(Περίληψη) Οι ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο, όμως είναι δυνατόν η ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ’ άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.Εν προκειμένω, απορρίπτονται οι προσφυγές των κατηγορουμένων κατά του κλητηρίου θεσπίσματος διά του οποίου παραπέμφθηκαν αυτοί να δικασθούν για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα, προκύπτει με απόλυτη βεβαιότητα ότι η επίδικη κατηγορία εξετέθη στους προσφεύγοντες και ότι αυτοί πληροφορήθηκαν την εν λόγω κατηγορία και ενημερώθηκαν γι’ αυτήν, ότι κατά την προανακριτική διαδικασία εφαρμόσθηκαν οι επιταγές των ισχυόντων σχετικώς κανόνων δικαίου και τηρήθηκαν οι παραδοχές της διαμορφωθείσας νομολογίας του ΑΠ και του ΕΔΔΑ, ότι οι προσφεύγοντες επέλεξαν να μην απολογηθούν, εγγράφως ή προφορικώς, παρά την κατά τα ανωτέρω σύννομη ενημέρωσή τους και ότι εν κατακλείδι δεν συντρέχει περίπτωση ούτε απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, ούτε, βεβαίως, κηρύξεως της ακυρότητας του υπό κρίση κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία επικαλούνται οι προσφεύγοντες, προκειμένου να επιστραφεί η δικογραφία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για να λάβουν γνώση του εις βάρος τους κατηγορητηρίου, του οποίου όμως ήδη έλαβαν γνώση, ώστε να αντιμετωπίσουν την κατηγορία που τους αποδίδεται.

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών εντός προθεσμίας δέκα ημερών, η οποία δεν παρεκτείνεται εξ αιτίας της απόστασης, επικαλούμενος ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους για την εσφαλμένη παραπομπή του. Για την προσφυγή αυτή, που συνιστά «οιονεί» ένδικο μέσο, υπό την έννοια ότι δι’ αυτής προσάπτεται μομφή κατά πράξεως του Εισαγγελέα και όχι κατά βουλεύματος ή αποφάσεως της οποίας κριτήριο αποτελεί το είδος του δικαστηρίου, στο οποίο παραπέμπεται ο προσφεύγων και όχι αυτή καθ’ εαυτή η πράξη (Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, β΄ έκδοση αναθεωρημένη, 2004, Κεφ. Δ΄, παρ. 1.5.1 σελ. 405-407 και κατ’ αυτόν, Μαργαρίτης, Ποινική Δικονομία, Ένδικα Μέσα, 2000, Καλφέλης, Η προσφυγή κατά της απευθείας κλήσεως, 1990, σελ. 44 επ.), συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ή του γραμματέα του Ειρηνοδικείου της διαμονής του προσφεύγοντος. Ο Εισαγγελέας Εφετών αποφασίζει: «… απορρίπτοντας την προσφυγή (αν κρίνει ότι η παραπομπή στο ακροατήριο είναι ορθή) ή διατάσσοντας προανάκριση ή και συμπλήρωση της προανακρίσεως που προηγήθηκε μετά την ολοκλήρωση της οποίας ο Εισαγγελέας (Εφετών) ή απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο. Μπορεί επίσης να διατάξει την ενέργεια κυρίας ανάκρισης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας εφαρμόζονται όσα προβλέπονται στο άρθρο 308 παρ. 3 ΚΠΔ, χωρίς να επιτρέπεται όμως νέα προσφυγή» (άρθρο 322 παρ. 2α΄ ΚΠΔ). Επίσης, με το άρθρο 33 παρ. 3 Ν 4055/2012 και με το άρθρο 93 παρ. 2Β΄ Ν 4139/2013, στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 322 ΚΠΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος συμπληρώθηκε προστέθηκαν εδάφια έχοντα ως εξής: «Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών. Σε περίπτωση που ο εισαγγελέας εφετών κάνει δεκτή την προσφυγή διατάσσει και την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό. Σε περίπτωση που η προσφυγή ασκείται από περισσοτέρους κατηγορουμένους, κατατίθεται μόνο ένα παράβολο». Όπως ήδη αναφέρθηκε, η προσφυγή του άρθρου 322 ΚΠΔ συνιστά οιονεί ένδικο μέσο, εφ’ όσον δι’ αυτής «προσάπτεται μομφή» κατά πράξεως του Εισαγγελέα (δηλαδή κατά πράξεως, μονοπρόσωπου δικαστικού οργάνου), η επανεξέτασή της γίνεται από ανώτερο δικαστικό όργανο και η εκδίκαση της υποθέσεως αναστέλλεται μέχρι την έκδοση οριστικής κρίσης επ’ αυτής. Είναι γνωστό, ότι, επί των «οιονεί» ενδίκων μέσων εφαρμόζονται οι γενικές αρχές των ενδίκων μέσων, με την επιφύλαξη, τυχόν, αντίθετης ρύθμισης (π.χ. το επεκτατικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων κατ’ άρθρο 469 ΚΠΔ, Α. Παπαδαμάκης, ως ανωτ., σελ. 505 και κατ’ αυτόν, Ζησιάδης, Ποινική Δικονομία, Γ΄ 1977, σελ. 95, Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 1998, σελ. 717, Μαργαρίτης, Ποινική Δικονομία – Ένδικα Μέσα, 2000, σελ. 13), καθώς και ότι, κατά την ποινική αξιολόγηση αυτών από το ανώτερο δικαστικό όργανο, διερευνάται ό,τι προσβάλλεται. Επίσης, με την άσκηση των ενδίκων μέσων σκοπείται η διόρθωση λάθους, η αποκατάσταση αδικίας και η διατύπωση νέας σωστής κρίσης, ο ίδιος δε στόχος αλλά με τους περιορισμούς των προαναφερομένων αντιθέτων ρυθμίσεων σκοπείται και με τα οιονεί ένδικα μέσα. Κατά συνέπεια, επί της προσφυγής κατά του κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρο 322 ΚΠΔ), μπορούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 462-476 ΚΠΔ, με την προϋπόθεση ότι είναι συμβατές με τη λειτουργία αυτής ως θεσμού και δεν έρχονται σε αντίθεση με τους ορισμούς του άρθρου 322 ΚΠΔ (Α. Παπαδαμάκης, ως ανωτ., σελ. 406). Εξ αυτού του λόγου και κατά λογική αναγκαιότητα, συνάγεται ότι επί της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ μπορεί να ισχύσει ό,τι και επί των ενδίκων μέσων μόνον εφ’ όσον δεν τίθεται ζήτημα συγκρούσεως με όσα ειδικώς και περιοριστικώς ορίζονται στις διατάξεις αυτού του άρθρου. Βάσει των οριζομένων ευθέως και με απόλυτη σαφήνεια στις διατάξεις του άρθρου 322 παρ. 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας Εφετών, κατά την επανεξέταση της κατηγορίας του προσφεύγοντος, έχει συγκεκριμένη αρμοδιότητα, η οποία περιορίζεται: «ή στο να απορρίψει την προσφυγή ή στο να διατάξει προανάκριση ή συμπληρωματική προανάκριση, μετά την ολοκλήρωση της οποίας απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την εισαγωγή της υποθέσεως στο Δικαστικό Συμβούλιο ή στο να διατάξει κυρία ανάκριση, κατ’ άρθρο 308 παρ. 3 ΚΠΔ», (βλ. ανωτ.), όμως, η εν λόγω αρμοδιότητά του επεκτείνεται, όπως και επί των ενδίκων μέσων (Α. Παπαδαμάκης, ως ανωτ. σελ. 578), στη διερεύνηση και στην εξέταση λόγων ουσιαστικών ή δικονομικών, οι οποίοι δεν προβάλλονται από τον προσφεύγοντα αλλά ανήκουν στην κατηγορία των ζητημάτων που πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως κατά το στάδιο της προδικασίας, και εφ’ όσον, βεβαίως, δεν ανακύπτει ζήτημα οιασδήποτε αντιθέσεως προς το χαρακτήρα και με το σκοπό της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ.

 

Ιδιαιτέρως αναφέρεται ότι κατά τη διαδικασία που προηγείται της παραπομπής στο ακροατήριο, δεν αξιώνεται από τους φορείς της δικαστικής κρίσεως, εξ αντικειμένου, απόδειξη της ενοχής και σχηματισμός δικαστικής πεποίθησης, υπό την έννοια της υπερβάσεως των οιωνδήποτε αμφιβολιών τους. Η εν λόγω «ενδιάμεση» κρίση παραμένει και υποκειμενικά στο επίπεδο της πιθανολόγησης της ενοχής, έχουσα μάλιστα κατά βάση προγνωστικό χαρακτήρα. Στο μέτρο αυτό, η «ενδιάμεση» κρίση δεν επηρεάζεται ούτε από το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο παραμένει «ζωντανό» και μετά την παραπομπή του στο ακροατήριο, αλλά σε μεγάλη έκταση ούτε και από το αξίωμα in dubio pro reo, το οποίο θα μπορούσε, κατά μια άποψη, να έχει εφαρμογή, το πολύ σε σχέση με την παραδοχή ως δεδομένων των περιστατικών που στηρίζουν την πιθανολόγηση (δηλαδή την ένδειξη ή τις ενδείξεις). Όμως εκείνο που μετράει στο επίπεδο της υπό ευρείαν έννοια προδικασίας δεν είναι η βεβαιότητα της συνδρομής των ενδείξεων αλλά η προγνωστική τους αξία. Το κριτήριο για την αξιολόγηση των στοιχείων που απαιτούνται για την παραπομπή στο ακροατήριο διαμορφώνεται από το συνδυασμό των θεσπισμένων, με τα άρθρα 310 παρ. 1, 313 και 270 παρ. 1 ΚΠΔ, παρά τη διαφορετική ορολογία που χρησιμοποιείται σ’ αυτά, για τον «προσδιορισμό του βαθμού των ενδείξεων που απαιτείται για την παραπομπή». Κατ’ αναλογική εφαρμογή, αναφέρεται ότι σε περίπτωση παραπομπής διά βουλεύματος, απαιτείται να στηρίζεται η κρίση του Συμβουλίου επί ενδείξεων που είναι σοβαρές και επαρκείς για να υποβληθεί αυτή στη βάσανο του ακροατηρίου, δηλαδή θα πρέπει αυτές οι ενδείξεις να είναι αποχρώσες.

 

Επίσης, κατά πάγια νομολογία του ΑΠ (ΑΠ 1801/2007, ΣΤ΄ Ποινικού Τμήματος, βλ. και κατωτ.), αρκεί η γενική κατά το είδος μνημόνευση των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαία ούτε η αναλυτική παράθεση αυτών, ούτε η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προέκυψαν από έκαστο εξ αυτών, αλλ’ ούτε και η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ η ιδιαίτερη μνημόνευση ορισμένων αποδεικτικών μέσων οφείλεται στη βαρύνουσα σημασία τους και όχι στο ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε τα υπόλοιπα (βλ. ΑΠ 1999/2006 ΠοινΧρ ΝΖ΄, 402, ΑΠ 1101/2006 ΠοινΧρ ΝΖ΄, 413, ΑΠ 1074/2006 ΠοινΧρ ΝΖ΄, 405, ΑΠ 197/2005 ΠΛογ 2005, 261, ΑΠ 300/2005 ΠΛογ 2005, 306). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 313 ΚΠΔ, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, απαιτούνται «επαρκείς» (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του, ενώ πλήρης απόδειξη απαιτείται μόνον για την καταδίκη, η οποία λαμβάνει χώρα στο ακροατήριο (ΑΠ Ολ 9/2001 ΠοινΧρ ΝΑ΄, 788 επ., ΑΠ 529/1990 ΠοινΧρ ΜΑ΄, 33, ΑΠ 26/1989 ΠοινΧρ ΛΘ΄, 652).

 

Στην παρούσα περίπτωση, το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στους προσφεύγοντες την 1η Απριλίου 2013 και οι υπό κρίσιν προσφυγές ασκήθηκαν στις 10.4.2013 ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, …, και ως εκ τούτου η άσκηση αυτών είναι εμπρόθεσμη (βλ. ανωτ.). Περαιτέρω, στο δικόγραφο των ανωτέρω εκθέσεων περιλαμβάνονται οι προβαλλόμενοι λόγοι της ασκήσεώς τους, οι οποίοι αφορούν σε νομικές πλημμέλειες της ποινικής διαδικασίας, που προηγήθηκε της παραπεμπτικής κρίσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και συγκεκριμένα παρατίθενται «πλημμέλειες – αιτιάσεις», που ανάγονται, κατά την άποψη των προσφευγόντων, στην απόλυτη ακυρότητα της προανακρίσεως και συναρτώνται με τη μη γνωστοποίηση και επίδοση σ’ αυτούς εγγράφου κατηγορητηρίου, ως εκ των οποίων βάλλεται η νομική βασιμότητα της παραπομπής τους στο προαναφερόμενο ακροατήριο και ζητείται: «1. Να γίνουν δεκτές οι παρούσες προσφυγές. 2. Να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα. 3. Να κηρυχθεί ακυρότητα της προδικασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1δ΄ και 176 παρ. 2 ΚΠΔ, αναλογικώς εφαρμοζόμενες, διότι κατά την κλήση τους σε απολογία δεν τους γνωστοποιήθηκε εγγράφως η υπό κρίσιν κατηγορία και 4. Να διαταχθεί η επιστροφή της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου να λάβουν γνώση του εγγράφου κατηγορητηρίου, ώστε να εκθέσουν απολογούμενοι τις απόψεις τους». Προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων παραπέμπουμε στο πλήρες κείμενο των υπό κρίσιν προσφυγών. Επειδή εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι παρούσες προσφυγές ασκήθηκαν παραδεκτώς, νομίμως και εμπροθέσμως, αυτές είναι τυπικά παραδεκτές και νομικά βάσιμες και πρέπει να διερευνηθούν κατ’ ουσίαν τα δι’ αυτών υποβαλλόμενα αιτήματα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, διά των υπό κρίσιν προσφυγών ζητείται η κήρυξη της απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας και της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή δεν γνωστοποιήθηκε εγγράφως η επίδικη κατηγορία στους προσφεύγοντες κατηγορουμένους. Σχετικώς, με τα εν λόγω νομικά ζητήματα της προκλήσεως ή μη απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας και της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, συνεπεία του ότι αυτό δεν γνωστοποιήθηκε εγγράφως η υπό κρίσιν κατηγορία στους προσφεύγοντες κατηγορουμένους αναφέρονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, τόσο της κύριας όσο και της προπαρασκευαστικής, αρμόδιο είναι το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διότι διαφορετικά καλύπτονται με αποτέλεσμα, να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, καθώς και ότι αρμόδιο για την κήρυξη ή μη ως ακύρων των εν λόγω, πράξεων (της προδικασίας) είναι το Δικαστικό Συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο, δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού το Δικαστήριο δεν έχει ούτε αρμοδιότητα για να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας, ούτε εξουσία για να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) τη χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντας αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 παρ. 2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικώς. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, οι ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο, όμως, είναι δυνατόν, η ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ’ άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ Ολ 1/2008, ΑΠ 539/1989). Σύμφωνα με την ΑΠ Ολ 1/2008, ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται, εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται n παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν διά της κατ’ άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγής ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της διά κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής (ΑΠ 539/1989). Κατά την ΑΠ 1260/2000 (την οποία επικαλούνται οι προσφεύγοντες), οι ανωτέρω δικονομικές διατάξεις δεν αντίκεινται στις περί ευθυδικίας (χρηστής δίκης) [ειδικότερα υπέρ του κατηγορουμένου] δικονομικές εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ. 3 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1950, οι οποίες (όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση), δεν διακρίνουν περί προδικασίας και κυρίας διαδικασίας στην ποινική δίκη. Κατά τον τελεολογικό σκοπό της ως άνω έχουσας αυξημένη τυπική ισχύ Συμβάσεως (28 Συντ.), που συνίσταται στο ότι θα πρέπει η ποινική διαδικασία, ως σύνολο θεωρουμένη, ανεξαρτήτως των επιμέρους δικονομικών τύπων της, να μπορεί να εκτιμηθεί ότι απηχεί τη χρηστή δίκη, που δικαιολογεί την έκδοση καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως, οι ανωτέρω εγγυήσεις έχουν την έννοια ότι πρέπει να δίδεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να ακουσθεί πλήρως κατά την εκδίκαση της ουσίας της κατηγορίας υπό του δικαστού που εκδίδει την οριστική απόφαση. Συνεπώς, οι διατάξεις του επίμαχου άρθρου 6 παρ. 3 εφαρμόζονται κατά τη δίκη, κυρίως, στο ακροατήριο και αναλογικώς μόνο στη μη επιβαλλόμενη από τη Σύμβαση προανάκριση, όταν και όπου η τελευταία αυτή προβλέπεται προς βάσανο της κατηγορίας σε προανακριτικό στάδιο, τόσο υπέρ του νόμου όσο και υπέρ του κατηγορουμένου προσώπου. Η ανάλογη εφαρμογή ιδίως συμβαίνει όταν στο στάδιο της προδικασίας λαμβάνονται δικαστικά μέτρα κατά της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας του κατηγορουμένου (άρθρο 5 της Συμβάσεως), οπότε αυτός πρέπει προηγουμένως να ακουσθεί (επί όλων των ανωτέρω ΑΠ 1260/2000). Περαιτέρω, στο άρθρο του, σήμερα Αντεισαγγελέως του ΑΠ, Αθ. Κονταξή, με τίτλο «Υπάρχει υποχρέωση γραπτού κατηγορητηρίου;», το οποίο είναι δημοσιευμένο στα ΠοινΧρ ΝΔ΄, 2004 (476 και 477), αναγράφονται, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: «Η υποχρέωση τήρησης γραπτού κατηγορητηρίου δεν προβλέπεται από γραπτή διάταξη του νόμου, αφού, άλλωστε, δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να ορίζει τα στοιχεία αυτού και δη με ποινή ακυρότητας, ούτε αποτελεί περιεχόμενο της έκθεσης εξετάσεως του κατηγορουμένου ή έγγραφη σ’ αυτή κατηγορία (βλ. άρθρο 151 ΚΠΔ, αφού, σ’ αυτή (= έκθεση απολογίας) περιέχονται όσα ο κατηγορούμενος αναφέρει – απολογείται. Αντίθετα, μάλιστα, η διάταξη του άρθρου 273 παρ. 2, που σαφώς αναφέρεται και στην προανάκριση (βλ. παρ. 1 αυτού), ρητά αναγράφει: ότι «Εκείνος, που ενεργεί την εξέτασή του, εκθέτει με πληρότητα …». Εκθέτω σημαίνει αφηγούμαι, γνωστοποιώ, περιγράφω, αναπτύσσω, εξιστορώ, διηγώ, εξηγώ, ανακοινώνω και δη «εκθέτει την πράξη» λέγει το άρθρο 273 παρ. 2 ΚΠΔ και όχι το περιεχόμενο (ποιο;) του κατηγορητηρίου. Ο όρος «κατηγορητήριο αναφέρεται όχι σε γραπτό κείμενο αλλά, στην κατηγορία» …

 

Εξ άλλου και το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α΄ ΕΣΔΑ αναγράφει «πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή… και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον της κατηγορίας» (πρβλ. και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. α΄ ΔΣΑΠΔ που κυρώθηκε με το Ν 2462/1997). Όμως τα ανωτέρω άρθρα έχουν εφαρμογή μόνο στο ακροατήριο, όχι και στην προδικασία για την οποία ισχύει το άρθρο 5 ΕΣΔΑ, και στη σχετική διαδικασία του μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι κατ’ ιδίαν εκφάνσεις της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 ΕΣΔΑ που προσαρμόζονται σ’ αυτή (πρβλ. ΑΠ 1260/2000). Το ότι τα ανωτέρω άρθρα (= 6 παρ. 3 εδ. α΄ ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 εδ. α΄ Ν 2462/1997) και δη στο ανώτερο σημείο που ενδιαφέρει εδώ αναφέρονται μόνο στο ακροατήριο προκύπτει σαφώς και από το ότι κάνει λόγο για «δικαστήριο», αλλά και από το ότι ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης που ακολουθεί (στο δικαστήριο) δεν επηρεάζεται σοβαρά από την αδυναμία τηρήσεως της (έγγραφης) ανακοίνωσης της κατηγορίας στην προδικασία, η οποία είναι αυτοτελής έναντι του ακροατηρίου, η δε προετοιμασία της υπεράσπισης στο ακροατήριο στηρίζεται στο κλητήριο θέσπισμα ή παραπεμπτικό βούλευμα που επιδίδεται οπωσδήποτε στον κατηγορούμενο. Επίδοση «κατηγορητηρίου» δεν γίνεται ούτε προβλέπεται στην προδικασία, στο δε ακροατήριο λέγεται κλητήριο θέσπισμα (άρθρο 321 ΚΠΔ). Άλλωστε τα άρθρα αυτά δεν θεσπίζουν υποχρέωση γραπτής ανακοίνωσης της κατηγορίας (βλ. υποθέσεις Kamasinski της 19.12.1989, παρ. 78 επ., Pelissier Sassi, παρ. 53, βλ. και Σπινέλλη, ΠοινΧρ ΜΗ΄, 14 No 51, πρβλ. και σελ. 9, Κοκκινάκη, ΠοινΔικ 2001, 1280, Frowein – Peukert (1996), άρ. 6, No 77). Τόσο η Επιτροπή, όσο και το Δικαστήριο, κατά παγία νομολογία, υιοθετούν την άποψη ότι η πληροφόρηση του κατηγορουμένου για τη φύση και τον λόγο της εις βάρος του κατηγορίας δεν απαιτείται να γίνεται γραπτώς. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ότι κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ ακόμη και το κατηγορητήριο με το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο δεν είναι απαραίτητο να δοθεί γραπτώς στον κατηγορούμενο (βλ. π.χ. τη θεμελιώδη απόφαση Kamasinski κατά Αυστρίας της 19.12.1989 (Α΄ 168), παρ. 78 επ. Παρομοίως στην απόφαση Pelissier και Sassi κατά Γαλλίας τονίζεται (παρ. 53) ότι το άρθρο 6 παρ. 3α΄ της ΕΣΔΑ δεν θεσπίζει ειδικές τυπικές προϋποθέσεις σε σχέση με τον τρόπο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος θα πληροφορηθεί τη φύση και τον λόγο της εις βάρος του κατηγορίας. Έτσι και ο Δ. Σπινέλλης, ΠοινΧρ ΜΗ΄, 5 επ., 14). Την ίδια άποψη ακολουθεί το ΕΔΔΑ και σε σχέση με την παρεμφερή διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της ΕΣΔΑ («Παν συλληφθέν πρόσωπον δέον να πληροφορείται, κατά το δυνατόν συντομότερον και εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί, τους λόγους της συλλήψεώς του, ως και πάσαν διατυπουμένην εναντίον του κατηγορίαν»). Βλ. παρόμοια διάταξη και στο άρθρο 9 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ. Και εδώ γίνεται δεκτό ότι δεν απαιτείται να γνωστοποιούνται γραπτώς στον κατηγορούμενο οι λόγοι της συλλήψεώς του και n εναντίον του κατηγορία, αλλά ότι αρκεί μια γενική πληροφόρησή του ως προς αυτά. Βλ. Σπινέλλη, ΠοινΧρ ΜΗ΄, 9, J. Frowein/W. Peukert, Europdische Menschen-rechtskonvention, 2η έκδ., 1996, άρ. 6, αριθ. 104, Jakobs/White, The European Convention of Human Rights, 21996, σελ. 87. Εν γένει πάντως οι απαιτήσεις για πληροφόρηση που θέτει το άρθρο 6 παρ. 1α΄ είναι σαφώς υψηλότερες σε σχέση με αυτές του άρθρου 5 παρ. 2, διότι, όπως υποστηρίζεται, στην πρώτη περίπτωση η αναλυτική πληροφόρηση χρησιμεύει στην προετοιμασία της υπερασπίσεως, ενώ στη δεύτερη έχει κυρίως σημασία για τη νομιμοποίηση της συλλήψεως αυτής καθεαυτής. Η πλήρης ενημέρωση του κατηγορουμένου στην προδικασία μπορεί να λάβει χώρα με τη χορήγηση αντιγράφων όλων των εγγράφων της δικογραφίας και με την τήρηση του άρθρου 308 παρ. 6 ΚΠΔ. Τέλος, για να προσλάβει κάποιος την ιδιότητα του κατηγορουμένου δεν απαιτείται ούτε προβλέπεται από κάποια διάταξη νόμου η επίδοση εγγράφου κατηγορητηρίου σ’ αυτόν (βλ. άρθρο 72, 101 εδ. α΄ ΚΠΔ)».

 

Από τη συνδυαστική εκτίμηση των προεκτεθέντων, στο πλαίσιο των διατάξεων του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, του ΔΣΑΠΔ, του ΚΠΔ, της διαμορφωθείσας νομολογίας του ΑΠ και του ΕΔΔΑ, όπως και της θεωρίας, συνάγεται ότι κατά το στάδιο της προανακρίσεως, όταν ο κατηγορούμενος καλείται για να απολογηθεί, δεν υπάρχει υποχρέωση για έγγραφη γνωστοποίηση σ’ αυτόν της κατηγορίας που του αποδίδεται, δεδομένου ότι η έγγραφη γνωστοποίηση της κατηγορίας δεν επιβάλλεται (σε οποιαδήποτε περίπτωση) από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ ή του ΔΣΑΠΔ αλλά μόνον από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠΔ, επί παραπομπής διά κλητηρίου θεσπίσματος (και βεβαίως, κατά μείζονα λόγο, τεκμαίρεται επί παραπομπής διά βουλεύματος), περαιωθείσας της προανακρίσεως (δηλαδή όταν ο κατηγορούμενος έχει ήδη κληθεί σε απολογία, άρθρο 245 ΚΠΔ), και τούτο, διότι: Το κατηγορητήριο δεν συνιστά έγγραφο, υπό την έννοια με την οποία αυτός ο όρος είναι εντεταγμένος στο εδάφιο στ΄ του άρθρου 178 ΚΠΔ, αναφερόμενος στα «έγγραφα», ως ίδια και αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, αλλά απλώς προσδιορίζει τον έγγραφο τύπο, με τον οποίο πρέπει να περιβάλλεται η κατηγορία επί απ’ ευθείας παραπομπής στο ακροατήριο διά κλητηρίου θεσπίσματος (ειδικ. βλ. κατωτ., υπενθυμιζομένου και ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν συνιστά έγγραφο, γι’ αυτό η μη συγκεκριμένη μνημόνευση αυτής στο βούλευμα ως αποδεικτικού μέσου συνιστά έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ΑΠ 1034/2008 ΠοινΧρ ΝΘ΄, 2009, 347, ΑΠ 1399/2008 ΠοινΧρ ΝΘ΄, 2009, 465, ΑΠ 426/2007 ΠοινΧρ ΝΗ΄, 2008, 124, ΑΠ 343/2007, 395/2007, 769/2007 ΠοινΧρ ΝΗ΄, 2008, 51, 57 και 231 αντ/χως), και ως εκ τούτου, το κατηγορητήριο δεν εντάσσεται στα κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ «αποδεικτικά μέσα», τα οποία πρέπει να γνωστοποιούνται στον κατηγορούμενο όταν αυτός καλείται ν’ απολογηθεί ούτε ταυτίζεται με το δικόγραφο, δηλ. με τον έγγραφο τύπο της κατηγορίας, αλλά αποτελεί τη δικονομική προϋπόθεση που είναι αναγκαία για την απολογία του κατηγορουμένου, διά της οποίας πρέπει να περατώνεται η ανακριτική διαδικασία και εν προκειμένω η προανάκριση (κατά το άρθρο 245 παρ. 1 ΚΠΔ), της οποίας όμως (της απολογίας) η παροχή προϋποθέτει την εκ μέρους του κατηγορουμένου γνώση των στοιχείων της κατηγορίας, δηλαδή των στοιχείων από τα οποία προκύπτει αυτή και όχι εγγράφου (δικογράφου) στο οποίο να αναγράφεται η κατηγορία. Το άρθρο 273 παρ. 2 ΚΠΔ επιβάλλει μόνον «έκθεση της κατηγορίας» (άρθρο 273 παρ. 2. ΚΠΔ: «… Αφού, εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, συμφωνά με το άρθρο 103, εκείνος που ενεργεί την εξέτασή του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του …»), και όχι έγγραφη γνωστοποίηση αυτής διά της επιδόσεως αντιστοίχου κατηγορητηρίου, η οποία (γνωστοποίηση) εφαρμόζεται μόνο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 321 ΚΠΔ μετά την απολογία και πριν από την εκδίκαση της υποθέσεως (ως ανωτ.). Το άρθρο 101 ΚΠΔ επί προανακρίσεως ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 245 παρ. 1, 273 παρ. 2 ΚΠΔ, 5 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 9 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 9 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ, βάσει των οποίων διαμορφώθηκαν και οι παραδοχές της προαναφερθείσας αποφάσεως ΑΠ 1260/2000, προκύπτει ευθέως ότι ακόμη και επί συλλήψεως, δεν είναι αναγκαίο να γνωστοποιηθεί εγγράφως στον συλλαμβανόμενο η κατηγορία με την οποία βαρύνεται αυτός, αλλ’ απαιτείται μόνον η σχετική ενημέρωση (κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ) ή η πληροφόρηση αυτού (κατά το άρθρο 5 παρ. 2 της ΕΣΔΑ). Κατά συνέπεια, επί προανακρίσεως, η κατά ανωτέρω γνώση της κατηγορίας τελεί σε αναγκαία συνάρτηση: α) Με την «έκθεση με πληρότητα και σαφήνεια της πράξης, στην οποία αναφέρεται η κατηγορία» (άρθρο 273 παρ. 2 ΚΠΔ), και όχι με τον έγγραφο τύπο της κατηγορίας και β) με τη γνωστοποίηση του συνόλου της δικογραφίας στον κατηγορούμενο, διά της χορηγήσεως αντιγράφων αυτής, σύμφωνα με αντίστοιχο αίτημά του, και ως εκ τούτου, εάν συντρέχει γνώση της κατηγορίας ή εάν οι αρμόδιες δικαστικές και αστυνομικές Αρχές προέβησαν σε όλες τις εκάστοτε αναγκαίες ενέργειες, για την εκ μέρους του κατηγορουμένου γνώση της κατηγορίας, υπό την προαναφερθείσα έννοια, κατά την κλήτευση αυτού για ν’ απολογηθεί, τότε πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που είναι θεσπισμένες με την παρ. 3α΄ του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και με την παρ. 3α΄ του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ.

 

Εν προκειμένω, από το σύνολο των στοιχείων της υπό κρίσιν δικογραφίας και σε συνδυασμό αυτών με το περιεχόμενο των επιδίκων προσφυγών, όχι μόνο δεν προέκυψε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ακόμη και ως υπόνοια, ότι οι αρμόδιες δικαστικές Αρχές δεν γνωστοποίησαν στους προσφεύγοντες κατηγορουμένους το περιεχόμενο της παρούσας εναντίον τους σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας (εξ άλλου ακόμη και οι ίδιοι δεν αναφέρουν ο,τιδήποτε σχετικό διά των επιδίκων προσφυγών τους), αλλ’ αντιθέτως, από όλα τα στοιχεία αυτής προκύπτει, πλέον ή επαρκώς, ότι οι προσφεύγοντες-κατηγορούμενοι, όταν κλήθηκαν για ν’ απολογηθούν έλαβαν γνώση του περιεχομένου της υπό κρίσιν ποινικής δικογραφίας και της αποδιδομένης σ’ αυτούς επίδικης κατηγορίας, δεδομένου ότι: Α) Στην πρώτη σελίδα των από 10 Σεπτεμβρίου 2012 δύο εκθέσεων απολογίας κατηγορουμένου που συνετάγησαν κατά την εμφάνιση των προσφευγόντων ως κατηγορουμένων για ν’ απολογηθούν ενώπιον του Πταισματοδίκη του 29ου Τμήματος Αθηνών, είναι γραμμένα τα άρθρα των ειδικών ποινικών νόμων, διά των οποίων στοιχειοθετείται και τιμωρείται η αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορούνται και στην οποία αναφέρεται το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα και Β) Στις από 18ης Σεπτεμβρίου 2012 (δύο) έγγραφες αιτήσεις των προσφευγόντων προς τον προαναφερόμενο Πταισματοδίκη, με τις οποίες αυτοί ζητούν να τους ανακοινωθεί εγγράφως το περιεχόμενο «του εναντίον τους κατηγορητηρίου», αναγράφεται επί λέξει: «… Λαμβάνοντας αντίγραφα της σχηματισθείσας δικογραφίας την 10.9.2012, μου δόθηκε προθεσμία για κατάθεση απολογητικού υπομνήματος, μέχρι και την 18.9.2012 …» (βλ. τη σελ. 2 των εν λόγω αιτήσεων). Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει, με απόλυτη βεβαιότητα, ότι η επίδικη κατηγορία εξετέθη στους προσφεύγοντες (άρθρο 273 παρ. 2 ΚΠΔ) και ότι αυτοί πληροφορήθηκαν την εν λόγω κατηγορία (άρθρα 5 παρ. 2, 6 παρ. 3α΄ της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3α΄ του ΔΣΑΠΔ) και ενημερώθηκαν γι’ αυτήν (άρθρο 9 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ), ότι κατά την προανακριτική διαδικασία εφαρμόσθηκαν οι επιταγές των ισχυόντων σχετικώς κανόνων δικαίου και τηρήθηκαν οι παραδοχές της διαμορφωθείσας νομολογίας του ΑΠ και του ΕΔΔΑ, ότι οι προσφεύγοντες επέλεξαν να μην απολογηθούν, εγγράφως ή προφορικώς, παρά την κατά τα ανωτέρω σύννομη ενημέρωσή τους και ότι εν κατακλείδι, ως εκ των ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση ούτε απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, ούτε, βεβαίως, κηρύξεως της ακυρότητας του υπό κρίσιν κλητηρίου θεσπίσματος την οποία επικαλούνται οι προσφεύγοντες (ως ανωτ. ΑΠ Ολ 1/2008), προκειμένου να επιστραφεί η δικογραφία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για να λάβουν γνώση του εις βάρος τους κατηγορητηρίου (όπως οι ίδιοι ζητούν διά των υπό κρίσιν προσφυγών τους), του οποίου όμως (κατηγορητηρίου), πληρούντος τις προϋποθέσεις του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠΔ, ήδη έλαβαν γνώση ώστε ν’ αντιμετωπίσουν την κατηγορία που τους αποδίδεται, προσδιορισθείσα για τις 15.5.2013 ενώπιον του ακροατηρίου του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατ’ ακολουθία, θα πρέπει ν’ απορριφθούν κατ’ ουσίαν οι υπό κρίσιν προσφυγές και να επιδοθεί αντίγραφο της παρούσας Διατάξεως στους προσφεύγοντες. […]

 

Η Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών,
Μαρία Μαλλούχου

 

Παρατηρήσεις

 

1. Σύμφωνα με το άρθρο 173 παρ. 2 ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 ΚΠΔ, όσες μεν αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας, είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο.[…]

 

Πέτρος Νικ. Πανταζής,

 

Δικηγόρος Πειραιώς,
Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων

 

ΠοινΔικ 5/2013, 419