Παγίως στη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων επαναλαμβάνεται στερεότυπα η θέση ότι «… οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές, μετά την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ, δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη…» (Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1294/2017, ΑΠ 410/2016, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1699/2014, ΑΠ 215/2013, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 410/2010, ΑΠ 443/2009, ΑΠ 1777/2008, ΑΠ 987/2008, ΑΠ 1447/2007, ΑΠ 580/2001, ΑΠ 867/1996, ΑΠ 182/1995, ΜονΕφΛαρ 141/2017, ΤριμΕφΛαρ 32/2016, ΜονΕφΠειρ 4/2015, όλες σε ΤΝΠ –ΔΣΑ) .
Παρατηρείται, ωστόσο, τα τελευταία χρόνια μια προσπάθεια του Ακυρωτικού να διασώσει το κύρος της ενότητας της έννομης τάξης από την ταυτόχρονη συνύπαρξη αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο βιοτικό συμβάν μεταξύ των πολιτικών και των ποινικών δικαστηρίων. Όσον αφορά στις αθωωτικές αποφάσεις, υπό το φως της πρόσφατης νομολογίας του ΕΔΔΑ, διαμορφώνεται μια νομολογιακή τάση, η οποία, με ευθεία επίκληση των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων που κατοχυρώνουν το τεκμήριο αθωότητας, δέχεται ότι η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου που καταδικάζει λ.χ. σε αποζημίωση τον εναγόμενο, παρά το γεγονός ότι αυτός έχει αμετακλήτως αθωωθεί για το ίδιο βιοτικό συμβάν από τα ποινικά δικαστήρια, δημιουργεί ανεπίτρεπτα αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουσα κατά τον τρόπο αυτό το τεκμήριο της αθωότητάς του.
Επιπρόσθετα, όσον αφορά στις καταδικαστικές αποφάσεις, στην περίπτωση, που το πολιτικό δικαστήριο απορρίψει την συναφή αγωγή αποζημίωσης, ελέγχεται κατά πόσον αυτό αντέκρουσε με ειδική αιτιολογία το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.
Η περίπτωση αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.
Σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του ο Άρειος Πάγος, επικαλούμενος ευθέως το άρθρ. 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρ. 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κατοχυρώνουν το τεκμήριο αθωότητας (Βλ. αναλυτικότερα επ’ αυτού αντί άλλων Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης4, έκδ. 2012, σελ. 222επ. μ.π.π. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο3, έκδ. 2007, σελ. 29, Αλεξιάδης, Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, ΕΕΕυρΔ 1986, σελ. 35επ., Κάβουρας, Το τεκμήριο αθωότητας, έκδ. 1993), δέχθηκε τους προβληθέντες εκ του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚπολΔ λόγους αναιρέσεως (Αποφεύγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, μεταξύ άλλων, και τα ζητήματα του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρ. 559 αρ. 16 ΚΠολΔ), και αναίρεσε αποφάσεις που υποχρέωναν σε αποζημίωση πρόσωπα, προγενέστερα αμετακλήτως αθωωθέντα για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν.
Ειδικότερα, με την υπ’ αρίθμ. 715/2017 απόφασή του, δέχθηκε ο Άρειος Πάγος τα ακόλουθα, αναιρώντας την προσβαλλόμενη απόφαση: «… κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, “παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του”. Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι “Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”. Με τις τελευταίες αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ. κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. κατά Νορβηγίας, αριθμ. προσφυγής …/97 ).
Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 1364/2011). Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης εις βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της ενότητας της έννομης τάξης να δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του (ΕΔΔΑ, O. κατά Νορβηγίας απόφαση της 15-5-2008, §§ 51 επ., αριθμ. προσφυγής …/2004). Γενικότερα, το τεκμήριο αυτό και κατ’ επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου…».
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εστίαση του δικαστηρίου στην προσβολή της φήμης του ενδιαφερόμενου και στον τρόπο, με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό, προωθώντας έτι περαιτέρω τη συλλογιστική σχετικά με την παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Παρόμοια κρίση είχε εκφέρει το Ακυρωτικό και στην υπ’ αρίθμ. 1652/2013 απόφασή του (Δημοσιευμένη περιληπτικά σε ΝοΒ 2014, σελ. 616 και ολόκληρη στην ιστοσελίδα του δικαστηρίου), με την οποία επίσης αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δέχθηκε, χαρακτηριστικά τα εξής: «… Εξ άλλου κατά το άρθρ. 6§2 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι νομίμως να αποδειχθεί η ενοχή του. Ταυτόσημη είναι και η διατύπωση της διάταξης του άρθρ. 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που ορίζει ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο. Με τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις αυτές δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και σε κάθε άλλη διαδικασία, στην οποία κρίνονται ζητήματα αστικής, διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης που τον αφορούν [ΕΔΔΑ 19.5.2005, Διαμαντίδης κατά Ελλάδος (71563/2001)]. Έτσι δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του( ΑΠ 1364/2011).
Γενικότερα το τεκμήριο αυτό και κατ’ επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚπολΔ, όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου [ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος (35522/2004), ΝοΒ 2008.457,ΕΔΔΑ 25.9.2008, Παραπονιάρης κατά Ελλάδος (42132/2006), ΝοΒ 2009.173]…
Όπως προκύπτει από τις παραπομπές των άνω αποφάσεων στην από 27.09.2007 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, αυτή η ελληνικού ενδιαφέροντος απόφαση φέρεται να αποτέλεσε το έναυσμα για τη νομολογιακή «μεταστροφή». Είναι χαρακτηριστική η υπ’ αρίθμ. 39 σκέψη του Δικαστηρίου του Στρασβούργου στην υπόθεση αυτή, κατά την οποία «…το διατακτικό μιας αθωωτικής απόφασης πρέπει να τηρείται από κάθε άλλη αρχή η οποία αποφαίνεται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο επί της ποινικής ευθύνης του ενδιαφερόμενου…». Συνάγεται, συνεπώς, το επιχείρημα ότι τέτοιου είδους αρχή αποτελεί και το πολιτικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα των αστικών αξιώσεων του παθόντος κατά του ήδη αμετακλήτως αθωωθέντος από τα ποινικά δικαστήρια εναγόμενου. Δεν επιτρέπεται, επομένως, αυτό το δικαστήριο ως αρχή να παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας του εναγόμενου, αποδεχόμενο την αγωγή αποζημίωσης εναντίον του για πράξη, για την οποία αυτός έχει αμετάκλητα αθωωθεί από τα ποινικά δικαστήρια.
Κατ’ αποτέλεσμα, πάντως, ουδεμία διαφοροποίηση παρατηρείται. Άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή, και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του στρεφόμενη αγωγή αποζημίωσης, δίχως την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, λόγω του ότι ως πολιτειακή αρχή, οφείλει να μην δημιουργεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη αθώωση του κατηγορουμένου, προσβάλλοντας τη φήμη του. Παραμένει, ωστόσο, ισχυρή και η αντίθετη θέση (Βλ. ενδ. ΑΠ 1716/2012, ΕφΛαρ 141/2017, ΕφΛαρ 172/2016, ΕφΠειρ 4/2015, όλες σε ΤΝΠ –ΔΣΑ), η οποία επαναλαμβάνει την πάγια νομολογία περί μη δέσμευσης των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, απαντώντας ότι ερμηνεία αντίθετη δεν μπορεί να συναχθεί από υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.
Η περίπτωση καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.
Πάγια νομολογία (Βλ. ενδ. ΑΠ 808/2017, ΑΠ 806/2017,ΑΠ 107/2016, ΑΠ 33/2015, ΑΠ 161/2013, ΑΠ 1059/2007, ΑΠ 1843/2006, ΑΠ 1046/2006, ΑΠ 246/2006, ΑΠ 159/2006, ΑΠ 1590/2003, ΑΠ 102/2003, ΑΠ 439/2002, ΑΠ 249/2002, ΤΝΠ –ΔΣΑ, πρβλ. ΑΠ 1304/2013) έχει διαμορφωθεί από τον Άρειο Πάγο και στην έτερη περίπτωση δυσαρμονίας, όταν δηλ. το πολιτικό δικαστήριο καταλήγει σε αντίθετο πόρισμά από το ποινικό δικαστήριο, το οποίο είχε προγενέστερα αμετακλήτως καταδικάσει τον κατηγορούμενο –εναγόμενο για το ίδιο βιοτικό συμβάν.
Εν όψει της αδυναμίας ρητής επίκλησης της οιασδήποτε φύσης δεσμευτικής ενέργειας από την αμετάκλητη ποινική καταδικαστική απόφαση, ανευρέθηκε η πρακτική οδός του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρ. 559 αρ. 11γ’ ΚπολΔ (μη λήψη υπ’ όψιν νομίμως επικληθέντος και προσαχθέντος από τους διαδίκους αποδεικτικού μέσου). Η αιτιολογία αποδοχής του λόγου αναιρέσεως έχει σχεδόν πανομοιότυπα ως εξής: «… το Εφετείο, παρόλο που δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό της [της ποινικής καταδικαστικής απόφασης] και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με την τελευταία πόρισμα, έπρεπε, ενόψει της σοβαρότητας του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, να το αντικρούσει….».Επομένως, μολονότι ο Άρειος Πάγος αναγνωρίζει τη δυνατότητα στο πολιτικό δικαστήριο να καταλήξει σε αντίθετο πόρισμα από αυτό του ποινικού δικαστηρίου, και άρα δεν αποδέχεται κάποιου είδους δεσμευτική ενέργεια της ποινικής απόφασης, εντούτοις ανυψώνει την αποδεικτική της εμβέλεια σε τέτοιο βαθμό, απαιτώντας αναλυτική αντίκρουσή της, και ρητή, ειδική αιτιολόγηση της αντίθετης θέσης του πολιτικού δικαστηρίου (Αξίζει να σημειωθεί ότι η λύση αυτή ομοιάζει με την πρόταση Ράμμου στις κοινές συνεδριάσεις των Επιτροπών Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας, πριν τη θέση σε ισχύ των ΚΠολΔ και ΚΠΔ, ο οποιος είχε προτείνει να εκφρασθεί ρητά στο νόμο ότι οι δικαστικές αποφάσεις έχουν ισχύ δημοσίου εγγράφου, και άρα αν το δικαστήριο της άλλης δικαιοδοσίας αποφαίνεται διαφορετικά να απαιτείται ειδική αιτιολογία και αντίκρουση της προγενέστερης απόφασης).
Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι απαντούν στη νομολογία του Ακυρωτικού περιπτώσεις, όπου αναιρούνται αποφάσεις λόγω μη ειδικής αντίκρουσης και προγενέστερης αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «… από την έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην παραπάνω ποινική απόφαση δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και την παραπάνω αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αντικρούοντας, όπως θα έπρεπε την απαλλακτική κρίση αυτού…» (Βλ. ενδ. ΑΠ 851/2017, ΑΠ 1870/2014, ΑΠ 1139/2014, ΑΠ 667/2013, ΤΝΠ –ΔΣΑ, ΑΠ 704/2008, ΕΠολΔ 2008, σελ. 449 με παρατηρήσεις Μπαμπινιώτη, ΑΠ 674/2002, ΤΝΠ –ΔΣΑ) .
Το σκέλος της καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, με το οποίο επιδικάζονται οι αστικές αξιώσεις του πολιτικώς ενάγοντος.
Ειδικότερα προσέγγιση απαιτεί το σκέλος εκείνο των καταδικαστικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, με το οποίο αποφαίνεται το ποινικό δικαστήριο επί των αστικών αξιώσεων του πολιτικώς ενάγοντος. Σύμφωνα με το άρθρ. 67 παρ. 1 ΚΠΔ «αν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, η πολιτική αγωγή που κρίθηκε ήδη από το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί πια να ασκηθεί στο πολιτικό, παρά μόνον της την εκκαθάριση των ζημιών που γεννήθηκαν μετά την καταδικαστική απόφαση». Κατά την απολύτως κρατούσα άποψη στη νομολογία του Αρείου Πάγου, εκ της διάταξης του άρθρου 67 ΚΠΔ συνάγεται ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας διά της πολιτικής αγωγής απαίτησης παράγει δεδικασμένο το οποίο αποκλείει την εκ νέου επιδίωξη της ικανοποίησης της ίδιας απαίτησης με αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (Βλ. ΑΠ 1067/2009, ΕΠολΔ 2010, σελ. 737επ. με παρατηρήσεις Μπαμπινιώτη, ΑΠ 1189/2004, αδημ., ΑΠ 374/2001, ΕλλΔνη 2002, σελ. 157, ΑΠ 1474/2000, ΕλλΔνη 2001, σελ. 684, ΑΠ 1044/2000, ΕλλΔνη 2001, σελ. 388: «…Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 επ. ΚΠοινΔ και 321, 322, 325 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου που έκρινε επί πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης παράγουν δεδικασμένο κατά την έννοια των άρθ. 321, 324 του ΚΠολΔ…», πρβλ. ΕφΛαρ 113/2014, ΕλλΔνη 2014, σελ. 1692-1696 με παρατηρήσεις Αλαπάντακαι Στασινόπουλου, ΠολΠρωτΠειρ 1239/2014, ΕΠολΔ 2015, σελ. 81-86 με παρατηρήσεις Γιαννακάκι,βλ. επίσης Γεωργιάδησε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 932 αρ. 25, Πατεράκης, όπ.π., σελ. 410) .
Με τη θέση αυτή συντάσσεται και η θεωρία, παρατηρώντας μάλιστα ότι η δέσμευση του δεδικασμένου επενεργεί παρόλο που το ποινικό δικαστήριο κατά τη λειτουργία του κατά την οποία αποφαίνεται επί της πολιτικής αγωγής δεν δύναται να εκληφθεί ως πολιτικό (Βλ. Κονδύλης, Το δεδικασμένο κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας2, έκδ. 2007, σελ. 107, Μπαμπινιώτης, Παρατηρήσεις υπό ΑΠ 1067/2009, όπ.π., σελ. 737-739, Καλαβρός, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ3, έκδ. 2017, σελ. 449, Σινανιώτης, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ2, έκδ. 2006, σελ. 171επ., contraΜητσόπουλος, Πολιτική Δικονομία, Τεύχος Α’, σελ. 138, ΑΠ (Ποιν.) 1017/2012, Νομος: «…Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο…», πρβλ. Παπαδάκης, Η ισχύς του ποινικού δεδικασμένου ως προς την χρηματικήν ικανοποίησιν μετά τον ΚΠολΔ, Δ 1, σελ. 633επ.) .
Παγίως επίσης γίνεται δεκτό ότι το δεδικασμένο της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου περιορίζεται και αφορά στο μέρος εκείνο της απόφασης που είχε καταχθεί σε δίκη ενώπιόν του. Επομένως, η κριθείσα από το ποινικό δικαστήριο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρα 299, 932, 914 ΑΚ) δεν κωλύει την άσκηση στο πολιτικό δικαστήριο αγωγής για την υλική ζημία (άρθρα 297-298, 914 ΑΚ) και αντιστρόφως. Επιπρόσθετα, αν ο παθών εκ της αξιόποινης πράξης και δικαιούχος της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης περιόρισε το αντικείμενο της πολιτικής αγωγής του σε μέρος μόνον της απαίτησής του, επιφυλασσόμενος να επιδιώξει την ικανοποίηση του υπολοίπου με αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, και το ποινικό δικαστήριο επιδίκασε το αιτηθέν ποσό, εκείνος δεν εμποδίζεται να εγείρει αγωγή για το υπόλοιπο ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, κατ’ απόκλιση από την αρχή της εκκρεμοδικίας (άρθρ. 221-222 ΚΠολΔ) η διάταξη του άρθρου 66 ΚΠΔ αποτελεί εκδήλωση εξαιρετικής εύνοιας προς το θύμα της πράξεως, αφού, διευρύνοντας την έκταση της ευχέρειας του άρθρου 63 ΚΠΔ, παρέχει στον παθόντα το δικαίωμα να εισαγάγει την περί νομίμων αξιώσεων αγωγή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και όταν ακόμα την ήγειρε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, εφόσον δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση του τελευταίου. Μπορεί δηλ. οι δύο διαδικασίες να κινούνται παράλληλα, μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου, οπότε σε αυτήν την περίπτωση η πολιτική αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη και διατάσσεται η αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος.
Υπάρχει, ωστόσο, η ευχέρεια να ασκηθεί αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και παράλληλα να δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο για την αυτή κατά το είδος απαίτηση, όταν ο δικαιούχος της αξίωσης περιορίσει το αντικείμενο της πολιτικής αγωγής του σε μέρος μόνον της απαίτησής του, επιφυλασσόμενοςνα επιδιώξει την ικανοποίηση του υπολοίπου με αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο επιφυλασσόμενος, δικαιούται να εγείρει αγωγή για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Η επιφύλαξη αυτή δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται ρητά, αλλά μπορεί να συνάγεται και ερμηνευτικά όταν η παράσταση πολιτικής αγωγής γίνεται για συμβολικό ποσό προς υποστήριξη μόνον της κατηγορίας (Βλ. ΑΠ 940/2001, Νόμος, ΑΠ 1474/2000, ΕλλΔνη 2001, σελ. 684, ΕφΠατρ 156/2008, ΑχΝμλγ 2009, σελ. 58).
Στην περίπτωση πάντως της «μερικής» πολιτικής αγωγής η οποία γίνεται δεκτή από το ποινικό δικαστήριο, δεν δημιουργείται από την απόφασή του δεδικασμένο περαιτέρω και ως προς την προδικαστική βασική αδικοπρακτική έννομη σχέση εκ της οποίας απορρέει το τμήμα της απαίτησης που κατάγεται στην ποινική δίκη. Δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ, αφού το ποινικό δικαστήριο στερείται ήδη δικαιοδοσίας να αποφανθεί επ’ αυτής ως κύριου αντικειμένου δίκης (Βλ. ενδ. ΑΠ 1623/2012, ΧρΙΔ 2013, σελ. 353, ΕφΛαρ 113/2014, όπ.π., ΕφΠατρ 156/2008, όπ.π., ΠολΠρωτΣυρ 38/2015, Νόμος, Κονδύλης, όπ.π., σελ. 108-109).
Συμπερασματικά, λοιπόν, κατά τη νομολογία και την κρατούσα θέση στη θεωρία, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αυτό μετά την καταδικαστική του απόφαση αποδέχεται τις αξιώσεις του πολιτικώς ενάγοντος παράγει ενέργεια δεδικασμένου και δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή της ειδικής διάταξης του άρθρ. 67 παρ. 1 ΚΠΔ, μόνον στην περίπτωση που ο πολιτικός ενάγων εισήγαγε ολόκληρη και όχι τμήμα μόνον της απαίτησής του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, επιφυλασσόμενος, ρητά ή σιωπηρά, να επιδιώξει την ικανοποίηση του υπολοίπου τμήματος ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Στην περίπτωση δε αυτή που όντως ο δικαιούχος επιφυλάχθηκε, το πολιτικό δικαστήριο δε δεσμεύεται από την κρίση του ποινικού δικαστηρίου επί του προδικαστικού ζητήματος της έννομης σχέσης της αδικοπραξίας, διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρ. 331 ΚΠολΔ.
Αν, λοιπόν, μετά την έκδοση αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου που δέχεται την πολιτική αγωγή, ασκηθεί αγωγή για περαιτέρω αποζημίωση ή για επί πλέον χρηματική ικανοποίηση στο πολιτικό δικαστήριο, αυτό δεν δεσμεύεται από την ποινική απόφαση ως προς την τέλεση της αδικοπραξίας. Το πολιτικό δικαστήριο θα δικάσει εκ νέου την υπόθεση χωρίς να δεσμεύεται από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για το ότι ο εναγόμενος (κατηγορούμενος στην ποινική δίκη) τέλεσε υπαίτια την αδικοπραξία.
Χρήστος Γιαλαμάς, Ζητήματα από την δεσμευτική εμβέλεια των Δικαστικών Αποφάσεων μεταξύ πολιτικής και ποινικής Δίκης.
