Περίληψη: Τύπος – Δημοσίευμα – Προσβολή προσωπικότητας – Ιδιοκτήτης εντύπου – Συντάκτης -Εκδότης – Αντικειμενική ευθύνη – Ηθική βλάβη – Συντρέχον πταίσμα – Αναλογικότητα – Ελάχιστη χρηματική ικανοποίηση -. Ο νόμος 1178/81 περί αντικειμενικής ευθύνης και ελάχιστης χρηματικής ικανοποίησης αφορά μόνο στον ιδιοκτήτη του εντύπου, όχι και στο συντάκτη, εκδότη ή διευθυντή σύνταξης, που ευθύνονται για τη ζημία από δημοσίευμα κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Επί προσβολής προσωπικότητας, αξίωση άρσης και μη επανάληψης, αποζημίωσης, αλλά και ικανοποίησης ηθικής βλάβης με πληρωμή ποσού, δημοσίευμα ή ό,τι επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προσδιορισμός, αναιρετικά ανέλεγκτος, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης, κατά την κοινή πείρα και λογική, χωρίς υποχρέωση διαταγής αποδείξεων. Επί συντρέχοντος πταίσματος, κατ ένσταση, δυνατή μη επιδίκαση ή μείωση του ποσού. Αντίθετη στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας η πρόβλεψη στο νόμο ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης, με μόνο στοιχείο τον τόπο έκδοσης της εφημερίδας. Ηθική βλάβη μέτριας ένστασης από δημοσίευμα αναληθές, καθόσον εναντίον του ενάγοντος δεν ασκήθηκε ποτέ ποινική δίωξη για εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και οι εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα, ως ιδιοκτήτης και εκδότης εφημερίδας, ούτε συνέτρεχε λόγος να το δημοσιεύσουν. Σκοπός εξύβρισης με τη χωρίς λόγο χρήση της μειωτικής λέξης «πρεζέμπορος», αφού υπήρχαν μεν δύο καταδίκες για ναρκωτικά, όχι όμως για εμπορία.
ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΣΑΣ
24/2013
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφου με αριθμούς /08.09.2011 και /08.09.2011, τις οποίες συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής Η. Ζ. και προσκόμισε νόμιμα ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με επίκληση, προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη δικάσιμο της 14.12.2012 και να συμμετάσχουν στη συζήτηση της ένδικης έφεσης. Ειδικότερα, η κλήτευση των εφεσίβλητων διενεργήθηκε με νόμιμη επίδοση αντιγράφου της ένδικης έφεσης, όπου ήταν συνημμένη πράξη ορισμού της 14.12.2012 ως δικασίμου και κλήση για συζήτηση, προς τον υπάλληλο της 1ης εφεσίβλητης και συνεργάτη του 2ου εφεσίβλητου, Θ. Χ., διότι κατά τη στιγμή της επίδοσης ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης εφεσίβλητης βρισκόταν στα γραφεία αυτής ούτε ο 2ος εφεσίβλητος βρισκόταν στον χώρο της εργασίας του, (βλ. άρθρα: 126 § 1, 127 § 1, 129 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, μολονότι δεν εμφανίστηκαν οι εφεσίβλητοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη διάρκεια της δικασίμου 14.12.2012 ούτε έλαβαν μέρος στη συζήτηση της έφεσης αυτής, πρέπει να προβεί η διαδικασία ως προς την έφεση σαν να ήταν παρόντες στη δίκη αμφότεροι οι εφεσίβλητοι, (βλ. άρθρο 524 § 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
ΙΙ. Η ένδικη έφεση με ημερομηνία 05.05.2011 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 149/07.07.2011 εναντίον της οριστικής απόφασης ειδικής διαδικασίας αριθμ. 63/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε ως προς την από 19.01.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 41/25.01.2010 αγωγή χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας ηθικής βλάβης, την οποία άσκησε ο ήδη εκκαλών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μέσα στην προθεσμία των τριών ετών από την ημέρα (28.03.2011), οπότε δημοσιεύτηκε η εκκαλούμενη απόφαση, (βλ. άρθρα 518 § 2, 591 § 1 ΚΠολΔ), η οποία λαμβάνεται υπόψη στην επίδικη υπόθεση ως προθεσμία της έφεσης, αφού κανείς από τους διαδίκους δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε ότι επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση προς κάποιον από αυτούς, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 681-Δ § 5 ΚΠολΔ, και φέρεται νόμιμα προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, υλικά και τοπικά αρμοδίου για την εκδίκασή της, (βλ. άρθρα 19, 495 § 1, 513 § 1, 516 § 1, 517, 591 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στη συνέχεια ως προς την παραδεκτή υποβολή και βασιμότητα των λόγων της με την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, (βλ. άρθρο 533 ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται από τους λόγους της, (βλ. άρθρο 522 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Στην πιο πάνω αγωγή του με ημερομηνία 19.01.2010 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 41/25.01.2010 ο ενάγων, ήδη εκκαλών, Α. Β., ιστόρησε τα εξής: Ότι από τον μήνα Φεβρουάριο 2005 και εντεύθεν οι εναγόμενοι δημοσίευσαν στην ημερήσια εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας με τον τίτλο «Α.», ιδιοκτησίας της 1ης εναγομένης, σειρά άρθρων ως προς το πρόσωπό του, τα οποία αποδείχθηκαν ψευδή, με σκοπό να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού και να αποκομίσουν εμπορικό κέρδος. Ότι στις 30.03.2005 η 1η εναγομένη, ως κυρία της ανωτέρω εφημερίδας, έθεσε σε κυκλοφορία στην πόλη του Β. την ανωτέρω εφημερίδα, στην οποία περιλαμβανόταν άρθρο με τον τίτλο «Εμπόριο ανθρώπινων οργάνων έκανε ο πρεζέμπορος και πράκτορας Β. Σε συνεργασία με την μαφία εξαφάνιζαν παιδιά από την Αλβανία και μέσω Ελλάδας τα πήγαιναν στην Βραζιλία» και με περιεχόμενο αυτό που αναφέρεται στην αγωγή λεπτομερώς. Ότι με το ανωτέρω άρθρο, το οποίο είναι ψευδές, συκοφαντικό και προσβλητικό, οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατάρτισαν, συνέταξαν και δημοσίευσαν αυτό, πρόσβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και διέπραξαν σε βάρος αυτού το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, διότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι όσα διατύπωσαν με το ανωτέρω άρθρο ήταν ψευδή. Για τους λόγους αυτούς και μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό αίτημα, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση εις ολόκληρο να καταβάλουν σ αυτόν το ποσό των 1.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, να απαγγελθεί σε βάρος του 2ου εναγομένου προσωπική κράτηση 24 μηνών ως μέσο για την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να δημοσιεύσουν στην ανωτέρω εφημερίδα, στην ίδια θέση, όπου δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα, σύντομη περίληψη του αιτιολογικού και το διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί ως προς την αγωγή, μετά την επέλευση της τελεσιδικίας επί της διαφοράς, και να απειληθεί εναντίον των εναγομένων χρηματική ποινή 100.000 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης ως προς τη δημοσίευση της ως άνω περίληψης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε ως προς την ένδικη αγωγή την ήδη εκκαλούμενη οριστική απόφασή του ειδικής διαδικασίας αριθμ. 63/2011, με την οποία δέχτηκε την αγωγή εν μέρει, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρο στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, διέταξε να δημοσιευθεί, με επιμέλεια και δαπάνη των εναγομένων, περίληψη της απόφασης και ολόκληρο το διατακτικό της, στην ίδια εφημερίδα και στις ίδιες θέσεις, όπου είχε καταχωριστεί το επίδικο δημοσίευμα, εντός 15 ημερών από την τελεσιδικία της απόφασης, και επέβαλε χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της δημοσίευσης. Ήδη ο ενάγων, ο οποίος ηττήθηκε εν μέρει στην πρωτοβάθμια δίκη, παραπονείται με την ένδικη έφεσή του ότι η εκκαλούμενη απόφαση εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο, και ζητεί να εξαφανιστεί η απόφαση εκείνη και να γίνει ολικά δεκτή η ένδικη αγωγή του.
IV. Από το άρθρο μόνο § 1 του Ν. 1178/1981 «περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων» προκύπτει ότι ο ιδιοκτήτης εντύπου έχει υποχρέωση να καταβάλει πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στο πρόσωπο του εκδότη ή του διευθυντή σύνταξης του εντύπου. Από την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο μόνο § 4-α του Ν. 2243/1994, προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των χρηματικών ποσών που αναφέρονται κατά περίπτωση στο άρθρο αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αυτές αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στην ευθύνη του συντάκτη του δημοσιεύματος ή του εκδότη του εντύπου, αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη ή τον διευθυντή σύνταξης. Ο συντάκτης του δημοσιεύματος, ο εκδότης, αν δεν είναι, συγχρόνως, και ιδιοκτήτης του εντύπου, και ο διευθυντής σύνταξης ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από δημοσίευμα, σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 361-363 ΠΚ. Εξάλλου από το άρθρο 57 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Από το άρθρο 59 ΑΚ προκύπτει ότι και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί, επιπλέον, να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται στην πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται, μεταξύ άλλων, το έννομο αγαθό της τιμής και της υπόληψης του ανθρώπου (βλ. ΑΠ 34/10 Δνη 52. 161). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914, 932 ΑΚ συνάγεται ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ αυτόν, κατά την ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα περιστατικά που υποβάλλονται στην κρίση του, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να διατάξει αποδείξεις ως προς την επέλευση ή όχι της ηθικής βλάβης καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης. Ανάμεσα στα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, για να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, είναι οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος. Αν συντρέχει πταίσμα του παθόντος, το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί, ανάλογα προς τη βαρύτητα του πταίσματος αυτού, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, του οποίου η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης (βλ. ΑΠ 972/99 Δνη 41. 47). Αντίθετα, σύμφωνα με τη νομολογία που επικρατεί, η νομοθετική ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981, με την οποία ορίζεται ότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, όχι κατώτερη των χρηματικών ποσών που αναφέρονται κατά περίπτωση στο άρθρο αυτό, αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1-δ του Συντάγματος της Ελλάδας και στην αρχή της αναλογίας που καθιερώνεται με αυτή, διότι η καθιέρωση του τόπου έκδοσης της εφημερίδας ως μόνου στοιχείου για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, μπορεί να οδηγήσει σε επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, δυσανάλογης προς την ηθική βλάβη του αδικηθέντος, επειδή η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού μπορεί να είναι, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες της πράξης, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε, (βλ. ΟλομΑΠ 5/10 Νόμος).
V. Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με επίκληση, ήτοι, ειδικότερα, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Β. Ι., ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου, (στην πρωτοβάθμια δίκη οι εναγόμενοι δεν πρότειναν την εξέταση μάρτυρα ανταπόδειξης), και από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία προσκόμισε ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με επίκληση του περιεχομένου τους, (μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνονται και οι έγγραφες προτάσεις των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, Α. Β., τέκνο του Χ. και της Α., γεννήθηκε στην πόλη του Β., στις 7.10.1961, και είχε ως τόπο κατοικίας του την ίδια πόλη, όπου διέμενε στη διάρκεια των τελευταίων ετών με τη μητέρα του. Στη διάρκεια του έτους 1987 τέλεσε γάμο με τη M. C., αλλά ο γάμος αυτός λύθηκε στη διάρκεια του έτους 2001, χωρίς να αποκτήσουν οι δύο σύζυγοι τέκνα στη διάρκειά του. Στη διάρκεια των ετών 1989-1991 ο ενάγων έκανε σπουδές οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων στη Γαλλία. Στις 22.4.2005 οι αστυνομικές αρχές της Ιταλίας συνέλαβαν τον ενάγοντα ως δράστη αξιόποινων πράξεων και έκτοτε ο ενάγων παρέμεινε έγκλειστος σε φυλακή, αρχικά σε φυλακή της Ιταλίας και στη συνέχεια σε φυλακή της Ελλάδας, μέχρι 31.3.2008, οπότε αποφυλακίστηκε. Στη διάρκεια του έτους 2005 η 1η εναγομένη, εταιρία με την επωνυμία «K. M. G. ΕΠΕ», ήταν ιδιοκτήτρια της ημερήσιας εφημερίδας πανελλήνιας κυκλοφορίας με τον τίτλο «Α.». Στη διάρκεια του ίδιου έτους ο 2ος εναγόμενος, Γ. Τ., ήταν ο εκδότης της εφημερίδας αυτής. Στις 30.3.2005 η 1η εναγομένη, ως κυρία της ανωτέρω εφημερίδας, έθεσε σε κυκλοφορία σε όλη την Ελλάδα και, επίσης, στην πόλη του Β., τόπο κατοικίας τότε του ενάγοντος, Α. Β., το φύλλο με αριθμό και ημερομηνία έκδοσης 30.3.2005 της ανωτέρω εφημερίδας, στην 1η σελίδα της οποίας, ακριβώς κάτω από τον τίτλο της, δημοσιευόταν άρθρο με τον εξής τίτλο: «Σε συνεργασία με την μαφία εξαφάνιζαν παιδιά από την Αλβανία και μέσω Ελλάδας τα πήγαιναν στην Βραζιλία. ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ έκανε ο πρεζέμπορος και πράκτορας Β.». Στο άνω δεξιό τμήμα του σχετικού πλαισίου αναγραφόταν με μικρότερα γράμματα: «Ποιοι έκρυψαν το σήμα της Ιντερπόλ στο υπ. Δημ. Τάξης» και στο κάτω δεξιό τμήμα του πλαισίου δημοσιευόταν μικρή φωτογραφία που εικόνιζε το άνω μέρος του σώματος και το πρόσωπο του ενάγοντος. Κάτω από τη φωτογραφία αυτή δημοσιευόταν το εξής κείμενο, γραμμένο με μικρότερη γραμματοσειρά: «Την πλέον συνταρακτική πτυχή των μαφιόζικων δραστηριοτήτων του καταζητούμενου – γνωστού ως πρεζέμπορα και πολυπράκτορα, μέχρι τώρα – Β., αποκαλύπτει σήμερα η «Α.»: Το αδίστακτο αυτό υποκείμενο, που θεό του έχει μόνο το χρήμα, ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΤΑΝ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΜΑΦΙΑ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΥΚΛΩΜΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΜΕΛΩΝ. ΣΕΛ. 16-17». Στις σελίδες 16 και 17 του ίδιου φύλλου εφημερίδας δημοσιευόταν εκτενές άρθρο, όπου αναλυόταν το ανωτέρω πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας, με το εξής περιεχόμενο: «ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΦΙΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΑΝ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΚΑΙ ΜΕΣΩ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΑ ΠΗΓΑΙΝΑΝ ΣΤΗΝ ΒΡΑΖΙΛΙΑ. Εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων έκανε ο πράκτορας Β. Την πλέον συνταρακτική πτυχή των μαφιόζικων δραστηριοτήτων του καταζητούμενου – γνωστού ως πρεζέμπορα και πολυπράκτορα, μέχρι τώρα – Β., αποκαλύπτει σήμερα η «Α.»: Το αδίστακτο αυτό υποκείμενο, που θεό του έχει μόνο το χρήμα, ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΤΑΝ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΜΑΦΙΑ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΥΚΛΩΜΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΜΕΛΩΝ. Το υπουργείο Δημόσιας Τάξης έχει στοιχειοθετημένο φάκελο για την πιο ειδεχθή εγκληματική δράση του Β., που αφορούσε σε ελληνοαλβανική συμμορία εμπορίας οργάνων, στην οποία ρόλο – κλειδί κατείχε ο πολυπράκτορας, αλλά οι υψηλόβαθμοι προστάτες του φρόντισαν να το θάψουν με προφανή σκοπό την απρόσκοπτη συνέχεια των «ειδικών αποστολών» που του ανέθεταν. Η φρίκη που αναδύεται από το πακέτο των πληροφοριών για τη συμμετοχή του Β. στην πολυεθνική μαφία εμπορίας μοσχευμάτων, αποτυπώνεται στα παρακάτω: 1. Ο Β., έχοντας διάθεση να τα κονομήσει από όλα τα μεγάλα κόλπα των κυκλωμάτων της Αλβανικής μαφίας, διέθεσε εαυτόν ως πληροφοριοδότη – κατ αρχήν – στα κυκλώματα των Τιράνων, του Φίερι και των Αγίων Σαράντα, όχι μόνο σε ναρκω-μπίζνες αλλά και στο στήσιμο της «μεγάλης δουλειάς» των απαγωγών και της μεταφοράς άμοιρων Αλβανόπουλων που καταλήγουν στα χειρουργεία θανάτου της Λατινικής Αμερικής. 4. Κατά τις υπάρχουσες πληροφορίες, ο Β. στο διάστημα της συνεργασίας του με τους Αλβανούς μαφιόζους που είχαν αναπτυχθεί στη διεθνή «αγορά» εμπορίας οργάνων, είχε αναλάβει την αποστολή της «φιλοξενίας» των ανυποψίαστων Αλβανόπουλων και εν δυνάμει σφαγίων σε διαμερίσματα σε αστικά κέντρα της χώρας και το διακανονισμό της μεταφοράς τους στη Βραζιλία Τα υπερκέρδη από τις μπίζνες της φρίκης εξαρτώνται κάθε φορά από τα ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα του «εμπορεύματος» (κατάσταση υγείας των παιδιών και αριθμός τους) και σε περιπτώσεις είναι δυνατό και να ξεπεράσουν το πλαφόν της ηρωίνης – 1000%. Από τα παραπάνω εξηγείται και η «προστατευτικότητα» της Αλβανικής μαφίας στο πρόσωπο του Β., ο οποίος νομίζοντας ότι μπορεί να ξεσαλώσει μέσω καναλιών εκβιάζοντας τους ντόπιους παρακρατικούς προστάτες του, προδόθηκε, αποκαλύπτοντας την αλβανική κρυψώνα του. ». Στο μέσο του κειμένου που δημοσιεύτηκε στις σελίδες 16 και 17 του ανωτέρω φύλλου εφημερίδας δημοσιευόταν μικρή φωτογραφία, όπου εικονιζόταν το άνω μέρος του σώματος του ενάγοντος και το πρόσωπό του.
Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε καθόλου ότι το ανωτέρω άρθρο αποδίδει πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι, πράγματι, ο ενάγων, Α. Β., «έκανε εμπόριο ανθρώπινων οργάνων» και ότι «σε συνεργασία με την Αλβανική μαφία εξαφάνιζε παιδιά από την Αλβανία και μέσω της Ελλάδας τα πήγαινε στη Βραζιλία», όπου φέρεται ότι «κατέληγαν στα χειρουργεία θανάτου της Λατινικής Αμερικής». Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι στη διάρκεια του Φεβρουαρίου 2005 ο διευθύνων την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, λαμβάνοντας υπόψη του δημοσιεύματα των εφημερίδων «Ε.», «Ν.», «Β.», «Χ.», «Α.», «Α.», «Α.» και «Κ.» εναντίον του ήδη ενάγοντος, Α. Β., έδωσε στις 10.02.2005 παραγγελία σε Εισαγγελέα Πρωτοδικών να διενεργήσει επειγόντως προκαταρκτική εξέταση, ώστε να διερευνηθεί αν ο κατηγορούμενος τέλεσε αξιόποινες πράξεις, σχετικές με τα ανωτέρω δημοσιεύματα. Μετά από τη διενέργεια λεπτομερούς προκαταρκτικής εξέτασης η αρμόδια Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών κατέληξε στις 30.5.2005 στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του Α. Β. για αξιόποινες πράξεις: ι) Πλαστογραφίας με χρήση κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ, ιι) Απάτη κατ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ, ιιι) ’μεση συνέργεια σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ εξακολούθηση. Περαιτέρω, η ίδια εισαγγελέας ανέφερε στο από 30.5.2005 πόρισμά της προκαταρκτικής εξέτασης ότι, «όπως προκύπτει από το έγγραφο με αριθ. πρωτ. /11.5.2005 της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας της ΕΛ.ΑΣ., δεν έχει σχηματισθεί δικογραφία εις βάρος του Β. για εμπόριο ανθρώπινων οργάνων κατά τα διαλαμβανόμενα στην εφημερίδα «Α.» (φύλλο της 30.3.2005, σελ. 1 και 16-17)». Στις 6.6.2005 η ίδια εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του Α. Β. για διάφορες αξιόποινες πράξεις και στις 10.4.2006 ο 5ος Τακτικός Ανακριτής του Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από λεπτομερειακή τακτική ανάκριση, απάγγειλε εναντίον του Α. Β. κατηγορία για τις αξιόποινες πράξεις: ι) Παραβίασης μυστικών της πολιτείας κατ εξακολούθηση, ιι) Πλαστογραφίας με χρήση κατά συρροή, κατά μόνας και από κοινού, ιιι) Υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, ιν) Κλοπής, ν) Ψευδορκίας μάρτυρα, νι) Πλαστογραφίας με χρήση κατ εξακολούθηση και κατά συρροή, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ, νιι) Απάτης κατ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ, νιιι) ’μεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ εξακολούθηση. Αντίθετα, εναντίον του ενάγοντος δεν ασκήθηκε ποτέ ποινική δίωξη για εμπόριο ανθρώπινων οργάνων ούτε για άλλη παρεμφερή αξιόποινη πράξη.
Από όσα αναφέρθηκαν συνάγεται ότι το επίδικο άρθρο δεν βασιζόταν στην πραγματικότητα και, συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα, ασκώντας, αντίστοιχα, τα νόμιμα καθήκοντά τους η 1η από αυτούς ως ιδιοκτήτρια πολιτικής εφημερίδας και ο 2ος από αυτούς ως εκδότης της ίδιας εφημερίδας, να προβούν σε δημοσίευσή του διαμέσου της ανωτέρω εφημερίδας. Περαιτέρω, αποβαίνει αυτονόητο ότι, αφού το άρθρο δεν βασιζόταν στην πραγματικότητα, δεν συνέτρεχε λόγος δημοσίευσής του, προκειμένου να προστατευθούν ή να ενημερωθούν οι αναγνώστες της εφημερίδας και να εκπληρώσει έτσι η εφημερίδα την αποστολή της ως μέσο έκφρασης και διάδοσης στοχασμών και ειδήσεων. Αναφορικά με τον χαρακτηρισμό «πρεζέμπορος», ο οποίος αποδίδεται στον ενάγοντα με το επίδικο άρθρο, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε ήδη καταδικαστεί στο παρελθόν, πριν από τη δημοσίευση του ανωτέρω άρθρου, δύο φορές τουλάχιστον, για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, ήτοι για αξιόποινες πράξεις εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών, δεν αποδείχθηκε όμως ότι είχε καταδικαστεί, επίσης, για εμπορία ναρκωτικών ουσιών και, κυρίως, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε λόγος να προταχθεί στο επίδικο άρθρο η λέξη «πρεζέμπορος» πριν από το επίθετο του ενάγοντος (Β.). Αντίθετα, η χρήση αυτής της λαϊκής και μειωτικής λέξης αποδεικνύει, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, το σκοπό του συντάκτη του επίδικου άρθρου να εξυβρίσει, ήτοι να προσβάλει με λόγο την τιμή του ενάγοντος. Η δημοσίευση του επίδικου άρθρου στην ανωτέρω εφημερίδα είχε ως συνέπεια να μειωθεί η τιμή του ενάγοντος και να προκληθεί σε βάρος του ηθική βλάβη μέτριας έντασης. Προκειμένου να αποκατασταθεί η ηθική βλάβη του ενάγοντος, πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτού ανάλογη χρηματική ικανοποίηση. Λαμβάνοντας υπόψη την ένταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες προκλήθηκε αυτή η ηθική βλάβη, και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ιδίως, μάλιστα, την οικονομική κατάσταση της 1ης εναγομένης, ιδιοκτήτριας εφημερίδας μικρής κυκλοφορίας, και του 2ου εναγομένου, ο οποίος εργάζεται βιοποριστικά ως εκδότης εφημερίδας μικρής κυκλοφορίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ικανοποίηση που τελεί σε αναλογία προς την ηθική βλάβη του ενάγοντος, ανέρχεται στο ποσό των 15.000 Ε. Το συγκεκριμένο ποσό χρηματικής ικανοποίησης αξιολογείται ως εύλογο και επαρκές να αποκαταστήσει πλήρως την επίδικη ηθική βλάβη του ενάγοντος. Αντίθετα, το ποσό των 10.000.000 δρχ (ήδη 29.347 Ε), το οποίο καθορίζεται με την παρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981 ως ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο του ίδιου νόμου πράξεις, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, αξιολογείται ως δυσανάλογα μεγάλο ως προς την ηθική βλάβη του ενάγοντος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας ηθικής βλάβης, το οποίο δικαιούται ο ενάγων, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όπως παραπονείται ήδη ο εκκαλών – ενάγων με την ένδικη έφεσή του, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή της έφεσης.
VΙ. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο άγεται στα εξής συμπεράσματα: 1) Η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να διακρατήσει την υπόθεση, να εκδικάσει την ένδικη αγωγή στην ουσία, να δεχτεί την αγωγή αυτή κατά ένα μέρος και να αναγνωρίσει ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση εις ολόκληρο να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 Ε ως χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας, οπότε επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στους εναγομένους, μέχρι την εξόφληση της οφειλής. Το αίτημα της αγωγής να απαγγελθεί προσωπική κράτηση για την αναγκαστική εκτέλεση της σχετικής με τη χρηματική ικανοποίηση διάταξης της απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν επιδέχονται αναγκαστική εκτέλεση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί να δημοσιευθεί σύντομη περίληψη της απόφασης τούτης, κατ επιλογή του ενάγοντος, στην εφημερίδα «Α.», στην ίδια θέση, όπου είχε δημοσιευθεί η αρχή του επίδικου άρθρου, μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα, οπότε θα επιδοθεί αντίγραφο της απόφασης αυτής στους εναγομένους, και να απειληθεί εναντίον των εναγομένων χρηματική ποινή 1.500 Ε ημερησίως για κάθε ημέρα καθυστέρησης ως προς τη δημοσίευση της ανωτέρω περίληψης μετά την πάροδο της προθεσμίας των 15 ημερών (βλ. άρθρο μόνο § 6 Ν. 1178/1981). 2) Ένα μέρος από τη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος για τη διεξαγωγή των δικών αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ανάλογο προς την έκταση της νίκης του, πρέπει να επιβληθεί εις ολόκληρο σε βάρος των αντιδίκων του εξαιτίας της ήττας τους σε τούτη τη δίκη, (βλ. άρθρα: 178 § 1, 180 § 3, 183 ΚΠολΔ). 3) Για να αντιμετωπιστεί η περίπτωση προσβολής της απόφασης τούτης με (αιτιολογημένη) ανακοπή ερημοδικίας, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, (βλ. άρθρο 505 § 2 ΚΠολΔ)
