση πρέπει σωρευτικώς: α) να υπήρχε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης εκτός αν παραπέμπει σε άλλο κρίσιμο έγγραφο που είχε εκδοθεί πριν την τελεσιδικία β) να είναι κρίσιμο ώστε εάν είχε τεθεί υπ’ όψη του δικαστηρίου, η απόφαση θα μπορούσε να είναι διαφορετική γ) να μην έχει προσκομισθεί λόγω ανωτέρας βίας ή παρακράτησής του από τον αντίδικο. Απόρριψη αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Εφετείου που απέρριψε την αναψηλάφηση. Κρίθηκε ότι το επίμαχο έγγραφο δεν παράγει άμεση και πλήρη απόδειξη για το ερευνώμενο ζήτημα της ταυτότητας των δύο διατριβών. Απορρίπτεται η αίτηση αναψηλάφησης. Η αρχή έγγραφης απόδειξης και το δικαστικό τεκμήριο που συνάγεται από το επίμαχο έγγραφο, για τον ισχυρισμό του αιτούντα, δεν αρκεί, για να στηρίξει την αίτηση αναψηλάφησης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ , ούτε προκύπτει ανώτερη βία του αιτούντος να μην έχει στην κατοχή του το ως άνω έγγραφο, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 883/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Χρυσόστομου Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Στρατηγόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Γεώργιο Αρβανίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουνίου 2006 αίτηση αναψηλαφήσεως του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών με την οποία ζήτησε την αναψηλάφηση της υπ’ αριθμ. 638/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Εκδόθηκε η 4683/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Μαϊου 2008 αίτησή του ως και με το ιδιαίτερο από 8 Δεκεμβρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 680/23-5-2008 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 249/8-12-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 4683/10-7-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 680/23.5.2006 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιίτερο, 249/8.12.2009, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους προσβάλλεται η 4683/10-7-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αξιολογήθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και απορρίφθηκε η 2194/2006 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου για αναψηλάφηση της 638/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ’ ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της. Ειδικότερα, ανελέγκτως δέχθηκε “Ο ήδη καθού η αίτηση αναψηλάφησης, Ψ, άσκησε εναντίον του αιτούντα την αναψηλάφηση, όπως και εναντίον του τότε συνεναγομένου του. Ζ, την από 15-1-2000 (αρ. κατ. 5229 2000) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι το έτος 1984 είχε υποβάλει για έγκριση στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου …, διατριβή, με θέμα <...>, ότι το έργο αυτό ήταν πρωτότυπο και το είχε εκπονήσει υπό την εποπτεία του 2ου εναγομένου και ήδη αιτούντα την αίτηση αναψηλάφησης, καθηγητού στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου …, ότι, ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία της έγκρισης, για τους λόγους, που, αναλυτικά, ανέπτυσσε, πληροφορήθηκε, κατά μήνα Μάϊο του έτους 1995, ότι ο 1ος εναγόμενος. Ζ, υπέβαλε στο ίδιο τμήμα του ΑΕΙ … διατριβή, με τον τίτλο, …, την οποία, επίσης και αυτός είχε εκπονήσει υπό την εποπτεία του 2 εναγομένου, ήδη αιτούντα την αίτηση αναψηλάφησης, ότι ο 2ος εναγόμενος ενέκρινε τη διατριβή του Ζ, ως μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η οποία τυπώθηκε και διανεμήθηκε στα μέλη του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) του Τμήματος Μαθηματικών και παρουσιάστηκε δημόσια στο ΑΕΙ …, στις 26-1-1995, ότι η διατριβή αυτή, κατά το Β’ κεφάλαιο και ως προς τα ειδικότερα τμήματα αυτής, που ο καθού η αίτηση αναψηλάφησης ανέπτυσσε στην αγωγή του, είναι προϊόν πνευματικής κλοπής, της οποίας φυσικός αυτουργός ήταν ο 1ος εναγόμενος, στον οποίο παρέσχε άμεση συνδρομή ο 2ος εναγόμενος-ήδη αιτών και ότι, εκτός τούτων, ο 2ος εναγόμενος και ήδη αιτών την αναψηλάφηση με την από 7-12-1995 επιστολή, που απηύθυνε σε μεγάλο αριθμό αποδεκτών, όπως επίσης, στις Γενικές Συνελεύσεις του Τμήματος Μαθηματικών, που έλαβαν χώρα, στις 24-6-1996 και 26-5-1997, διέδωσε σε τρίτους αναληθή και δυσφημιστικά για τον ενάγοντα γεγονότα, με σκοπό να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του, τα οποία επίσης ήταν εξυβριστικά για το πρόσωπο του. Με το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητούσε, μετά την επιτρεπτή μεταβολή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, Α) να αναγνωριστεί το ηθικό του δικαίωμα επί του πνευματικού έργου της διατριβής του και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι να άρουν κάθε μελλοντική προσβολή του, με απειλή προσωπικής κράτησης αυτών για κάθε παράλειψη. Β) να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, σε ολόκληρο καθένας, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, λόγω της αδικοπραξίας της κλοπής της πνευματικής ιδιοκτησίας, το ποσό των 79970000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και επίσης, Γ) να αναγνωριστεί, ότι ο 2ος εναγόμενος ήδη αιτών οφείλει, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντα εξαιτίας των εξυβριστικών και δυσφημιστικών διαδόσεων το ποσό των 74970000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αρ. 9419/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τα άρθρα57, 59, 60, 914, 919, 920, 932 του ΑΚ, άρθρα 1. 2 παρ. 1 και 4, αρ. 4 παρ. 1, 65 παρ. 1, 2 και 4. και αρ. 66 του Ν. 2121/1993, σε συνδ. 361, 362-363 ΠΚ και αυτά σε συνδ. 70 ΚΠολΔ και ως προς τα παρεπόμενα αιτήματα στις διατάξεις των άρθρων 346 ΑΚ και 176 ΚΠολΛ. Επί της ουσίας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (άρθρο 105 Εις ΝΑΚ), δεδικασμένου της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, λόγω ανάλωσης αυτής στο Ποινικό Δικαστήριο, καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και την ένσταση του άρθρου 367 ΠΚ (λόγος άρσης του αδίκου της πράξης λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος), μετά την ουσιαστική παραδοχή της αντένστασης του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ του ενάγοντος, δέχτηκε την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει και, ως προς την κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας (άρθρα 50 και 65 του Ν. 2121/1993) 1) αναγνώρισε το ηθικό δικαίωμα του ενάγοντα επί του προσωπικού του δεσμού με τα τμήματα της διατριβής του, που έγιναν αντικείμενο πνευματικής κλοπής και υποχρέωσε τους εναγομένους σε παράλειψη της προσβολής στο μέλλον με την απειλή προσωπικής κράτησης δύο μηνών, για κάθε παράβαση (άρθρο 65 παρ. 4) και 2) αναγνώρισε, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν ολόκληρο καθένας, για την ως άνω αιτία το ποσό των 25000000 δραχμών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του 2ου εναγομένου -αιτούντα, σε σχέση με τις πιο πάνω συκοφαντικές διαδόσεις, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε, ότι ο ως άνω εναγόμενος, για κάθε τέτοια συμπεριφορά, οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2000000 δραχμών και συνολικά 6000000 δραχμές για τις επί μέρους τρεις συκοφαντικές δυσφημήσεις. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όλοι οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και, ειδικότερα, ο ήδη αιτών την από 14-3-2002 έφεση και τους από 3-10-2002 πρόσθετους λόγους αυτής. Οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι συνεκδικάστηκαν από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο με την υπ’αρ. 638/2003 απόφαση του (προσβαλλόμενη) απέρριψε τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους της έφεσης του ήδη αιτούντα. Πιο συγκεκριμμένα, ως προς τον ήδη αιτούντα, που ενδιαφέρει η παρούσα υπόθεση, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς, που αυτός είχε επίσης, προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία, καθόσον η υπόθεση ήταν διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητικής φύσης, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και ότι ο ενάγων, τότε εφεσίβλητος, νομιμοποιούνταν ενεργητικά να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση (αρ. 932 ΑΚ), διότι αυτή δεν είχε αναλωθεί στο ποινικό Δικαστήριο, κατά το οποίο είχε παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων. Επίσης, έκρινε, ότι η έφεση του ενάγοντα ήταν παραδεκτή, ως πρώτη έφεση (αρ. 514 ΚΠολΔ), μετά την παραίτηση του από την από 6-2-2001, αρχική, έφεση του. Ακολούθως το Εφετείο, επί της ουσίας έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά, το νόμο και επίσης, ότι εκτίμησε σωστά το αποδεικτικό υλικό και απέρριψε όλους τους αντίθετους λόγους της έφεσης του ήδη αιτούντα και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Στη συνέχεια, ο ήδη αιτών και τότε εκκαλών -εφεσίβλητος άσκησε εναντίον της τελεσίδικης υπ’αρ. 638/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών την από 20-3-2003 αίτηση αναίρεσης και τους από 30-9-2003 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Επ’αυτών (όπως και επί της αίτησης αναίρεσης του Ζ) εκδόθηκε η υπ’ αρ. 20/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν της από 22-10-2003 έκθεσης του εισηγητή Αρεοπαγίτη, με όμοιο περιεχόμενο. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών και συνεπώς, η ΕΑ 638/2003, προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Περαιτέρω και, όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης, που σημειωτέον, ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, για τη βασιμότητα του λόγου της αίτησης αναψηλάφησης, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχτηκε με συνοπτικές, πλην ουσιαστικές αιτιολογίες, επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη ΕΑ 638/2003, ότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες και εφάρμοσε χωρίς αντιφάσεις το ουσιαστικό δίκαιο κρίνοντας, ότι ο ενάγων και ήδη καθού η αίτηση αναψηλάφησης, πτυχιούχος του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου …, στις 27-3-1984, προκειμένου να αποκτήσει τον τίτλο του διδάκτορα του ως άνω Τμήματος, υπέβαλε στη Γραμματεία του ΑΕΙ … την προαναφερόμενη διατριβή του, που είχε εκπονήσει υπό την επίβλεψη του 2ου εναγομένου καθηγητή στο Τμήμα Μαθηματικών, με τον οποίο είχε στενή επιστημονική συνεργασία, από το έτος 1979, ότι το έτος 1985 επήλθε ρήξη στις σχέσεις τους και ότι για το λόγο αυτό ο ενάγων ζήτησε την αντικατάσταση του 2ου εναγομένου και ήδη αιτούντος την αναψηλάφηση, Χ, από τα καθήκοντα του, ως μέλους της Συμβουλευτικής Επιτροπής και ως επιβλέποντος καθηγητή στη διαδικασία της έγκρισης της διατριβής, ότι στις 4-3-1987, η ως άνω Επιτροπή αποφάσισε, ότι η διατριβή ήταν επαρκής και πρότεινε τη συγκρότηση της αρμόδιας εξεταστικής επιτροπής, ότι, έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής, εκκρεμούσε η ως άνω κρίση για το πρωτότυπο ή όχι της ως άνω διατριβής, η οποία όμως, , το έτος 1990, δημοσιεύτηκε, κατά το επίδικο 3° κεφάλαιο αυτής, σε διεθνές συνέδριο στην πόλη της … και απέσπασε θετικές κρίσεις σε διεθνή μαθηματικά περιοδικά, ότι η διατριβή είναι πνευματικό δημιούργημα και χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία, διότι αντιμετώπιζε σημαντικά προβλήματα στη θεωρία των υπερπράξεων και ότι στο κεφάλαιο 3 αυτής γινόταν η μελέτη της δομής των υπερομάδων και περιέχονταν αποτελέσματα, που συνδέονταν με άλλες εργασίες και κλάδους της μαθηματικής επιστήμης, ότι, στις αρχές του έτους 1989, ο Ζ, που ήταν μαθηματικός, υπέβαλε και αυτός στη Γραμματεία του ΑΕΙ …, για την αναγόρευση του σε διδάκτορα, την προαναφερθείσα διατριβή του, την οποία του είχε αναθέσει ο 2ος εναγόμενος, ως επιβλέπων καθηγητής, ήδη-αιτών, που συγχρόνως συμμετείχε στη Συμβουλευτική Επιτροπή, ότι η διατριβή αυτή ανήκε στον ίδιο επιστημονικό χώρο με τη διατριβή του ενάγοντα, (που σημειωτέον είχε προκατατεθεί το έτος 1984), ότι ο Ζ εκτύπωσε το έτος 1994 τη διατριβή του και ότι, στις 16-1-1995, την παρουσίασε δημόσια, σε σεμινάριο μαθηματικών στην …, (σημειωτέον, κατόπιν ανακοίνωσης-πρόσκλησης του τότε, καθηγητή του Τμήματος Μαθηματικών του ΑΕΙ …, … και ήδη Προέδρου του Τμήματος Μαθηματικών, που υπογράφει το φερόμενο, ως κρίσιμο έγγραφο, όπως θα αναπτυχθεί παρακάτω), προς όλα τα μέλη του ΔΕΠ και τους μεταπτυχιακούς φοιτητές της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου …, ότι στις 27-1-1995, η Συμβουλευτική Επιτροπή, κρίνοντας ότι η διατριβή του, Ζ έχει επάρκεια, πρότεινε τη συγκρότηση της αρμόδιας Εξεταστικής Επιτροπής και ότι, με την ως άνω διατριβή του, ο Ζ προέβη από πρόθεση σε πιστή αντιγραφή τμημάτων της διατριβής του ενάγοντα, αντιγράφοντας προτάσεις, θεωρήματα, αποδείξεις και παραδείγματα της διατριβής του ενάγοντα, που παρουσίασε με ίδια δομή, αλληλουχία και οργάνωση κείμενου, ώστε να εκλαμβάνονται ως δικό του έργο. Ακολούθως ο ʼρειος Πάγος επικυρώνοντας την τελεσίδικη ΕΑ 638/2003 απόφαση δέχτηκε, ότι το Εφετείο με επαρκείς και νόμιμες αιτιολογίες, αντιπαραβάλλει τις σελίδες από το κεφάλαιο 3 της διατριβής του ενάγοντα, με αριθμούς 63, 66, 68 έως 72, 83 και 84 με τις σελίδες του Β’κεφαλαίου της διατριβής του Ζ με αριθμούς 75-76, 79 έως 82, 84 και 85 και κρίνει, ότι ο ήδη αιτών τότε 2ος εναγόμενος συνέπραξε, ως άμεσος συνεργός, διότι, αν και γνώριζε, ως ειδικός στη θεωρία των υπερομάδων το περιεχόμενο της διατριβής του ενάγοντα και τον κίνδυνο πιστής αντιγραφής ή διασκευής της με την νέα διατριβή, δεν απέτρεψε, ως επιβλέπων καθηγητής και των δύο διατριβών, τον Ζ στην επιλογή του θέματος της διατριβής του, αλλά του ανέθεσε την έρευνα και επεξεργασία αυτής και ότι. αν και κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας της διατριβής του Ζ, αντιλήφθηκε την πιστή αντιγραφή του κεφαλαίου 3 της διατριβής του ενάγοντα, κάλυψε τον Ζ τον ενθάρρυνε και τον υποστήριξε, εγκρίνοντας, στις 3-5-1992. ως καθηγητής και μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής, τη συγγραφή της διατριβής του Ζ, Συνεπώς. με το σκεπτικό αυτό ο ʼρειος Πάγος κατέληξε, ότι το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία έκρινε, ότι ο Ζ, ως συγγραφέας ήταν ο φυσικός αυτουργός της πνευματικής κλοπής και ότι ο 2ος εναγόμενος, ως άμεσος συνεργός συνέπραξε σ’αυτήν και ότι, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά αμφοτέρων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη. Ήδη ο αιτών με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναψηλάφησης ισχυρίζεται ότι, μετά την έκδοση της ως άνω αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 20/2005) υπέβαλε προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου …, δια του Προέδρου του (καθηγητή …), την από 2-6-2005 αίτηση, με την οποία καθόρισε τα επίμαχα σημεία των δύο διατριβών και ζήτησε να διαπιστωθεί, εάν ταυτίζονται, ότι το αίτημα αυτό επανέλαβε, στις 12-10-2005 και στις 15-3-2006, όπως άλλωστε, οι τρεις ως άνω αιτήσεις επισυνάπτονται στην ένδικη αίτηση αναψηλάφησης και ότι, το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Μαΐου 2006. έλαβε ταχυδρομικά την με αριθμό πρωτοκόλλου … επιστολή της Σχολής Θετικών Επιστημών του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου …, στην οποία βεβαιώνεται, ότι, σε απάντηση των ως άνω τριών αιτήσεων του-επιστολών, το ΔΣ του Τμήματος Μαθηματικών, στην υπ’ αρ. 5/3-4-2006 συνεδρίαση του, αποφάσισε, ότι <το σύνολο των μη αντιμεταθετικών υπερομάδων είναι γνήσιο υποσύνολο του συνόλου όλων των υπερομάδων και άρα τα δύο αντικείμενα δεν ταυτίζονται>, σύμφωνα με την ακριβή αντιγραφή του ως άνω εγγράφου. Εκθέτει επίσης, ο αιτών, ότι το ως άνω έγγραφο, αν και εκδόθηκε μετά την τελεσιδικία, είναι νέο, υπό την έννοια, ότι εμπεριέχει τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη, η οποία προϋπήρχε και αποδεικνύει τον ουσιώδη ισχυρισμό του, που είχε προβληθεί στην κατ’ έφεση δίκη, περί της ανυπαρξίας αντιγραφής και ταυτότητας των δύο διατριβών, (διότι, όπως διατείνεται, η διατριβή του Ζ είναι ευρύτερη) και ότι, αν το Εφετείο είχε υπόψη του το ως άνω έγγραφο, που λόγω ανώτερης βίας ο αιτών, όντας συνταξιούχος, δεν είχε στην κατοχή του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, είναι βέβαιο, ότι το Εφετείο θα είχε οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση, διότι, μη έχοντας τις ειδικές και ιδιάζουσες γνώσεις των μαθηματικών, θα ακολουθούσε την άποψη του καθ’ ύλην αρμόδιου οργάνου, δηλ. του ΔΣ του Τμήματος Μαθηματικών. Όμως, οι παραπάνω ισχυρισμοί του αιτούντος είναι ουσιαστικά αβάσιμοι για τους εξής λόγους: 1) το επίμαχο έγγραφο φέρει ημερομηνία 7-4-2006, δηλαδή μεταγενέστερη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης ΕΑ 638/2003, που έλαβε χώρα στις 27-1-2003 και δεν παραπέμπει σε περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, το οποίο έχει εκδοθεί πριν τη τελεσιδικία. Αντίθετα το έγγραφο αυτό συντάχθηκε απαντώντας στις τρεις αιτήσεις-επιστολές του αιτούντα, με ημερομηνία 2-6-2005, 12-10-2005 και 15-3-2006, που επίσης, είναι μεταγενέστερες της τελεσιδικίας. 2) το ως άνω έγγραφο δεν είναι κρίσιμο, εφόσον από αυτό δεν προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη του ερευνώμενου ουσιώδους ζητήματος (ταυτότητα των διατριβών), χωρίς συγχρόνως, να απαιτείται η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης τη διενέργεια της οποίας, ας σημειωθεί, είχε επικαλεστεί και ο αιτών ως λόγο αναίρεσης (βλ. σελ. 10 της ΑΠ 20/2005. Ειδικότερα, από τη μελέτη της αίτησης αναψηλάφησης, στην οποία έχουν επισυναφθεί οι παραπάνω τρεις αιτήσεις του αιτούντος, προκύπτει, ότι ο αιτών έθεσε υπό την κρίση του ΔΣ του Τμήματος Μαθηματικών τις σελίδες 63 και 64 (μέχρι και τον έκτο στίχο) της διατριβής του τρίτου κεφαλαίου του καθού η αίτηση, Ψ και τη σελίδα 75 (μέχρι και τον δωδέκατο στίχο) της διατριβής του Ζ, απομονώνοντας επιλεκτικά αυτές από τις αμφισβητούμενες σελίδες των δύο διατριβών, όπως εκτεταμένα αναγράφονται, προς αντιπαραβολή, στην προσβαλλόμενη ΕΑ 638/2003 απόφαση (βλ. φύλλα 12 έως 15 αυτής), σε δύο παράλληλες στήλες, αριστερά του Ψ και δεξιά του Ζ. Σημειώνεται, ότι η αντιγραφή είναι αυτούσια, ακόμη και στα ορθογραφικά λάθη, όπως πχ. η λέξη <πληρεί> στη σελίδα 81 της διατριβής του Ζ, με τη σελίδα 70 της διατριβής του Ψ, αν και στην εισαγωγή της διατριβής Ζ η λέξη γράφεται με σωστή ορθογραφία, δηλαδή <πληροί>. Από τα παραπάνω προκύπτει, επομένως, ότι η άποψη του ΔΣ του Τμήματος Μαθηματικών, που εκφράζεται στο ως άνω έγγραφο, στηρίχθηκε μόνο στις πιο πάνω αποσπασματικές σελίδες των διατριβών και όχι στο σύνολο των αμφισβητούμενων σελίδων, που ήταν περισσότερες και πλέον εκτενείς. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι, και αν ακόμη το Εφετείο είχε μελετήσει το ως άνω έγγραφο, και πάλιν η κρίση του δεν θα επηρεαζόταν υπέρ του αιτούντος, εφόσον σε όλη την αντιδικία οι διάδικοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει σωρεία αντιθέτων γνωμοδοτήσεων Πανεπιστημιακών δασκάλων, που εξέφραζαν διαφορετικές απόψεις. Ενδεικτικά αναφέρονται η γνωμοδότηση του …, Πρύτανη του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου … και η από … γνωμοδότηση του …, καθηγητή του Πανεπιστημίου …, τις οποίες επικαλέστηκε νόμιμα ο αιτών, όπως επίσης, οι από 23-10-2000, 25-10-2000, 6-1-2001 και 25-4-2001 γνωμοδοτήσεις των καθηγητών …, Αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου …, …, καθηγητή του Πανεπιστημίου …, …, καθηγητή ΗΠΑ και …, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου …, τις οποίες επικαλέστηκε νόμιμα ο καθού η αίτηση. Εκτός από τις παραπάνω γνωμοδοτήσεις αντίθετες απόψεις καθηγητών είχαν εκφραστεί σε μαρτυρικές καταθέσεις αυτών ενώπιον των ποινικών και των αστικών Δικαστηρίων. Επίσης, εμπεριέχονται σε πρακτικά πανεπιστημιακών οργάνων, όπως της Συγκλήτου, της Πρυτανείας και του Τμήματος Μαθηματικών …. Ας σημειωθεί, ότι εκτός τούτων, με αφορμή την παρούσα δίκη, προσκομίζονται επίσης αντίθετες απόψεις, όπως του καθηγητή …, από την πλευρά του αιτούντα, την άποψη του οποίου, σημειωτέον, επικαλείται στην από 15-3-2006 επιστολή του ο αιτών, ως καθηγητή του Πανεπιστημίου της πόλης … και του …, καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου …, από την πλευρά του καθού η αίτηση αναψηλάφησης. Επομένως, από τα παραπάνω προκύπτει, ότι το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη του και αντίθετες απόψεις κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του τον περί πνευματικής κλοπής. Συνεπώς. το επίμαχο έγγραφο δεν παράγει άμεση και πλήρη απόδειξη για το ερευνώμενο ζήτημα της ταυτότητας των δύο διατριβών, ώστε να είναι φανερό, ότι η ΕΑ 638/2003 είναι λαθεμένη. Η αρχή έγγραφης απόδειξης και το δικαστικό τεκμήριο που συνάγεται από το επίμαχο έγγραφο, για τον ισχυρισμό του αιτούντα, δεν αρκεί, για να στηρίξει την αίτηση αναψηλάφησης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 544 αρ. 7 του ΚΠολΔ. 3) εκτός από τα παραπάνω όμως, δεν προκύπτει ανώτερη βία του αιτούντος να μην έχει στην κατοχή του το ως άνω έγγραφο, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου. Ο ισχυρισμός του, ότι είχε συνταξιοδοτηθεί ήδη από το έτος 2000 και συνεπώς, δεν διατηρούσε επαφές με την επιστημονική κοινότητα του Πανεπιστημίου …, δεν είναι πειστικός, εφόσον το επίμαχο έγγραφο περιήλθε στην κατοχή του, ενώ ήταν συνταξιούχος και με την ιδιότητα αυτή υπέβαλε τις τρεις αιτήσεις-επιστολές στο ΔΣ του Τμήματος Μαθηματικών, τις οποίες, επομένως, είχε τη δυνατότητα να υποβάλει και πριν την συνταξιοδότηση του, κατά τη διάρκεια της αντιδικίας, που είχε αρχίσει από τη δεκαετία του έτους 1990. ʼλλωστε, πολύ νωρίτερα από την τελεσιδικία, ο αιτών γνώριζε, ότι το Τμήμα Μαθηματικών του ΑΕΙ … είχε εκφράσει δημόσια άποψη για την αντιδικία του με τον καθού η αίτηση αναψηλάφησης και ότι το ζήτημα της ταύτισης των επίδικων διατριβών είχε απασχολήσει τα πανεπιστημιακά όργανα. Ενδεικτικά αναφέρεται, ότι από τις 9-4-1997 η Σύγκλητος γνώριζε την αντιδικία, διότι ο καθού η αίτηση είχε υποβάλει αίτημα ακρόασης για την έγκριση της διατριβής του και είχε ενημερώσει για την αντιγραφή της από τον Ζ. Η Σύγκλητος υπέβαλε, στις 9-4-1997, ερώτημα στο Τμήμα Μαθηματικών περί της αντιγραφής ή όχι. Ο Πρόεδρος του Τμήματος Μαθηματικών, στις 22-4-1997, απάντησε, ότι θα οριστεί επιτροπή για το ζήτημα αυτό. Η Γενική Συνέλευση του Τμήματος Μαθηματικών, στις 4-6-1997, έκρινε, ότι παρέλκει η έρευνα αυτή μέχρι την τελική δικαστική κρίση, διότι ήδη είχαν επιληφθεί τα Δικαστήρια και, τέλος, στις 17-6-2002, το Τμήμα Μαθηματικών διέγραψε από τον κατάλογο των μεταπτυχιακών φοιτητών τον Ζ (βλ. για τα παραπάνω τα σχετικά του καθού η αίτηση με αρ. 20, 21, 173, 174, 175 και 140).

Συνεπώς, ο αιτών είχε τη δυνατότητα καθ’όλη τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα να επιδιώξει τη λήψη του επίμαχου εγγράφου, εφόσον το ΑΕΙ … ήταν γνώστης της διαφοράς. Πέραν των ανωτέρω περιστατικών δεν προκύπτει, με βεβαιότητα, ότι η άποψη που εξέφρασε το ΔΣ του Τμήματος Μαθηματικών, στις 3-4-2006 και η οποία εμπεριέχεται στο επίμαχο έγγραφο, προέρχεται από το καθ’ύλην αρμόδιο όργανο, εφόσον παγίως γίνεται δεκτό, ότι το ΔΣ κάθε συλλογικού οργάνου είναι όργανο διοικητικής φύσης, όπως συνεπώς και το ΔΣ του Μαθηματικού Τμήματος (πρβλ. άρθρο 4 του Ν. 2083/1992), τα μέλη του οποίου δεν έχουν πάντα τις σχετικές επιστημονικές γνώσεις. Η κρίση αυτή ενισχύεται από την από 9-1-2007 επιστολή του …, μεταπτυχιακού φοιτητή, μέλους του ως άνω ΔΣ, ο οποίος παραδέχεται, στην πιο πάνω επιστολή, α) την άγνοιά του για το ερευνώμενο ουσιαστικό ζήτημα της ταυτότητας των δύο διατριβών, διότι αυτός ασχολείται με Χαμιλτονιακά Συστήματα και β) την άποψη του, ότι παραπλανήθηκε και δεν αντιλήφθηκε σαφώς το μαθηματικό θέμα, για το οποίο γνωμοδότησε στη συνεδρίαση της 3-4-2006, οπότε διατυπώθηκε η άποψη του ΔΣ, που εμπεριέχεται στο επίμαχο έγγραφο. Ενισχυτικό επίσης, στοιχείο απορρέει και από το υπ’αρ. 5/6-6-2005 πρακτικό του ΔΣ του Τμήματος Μαθηματικών, από το οποίο προκύπτει, ότι το ΔΣ διαβίβασε την από 2-6-2005 επιστολή του αιτούντος στους καθηγητές ονόματι, …. λόγω της σχετικότητας του επιστημονικού τους πεδίου, χωρίς, όμως να προκύπτει εάν τελικά ελήφθη απόφαση από αυτούς. Αντίθετα, από το υπ’αρ. 5/3-4-2006 πρακτικό του ΔΣ κατά τη συνεδρίαση του οποίου ελήφθη η ως άνω άποψη, που εμπεριέχεται στο επίμαχο έγγραφο, προκύπτει ότι μόνον ο … συμμετείχε και όχι και οι ως άνω καθηγητές, που ασχολούνται με το ειδικό επιστημονικό θέμα των διατριβών. Ενισχυτικό επίσης στοιχείο είναι και το προαναφερόμενο από 22-4-1997 έγγραφο του Προέδρου του Τμήματος Μαθηματικών (βλ. σχετικό του καθού με αρ. 174) από το οποίο προκύπτει, ότι ο Πρόεδρος απαντά στη Σύγκλητο, ότι θα οριστεί επιτροπή για το ζήτημα της αντιγραφής ή όχι της διατριβής του Ψ Αν επομένως, το ΔΣ του Τμήματος Μαθηματικών είχε αρμοδιότητα, είναι εύλογο, ότι ο Πρόεδρος θα παρέπεμπε το ερευνώμενο ζήτημα στο ΔΣ και όχι σε Επιτροπή. Τέλος, ας σημειωθεί, ότι ο καθού η αίτηση αναψηλάφησης, που είναι ήδη διδάκτωρ στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, με την από 29-9-2006 εξώδικη δήλωση προς τα μέλη της επταμελούς Εξεταστικής Επιτροπής της διδακτορικής διατριβής του παραιτήθηκε από τη σχετική αίτηση του και τη διαδικασία κρίσης του. Συμπερασματικά, από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παραδοχή του λόγου της αίτησης αναψηλάφησης, εφόσον το επίμαχο έγγραφο δεν είναι νέο, ούτε κρίσιμο και συγχρόνως, δεν αποδείχθηκε ανώτερη βία για την έγκαιρη προσκόμισή του κατά τη διάρκεια της τελεσιδικίας”.

(α). Κύριο δικόγραφο Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς αιτών την αναψηλάφηση με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι’ αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., που προεχόντως απαραδέκτως προβάλλεται σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή ότι οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στις προϋποθέσεις παραδοχής της αιτήσεως αναψηλαφήσεως είναι δικονομικού δικαίου, στις οποίες δεν προσήκει η προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση, προϋποθέτουσα εκ πλαγίου παραβίαση, με την έννοια της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της αποφάσεως, κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 544 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά την διάρκεια της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο, που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο αιτών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίζει την αίτηση, απαιτείται σωρευτικώς (α) να υπήρχε κατά τον χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλόμενης, εκτός αν παραπέμπει σε περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, το οποίο είχε εκδοθεί πριν τη τελεσιδικία (β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του αιτούντος την αναψηλάφηση, αν το έγγραφο αυτό είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και (γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο. Με τις αμέσως παραπάνω διαλαμβανόμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με επάλληλες κύριες αιτιολογίες κρίθηκε για την … επιστολή της Σχολής Θετικών Επιστημών του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου …, που αναφέρεται στην 5/3-4-2006 απόφαση του δ.ε. του Τμήματος αυτού, έγγραφο στο οποίο θεμελιώθηκε ο μοναδικός προβαλλόμενος και από την διάταξη του άρθρου 544 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενος λόγος αναψηλαφήσεως, ότι δεν συντρέχουν οι με στοιχ. (α)-(γ) προϋποθέσεις, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, σωρευτικώς απαιτούνται για την παραδοχή του λόγου αυτού αναψηλαφήσεως. Επομένως η προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι’ αυτής απόφαση ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς την αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη της με στοιχ. (β) προϋποθέσεως, με εναντίωση στην πραγματικότητα στην ανέλεγκτη περί τούτου περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται ομοίως προεχόντως ως αλυσιτελής και άρα απαράδεκτη, για έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, κατ’ επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (Κ.Πολ.Δ. 68, 73), εφόσον η με στοιχ. (α) προϋπόθεση που δεν πλήττεται, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό της αιτήσεως αναψηλαφήσεως διατακτικό της.

(β). Πρόσθετο δικόγραφο Με τους πρώτο και όγδοο κατά σειρά λόγους αναιρέσεως προεχόντως απαραδέκτως αποδίδεται, με αναφορά κατ’ εκτίμηση στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ και της καθιερούμενης δι’ αυτής αρχής της αναλογικότητας και της δίκαιης δίκης με τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 31.000.000 δρχ., αξίωση, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά της 638/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, την κατά της οποίας αίτηση αναψηλαφήσεως αξιολόγησε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, προεχόντως ως αλυσιτελείς και άρα απαράδεκτες οι προβαλλόμενες με τους λοιπούς λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 9, 10, 11, 19, 20 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες εναντιώνεται στην αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη των με στοιχ. (β) και (γ) προϋποθέσεων, εφόσον δεν πλήττεται παράλληλα, και μάλιστα επιτυχώς, η αντίστοιχη αρνητική κρίση για τη συνδρομή της σωρευτικώς απαιτουμένης με στοιχ. (α) προϋποθέσεως, με την έννοια της υπάρξεως του … εγγράφου της Σχολής Θετικών Επιστημών του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου …, στο οποίο γίνεται αναφορά στην 5/3-4-2006 απόφαση του δ.ε. του Τμήματος Μαθηματικών, πριν από την έκδοση και δημοσίευση της φερόμενης προς αναψηλάφηση 638/27-1-2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Συνακόλουθα αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 680/23.5.2006 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 249/8.12.2009, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους, για αναίρεση της 4683/10.7.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πρόεδρος: Βασίλειος Ρήγας, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Θεόδωρος Στρατηγόπουλος – Ζήσης Κωνσταντίνου, Γεώργιος Αρβανίτης
Εισηγητές: Νικόλαος Λεοντής, Αρεοπαγίτης
Μέλη: Γεώργιος Γεωργέλλης, Δημήτριος Τίγγας, Χρυσόστομος
Λήμματα: Πνευματική ιδιοκτησία ,Αναγνώριση ηθικού δικαιώματος επί πνευματικού έργου (διδακτορικής διατριβής) ,Αποκατάσταση ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας) ,Αναψηλάφηση λόγω νέου κρίσιμου εγγράφου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Δημοσίευση: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ
ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ετος: 2010
2011

Τόμος: 58
65

Σελ.: 2288
933
ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ
Α/Α Νόμος Αριθμός Έτος Αρθρο Παράγραφος
1 « ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ » 4.11.1950 1950 6 1
2 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 932
3 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 919
4 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 914
5 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 920
6 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 60
7 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 59
8 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 57
9 « ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ » 105
10 « ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ » 559 Αρ.1,1
11 « ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ » 544 ΑΡ.7
12 « ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ » 70
13 « ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 1951 367
14 « ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 1951 363
15 « ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 1951 362
16 « ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 1951 361
17 « ΝΟΜΟΣ » 2121 1993 66
18 « ΝΟΜΟΣ » 2121 1993 65 1,2,4
19 « ΝΟΜΟΣ » 2121 1993 50
20 « ΝΟΜΟΣ » 2121 1993 4 1
21 « ΝΟΜΟΣ » 2121 1993 2 1
22 « ΝΟΜΟΣ » 2121 1993 1
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Α/Α Δημοσίευση Έτος Εκδότης Συγγραφείς Τίτλος Τόμος Σελίδα
1 ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ 2011 ΣΤΑΜΑΤΗΣ Ι. ΚΟΥΜΑΝΗΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 65 937

DSANET.GR