Δικαστήριο:ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:17
Ετος:2017
Περίληψη
Αστικός συνεταιρισμός – Σύσταση συνεταιρισμού – Διάκριση μεταξύ συνεταιρισμών απεριόριστης και περιορισμένης ευθύνης – Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος συνεταιρισμού -. Ορισμός Αστικού Συνεταιρισμού· πρόκειται για εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία, χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητα αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά. Σύσταση συνεταιρισμού. Εις ολόκληρο ευθύνη των συνεταίρων για τα χρέη του συνεταιρισμού, είτε απεριόριστα είτε ως ένα χρηματικό ποσό που ορίζεται στο καταστατικό και είναι ίσο ή πολλαπλάσιο της αξίας κάθε συνεταιριστικής μερίδας – διάκριση μεταξύ συνεταιρισμών απεριόριστης και περιορισμένης ευθύνης· ευθύνη υφίσταται και για τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί πριν ο συνεταίρος γίνει μέλος, δεν περιλαμβάνει όμως τα χρέη που δημιουργήθηκαν μετά την έξοδό του· η ως άνω ευθύνη του συνεταίρου δεν ταυτίζεται με την ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου. Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος συνεταιρισμού. Διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε μόνο σε βάρος του συνεταιρισμού δεν μπορεί να εκτελεσθεί και κατά μέλους του, το οποίο έτσι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αναγκαστική εκτέλεση, ούτε κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 920 ΚΠολΔ.
Κείμενο Απόφασης
ΜονΕφΑθ 17/2017
… Η κρινόμενη έφεση κατά της 2765/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 6.11.2015 (βλ. επισημείωση επί αντιγράφου της εκκαλουμένης απόφασης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ. Π. επί αντιγράφου της εκκαλουμένης απόφασης και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 11.11.2015. Επομένως πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, εφόσον για το παραδεκτό αυτής κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Με την από 2.4.2013 (αριθ. κατ. δικ. 4789/2013) ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ανακόπτων ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ αυτή να ακυρωθεί η από 14.3.2013 επιταγή προς εκτέλεση που έχει συνταχθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της 12054/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποίαν επιτάσσεται να καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ποσό των 16.693,06 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την κρινόμενη ανακοπή και ακύρωσε την ένδικη επιταγή προς εκτέλεση. Ήδη η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η ανακοπή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΚΠολΔ εκτέλεση γίνεται; 1) όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επιδίκου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της 2) όταν πρόκειται για όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους υπέρ των δικαιούχων και κατά των υπόχρεων που αναφέρονται σ αυτούς, υπέρ και κατά των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327, καθώς και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του πράγματος μετά τη σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 920 του ιδίου Κώδικα, με βάση τον εκτελεστό τίτλο κατά της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση και κατά των ομορρύθμων εταίρων. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι προκειμένου για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις ταυτίζονται τα υποκειμενικά όρια δεδικασμένου και εκτελεστότητας, καθόσον η διάταξη του άρθρου 919 παρ. 1 ΚΠολΔ παραπέμπει και στο άρθρο 329 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στην επέκταση του δεδικασμένου στα μέλη του νομικού προσώπου, ενώ για τους λοιπούς εκτελεστούς τίτλους ο καθορισμός των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας επιχειρείται στενότερα έναντι των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, καθώς δεν μνημονεύονται τα άρθρα 328 και 329 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας του τίτλου που εκδόθηκε σε βάρος νομικού προσώπου να μην επεκτείνεται και στα μέλη αυτού. Εξαίρεση αποτελεί η ομόρρυθμη εταιρεία (βλ. Ιωάννου Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, Τόμος Πρώτος, Β’, Έκδοση, υπ άρθρο 919.σελ. 245). Στις λοιπές περιπτώσεις εταιρειών ο κατά της εταιρείας εκτελεστός τίτλος δεν εκτελείται αυτόματα και κατά του μέλους αυτού, ακόμη και αν αυτό υπέχει εις ολόκληρο υποχρέωση με το νομικό πρόσωπο κατά το ουσιαστικό δίκαιο (Ιωάννη Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, Β’ Έκδοση, υπ άρθρο 920 σελ. 271, Χαρούλας Απαλλαγάκη, Δεδικασμένο και εκτελεστότητα,2001, σελ. 192, 193). Εξάλλου, κατά το άρθρο Ι παρ. 1, 3 και 7 του ν.1667/1986, αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία, χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητα αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μία κοινή επιχείρηση. Για τη σύσταση συνεταιρισμού απαιτείται η σύνταξη καταστατικού που υπογράφεται από δέκα πέντε τουλάχιστον πρόσωπα και καταχώριση του καταστατικού στο μητρώο συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο συνεταιρισμός.. Από την κατά την προηγούμενη παράγραφο καταχώριση ο συνεταιρισμός αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ιδίου ως άνω νόμου, ο συνεταίρος ευθύνεται εις ολόκληρον για τα χρέη του συνεταιρισμού έναντι των τρίτων, είτε απεριόριστα (συνεταιρισμός απεριόριστης ευθύνης είτε ως ένα ορισμένο χρηματικό ποσό που ορίζεται στο καταστατικό (συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης) και είναι ίσο ή πολλαπλάσιο της αξίας κάθε συνεταιριστικής μερίδας. Η ευθύνη του συνεταίρου υφίσταται και για τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί πριν γίνει μέλος και δεν περιλαμβάνει τα χρέη που δημιουργήθηκαν μετά την έξοδό του. Η κατά τα ως άνω όμως προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη των μελών του συνεταιρισμού (απεριόριστη ή περιορισμένη) δεν μπορεί να ταυτισθεί με την ευθύνη του ομόρρυθμου μέλους ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, που θεσπίζεται με το άρθρο 22 ΕΝ ήδη 249 παρ. 1 του ν. 4072/2012,καθόσον στην εταιρεία αυτή ενσωματώνεται ολόκληρη η επαγγελματική-κερδοσκοπική δραστηριότητα του εν λόγω εταίρου, ενόψει του ότι κατ άρθρο 1 του ΕμπΝ η συμμετοχή του σε ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία προσδίδει ομόρρυθμο εταίρο την εμπορική ιδιότητα χωρίς να απαιτείται από αυτόν η άσκηση αντικειμενικά εμπορικών πράξεων. Αντίθετα, ο συνεταίρος του αστικού συνεταιρισμού διατηρεί πλήρως την επαγγελματική του αυτονομία και μέσω της συνεταιριστικής συμμετοχής επιδιώκει απλώς την εξασφάλιση βελτιωμένων οικονομικών όρων για την άσκηση της ατομικής του δραστηριότητας. Εξάλλου, φύση της ομόρρυθμης εταιρείας είναι αμιγώς προσωπική. ενώ η δομή του συνεταιρισμού είναι σωματειακή (Ρόκα, Δίκαιο Εμπορικών Εταιρειών, έκδοση 2006, σελ. 5). Ο αριθμός των μελών’ του συνεταιρισμού μπορεί να είναι μεγάλος και να μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο, η δε διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων δεν ανατίθεται στους ίδιους τους συνεταίρους αλλά σε συγκεκριμένα εταιρικά όργανα (Διοικητικό Συμβούλιο, Εποπτικό Συμβούλιο) σύμφωνα με τα άρθρα 5-8 του ν. 1667/1986. Περαιτέρω, η προσωπική και απεριόριστη ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων για τα εταιρικά χρέη συνδέεται τότε με την αναγκαστικού δικαίου αρχή της αυτοδιαχείρισης σύμφωνα με την οποία μόνο οι απεριόριστα ευθυνόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι μπορούν να είναι διαχειριστές της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας και όχι τρίτα πρόσωπα (ΟλΑΠ 13/1997 δημ. Νόμος). Από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από την 9488/13.10.2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών .., που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, η οποία λήφθηκε νόμιμα μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της (βλ. την 298/8.10.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι .Π. και από την 5481/16.9.2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης . που προσκομίζει και επικαλείται ο εφεσιβλήτος, η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του (βλ. την 3523β/11.9.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Π.) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την από 28.3.2012 αίτηση της καθής η ανακοπή εκδόθηκε κατά του αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία « . » ( ) η 12054/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε ο εν λόγω συνεταιρισμός να καταβάλει στην καθής η ανακοπή για απαίτησή της που προερχόταν από δέκα εννέα επιταγές το συνολικό ποσό των 1.760.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, καθόσον επιδόθηκε δύο φορές εμπρόθεσμα στον συνεταιρισμό και δεν ασκήθηκε εκ μέρους αυτού ανακοπή. Στη συνέχεια η καθής η ανακοπή επέδωσε στον ανακόπτοντα την από 14.3. 2013 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής και επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 29.3.2013. Με την εν λόγω επιταγή προς πληρωμή η καθής η ανακοπή επέτασσε τον ανακόπτοντα να της καταβάλει ως μέλος του συνεταιρισμού και ευθυνόμενο εις ολόκληρο με αυτόν το ποσό των 16.693,06 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, που αντιστοιχεί στην αξία της συνεταιριστικής του μερίδας σύμφωνα με τον σχετικό όρο του καταστατικού. Η διαταγή όμως πληρωμής, με βάση την οποίαν επισπεύδεται η εκτέλεση, εκδόθηκε μόνο κατά του συνεταιρισμού και όχι κατά του ανακόπτοντος και έτσι αυτός δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αναγκαστική εκτέλεση, καθόσον δεν καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής, τα οποία ισχύουν για τα περιοριστικά αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 919 ΚΠολΔ πρόσωπα. Το ότι η διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου δεν αποτελεί λόγο επέκτασης της εκτελεστότητας και στα μέλη του συνεταιρισμού, διότι η τοιαύτη επέκταση προβλέπεται από το νόμο (άρθρα 919 παρ. 1 και 329 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, μόνον όταν πρόκειται για εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων και όχι για τους λοιπούς εκτελεστούς τίτλους. Εξάλλου η επέκταση της εκτελεστότητας της εν λόγω διαταγής πληρωμής και στον ανακόπτοντα, μέλος του συνεταιρισμού με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 920 ΚΠολΔ είναι ανεπίτρεπτη, ενόψει του ότι η ευθύνη του μέλους του συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης δεν μπορεί να ταυτισθεί με την ευθύνη του ομορρύθμου εταίρου της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την ανακοπή δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός λόγος της έφεσης τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη έφεση. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ αυτών, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179,183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ 4 ΚΠολΔ).
dsanet.gr
