Αριθμός 925/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
– Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Ευθύνη διευθύνοντος συμβούλου Ανώνυμης εταιρείας.
– Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ’ αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ορίζεται ως χρόνος καταβολής των εισφορών, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ’ αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Για την καταβολή των ως άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 του ν. 2238/1994 και 4 παρ.4 ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ.2 ν. 2676/1999. Προς την ίδια ουσιαστική κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ.7 του ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012, σύμφωνα με την οποία ως αυτουργοί, των εγκλημάτων αυτών της μη απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες: α)οι πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση η διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11-4-2012, ότι εθεσπίσθη η ανωτέρω παρ.7 ΑΝ 86/1967 και οφείλουν ανώνυμες εταιρείες, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής ,ο νεότερος δε νόμος δεν εφαρμόζεται λόγω του ότι είναι δυσμενέστερος αφού διευρύνει τον κύκλο των ευθυνομένων προσώπων. Εν όψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/67 απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για τη θεμελίωση των αναφερομένων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης προκύπτει και ο χρόνος τέλεσης της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ίδρυμα, ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε(ΟλΑΠ .1/1996) και αναφορά επί περισσοτέρων φυσικών προσώπων, φερομένων ως εργοδοτών εκ της ασκήσεως επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ,
η θέση ενός εκάστου στη επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποία είναι η εταιρική μορφή της επιχείρησης και ποία η ιδιότητα και η θέση κάθε κατηγορουμένου στη τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, μη αρκούντως του χαρακτηρισμού του ως άνω ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής.
inlaw.gr