Αριθμός 454/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Ν., 2) Α. συζ. Α. Μ., το γένος Δ. Λ., 3) Σ. Μ. του Α., 4) Σ. Λ. του Δ., 5) Δ. Σ. του Σ., 6) Α. Σ. του Σ., 7) Κ. Μ. του Α., συζ. Σ. Σ. και 8) Μ. Γ. του Δ., κατοίκων …, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Νικολαΐδη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Νικολαΐδη, που δήλωσε στο ακροατήριο, ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 7-3-2016 αίτησής τους για αναίρεση της 2957/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων L. L. του S..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Β. του Α., κατοίκου …, 2) L. (Λ.) L. (Λ.) του S. (Σ.), κατοίκου …, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ”, που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία “…”, 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο και η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ”, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Ν., 2) Α. συζ. Α. Μ., το γένος Δ. Λ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ήδη αποβιωσάσης στις 12-1-2016 αρχικής διαδίκου Μ. χας Δ. Λ., 3) Σ. Μ. του Α., 4) Σ. Λ. του Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ήδη αποβιωσάσης στις 12-1-2016 αρχικής διαδίκου Μ. χας Δ. Λ., 5) Δ. Σ. του Σ., 6) Α. Σ. του Σ., 7) Κ. Μ. του Α., συζ. Σ. Σ. και 8) Μ. Γ. του Δ., κατοίκων …, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Νικολαΐδη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Νικολαΐδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2011 αγωγή των 1ου, 2ης, 3ης, 5ου, 6ου, 7ης και 8ης των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων – υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. χας Δ. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 479/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2957/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 7-3-2016 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 20-1-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Δημητρούλα Υφαντή, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του και την απόρριψη της αντίθετης, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχ. Α 4ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των από 7-3-2016 και 20-1-2017 αντίθετων αιτήσεων αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 2957/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με το πιο κάτω συναφές περιεχόμενό τους, υπαγομένων στην ίδια διαδικασία, εφόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 246 του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην προκειμένη δίκη για την αναίρεση κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Με τις συνεκδικαζόμενες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 2957/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε παρισταμένων των διαδίκων-αντιδίκων και επί των δύο συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, πλην του δευτέρου αναιρεσιβλήτου της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης Λ. Λ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α Κ.Πολ.Δ.), με την οποία (αναιρεσιβαλλομένη) συνεκδικάσθηκαν οι από 12-6-2013 και 17-6-2013 αντίθετες εφέσεις των οκτώ αναιρεσειόντων της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης – εναγόντων Α. Μ. κ.λπ. (η από 12-6-2013), και της 4ης των αναιρεσιβλήτων-εναγομένης της ίδιας από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης, ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “…” (η από 17-6-2013), και Α) απορρίφθηκε η από 17-6-2013 έφεση κατ’ ουσίαν καθό μέρος στρέφεται κατά των έκτου, έβδομης και ογδόης εφεσιβλήτων της ίδιας έφεσης, Β) απορρίφθηκε η από 12-6-2013 έφεση κατ’ ουσίαν των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εκκαλούντων καθό μέρος στρέφεται κατά των δευτέρου και τετάρτης των εφεσιβλήτων, και Γ) δέχθηκε κατ’ ουσίαν κατά τα λοιπά τις εφέσεις κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, η οποία εξαφανίσθηκε (υπ’ αριθ. 479/2013), ειδικά δε: α) καθό μέρος απέρριψε την αγωγή αναφορικά με τους πρώτο, τρίτη και έκτη εναγομένους, β) καθό μέρος δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή: 1) αναφορικά με τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ενάγοντες κατά της τετάρτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και 2) αναφορικά με τους πέμπτο, έκτο, έβδομη και όγδοη ενάγοντες κατά των δευτέρου και τετάρτης εναγομένων και ακολούθως έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων, επιδίκασης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης για την αποκατάσταση της ζημίας την οποίαν υπέστησαν και της αντίστοιχης ψυχικής οδύνης που υπέστησαν επίσης από αυτοκινητικό ατύχημα, που οφείλεται στη συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων Φ. Β. και Λ. Λ., που οδηγούσαν, ο μεν πρώτος το υπ’ αριθ. … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας της τρίτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία “… ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ” και ασφαλισμένου στην έκτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία “…”, ο δε δεύτερος το υπ’ αριθ. … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, κυριότητας του τετάρτου εναγομένου Δ. Γ. (ως προς τον οποίον έγινε παραίτηση του δικογράφου της αγωγής) και ασφαλισμένου στην πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία “…”, κατά το οποίο (ατύχημα) προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός της Ε. Μ., συγγενούς των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγόντων και μνηστής του πέμπτου ενάγοντος, καθώς και ο τραυματισμός των λοιπών πλην του πέμπτου των εναγόντων, και η καταστροφή του αυτοκινήτου συγκυριότητας των πέμπτου και έκτου των εναγόντων.
III. Με το δικόγραφο της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης, οι εκ των αναιρεσειόντων Α. Μ. (δεύτερη) και Σ. Λ. (τέταρτη) γνωστοποίησαν προς τους αναιρεσιβλήτους το γεγονός της αποβιώσεως στις 12-1-2016 αδιάθετης, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης εφετειακής απόφασης στις 29-6-2015, της αρχικά τετάρτης ενάγουσας Μ. Λ., μητέρας της Α. Μ. και Σ. Λ., οι οποίες υπεισήλθαν κατ’ ισομοιρίαν κατά το 1/2 ως εγγύτεροι συγγενείς στο σύνολο της περιουσίας της αποβιωσάσης, την οποία και αποδέχθηκαν. Με τη δήλωσή τους αυτή γνωστοποίησαν στους αναιρεσίβλητους αντιδίκους το θάνατο (12-1-2016) της πιο πάνω δικαιοπαρόχου τους, ο οποίος ως εκ του χρόνου που επισυνέβη, μετά δηλαδή τη λήξη της εκκρεμοδικίας στο Εφετείο με την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του στις 29-6-2015, δεν συνεπαγόταν δικονομικά πλέον διακοπή δίκης, αλλά δικαίωμα των διαδόχων της θανούσης να δηλώσουν με τη μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη (άσκηση αναίρεσης) την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στην δίκη και με τη νέα ιδιότητά τους του κληρονόμου, και δήλωσαν ότι συμμετέχουν πλέον στη δίκη επί της αναίρεσης ως προς το αγωγικό αίτημα της αποβιωσάσης δικαιοπαρόχου τους (βλ. τα προσκομιζόμενα από τις αναιρεσείουσες ως δηλούσες την γνωστοποίηση: α) απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξίαρχου Αιγάλεω στις 12-1-2016, β) το από 18-1-2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του … και γ) το υπ’ αριθ. …/23-3-2016 πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επομένως, κατά τη διάταξη του άρθρου 286 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η προκειμένη δίκη με τις πιο πάνω συνθήκες πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεχίσθηκε με την προαναφερθείσα δήλωση των διαδίκων στο πρόσωπό τους ως διαδόχων της θανούσας αρχικής διαδίκου.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει είτε με προφορική καταχωριζόμενη στα πρακτικά δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Η κατά τον τρόπο αυτό γενόμενη παραίτηση για την οποία δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αντιδίκου του παραιτουμένου (Α.Π. 959/2008), έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, καταργουμένη της επ’ αυτής δίκης (Ολ.ΑΠ 24/2005). Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη επί της υπό κρίση από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης με αριθ. κατ. …2016 της υπ’ αριθ. 2957/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Λ. Λ., ως προς τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Φ. Ν. προφορική στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, από το δικόγραφο της ίδιας αναίρεσης. Αυτά δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ίδιος αναιρεσίβλητος Λ. Λ. δεν προκύπτει ότι κλήθηκε νομίμως για να παρασταθεί κατά την προκειμένη δικάσιμο, που δεν επηρεάζει την γενομένη παραίτηση, ενώ με την ίδια παραίτηση εξαλείφθηκε το οποιοδήποτε απαράδεκτο ως προς τον ίδιο αναιρεσίβλητο από το γεγονός ότι δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο, όταν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και δεν προκύπτει η επίδοση σ’ αυτόν της ίδιας απόφασης, για να καταστεί στη συνέχεια παραδεκτή η άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον ίδιο.
V. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με αριθ. 7 από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά της, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-12-2017), δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων της από 7-3-2016 αναίρεσης Φ. Β., ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο Κ.Πολ.Δ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι αρχική δικάσιμος της ίδιας ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρμοδίως η 17-2-2017, οπότε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, την 1η-12-2017. Από την υπ’ αριθ. …/12-12-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Π. Μ., που προσκομίζεται στην δικογραφία από τους αναιρεσείοντες της ίδιας υπόθεσης προκύπτει, ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου της 17-2-2017 και κλήση των επισπευδόντων αναιρεσειόντων επιδόθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο Φ. Β. την 12-12-2016, εμπρόθεσμα εφόσον από τον χρόνο της επιδόσεως μέχρι της συζητήσεως της υποθέσεως μεσολάβησε η προθεσμία των εξήντα ημερών, που είχε ορισθεί από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αλλά και ορίζεται από την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 566 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, η εκ του πινακίου της δικασίμου της 17-2-2017 δοθείσα αναβολή για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 1ης-12-2017, ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου αναιρεσιβλήτου Φ. Β., κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3 και 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 και πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρών.
VI. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. , εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, “Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης”. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της εν λόγω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ Ολομ. 9/2015 και ΑΠ 944/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 1346 ΑΚ, μνηστεία είναι η σύμβαση για μελλοντικό γάμο, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεσή του, διαστέλλεται δε από την απλή προς γάμο πρόταση, η οποία συνιστά δήλωση βουλήσεως ενός μόνο μέρους ή την προς γάμο διαπραγμάτευση ή τις ερωτικές σχέσεις που δεν συνδυάζονται με την μελλοντική τέλεση γάμου. Το στοιχείο της αμοιβαίας υπόσχεσης για μελλοντική σύναψη γάμου διακρίνει τη μνηστεία από την ελεύθερη ένωση – συμβίωση, κατά την οποία όχι μόνο δεν υφίσταται συμφωνία των μερών περί της τέλεσης γάμου, αλλά υπάρχει συνειδητή επιλογή τους να μείνουν εκτός των πλαισίων του (ΑΠ 1147/2007), που ούτε από την πιο πάνω νομική διάταξη δικαιολογείται, ούτε από κάποια πρακτική ανάγκη επιβάλλεται. Επομένως στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνεται και η μνηστή του, όχι όμως και το πρόσωπο εκείνο που συζούσε με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης, χωρίς πρόθεση για μελλοντική σύναψη γάμου (ΑΠ 1541/2009, 995/2009, 1141/2007), στο οποίο δεν μπορεί να επιδικασθεί τέτοια χρηματική ικανοποίηση, ούτε με ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 εδ. 3 Α.Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2957/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: “Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρακτικά και το ψηφιακό δίσκο CD που περιέχει δεδομένα βιντεοσκόπησης από κάμερα του κυκλώματος διαχείρισης κυκλοφορίας με επεξαχθείσες από το βιντεοληπτικό υλικό φωτογραφίες, όπως λήφθηκαν υπ’ όψη και πρωτόδικα, απορριπτόμενων των αντιθέτων αιτήσεων των εναγόντων και τις υπ’ αριθ. …/2013 και …/2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, νομότυπα ληφθείσες, που προσκομίζουν με επίκληση, κατ’ άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ. οι ενάγοντες, απορριπτόμενων των αιτιάσεων των εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών αποδείχθηκαν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά: Την 4-10-2010 και περί ώρα 01.33, ο πρώτος εναγόμενος Φ. Β. οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας της τρίτης εναγομένης εταιρείας και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην έκτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και εκινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της διπλής κατεύθυνσης με διαχωριστικό τσιμεντένιο στηθαίο ασφαλείας, που χωρίζει τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, Νέας Εθνικής οδού Αθηνών – Λαμίας, με κατεύθυνση προς την Αθήνα και έφθασε στην 9,650 χιλιομετρική θέση αυτής, στη Μεταμόρφωση Αττικής. Η οδός αυτή, και ως προς την Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας, έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτος οδοστρώματος 11,40 μέτρα και μία λωρίδα έκτακτης ανάγκης (ΛΕΑ), πλάτους 2,50 μέτρα. Το οδόστρωμα παρουσιάζει “ελαφρά κατωφέρεια” (βλ. έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας) και κλίση προς τα αριστερά (βλ. σχεδιάγραμμα της Τροχαίας). Η ταχύτητα των οχημάτων προσδιορίζεται, βάσει ρυθμιστικής πινακίδας (Ρ-32) στα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα και είναι άσφαλτος. Την ώρα εκείνη η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, ο φωτισμός επαρκής, επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιορίζετο, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή και των πεζών ανύπαρκτη (βλ. έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας). Τότε ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αφού βρέθηκε στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος 1,29 γρ. ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 1,21 κατά τη δεύτερη μέτρηση (βλ. τα υπ’ αριθμ. πρωτ. …11-11-2010 και δ/14-1-2010 έγγραφα) και βαίνοντας με ταχύτητα πέραν του ως άνω επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, ενώ, ας σημειωθεί, ο ίδιος υπολογίζει στα 90 χιλιόμετρα ανά ώρα (βλ. προανακριτική του κατάθεση) τουλάχιστον, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο, αφού προσέκρουσε με το μπροστινό αριστερό τμήμα του στο εκεί υπάρχον, αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνσή του, διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας τσιμεντένιο στηθαίο και αφού σύρθηκε πλαγίως, ακινητοποιήθηκε σχεδόν κάθετα μεταξύ των αριστερής και μεσαίας λωρίδων κυκλοφορίας της οδού. Στη συνέχεια ο οδηγός αυτός βγήκε από το όχημά του, κατευθύνθηκε αριστερά αυτού, πλησίον του ως άνω στηθαίου… “μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο” (βλ. κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Δ. Ι.) και μετά έβγαλε “από το πορτ-μπαγκάζ το προειδοποιητικό τρίγωνο κινδύνου και ένας έτερος οδηγός (πήρε) το τρίγωνο από τα χέρια του με σκοπό να το τοποθετήσει σε μία απόσταση περίπου 50 μέτρα, με κίνδυνο και αυτός της ζωής του” (βλ. κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Σ. Κ.) και το οποίο (τρίγωνο) στη συνέχεια διερχόμενο όχημα παρέσυρε” (βλ. κατάθεση του μάρτυρα Δ. Ι.) ενώ, ας σημειωθεί, δεν βρέθηκε από την τροχαία (βλ. την έκθεση αυτοψίας αυτής με την παρατήρηση ότι ο οδηγός του πρώτου οχήματος “ανέφερε ότι είχε τοποθετήσει προειδοποιητικό τρίγωνο ασφαλείας”). Αργότερα και περί ώρα 01.40 ο πέμπτος ενάγων Δ. Σ. οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο συγκυριότητας του ιδίου και του έκτου ενάγοντος, εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού αυτής, με την ίδια, προς Αθήνα, κατεύθυνση.
Αυτός, αντιληφθείς το ως άνω ακινητοποιημένο όχημα, προέβη εγκαίρως σε “τροχοπέδηση” του οχήματός του (βλ. κατάθεση του Α. Σ.) και τελικά σταμάτησε αυτό (όχημα) επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και σε απόσταση τριών (3) περίπου μέτρων πίσω από το πρώτο, ακινητοποιημένο, όχημα. Τότε και περί ώρα 01.43, ο δεύτερος εναγόμενος Λ. Λ. (L. L.) οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ήταν για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη ασφαλισμένο στην πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, έβαινε και αυτός στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της εθνικής οδού με κατεύθυνση προς Αθήνα και πίσω από το δεύτερο όχημα. Ο τελευταίος, οδηγώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού βρέθηκε ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 0,97 γρ. ανά λίτρο αίματος (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. … 11-11-2010 έκθεση) δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τα ανωτέρω σταματημένα οχήματα και βαίνοντας με ταχύτητα άνω του επιτρεπομένου ορίου και δη με εκείνη των “110-120 χιλιομέτρων ανά ώρα” (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την τροχαία πραγματογνώμονα Ε. Μ.), δεν μπόρεσε να αποφύγει την πρόσκρουση και με το μπροστινό αριστερό τμήμα του οχήματός του επέπεσε στο πίσω δεξιό τμήμα του δευτέρου οχήματος, το οποίο, ωθούμενο προς τα εμπρός και αριστερά, στη συνέχεια προσέκρουσε στο διαχωριστικό στηθαίο της ΝΕΟ και περιστρεφόμενο, ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με το μπροστινό του τμήμα να βρίσκεται αντίθετα προς την κατεύθυνση που ακολουθούσε, ενώ το τρίτο όχημα, κινούμενο και αυτό προς τα αριστερά, ακινητοποιήθηκε διαγώνια στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, μεταξύ του στηθαίου και του πρώτου οχήματος.
Αποτέλεσμα του ως άνω τροχαίου ατυχήματος ήταν α) να τραυματισθεί η επιβαίνουσα στο δεύτερο όχημα Ε. Μ., συγγενής των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης εναγόντων, από δε τα τραύματά της αυτά, ως μόνη ενεργή αιτία, να επέλθει και περί ώρα 02.30 ο θάνατός της, β) να τραυματισθούν ο έκτος ενάγων, συνοδηγός στο δεύτερο όχημα, καθώς και οι έβδομη και όγδοη ενάγουσες, που επέβαιναν στο ίδιο όχημα και γ) να καταστραφεί ολοσχερώς το όχημα αυτό (δεύτερο) συνιδιοκτησίας των πέμπτου και έκτου εναγόντων. Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική (συν)υπαιτιότητα των οδηγών των πρώτου και τρίτου οχημάτων, των οποίων η κατά τα ανωτέρω οδική συμπεριφορά συνιστά αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες συνθήκες ο συνετός και προσεκτικός οδηγός και η οποία (συμπεριφορά) προκάλεσε το ατύχημα. Ειδικότερα ο οδηγός του πρώτου οχήματος Φ. Β. από αμέλειά του συνισταμένη στη μη προσήλωσή του στην οδήγηση εκινείτο όχι, ως όφειλε, με ταχύτητα εντός του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας των 100 χιλιομέτρων βάσει της ως άνω πινακίδας, που είχε τοποθετηθεί 200 μέτρα περίπου πριν από το σημείο του ατυχήματος αλλά αντίθετα πήγαινε με ταχύτητα πέραν του ορίου αυτού και δεν είχε ρυθμίσει, ως έπρεπε, εν όψει και των ως άνω επικρατουσών της οδού συνθηκών (ήταν νύκτα) την ταχύτητα αυτού (οχήματος), ώστε να είναι σε θέση να ανακόψει οποτεδήποτε την πορεία του οχήματός του και μη έχοντας τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού (άρθρα 19 και 20 Κ.Ο.Κ.), ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς, με αποτέλεσμα, όταν αναγκάστηκε, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, να “αποφύγει αιφνίδιο εμπόδιο που αντιλήφθηκε στην πορεία του” (βλ. προτάσεις του), γεγονός για το οποίο, να τονιστεί, ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά ότι “για άγνωστο λόγο” έχασε τον έλεγχο του οχήματός του (βλ. προανακριτική του κατάθεση), αυτός (οδηγός) δεν μπόρεσε πράγματι να ανακόψει την πορεία αυτού (οχήματος). Επίσης, και μετά την ακινητοποίηση του οχήματός του, δεν προέβη, ως όφειλε και μπορούσε σε κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να μετακινήσει βοηθούμενος και από τους παρισταμένους οδηγούς άλλων οχημάτων, που έσπευσαν σε βοήθεια, το όχημά του στο άκρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, διευκολύνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους οδηγούς των διερχομένων οχημάτων που έβαιναν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού να παρακάμψουν από δεξιά ευκολότερα το όχημά του, ενώ η μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας θα ήταν ελεύθερη για τα ερχόμενα στην λωρίδα αυτή κυκλοφορίας οχήματα. Αλλά, και σε κάθε περίπτωση, δεν προέβη, ως έπρεπε (άρθρο 29 παρ. 3 Κ.Ο.Κ.) στην τοποθέτηση τριγωνικής πινακίδας σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή της ειδικής προειδοποιητικής συσκευής σε κατάλληλη θέση, ανάβοντας τα φώτα θέσης του οχήματός του, ενώ η τοποθέτηση του τριγώνου σε απόσταση 50 μέτρων πίσω από το όχημά του, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε, μετά την παράσυρσή του, μέτρο ανεπαρκές. Σημειώνεται ότι ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά “ενεργοποίησα τα φώτα έκτακτης ανάγκης” (βλ. έγγραφο), γεγονός που καταδεικνύει ότι μπορούσε να προβεί στην ενέργεια αυτή (δηλ. τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά), πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι, μη συνοδευόμενος από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, απορριπτέος ως αναληθής. Όσον δε αφορά τον οδηγό του τρίτου οχήματος, αυτός από αμέλειά του συνισταμένη στη μη προσήλωσή του στην οδήγηση εκινείτο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος, οδηγώντας με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, και δεν ρύθμισε την ταχύτητα με την οποία έβαινε ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο δυνάμενο να προβλεφθεί, ενώ, κινούμενος πίσω από άλλο όχημα, δεν τηρούσε, ως υποχρεούτο, αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης στην περίπτωση που το προπορευόμενό του όχημα μείωνε αιφνίδια την ταχύτητά του ή διέκοπτε την πορεία του (άρθρα 12, 19 Κ.Ο.Κ.), ενόψει και της “περιορισμένης ορατότητας λόγω της στροφής και του προχωρημένου της ώρας” (βλ. υπόμνημά του).
Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του ήταν να μην αντιληφθεί έγκαιρα το ως άνω πριν από αυτό βαίνον (δεύτερο) όχημα, το οποίο είχε ήδη διακόψει την πορεία του, ώστε με επιτυχή τροχοπέδηση να διακόψει την πορεία και του δικού του οχήματος, πίσω από το δεύτερο αυτό όχημα, ή να προβεί σε αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό που μπορούσε να κάνει, ώστε, μπαίνοντας στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, να αποφύγει την πρόσκρουση στο δεύτερο αυτό όχημα. Αντίθετα ο επαναφερόμενος ισχυρισμός των εναγομένων ότι δηλαδή αποκλειστικός υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ενάγων είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, δεδομένου ότι δεν βαρύνει κάποιο ποσοστό συνευθύνης τον οδηγό αυτό, ο οποίος αφενός μεν έβαινε με ταχύτητα μικρότερη του ως άνω ορίου και αφετέρου σταμάτησε κανονικά πίσω από το ως άνω πρώτο ακινητοποιημένο όχημα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την ως άνω ένσταση της πέμπτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (ο δεύτερος εναγόμενος ήταν απών και ως προς τους λοιπούς απορρίφθηκε η αγωγή για το λόγο ότι δεν υπάρχει συνευθύνη του οδηγού του πρώτου οχήματος) δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης της εκκαλούσας ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας. Όμως το δικαστήριο εκείνο έσφαλε κατά την κρίση του ότι δεν βαρύνει κάποια υπαιτιότητα τον οδηγό του πρώτου οχήματος, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης των εκκαλούντων – εναγόντων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι έκτος, έβδομη και όγδοη ενάγοντες, τραυματισθέντες κατά το ατύχημα, μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής …”, όπου διαπιστώθηκε ότι αυτοί είχαν υποστεί α) ο έκτος ενάγων Δ. Σ. κάκωση κεφαλής, τραύμα τριχωτού κεφαλής και ρωγμώδη κατάγματα της δεξιάς εγκάρσιας απόφυσης των 01 και 02 σπονδύλων, β) η έβδομη ενάγουσα Κ. Μ. κάκωση κεφαλής με περιτραυματική απώλεια αισθήσεων, θλαστικό τραύμα μετωπιαίας χώρας, στο οποίο έγινε συρραφή, κάκωση άνω ημιθωρακίου αριστερά και κάκωση ΑΜΣΣ. Αυτή εξήλθε αυθημερόν, αφού τοποθετήθηκε κολάρο, τύπου Philadelphia και γ) η όγδοη ενάγουσα Μ. Γ. κάκωση κεφαλής, βαθύ θλαστικό τραύμα μετώπου (AP), κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, κάκωση δεξιάς κνήμης, κάκωση θώρακος, κάκωση δεξιού ώμου, δεξιού ισχίου, κάταγμα φατνιακής απόφυσης, πιθανόν κάταγμα γενίου. Αυτή παρέμεινε νοσηλευόμενη στο …” από την 4-10-2010 ως την 12-10-2010, υποβλήθηκε σε συρραφή του θλαστικού τραύματος κατά στρώματα και πιεστική περίδεση, τοποθέτηση κολάρου τύπου Philadelphia και τριγωνική ανάρτηση (ΑΕ) άνω άκρου, το δε κάταγμα της γνάθου αντιμετωπίσθηκε με τοποθέτηση συρμάτινης περίδεσης. Όσον αφορά την εκ μέρους των τρίτης και έκτης εναγομένων εταιρειών προβληθείσα ένσταση συνευθύνης των τραυματισθέντων εναγόντων και της θανούσας (300 ΑΚ) για το λόγο ότι αυτοί δεν φορούσαν ζώνη ασφαλείας είναι απορριπτέος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί δεν είχαν πράγματι προσδεθεί με τέτοια ζώνη… Επίσης οι τραυματισθέντες ως άνω ενάγοντες συνεπεία του ατυχήματος (αδικοπραξία) υπέστησαν ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούνται κατά νόμον (άρθρα 299, 932 ΑΚ) εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Η ικανοποίηση δε αυτή ανέρχεται, ενόψει ιδίως των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, της αποκλειστικής (συν)ευθύνης των οδηγών των ζημιογόνων οχημάτων, της κοινωνικής θέσης των διαδίκων φυσικών προσώπων και οικονομικής κατάστασης των τελευταίων και της τρίτης εναγόμενης εταιρείας, των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας χωρίς να υπολογίζεται το ποσό των 5,5 ευρώ που επιφυλάχθηκαν να ζητήσουν, ασκώντας πολιτική αγωγή, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, στο ποσό των 6.000 ευρώ και αναφορικά με τον έκτο ενάγοντα, στο ποσό των 5.000 ευρώ αναφορικά με την έβδομη ενάγουσα και στο ποσό των 8.000 ευρώ αναφορικά με την όγδοη ενάγουσα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του για την ίδια αιτία επιδίκασε τα ποσά των 2.500 ευρώ στον έκτο ενάγοντα, των 2.500 ευρώ στην έβδομη ενάγουσα και των 8.000 ευρώ στην όγδοη ενάγουσα έσφαλε στην κρίση του αυτή, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας αναφορικά με τους έκτο και έβδομη ενάγοντες, ενώ είναι απορριπτέοι οι λόγοι των εφέσεων ως προς την όγδοη ενάγουσα. Αντίθετα ο πέμπτος ενάγων δεν δικαιούται κάποιο ποσό για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για το λόγο ότι αυτός δεν υπέστη κάποιο τραυματισμό (ούτε άλλωστε ζητάει κάτι τέτοιο). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 450 ευρώ έσφαλε κατά το βάσιμο περί τούτου λόγω της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η αιφνίδια θανάτωση της Ε. Μ., γεννηθείσας το έτος 1987, τέκνου των πρώτων και της δεύτερης εναγόντων, αδελφής της τρίτης ενάγουσας και εγγονής της τέταρτης ενάγουσας, συνετάραξε κυρίως το συναισθηματικό και ψυχικό κόσμο αυτών (εναγόντων), οι οποίοι διατηρούσαν άριστες σχέσεις με το θύμα και αποτελούσαν μία οικογένεια. Λαμβανομένων δε υπόψιν των συνθηκών τέλεσης του αδικήματος, την αποκλειστική (συν)υπαιτιότητα των οδηγών των ζημιογόνων οχημάτων, την κοινωνική θέση των διαδίκων φυσικών προσώπων, την οικονομική κατάσταση των τελευταίων και της τρίτης εναγόμενης εταιρείας [η ευθύνη των ασφαλιστικών εταιρειών είναι εγγυητική] τα διδάγματα της ανθρώπινης πείρας και τα εν γένει προσδιοριστικά του άρθρου 932 ΑΚ στοιχεία, αυτοί υπέστησαν ψυχική οδύνη για θανάτωση της προσφιλούς τους συγγενούς, γι’ αυτό και πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς να περιλαμβάνεται το ποσό των 5,5 ευρώ που επιφυλάχθηκαν να ζητήσουν, ασκώντας πολιτική αγωγή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και δη α) το ποσό των 60.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες, β) το ποσό των 25.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα, γ) το ποσό των 18.000 ευρώ στην τέταρτη ενάγουσα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση τους επιδίκασε 100.000 ευρώ σε καθένα από τους γονείς της θανατωθείσας, 60.000 ευρώ στην αδελφή της και 20.000 ευρώ στην γιαγιά της έσφαλε, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων -εναγόντων. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο πέμπτος ενάγων συνδεόταν με το θύμα με σχέση μνηστείας καθ’ όσον κανείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν κατέθεσε κάτι σχετικά με μνηστεία αυτών, γι’ αυτό και το νομίμως αιτούμενο ποσό των 150.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο και όπως απορρίφθηκε ορθά και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος πέμπτου ενάγοντος, ενώ, σημειώνεται, ότι δεν προέκυψε, έστω, και ότι αυτοί συζούσαν σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης, με πρόθεση μελλοντικής σύναψης γάμου”.
Α) Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων της από 20-1-2017 αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “…” κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχαν ασκήσει αυτοί κατά της αναιρεσειούσης, αφού κρίθηκε τότε ότι ο οδηγός του υπ’ αριθμ. … ΕΙΧ αυτοκινήτου Φ. Β. που ήταν ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα δεν ήταν υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα, για το οποίο με το Εφετείο στη συνέχεια κρίθηκε συνυπαίτιος ο ίδιος οδηγός Φ. Β. μαζί με τον άλλον οδηγό Λ. Λ. που είχε κριθεί από το Πρωτοδικείο αποκλειστικά υπαίτιος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. και 19 παρ. 1, 2 εδ. 20 παρ. 2, 7 και 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την συγκλίνουσα υπαιτιότητα των δύο εμπλακέντων οδηγών Φ. Β. και Λ. Λ., σε τρόπο ώστε κάθε μία από τις δύο υπαίτιες συμπεριφορές να βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα και μάλιστα κατά τρόπο ανεξάρτητο κάθε μία από τις δύο συμπεριφορές πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας και συνυπαίτιας αντίστοιχα αμελούς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, που συνετέλεσε αιτιωδώς στο επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα κατά τρόπο ώστε κάθε μία από αυτές τις δύο αμελείς συμπεριφορές να μην εξαρτάται και να μην αναιρείται ολοκληρωτικά από την άλλη και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και ως προς την αναιρεσείουσα της από 20-1-2017 αίτησης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “…”. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ίδια αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, από 20-1-2017, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφόσον με τις πιο πάνω παραδοχές δεν διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην αμελή συμπεριφορά του οδηγού Φ. Β. και στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου και των σωματικών βλαβών των παραπάνω παθόντων, η δε συμπεριφορά του ίδιου αυτού οδηγού (παραμονή του αυτοκινήτου του στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της Ε.Ο. και δημιουργία εκ των πραγμάτων εμποδίου για την ομαλή κυκλοφορία) υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος παράγοντες, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν το ίδιο αποτέλεσμα, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ’ αυτό και άλλοι παράγοντες, όπως η συγκλίνουσα αμέλεια του άλλου υπαίτιου οδηγού Λ. Λ., αφού η παρεμβαλλόμενη μεταγενέστερα κατά χρόνο συμπεριφορά του δευτέρου αυτού οδηγού δεν καθιστά ανενεργή από άποψη αιτιώδους συνάφειας την προηγηθείσα αμελή συμπεριφορά του πρώτου υπαίτιου οδηγού Φ. Β..
Β) Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο επεδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσείοντες της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης και ενάγοντες αντίστοιχα: στον πρώτο Α. Μ. και στην δεύτερη Α. Μ., γονείς της θανατωθείσας θυγατέρας τους Ε. Μ. από 60.000 ευρώ στον καθένα, στην τρίτη Σ. Μ., αδελφή της θανατωθείσας 25.000 ευρώ και στην τετάρτη αρχικά ενάγουσα και ήδη θανούσα Μ. Λ., γιαγιά της θανατωθείσας 18.000 ευρώ. Εξάλλου, επεδίκασε επίσης το Εφετείο ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό τους, στον έκτο Α. Σ. 6.000 ευρώ, στην έβδομη Κ. Μ. και στην όγδοη Μ. Γ. 8.000 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση των παραπάνω αναιρεσειόντων της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης αντίστοιχα, στα ποσά αυτά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική (ΑΠ 944/2017), και την συνείδηση για το δίκαιο δεν υπερτερούν, και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 , 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος και 932 ΑΚ προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στα παραπάνω πρόσωπα ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από το θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους Ε. Μ., αλλά και λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό ορισμένων από αυτούς κατά τα προαναφερθέντα, τα επίμαχα ποσά, τα οποία όμως είναι κατά τους αναιρεσείοντες δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες του συγκεκριμένου τροχαίου ατυχήματος.
Περαιτέρω, ο ίδιος πρώτος λόγος της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και κατά το άλλο μέρος του από τον αριθμ. 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., εφόσον με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασής του, το Εφετείο καλύπτει χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος και 932 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Γ) Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις οποίες το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων της από 20-1-2017 αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας “…”, κατά της 479/2013 πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο οδηγός του υπ’ αριθμ. … ΦΙΧ αυτοκινήτου Λ. Λ., αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, και στη συνέχεια έκρινε το Εφετείο και τον οδηγό του υπ’ αριθμ. … ΕΙΧ αυτοκινήτου Φ. Β., ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία “…”, συνυπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, στη συνέχεια δε επεδίκασε το Εφετείο τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, και 19 παρ. 1, 2 εδ. α’ . 20 παρ. 2, 7 και 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα και των δύο πιο πάνω εμπλακέντων οδηγών και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε από την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών, κάθε μία των οποίων δεν αναιρεί την άλλη, παρά την χρονική ακολουθία, που εντοπίζεται στις δύο αμελείς συμπεριφορές, αλλά και το αιτιολογημένο της επιδικάσεως των πιο πάνω χρηματικών ποσών ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με τον δεύτερο λόγο του από 20-1-2017 αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του Κ.Ο.Κ. που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και ούτε αναιρείται ο αιτιώδης σύνδεσμος των δύο αμελών συμπεριφορών προς το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Δ) Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ’ αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού Φ. Β., που οδηγούσε το υπ’ αριθμ. … ΕΙΧ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και της αιτιώδους συνάφειας της ίδιας συνυπαιτιότητας προς το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε από την παρεμβαλλόμενη συμπεριφορά του άλλου εμπλακέντος οδηγού Λ. Λ., η οποία δεν κατέστησε ανενεργή την προηγηθείσα αμελή συμπεριφορά του Φ. Β. και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και τα περί αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι: α) η προηγηθείσα αμελής συμπεριφορά του οδηγού Φ. Β. κατέστη ανενεργής με την μεταγενέστερη κατά χρόνο αμελή συμπεριφορά του οδηγού Λ. Λ. και β) το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος Δ. Σ. και προπορευόταν του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Λ. Λ. εγκαίρως τροχοπέδησε και στάθμευσε σε απόσταση τριών περίπου μέτρων πίσω από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Φ. Β. και ήταν σταθμευμένο στο οδόστρωμα μετά την εκτροπή του με τις πιο πάνω συνθήκες, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι η υπαιτιότητα του οδηγού Φ. Β. εντοπίζεται στο ότι ενώ με την προηγηθείσα αμελή κατά την οδήγηση συμπεριφορά του, οδήγησε στην εκτροπή του αυτοκινήτου του και στην ακινητοποίησή του επί του οδοστρώματος δημιουργώντας εμπόδιο για τους λοιπούς οδηγούς για τους οποίους δημιούργησε ανασφαλείς συνθήκες κυκλοφορίας, δεν προέβη όπως όφειλε και μπορούσε σε κάθε δυνατή προσπάθεια για να μετακινήσει, βοηθούμενος και από τους παρισταμένους οδηγούς άλλων οχημάτων που έσπευσαν σε βοήθεια, το όχημά του στο άκρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, ενώ επί πλέον παρέλειψε να θέσει σε λειτουργία τα φώτα θέσης του οχήματός του, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ε) Στην προκειμένη περίπτωση με τις προαναφερθείσες παραδοχές του στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε το αγωγικό κεφάλαιο του πέμπτου αναιρεσείοντος της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης Δ. Σ. για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για την θανάτωση της αρραβωνιαστικιάς του Ε. Μ.. Το Εφετείο απέρριψε το αγωγικό αυτό κεφάλαιο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, “γιατί από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη σχέση μνηστείας, αλλά και γιατί δεν προέκυψε έστω η συμβίωση του αναιρεσείοντος με τη θανούσα με πρόθεση τη μελλοντική σύναψη γάμου”. Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες απέρριψε τον λόγο της έφεσης του πέμπτου αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 932 εδ. 3 και 1346 ΑΚ, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, ο τελευταίος λόγος της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης κατά το ένα μέρος του από τον αριθμ. 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. κρίνεται αβάσιμος. Εξ άλλου ο ίδιος λόγος κατά το άλλο μέρος του από τον αριθ. 12 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., που στηρίζεται στο γεγονός ότι το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στο τεκμήριο που συνήγαγε εσφαλμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στο Εφετείο από τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, όπου οι μάρτυρες δεν χρησιμοποίησαν τις λέξεις μνηστός ή αρραβωνιαστικός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκινητικά ατυχήματα, στην οποία συνεκτιμώνται όλα τα αποδεικτικά μέσα χωρίς να αποδίδεται σε κανένα από αυτά ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη.
Πρέπει επομένως να απορριφθούν και οι δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις ως αβάσιμες, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκησή τους στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης ως ηττώμενοι, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κάθε αναίρεσης (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 7-3-2016 και 20-1-2017 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 2957/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη επί της από 7-3-2016 αίτησης αναίρεσης αναφορικά με το δεύτερο αναιρεσίβλητο Λ. Λ..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες κάθε μιας των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη των αντίστοιχων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για κάθε αναίρεση στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
tetravivlos.gr
