ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
7° ΤΜΗΜΑ
Αριθμός 340/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Δημήτριο Οικονόμου, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου και από τη Γραμματέα Αγγελική Κυριαζή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – εναγόμενης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…… Ο.Ε.», που εδρεύει στο …… Αττικής, οδός ……., με ΑΦΜ ……, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας – Ανδριάννας Παναγιωτοπούλου.
Των εφεσίβλητων – εναγουσών: 1) ……… του ….., με ΑΦΜ ….. και 2) ….. χήρας ……, με ΑΦΜ ……., κατοίκων …….. Αττικής, ………, οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστου Κούλιου.
Στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η από 5.7.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης …./2022 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2022 αγωγή των εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, η οποία συζητήθηκε ερήμην της εναγόμενης, εκδόθηκε η 554/2023 απόφασή του παραπάνω Δικαστηρίου και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγόμενη με την από 5.9.2023 έφεσή της, που πήρε γενικό αριθμό κατάθεσης …./2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης …/2023 (…/…./2023 Εφετείου), για την οποία ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 28η. 11.2023 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν αυτές δεκτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε, ενώ ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαφάνιση της ερήμην απόφασης επέρχεται με μόνη την άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης έφεσης από τον πρωτοδίκως δικασθέντα ερήμην, ανεξάρτητα αν οι λόγοι αυτής είναι και βάσιμοι κατ` ουσία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ, η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 είναι υποχρεωτική μόνο στη περίπτωση του άρθρου 528, στην οποία εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου 270. Στην περίπτωση αυτή, στα πλαίσια της προφορικής συζήτησης που ισχύει πλέον σε όλη την έκταση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, η έφεση λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργημένης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας και επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την αναδίκαση της υπόθεσης από το εφετείο, που μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Μετά δε την εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ενώ παράλληλα, για λόγους οικονομίας της δίκης, εξετάζονται και οι μάρτυρες κατά την ίδια συζήτηση (ΑΠ 394/2011 ΧρΙΔ 2012.55, ΑΠ 884/2007 ΧρΙΔ 2008.52, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 2005.1100, ΕφΑΘ 933/2011 ΕΔικΠολ 2011.143, ΕφΑΘ 2142/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 5.9.2023 έφεση, που πήρε γενικό αριθμό κατάθεσης …./2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης …./2023 (…./…/2023 Εφετείου), της εναγόμενης, ήδη εκκαλούσας, κατά της 554/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ερήμην αυτής (άρθρο 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 και 615 επ. ΚΠολΔ), την από 5.7.2022 (αριθ. κατάθεσης …./…/2022) αγωγή των εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων κατ` αυτής, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 19, 511, 513 παρ. 1, 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 του άρθρου 518 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015), ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί το απαιτούμενο παράβολο ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 εδάφ. Α περ. β` του άρθρου 495 ΚΠολΔ. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να ερευνηθεί εκ νέου η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995,όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 17 Ν. 3853/2010 (ΦΕΚ A 90/17.6.2010), “Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης”. Με την διάταξη αυτή παρέχεται στον μισθωτή κάθε μίσθωσης, που υπάγεται στις διατάξεις του παραπάνω Προεδρικού Διατάγματος, το δικαίωμα να την καταγγείλει (καταγγελία μεταμέλειας), με τους όρους που προβλέπονται σε αυτό. Για το κύρος της καταγγελίας αρκεί η έγγραφη δήλωση του μισθωτή ότι καταγγέλλει τη μίσθωση χωρίς να απαιτείται η συνδρομή κάποιου λόγου που να δικαιολογεί τη μεταμέλειά του. Ακολούθησε ο ν. 4242/2014, ο οποίος ισχύει για τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την 28-2-2014. Κατά το άρθρο 13 παρ 1. Ν. 4242/2014: “Οι μισθώσεις, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του π.δ. 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5- 6,16-18, 20- 26, 27 παρ. 2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού. Οι μισθώσεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, και μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση της”. Από την διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 άρθρου 17 Ν. 3853/2010 (ΦΕΚ A 90/17.6.2010), δεν έχει εφαρμογή στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 4242/2014 (Α.Π. 357/2017 ΝΟΜΟΣ), από τις διατάξεις του οποίου δεν προκύπτει ότι παρέχεται στον μισθωτή δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης οποτεδήποτε και μάλιστα εντελώς αζημίως πλέον για αυτόν, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αλλά και της νόμιμης τριετούς διάρκειας της μίσθωσης, η οποία δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, ενώ δεν είναι δυνατή η παραίτηση των εκμισθωτών από την δέσμευση της τριετούς διάρκειας σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, το οποίο εφαρμόζεται και στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 4242/2014. Προφανώς η προβλεπόμενη στο νόμο τρίμηνη προθεσμία εφαρμόζεται στην περίπτωση που, μετά την λήξη της τριετίας και την παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο, η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου κατ` άρθρο 611 Α.Κ (ΑΠ 971/2022 ΝΟΜΟΣ). Το χρηματικό ποσό, το οποίο κατά την έναρξη της σύμβασης μίσθωσης δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή και το οποίο στις συναλλαγές αποκαλείται “εγγύηση”, διέπεται ως προς την λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών (ΑΚ 361 ) γιατί αυτό είναι δυνατόν να δόθηκε για εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή ή ως αρραβώνας υπό μια μορφή του (επιβεβαιωτικός ή για κάλυψη της ζημίας λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης κλπ) είτε ως ποινική ρήτρα, είτε ως συμβατική εγγυοδοσία. Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία και αποτελεί ειδικότερα προκαταβολή (άρθρο 416 ΑΚ) του ίδιου του (ενδεχόμενου) οφειλέτη μισθωτή έναντι μελλοντικού χρέους του που θα παραμείνει τυχόν ανεξόφλητο, οπότε και θα καταλογιστεί σ` αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας (ΑΠ 460/2020, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 411/2014). Ο σκοπός για τον οποίο δίνεται εξαρτάται από τη συμφωνία των συμβαλλομένων. Έτσι, αν το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγύησης, για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή, μπορεί να συμφωνηθεί, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 ΑΚ, για κάθε περίπτωση αντίστοιχης παραβίασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή (ΑΠ 742/2014, ΑΠ 236/2010, ΑΠ 587/1997), έναντι της οποίας δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό το ποσό, στο οποίο ανάγεται η ποινική ρήτρα (ΑΠ 587/1997). Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη, με την λήξη της μίσθωσης και επιστρέφεται αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο ή δεν συντρέχει λόγος καταπτώσεως αυτής, οπότε αυτή λειτουργεί ως ποινική ρήτρα (ΑΠ 1193/2013, ΑΠ 236/2010). Έτσι, μετά τη λήξη της μίσθωσης, η ανταπαίτηση του μισθωτή προς επιστροφή της εγγυοδοσίας μπορεί να προτείνεται σε συμψηφισμό απαιτήσεων του εκμισθωτή ακόμη και από μισθώματα (ΑΠ 742/2014), έστω και αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο (ΑΠ 2058/2017), εκτός αν η εν λόγω “εγγύηση” έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας και κατέπεσε υπέρ του εκμισθωτή, οπότε, εφόσον κατέπεσε, δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό. Λόγω της ανωτέρω φύσης και λειτουργίας της “εγγύησης” στην αγωγή, ή ανταγωγή, με την οποία ζητείται η επιστροφή της πιο πάνω “εγγύησης” ή στην ένσταση συμψηφισμού, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα πρέπει να εκτίθεται α) ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η “εγγύηση” καθώς και β) η αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της, ώστε με βάση τα συμφωνηθέντα να κριθεί το ληξιπρόθεσμο του εν λόγω κονδυλίου (ΑΠ 2058/2017, ΑΠ 236/2010, ΕφΘεσ 2180/2017, ΕφΠειρ 334/2014, ΕφΑΘ 1325/2008, ΕφΘεσ 879/2004, ΕφΑΘ 2771/2001, ΕφΑΘ 2503/2000, ΕφΑΘ 1791/2000). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 2 εδ. a ΑΚ οι επωφελείς δαπάνες αποδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων. Συναφώς, το άρθρο 1103 ΑΚ ορίζει ότι για τις δαπάνες, από τις οποίες αυξήθηκε η αξία του πράγματος (επωφελείς δαπάνες), έχει δικαίωμα αποζημίωσης μόνο ο καλόπιστος νομέας για το πριν από την επίδοση της αγωγής διάστημα και μόνον εφόσον σώζεται η αύξηση της αξίας κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος. Σύμφωνα, επομένως, με το 1103 ΑΚ δεν αποδίδεται το ποσό που κατέβαλε ο μισθωτής για τη διενέργεια της επωφελούς δαπάνης, αλλά το ποσό κατά το οποίο αυξήθηκε η αξία του πράγματος και μόνο εφόσον σώζεται η αύξηση αυτή κατά το χρόνο της απόδοσης του μισθίου. Επομένως για να αποδοθεί τέτοια δαπάνη πρέπει να αυξήθηκε η αξία του πράγματος (βλ. Απ. Γεωργιάδη ΕιδΕνοχΔ I, & 24, αριθ. 10, Κρητικός ΕλλΔνη 2014.1105) και η αύξηση να σώζεται (βλ. Ρ. Παντελίδου σε ΣΕΑΚ, αρθρ. 590-592, αριθ. 8). Για το ορισμένο της ένστασης από αξίωση αποζημίωσης για επωφελείς δαπάνες επί ακινήτου από τον καλόπιστο νομέα, πρέπει ο εναγόμενος – ενιστάμενος να ισχυρίζεται ότι ήταν καλόπιστος νομέας, ότι αυξήθηκε η αξία του πράγματος εξ αιτίας των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε και ότι αυτή σώζεται, ενώ, ως προς τις δαπάνες, πρέπει να καθορίζει σαφώς και κατά τρόπο ορισμένο το ύψος της κάθε μίας χωριστά, με ειδική ονοματοδοσία του περιεχομένου και το χρόνο καταβολής τους, το είδος των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και τη δαπάνη κάθε υλικού, καθώς επίσης και να προσδιορίζει την αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της απόδοσής του, με και χωρίς τη βελτίωση του, που επήλθε με τις δαπάνες, προκειμένου να κριθεί αν και κατά πόσο σώζεται η επελθούσα αύξηση της αξίας του (βλ. ΑΠ 1104/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 8121/2010, ΝοΒ 2010.2480, ΑΠ 1450/1980, ΝοΒ 29.709, ΑΠ 674/1980, ΝοΒ 28.2010, ΕφΛαρ 161/2015, Δικογραφία 2015.633, ΕφΛαρ 20/2012, Δικογραφία 2012.446, ΕφΛαρ 416/2011, Δικογραφία 2012.109). Τα ως άνω εκτιθέμενα για το ορισμένο της στηριζόμενης στο άρθρο 1103 ΑΚ αξίωσης απόδοσης των επωφελών δαπανών που έχει ο καλόπιστος νομέας κατά του κυρίου και για τον τρόπο υπολογισμού της καταβλητέας στον καλόπιστο νομέα αποζημίωσης ισχύουν αντίστοιχα και για την στηριζόμενη στο άρθρο 591 ΑΚ αξίωση που έχει ο μισθωτής κατά του εκμισθωτή για τις επωφελείς δαπάνες που έκανε στο μίσθιο, είτε αυτή ασκείται με αυτοτελή αγωγή είτε ασκείται στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης απόδοσης του μισθίου με τη μορφή της ένστασης (βλ. Κατρά, Αστικές και νέες εμπορικές μισθώσεις, έκδοση 2019, σελ. 305). Με το άρθρο 281 του Α.Κ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Οι ενάγουσες ισχυρίζονται με την υπό κρίση αγωγή τους, ότι δυνάμει του από 4.12.2018 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, εκμίσθωσαν στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……….», όπως ήταν η αρχική επωνυμία της εναγόμενης, το με στοιχεία ΚΙ ισόγειο κατάστημα ενός κτηρίου κείμενου στα …… Αττικής και συγκεκριμένα στη ………, με διάρκεια της μίσθωσης εξαετή, από 1.1.20190 έως 31.12.2024, με μηνιαίο μίσθωμα για το πρώτο έτος ποσού 800 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή. Ότι κατά την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η εναγόμενη μισθώτρια κατέβαλε το ποσό των 1.600 ευρώ ως εγγυοδοσία για την ακριβή τήρηση και εκπλήρωση των όρων του μισθωτηρίου, ποσό που αντιστοιχούσε σε δύο μηνιαία μισθώματα, ενώ παράλληλα συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό της εγγυοδοσίας θα αναπροσαρμόζεται με την κατά τα ανωτέρω αύξηση του μισθώματος. Ότι το ποσό της εγγυοδοσίας, όπως θα έχει διαμορφωθεί κατά τη λήξη της μίσθωσης, η μισθώτρια θα το αναλάβει άτοκα μετά την εμπρόθεσμη κατά τη λήξη της μίσθωσης αποχώρηση της από το μίσθιο, την παράδοση του μισθίου και των κλειδιών του καθώς και την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών και την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης, αποκλεισμένης της δυνατότητας να συμψηφιστεί αυτή με μισθώματα ή άλλες οφειλές της προς τις εκμισθώτριες. Ότι στις 10.11.2021 επιδόθηκε στη δεύτερη των εναγουσών η από 9.11.2021 εξώδικη δήλωση – καταγγελία επαγγελματικής μίσθωσης της εναγόμενης, με την οποία κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση μίσθωσης, ενώ στις 17.2.2022 οι ενάγουσες παρέλαβαν το μίσθιο. Ότι η εναγόμενη μέχρι και σήμερα δεν έχει καταβάλλει σε αυτές μισθώματα, καθώς και την αποζημίωση εξαιτίας της ως άνω καταγγελίας της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, στην οποία η εναγόμενη προέβη, ποσού ενός μηνιαίου μισθώματος 903,94 ευρώ κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης. Ότι, επίσης, η εναγόμενη προκάλεσε φθορές στο μίσθιο, οι οποίες υπερβαίνουν το μέτρο της συνήθους χρήσης. Ότι, επικουρικά, εξαιτίας των προπεριγραφεισών φθορών, οι ενάγουσες στα πλαίσια της νέας από 1.6.2022 σύμβασης μίσθωσης του επίδικου μισθίου που σύνηψαν με την εταιρεία με την επωνυμία «……..και Σία ΕΕ», συμφώνησαν να αναλάβει η νέα μισθώτρια το ως άνω κόστος αποκατάστασης καταβάλλοντας ταυτόχρονα μειωμένο μίσθωμα ύψους 400 ευρώ για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, με αποτέλεσμα να απωλέσουν εισοδήματα ύψους 9.600 ευρώ κατά την αντίστοιχη περίοδο. Ότι εξαιτίας της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς της εναγόμενης προκλήθηκε σε αυτές ταλαιπωρία και προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους. Με βάση αυτό το ιστορικό και κατόπιν παραδεκτού εν μέρει περιορισμού του αιτήματος της αγωγής ως προς το οφειλόμενο μίσθωμα του μηνός Νοεμβρίου 2021 λόγω καταβολής εκ μέρους της εναγόμενης ποσού 823,28 ευρώ, τόσο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους στο ακροατήριο όσο και με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρα 223, 224, 294, 295, 297 ΚΠολΔ), ζητούν 1) να αναγνωρισθεί η κατάπτωση υπέρ τους της δοθείσας εγγύησης ποσού 1.600 ευρώ, 2) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στις ενάγουσες κατά ποσοστό 1/2 σε έκαστη εξ αυτών α) για οφειλόμενα μισθώματα των μισθωτικών μηνών Νοεμβρίου του έτους 2021, Δεκεμβρίου του έτους 2021, Ιανουάριου του έτους 2022 και Φεβρουάριου του έτους 2022 το ποσό των 2.782,3 ευρώ νομιμοτόκως για κάθε μίσθωμα από τη δεύτερη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα μέχρι την εξόφληση, β) για διαφορές από αναπροσαρμογή μισθώματος των ετών 2020, 2021 και 2022 το ποσό των 966,48 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την εξόφληση, γ) για διαφορές από αναπροσαρμογή της καταβληθείσας εγγύησης το ποσό των 208,68 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την εξόφληση, δ) για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της μίσθωσης το ποσό των 903,34 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ε) για δαπάνη αποκατάστασης ζημιών το ποσό των 8.314,20 ευρώ και επικουρικά το ποσό των 9.600 ευρώ για απώλεια μισθωμάτων νομιμότοκα από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την εξόφληση, στ) για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης το ποσό των 4.000 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επίσης, ζητούν να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική τους δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτά εισάγεται για να δικαστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 1 β, 16 περ. 1, 29 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (μισθωτική διαφορά) (άρθρα 591, 614παρ.1 ΚΠολΔ, 615 έως και 620 ΚΠολΔ). Είναι δε επαρκώς ορισμένη, πλην του υπό στοιχείο 1) αιτήματος περί αναγνώρισης της κατάπτωσης υπέρ τους της δοθείσας εγγύησης ποσού 1.600 ευρώ, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως αόριστο, καθώς οι ενάγουσες περιορίζονται στο να εκθέσουν στο αγωγικό δικόγραφο ότι με βάση τον όρο 5 της επίδικης σύμβασης το συγκεκριμένο ποσό δόθηκε ως εγγυοδοσία για την ακριβή τήρηση και εκπλήρωση των όρων του μισθωτηρίου και ότι την εγγύηση αυτή, σε όποιο ύψος θα έχει ανέλθει κατά τη λήξη της συμβάσεως, θα την αναλάβει άτοκα η μισθώτρια μετά την εμπρόθεσμη κατά τη λήξη της μίσθωσης αποχώρηση της από το μίσθιο, την παράδοση του μίσθιου και των κλειδιών του, καθώς και την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών και την ακριβή εκπλήρωση των όρων του παρόντος, χωρίς να υφίσταται δικαίωμα συμψηφισμού με μισθώματα ή άλλες οφειλές της προς τις εκμισθώτριες, όρος ο οποίος δίνει στο ποσό της εγγυοδοσίας αυτής το χαρακτήρα προκαταβολής (ΑΚ 416) έναντι μελλοντικού χρέους που τυχόν θα παραμείνει ανεξόφλητο και θα περιλαμβάνει ζημίες από φθορές, πληρωμή δαπανών, μισθωμάτων κλπ., χωρίς όμως να επικαλούνται την ύπαρξη συγκεκριμένου συμβατικού όρου με τον οποίο να συμφωνήθηκε η κατάπτωση υπέρ αυτών του συγκεκριμένου ποσού ως ποινικής ρήτρας σε περίπτωση παραβίασης των όρων της επίδικης μισθωτικής σύμβασης. Κατά τα λοιπά είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 4242/2014, 44 του π.δ. 34/1995, 297, 298, 330, 340, 341, 345, 346, 361, 574 επ., 591, 592, 595, 596, 599 ΑΚ, 74, 907,910 αρ. 2 και 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πλην του υπό στοιχείο δ) αιτήματος περί καταβολής ενός μηνιαίου μισθώματος ως αποζημίωσης λόγω της από 9.11.2021 καταγγελίας της μίσθωσης εκ μέρους της μισθώτριας δυνάμει του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, καθώς, όπως εκτέθηκε στο οικείο τμήμα της μείζονας σκέψης της παρούσας, το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 17 Ν. 3853/2010 (ΦΕΚ A 90/17.6.2010), δεν έχει εφαρμογή στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 4242/2014, όπως η επίδικη, με αποτέλεσμα να μην δικαιούται υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς ο μισθωτής μιας μίσθωσης που συνάπτεται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4242/2014 να καταγγείλει τη μίσθωση «λόγω μεταμέλειας» και αντίστοιχα να μην θεμελιώνεται δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό αποζημίωση του ενός μηναίου μισθώματος. Επίσης απορριπτέο ως μη νόμιμο κρίνεται και το υπό στοιχείο στ) αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, την οποία οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγόμενης, διότι μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, η παράβαση από την εναγόμενη της συμβατικής υποχρέωσης περί καταβολής του μισθώματος ή η παράλειψή της να κάνει καλή και με άκρα επιμέλεια χρήση του μίσθιου δεν στοιχειοθετεί και αδικοπραξία, αφού δεν είναι από μόνη της, και χωρίς την ύπαρξη της ένδικης συμβατικής σχέσης, παράνομη πράξη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της προσκομίζονται με τις προτάσεις των εναγουσών τα από 20.6.2022 ενημερωτικά έγγραφα προς εκάστη εξ αυτών αντίστοιχα για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4640/2019, ενώ για το αντικείμενό της έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το με αριθμό ……… e -παράβολο μετά της από 27.4.2023 απόδειξης πληρωμής της ….. Τράπεζας).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, των εγγράφων που μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται από τους διαδίκους, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την επισκόπηση του συνόλου των φωτογραφιών που προσκομίζονται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 4.12.2018 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, για το οποίο υποβλήθηκε η με αριθμό ……./4.12.2018 δήλωση στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, οι ενάγουσες εκμίσθωσαν στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……..», όπως ήταν η αρχική επωνυμία της εναγόμενης, το με στοιχεία ΚΙ ισόγειο κατάστημα ενός κτηρίου κείμενου στα ……. Αττικής και συγκεκριμένα στη ……., το οποίο ανήκει σε κάθε μία από αυτές κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, και αποτελείται από ένα ενιαίο χώρο και WC, συνολικής επιφάνειας 60 τ.μ. Με το ως άνω συμφωνητικό η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εξαετής (άρθρο 2°), αρχόμενη την 1η.1.2019 και λήγουσα την 31η.12.2024. Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο έτος της μίσθωσης στο ποσό των 800 ευρώ (άρθρο 3°), καταβλητέο εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μισθωτικού μήνα, ενώ παράλληλα συμφωνήθηκε ότι θα αναπροσαρμόζεται ετησίως σε ποσοστό, το οποίο θα αντιστοιχεί στον εκάστοτε κατά τον χρόνο της αναπροσαρμογής δείκτη τιμών καταναλωτή, συν 3%, ήτοι για το έτος 2020 σε ποσοστό 3,8%, για το έτος 2021 σε ποσοστό 0,7% και σε ποσοστό 8,1% για το έτος 2022, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή, ενώ θα επιβαρύνεται και με το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου ύψους 3,6%. Κατά την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η εναγόμενη μισθώτρια κατέβαλε το ποσό των 1.600 ευρώ ως εγγυοδοσία για την ακριβή τήρηση και εκπλήρωση των όρων του μισθωτηρίου (άρθρο 5°), ποσό που αντιστοιχούσε σε δύο μηνιαία μισθώματα, ενώ παράλληλα συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό της εγγυοδοσίας θα αναπροσαρμόζεται με την κατά τα ανωτέρω αύξηση του μισθώματος. Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι το ποσό της εγγυοδοσίας, όπως θα έχει διαμορφωθεί κατά τη λήξη της μίσθωσης, η μισθώτρια θα το αναλάβει άτοκα μετά την εμπρόθεσμη κατά τη λήξη της μίσθωσης αποχώρηση της από το μίσθιο, την παράδοση του μισθίου και των κλειδιών του, καθώς και την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών και την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης, αποκλεισμένης της δυνατότητας να συμψηφιστεί αυτή με μισθώματα ή άλλες οφειλές της προς τις εκμισθώτριες. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια υποχρεούται να κάνει καλή και με άκρα επιμέλεια χρήση του μίσθιου (άρθρο 9°), ενώ ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει αυτό και τα κλειδιά του στις εκμισθώτριες στην κατάσταση που το παρέλαβε κατά την υπογραφή της μίσθωσης (άρθρο 12°). Στις 10.11.2021 επιδόθηκε στη δεύτερη των εναγουσών η από 9.11.2021 εξώδικη δήλωση – καταγγελία επαγγελματικής μίσθωσης της εναγόμενης, με την οποία κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση μίσθωσης, δηλώνοντας ότι θα αποδώσει το μίσθιο μετά την παρέλευση τριών μηνών από την κοινοποίηση του εξωδίκου και αξίωσε την επιστροφή της καταβληθείσας εγγύησης. Σε απάντηση της ως άνω καταγγελίας οι ενάγουσες απέστειλαν την από 14.12.2021 εξώδικη απάντηση – δήλωση – διαμαρτυρία τους που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 16.12.2021 (βλ. την …….16.12.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά ………), με την οποία αξίωσαν να τους καταβάλλει η εναγόμενη τα οφειλόμενα κατά το χρόνο αυτό μισθώματα και την καταβολή της συμφωνημένης κατ’ έτος αναπροσαρμογής μισθώματος και εγγύησης, ενώ αρνήθηκαν την ως άνω καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, καθώς και την ύπαρξη συμφωνίας των μερών για αζήμια λύση της μίσθωσης. Οι ενάγουσες παρέλαβαν στις 17.2.2022 το μίσθιο, συνταγέντος προς τούτο το από όμοια ημερομηνία πρωτόκολλο παράδοσης -παραλαβής μισθίου. Όμως η εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 2021 ύψους 43,03 ευρώ [830,4 ευρώ μίσθωμα έτους 2020 (800 X 3,8% ποσοστό αναπροσαρμογής) X 0,7% ποσοστό αναπροσαρμογής = 836,21 ευρώ + χαρτόσημο 3,6 % = 866,31 ευρώ – 823,28 ευρώ = 43,03 ευρώ], Δεκεμβρίου 2021 ύψους 866,31 ευρώ (830,4 ευρώ μίσθωμα έτους 2020 X 0,7% ποσοστό αναπροσαρμογής = 836,21 ευρώ + χαρτόσημο 3,6 % = 866,31 ευρώ), Ιανουάριου 2022 ύψους 892,3 ευρώ (836,21 ευρώ μίσθωμα έτους 2021 X 3% ποσοστό αναπροσαρμογής = 861,30 ευρώ + χαρτόσημο 3,6% = 892,3 ευρώ) και Φεβρουάριου 2022 ύψους 892,3 ευρώ (836,21 ευρώ μίσθωμα έτους 2021 X 3% ποσοστό αναπροσαρμογής = 861,30 ευρώ + χαρτόσημο 3,6% = 892,3 ευρώ), ήτοι συνολικά το ποσό των 2.693,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πέμπτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μήνα, όταν και κατέστη ληξιπρόθεσμο έκαστο εξ αυτών δυνάμει της ως άνω συμβατικής ρήτρας, αίτημα που περιλαμβάνεται ως έλασσον στο μείζον αίτημα περί επιδικάσεως τόκων από τη δεύτερη ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός. Το ποσοστό αναπροσαρμογής των μισθωμάτων εμπορικών μισθώσεων για το έτος 2022, το οποίο δυνάμει της προεκτεθείσας συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών θα έπρεπε να ανέλθει στο ποσοστό του 8,1%, περιορίζεται σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) επί του μισθώματος του έτους 2021, δυνάμει του άρθρου 121 του ν. 4926/2022 (ΦΕΚ Α’ 82) «Εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου για τη δραστηριοποίηση των πλοίων αναψυχής και των τουριστικών ημερόπλοιων, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής και άλλες διατάξεις», το οποίο προβλέπει ότι για τις μισθώσεις ακινήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 (Α 30), καθώς και του άρθρου 13 του ν. 4242/2014 (Α 50), όπως η επίδικη, επιτρέπεται, από την 1η. 1.2022 έως και την 31η. 12.2022, αναπροσαρμογή του μισθώματος που ανέρχεται σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%), κατά ανώτατο όριο, επί του μισθώματος του έτους 2021. Επίσης, η εναγόμενη οφείλει στις ενάγουσες τη διαφορά εξαιτίας της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος για το έτος 2020 συνολικού ποσού 378 ευρώ [800 ευρώ X 3,8% ποσοστό αναπροσαρμογής = 830,4 X 3,6% χαρτόσημο = 860,30 καταβλητέο μίσθωμα μηνιαίως Χ12 μήνες = 10.323,6 ευρώ – 9.945,6 (800 ευρώ καταβληθέν μίσθωμα X 3,6% χαρτόσημο = 828,8 X 12 μήνες) = 378 ευρώ] και τη διαφορά εξαιτίας της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος για το έτος 2021 συνολικού ποσού 301 ευρώ [830,4 X 0,7% ποσοστό αναπροσαρμογής = 836,21 ευρώ + 3,6% χαρτόσημο = 866,31 καταβλητέο μίσθωμα μηνιαίως Χ10 μήνες = 8.663,1 ευρώ – 8.288 ευρώ (800 ευρώ X 3,6% χαρτόσημο = 828,8 καταβληθέν μηνιαίως μίσθωμα ΧΙΟ μήνες) = 375,1 ευρώ από τα οποία ωστόσο πρέπει να τους επιδικαστούν μόνο τα 301 ευρώ τα οποία και αιτούνται ενόψει της αρχής της διαθέσεως (106 ΚΠολΔ)]. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα επιδίκασης της διαφοράς μεταξύ του καταβλητέου και του καταβληθέντος μηνιαίου μισθώματος λόγω αναπροσαρμογής αυτού για τους μισθωτικούς μήνες Ιανουάριου και Φεβρουάριου του έτους 2022, καθώς οι ενάγουσες έχουν ήδη αξιώσει τα εν λόγω κονδύλια λόγω μη εν συνόλω καταβολής τους από την εναγόμενη, συνυπολογισθείσας και της αναπροσαρμογής, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, γενομένων δεκτών ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμων των σχετικών κονδυλίων, ήτοι θα πρέπει να τους καταβάλλει συνολικά για την παραπάνω αιτία το ποσό 679 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επιπρόσθετα, η εναγόμενη οφείλει στις ενάγουσες το ποσό των 60,8 ευρώ (30,4 ευρώ X 2) για την αναπροσαρμογή της δοθείσας εγγύησης που αντιστοιχεί σε δύο μηνιαία μισθώματα λόγω της αναπροσαρμογής του μισθώματος, όπως εκτέθηκε ανωτέρω για το έτος 2020, το ποσό των 12,42 ευρώ (36,21 ευρώ X 2 = 72,42) [(τα οποία και αιτούνται ενόψει της αρχής της διαθέσεως (106 ΚΠολΔ)], για την αναπροσαρμογή της δοθείσας εγγύησης λόγω της αναπροσαρμογής του μισθώματος, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, για το έτος 2021 και το ποσό των 122,6 ευρώ (61,3 ευρώ X 2) για την αναπροσαρμογή της δοθείσας εγγύησης λόγω της αναπροσαρμογής του μισθώματος, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, για το έτος 2022, ήτοι συνολικά το ποσό των 195,82 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Προσέτι, η εναγόμενη προκάλεσε φθορές στο μίσθιο, οι οποίες υπερβαίνουν το μέτρο της συνήθους χρήσης, ο οποίες αποδείχθηκαν από την από 9-3-2022 τεχνική έκθεση – προσφορά του πολιτικού μηχανικού ……… Συγκεκριμένα εμφανίζονται κενά στην οροφή του καταστήματος που είναι κατασκευασμένη από γυψοσανίδα και προέρχονται από τη διάνοιξη διαφόρων οπών, την απομάκρυνση μηχανήματος κλιματισμού οροφής και την αποξήλωση φωτιστικών, επίσης τοποθετήθηκαν στους τοίχους του καταστήματος ράφια και χωρίσματα από γυψοσανίδες, τα οποία φέρουν διαφόρων ειδών σπασίματα και εκδορές και αφαιρούν ωφέλιμο χώρο από το κατάστημα, έχουν αφαιρεθεί όλες οι ασφάλειες από τον ηλεκτρολογικό πίνακα του καταστήματος, έχουν αποξηλωθεί καλωδιώσεις από τον ηλεκτρολογικό πίνακα, έχει αφαιρεθεί το καπάκι κουτιού καλωδιώσεων δαπέδου, ενώ εξαιτίας της αποξήλωσης των φωτιστικών απαιτείται τοποθέτηση νέου συστήματος φωτισμού. Για την αποκατάσταση των ως άνω φθορών, με βάση την ίδια τεχνική έκθεση, απαιτούνται τα εξής: 1.200 ευρώ για την έκδοση άδειας από την αρμόδια πολεοδομία, 350 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε 7 μεροκάματα των 50 ευρώ, για την αποξήλωση γυψοσανίδων και ψευδοροφής εσωτερικά και εξωτερικά, 130 ευρώ για την προμήθεια κάδου για την αποκομιδή των προϊόντων καθαιρέσεων, 1.200 για χρωματισμό και στοκάρισμα των επιφανειών των πλευρικών τοίχων, 200 ευρώ για υλικά βαψίματος, 2.100 ευρώ για την τοποθέτηση καινούριας ψευδοροφής, 700 ευρώ για εργασίες ηλεκτρολογικής εγκατάστασης από ηλεκτρολόγο, 400 ευρώ για αγορά φωτισμού και αξεσουάρ και 425 ευρώ για την αγορά ενσήμων αναφορικά με τις εργασίες αποξήλωσης και βαφής μισθίου, ήτοι συνολικά ποσό 8.314,20 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Επίσης, αποδείχθηκε, ότι οι διάδικοι συμφώνησαν με το παραπάνω μισθωτήριο ότι η καταβολή του χρηματικού ποσού των χιλίων εξακοσίων ευρώ (1.600) από τη μισθώτρια στις εκμισθώτριες έλαβε χώρα κατά τη σύναψη της μίσθωσης «για την ακριβή τήρηση και εκπλήρωση των όρων του μισθωτηρίου», χωρίς καμία αναφορά στο ενδεχόμενο παρακρατήσεώς του από τις εκμισθώτριες σε περίπτωση μη προσήκουσας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της μισθώτριας. Επομένως, ο συγκεκριμένος συμβατικός όρος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, αλλά αφορά στην ακριβή εκπλήρωση των όρων του μισθωτηρίου, όρος ο οποίος δίνει στο ποσό της εγγυοδοσίας αυτής το χαρακτήρα προκαταβολής (ΑΚ 416) έναντι μελλοντικού χρέους που τυχόν θα παραμείνει ανεξόφλητο και θα περιλαμβάνει ζημίες από μη πληρωμή μισθωμάτων, φθορές και γενικά πληρωμή δαπανών. Στην προκειμένη περίπτωση το ποσό της εγγυοδοσίας των 1.600 ευρώ πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να καταλογιστεί στο αιτούμενο από τις ενάγουσες λόγω των παραπάνω φθορών ποσό των 8.314,20 ευρώ, επερχόμενης, επομένως απόσβεσης της οφειλής κατά το ως άνω ποσό των 1.600 ευρώ και παραμένοντος οφειλόμενου υπολοίπου εξ αυτής της αιτίας ποσού 6.714,20 ευρώ (8.314,20 -1.600). Όσο αφορά στο επικουρικώς προβαλλόμενο αίτημα της απώλειας εισοδήματος παρέλκει η εξέτασή του ενόψει του γενομένου ως κατ’ ουσίαν βάσιμου του κυρίου αιτήματος επιδίκασης του κονδυλίου αποκατάστασης των επίδικων φθορών κατά τα ανωτέρω. Προσέτι, η εναγόμενη πρόβαλε την ένσταση συμψηφισμού (440 ΑΚ) ποσού 18.097 ευρώ που δαπάνησε για την ανακαίνιση του μίσθιου, επικαλούμενη ότι αποτελούν επωφελείς δαπάνες (αρ. 591 παρ. 2 εδ. α` ΑΚ) που αυξάνουν την αγοραία αξία του μίσθιου. Όμως, η εναγόμενη παρέλειψε εντελώς να αναφέρει, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την πληρότητα της ιστορικής βάσεως της ενστάσεώς της, την αξία του επίδικου μίσθιου κατά το χρόνο της απόδοσής του, με και χωρίς τη βελτίωσή του που επήλθε από τις εν λόγω δαπάνες, προκειμένου να κριθεί, εάν και σε πόσο βαθμό σώζεται η επελθούσα αύξηση της αξίας του κατά το χρόνο απόδοσης αυτού. Πρέπει, λοιπόν, η ένσταση αυτή να απορριφθεί ως αόριστη.
Η εναγόμενη ισχυρίζεται, επίσης, επιχειρώντας να στηρίξει ένσταση περί κατάχρησης δικαιώματος ((281 ΑΚ), ότι δεν υπήρχαν φθορές στο μίσθιο, αλλά αντίθετα οι εκμισθώτριες θέλουν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος από λόγους εκδίκησης, επειδή η εναγόμενη αποχώρησε από το μίσθιο. Όμως, ο παραπάνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν συνιστά νόμιμη ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, ακόμη και αν υποτεθούν αληθινά τα προς θεμελίωσή του επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, δεν αρκούν να περιαγάγουν την άσκηση των αγωγικών αξιώσεων σε προφανή και έκδηλη αντίθεση προς τα αξιολογικά όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, επειδή δεν γίνεται επίκληση κάποιας συμπεριφοράς που να εκπορεύθηκε από τις ενάγουσες και να δημιούργησε στην εναγόμενη, εύλογα μάλιστα, την πεποίθηση ότι δεν θα στραφούν εναντίον της (βλ. ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 2001.382), η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα από τον δικαιούχο του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη δικαιώματος του αντιδίκου του (βλ. ΑΠ 1480/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ` ουσίαν, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στις ενάγουσες, κατά ποσοστό 1/2 σε εκάστη εξ αυτών α) τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 2021 ποσού 43,03 ευρώ, Δεκεμβρίου 2021 ποσού 866,31 ευρώ, Ιανουάριου 2022 ποσού 892,3 ευρώ και Φεβρουάριου 2022 ποσού 892,3 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.693,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πέμπτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μήνα, β) ως διαφορά εξαιτίας της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος για το έτος 2020 ποσό 378 ευρώ, για το έτος 2021 ποσό 301 ευρώ και συνολικά για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των 679 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, γ) ποσό 60,8 ευρώ για την αναπροσαρμογή της δοθείσας εγγύησης για το έτος 2020, ποσό 12,42 ευρώ για το έτος 2021, ποσό 122,6 ευρώ για το έτος 2022 και συνολικά για την παραπάνω αιτία το ποσό των 195,82 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, καθώς και δ) ποσό 6.714,20 ευρώ ως αποζημίωση εξαιτίας φθορών, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, συνολικά δε το ποσό των 10.282,96 ευρώ, ειδικότερα τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 2021 ποσού 43,03 ευρώ, Δεκεμβρίου 2021 ποσού 866,31 ευρώ, Ιανουάριου 2022 ποσού 892,3 ευρώ και Φεβρουάριου 2022 ποσού 892,3 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πέμπτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μήνα και το ποσό των 7.589,02 (679 + 195,82 + 6.714,20) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Τα δικαστικά έξοδα των εναγουσών και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγόμενη, επειδή ηττάται (άρθρο 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από την εκκαλούσα παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. δ` ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 5.9.2023 έφεση, που πήρε γενικό αριθμό κατάθεσης …./2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης …./2023 (…/…/2023 Εφετείου), κατά της 554/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται την έφεση από τυπική και ουσιαστική άποψη.
Εξαφανίζει την 554/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την ουσία της.
Απορρίπτει ότι, κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την από 5.7.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης …/2022 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2022 αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλλει στις ενάγουσες, κατά ποσοστό 14 σε εκάστη εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 10.282,96 ευρώ, και ειδικότερα τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 2021 ποσού 43,03 ευρώ, Δεκεμβρίου 2021 ποσού 866,31 ευρώ, Ιανουάριου 2022 ποσού 892,3 ευρώ και Φεβρουάριου 2022 ποσού 892,3 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πέμπτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μήνα, καθώς και το ποσό των 7.589,02 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης τα δικαστικά έξοδα των εναγουσών και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ευρώ (1.300).
Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου, ποσού εκατό (100) ευρώ, στην εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στην Αθήνα στις 23/1/2025
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
nomos
