e-commerce_in_greece
του Κοκκινογένη Ιωάννη          
Ι. Εισαγωγή και Ηλεκτρονικό Εμπόριο
Δεδομένου της ραγδαίας ανάπτυξης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στον τομέα της τεχνολογίας και την μετακίνηση της μεταβιομηχανικής οικονομίας των υπηρεσιών στην ψηφιακή οικονομία, εμφανίζεται ένα ενδιαφέρον εμπόριο, αυτό του ηλεκτρονικού εμπορίου. Ως ηλεκτρονικό ορίζεται το εμπόριο που αφορά αφενός μεν στην ηλεκτρονική διεξαγωγή συναλλαγών, ήτοι την παροχή προϊόντων και υπηρεσιών, συνήθως έναντι αμοιβής, αφετέρου δε στην χρήση εξοπλισμών ηλεκτρονικής επεξεργασίας για την επικοινωνία από απόσταση, δηλαδή με ηλεκτρονική επεξεργασία και μεταφορά δεδομένων που περιλαμβάνουν κείμενα, ήχο και εικόνα. Το ηλεκτρονικό εμπόριο φαίνεται ιδανικότερο να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες για συνεχή ανανέωση, ταχύτατους ρυθμούς και δυνατότητα διαρκούς προσαρμογής στις καθημερινές απαιτήσεις των εμπορικών συναλλαγών[1]. Στην ευρεία έννοια του ηλεκτρονικού εμπορίου[2] περιλαμβάνονται όλες εκείνες οι εμπορικές εφαρμογές που λειτουργούν μέσα από τις υπηρεσίες του παγκόσμιου ιστού. Η αναγωγή του κλασικού εμπορίου σε ηλεκτρονικό οφείλεται αποκλειστικά στη χρήση του διαδικτύου. Εξάλλου, η βάση του εμπορίου ως νομική έννοια δεν μεταβάλλεται. Οι διαφοροποιήσεις που προκύπτουν εντοπίζονται στη μεταβολή των συνθηκών, αφού το διαδίκτυο αποτελεί μια ιδιαίτερη αγορά. Ως εκ τούτου, η ηλεκτρονική διενέργεια του εμπορίου στις συνθήκες της ηλεκτρονικής αγοράς οδηγούν στην υπό εξέταση μορφή εμπορίου.
ΙΙ. Διεθνής Επισκόπηση
Α. Διεθνής Πρωτοβουλία(Ο.Η.Ε, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου)
Διεθνείς οργανισμοί έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες για την εξάλειψη των σχετικών προβλημάτων και την εξασφάλιση του βασικού ζητούμενου στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, την ασφάλεια των χρηστών. Θεωρείται, ότι από την έως τώρα εφαρμογή των ποικίλων κανονιστικών πλαισίων μπορούν να προκριθούν τα βέλτιστα σημεία και ακριβώς από αυτή την πολυτυπία να συζευχθούν τα επιμέρους θετικά στοιχεία, ώστε να διασφαλιστεί ομοιομορφία με ολοκληρωμένες λύσεις.
Κοινή διαπίστωση αποτελεί, η ύπαρξη πολυνομίας με εθνική κυρίως εμβέλεια, γεγονός που συνιστά τροχοπέδη των όποιων κοινών προσπαθειών βελτίωσης των χαρακτηριστικών του ηλεκτρονικού εμπορίου. Ο ΟΗΕ έχει συμβάλλει προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ηλεκτρονικού εμπορίου με τη θέσπιση δύο κύριων νομοθετημάτων[3]. Κρίνουμε ότι η αποδοχή του νόμου πλαισίου για το ηλεκτρονικό εμπόριο του 1996 συνιστά την καταλληλότερη βάση για σύνθεση ή τροποποίηση των επιμέρους νομοθετικών κειμένων[4]. Αναμφίβολα, φαίνεται και το μειονέκτημα του να επιβάλλει νομοθεσία στα κράτη μέλη του. Από την άλλη  πλευρά, στην Οδηγία 1999/93/ΕΚ προτείνεται διεθνής συνεργασία σε θέματα που άπτονται του ηλεκτρονικού εμπορίου[5], στοιχείο που επαναλαμβάνεται και στην Οδηγία 2000/31/ΕΚ. Με αυτό, κρίνεται ότι η συνεργασία της Ε.Ε. με άλλα κράτη μπορεί να προαχθεί για την επίτευξη κοινών στόχων παγκόσμιας αποδοχής. Σε κάθε περίπτωση, η συμμετοχή σε διεθνή διάλογο υπό το φώς του Ο.Η.Ε. μπορεί να αποδώσει τα βέλτιστα με απώτερο σκοπό ιδιώτες και κράτη να αναδείξουν τις θετικές εμπειρίες τους και να εξαλείψουν όσα αρνητικά έχουν διαγνώσει για να ωφεληθούν από τις καινοτομίες της τεχνολογίας, ακόμη και στις απλές καθημερινές εφαρμογές της.
Β. Uniform Electronic Transactions Act 1999[6]
Ο νόμος πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές ψηφίσθηκε για να ομογενοποιηθεί η νομοθεσία σχετική με το ηλεκτρονικό εμπόριο σε ομοσπονδιακό επίπεδο στις Η.Π.Α.. Κεντρικό σημείο του νόμου αποτελεί η πλήρης εξομοίωση των ηλεκτρονικών εγγράφων και των ηλεκτρονικών υπογραφών με τα αντίστοιχα κλασικά. Στο άρθρο 7 γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο θέμα και καταργείται κάθε γενική απαγόρευση αναγνώρισης των ηλεκτρονικών συμβάσεων. Προβλέπεται όμως αποκλεισμός στη χρήση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας ειδικά για την κατάρτιση διαθηκών και τη διαχείριση κληρονομιαίας περιουσίας (άρθρο 3 παρ. b), ενώ οι διατάξεις του δεν βρίσκουν εφαρμογή για θέματα τα οποία ρυθμίζονται από τον ομοσπονδιακό εμπορικό κώδικα.
Ζήτημα γεννάται σχετικά με την πιστοποίηση των ηλεκτρονικών εγγράφων και υπογραφών. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 9 παρ. a, ενώ γίνεται αναφορά ως προς την εφαρμογή των τεχνολογικών καινοτομιών στην παραγωγή των εγγράφων και των υπογραφών, στην παράγραφο b δεν προσδιορίζεται ο τρόπος πιστοποίησης αυτών με το πρόσωπο που τα ενεργεί. Μάλιστα, αναφέρεται ότι η ταύτιση προσώπου με το δημιουργούμενο έγγραφο και την τιθέμενη υπογραφή αξιολογείται γενικά ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο και σύμφωνα με τις διαδικασίες παραγωγής τους. Στο ίδιο θέμα μπορούμε να σημειώσουμε ότι στον εν λόγω νόμο διακρίνουμε ιδιαίτερη ουδετερότητα ως προς την χρησιμοποιούμενη τεχνολογία στοιχείο αρνητικό για την πρακτική εφαρμογή του.
Το άρθρο 15 εξειδικεύει τον χρόνο και τον τόπο αποστολής – παραλαβής ενός ηλεκτρονικού φακέλου (κατά το νόμο ηλεκτρονικός φάκελος μπορεί να είναι είτε ηλεκτρονικό έγγραφο, είτε ηλεκτρονική υπογραφή). Γεγονός που διασφαλίζει τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και επιφέρει σιγουριά στα μέρη.
ΙΙΙ. Ειδική Νομοθεσία
Α. Οδηγία 2000/31/ΕΚ
Με την οδηγία αυτή, ο κοινοτικός νομοθέτης ρυθμίζει θέματα του ηλεκτρονικού εμπορίου και του ευρύτερου κύκλου δραστηριοτήτων της κοινωνίας της πληροφορίας[7] για την ομοιογενή ολοκλήρωσή τους μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε.. Σε γενικές γραμμές δημιουργείται ένα πλέγμα κανόνων σε συνδυασμό και με την Οδηγία για τις ηλεκτρονικές υπογραφές για την κάλυψη των ηλεκτρονικά διενεργούμενων εμπορικών πρακτικών[8].
Η Οδηγία φαίνεται να «επιμένει» στο θέμα της ανεπιθύμητης εμπορικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Η διασύνδεση του φαινομένου με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προσδίδει και το έντονο ενδιαφέρον αντιμετώπισης του. Όμως, το επιτρεπτό της ανωνυμίας αποδυναμώνει εν τέλει την αξία της διάταξης[9]. Μάλιστα, διαφαίνεται ασυνέπεια των γενικών αρχών του προοιμίου, του άρθρου 6 στ. α, β και του άρθρου 7 παρ. 1. Έτσι, ενώ αρχικώς επιτρέπεται κατά την ελευθερία της έκφρασης η ανώνυμη χρήση του διαδικτύου, από την άλλη τίθενται όρια, ώστε η ανεπιθύμητη αυτή αλληλογραφία να είναι αναγνωρίσιμη από τον παραλήπτη της.
Για τη φορολόγηση των διαδικτυακών συναλλαγών θα μπορούσε να αφιερωθεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της Οδηγίας[10]. Το προαναφερθέν, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την εγκαθίδρυση του ηλεκτρονικού εμπορίου και κυρίως την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων και υπηρεσιών και την προώθησή τους στην παγκόσμια διαδικτυακή αγορά. Σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να ληφθούν συντονισμένα μέτρα για κοινή ευρωπαϊκή θέση.
Η μεγαλύτερη συμβολή της προκείμενης Οδηγίας στην ενδυνάμωση του ηλεκτρονικού εμπορίου εντοπίζεται στις αναφορές για τις ηλεκτρονικές συμβάσεις. Στο προοίμιο σημειώνεται η επιθυμία της Ε.Ε. να καταστήσει, όχι μόνο κατορθωτή τη σύναψη συμβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα, αλλά και να διατηρήσει ταυτόχρονα τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων των κρατών μελών, όπου απαιτείται. Στη μη χρήση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας για τη σύναψη τέτοιου είδους συμβάσεων αναφέρεται το άρθρο 9 παρ. 2 σε αντιδιαστολή με την 1η παρ., όπου τονίζεται το καταρχάς επιτρεπτό αυτών.
Με το άρθρο 11 της Οδηγίας τίθεται η ρύθμιση των ηλεκτρονικών παραγγελιών. Ειδικότερα, στην παρ. 1 ορίζεται ο τρόπος αποστολής και παραλαβής της παραγγελίας με ηλεκτρονικά μέσα με τη θεώρηση ότι αυτή παραλαμβάνεται όταν ο αποδέκτης της έχει πρόσβαση σε αυτή[11].
Ενδιαφέρον, παρουσιάζουν οι εξαιρέσεις εφαρμογής της υπό εξέταση Οδηγίας για σειρά δραστηριοτήτων. Η απαρίθμηση που γίνεται στο άρθρο 1 παρ. 5 περιλαμβάνει θέματα φορολόγησης, υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως αυτές έχουν ήδη ρυθμιστεί από τις Οδηγίες 95/46/ΕΚ και 97/66/ΕΚ, ζητήματα ανταγωνισμού, και υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας που σχετίζονται τις δραστηριότητες των συμβολαιογράφων και αντίστοιχων επαγγελμάτων σε ότι αφορά την άσκηση δημόσιας εξουσίας την εκπροσώπηση πελάτη ενώπιον των δικαστικών αρχών και τη συμμετοχή σε τυχερά παιχνίδια με την καταβολή χρηματικής αξίας. Ως προς την πρώτη εξαίρεση κρίνουμε ότι θα μπορούσε να ενταχθεί κάποια ρύθμιση για να εξασφαλιστεί φορολογική ομοιογένεια στις ηλεκτρονικές συναλλαγές που διενεργούνται εντός της εσωτερικής αγοράς. Ακόμη, όσον αφορά στα θέματα που σχετίζονται με υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας οι απαγορεύσεις από την εφαρμογή της Οδηγίας περιορίζουν την εμβέλειά της, συγχρόνως όμως διασφαλίζουν τους καταναλωτές σε ευαίσθητες ηλεκτρονικές τους συναλλαγές. Οι αυτό-εξαιρέσεις εφαρμογής της Οδηγίας έχουν τεθεί για συγκεκριμένες δραστηριότητες που αφορούν στο ηλεκτρονικό εμπόριο, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί αυτούσιες στο άρθρο 20 Π.Δ. 131/2003.
Στο άρθρο 16 της Οδηγίας επισημαίνεται μια καινοτόμος διάταξη, που αφορά στην κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας. Με το άρθρο 16 τίθεται η πρόταση του κοινοτικού νομοθέτη, ώστε τα κράτη μέλη και η Επιτροπή να συμβάλλουν στην εδραίωση κωδίκων δεοντολογίας. Οι σχετικές διατυπώσεις κρίνονται αρκετά περιεκτικές με έμφαση στο περιεχόμενο και τους φορείς που δύνανται να καταρτίζουν τέτοιου είδους κώδικες.
Ένας άλλος θεσμός που εισάγεται με την Οδηγία είναι ο εξώδικος διακανονισμός διαφορών. Στο άρθρο 17 της Οδηγίας οριοθετείται το πλαίσιο λειτουργίας του μηχανισμού εξώδικης επίλυσης διαφορών. Η γενική κατεύθυνση που παρέχεται από το γράμμα της Οδηγίας κρίνουμε πως αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην ταχεία επίλυση διαφορών που ανακύπτουν από την παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Μπορεί να λεχθεί ότι το προτεινόμενο σύστημα επίλυσης διαφορών προσιδιάζει προς το περιβάλλον στη βάση του οποίου θα εφαρμοστεί.
Β. Π.Δ. 131/2003
Με το Π.Δ. αυτό εισήχθησαν στην χώρα μας οι γενικές ρυθμίσεις για το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως αυτές είχαν ορισθεί σε κοινοτικό επίπεδο[12].
Από τα σημεία τα οποία χρήζουν εμβάθυνσης, ξεχωρίζουμε στο άρθρο 1 τους δύο ορισμούς, του αποδέκτη της υπηρεσίας της κοινωνίας την πληροφορίας και του καταναλωτή. Ο διαχωρισμός των εννοιών αυτών αποδυναμώνει περαιτέρω το ασθενές μέρος της συναλλαγής. Επίσης, μεταξύ των δύο ορισμών προκύπτει μια ουσιώδης διαφορά, έτσι, από τη μια ο αποδέκτης της υπηρεσίας μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όσον αφορά από την άλλη τον καταναλωτή περιορίζεται η έννοιά του μόνο σε φυσικά πρόσωπα, γεγονός αρνητικό δεδομένου ότι και νομικά πρόσωπα μπορούν να βρίσκονται στη θέση αυτή και να χρήζουν κατ΄επέκταση περισσότερης νομοθετικής προστασίας[13].
Επιπροσθέτως , για τους φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας θα μπορούσε να συσταθεί ένα μητρώο εγγραφής τους για κάθε κράτος μέλος αλλά και σε κοινοτικό επίπεδο, ώστε να είναι γνωστοί στους χρήστες της διαδικτυακής τεχνολογίας. Η αναγνωρισιμότητα αυτών των φορέων παρέχει το απαιτούμενο αίσθημα ασφάλειας, ιδιαίτερα στην κοινοτική αγορά, δεδομένης και της ελεύθερης εγκατάστασής τους στον εκτεταμένο αυτό χώρο[14].
Όπως στην Οδηγία, ο εθνικός νομοθέτης περιέλαβε στο άρθρο 8 παρ. 2 μια σειρά εξαιρέσεων εφαρμογής της ηλεκτρονικής τεχνολογίας στην κατάρτιση συμβάσεων με αντικείμενο εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, συμβάσεις που απαιτούν εκ του νόμου την προσφυγή σε δικαστήρια, δημόσιες αρχές ή επαγγέλματα που ασκούν δημόσια εξουσία και σε συμβάσεις οικογενειακού ή κληρονομικού δικαίου. Μπορεί εκ πρώτης όψεως να παρουσιάζεται ως εμπόδιο στην ευρεία αποδοχή των ηλεκτρονικών εφαρμογών, από την άλλη μεριά όμως προφυλάσσεται το δίκαιο των συναλλαγών και εξασφαλίζονται οι συμβαλλόμενοι στους ευαίσθητους τομείς των ανωτέρω σχετικών δικαιωμάτων τους. Πάντως στο Π.Δ. η έκταση που αφιερώνεται για την κατάρτιση των ηλεκτρονικών συμβάσεων είναι περιορισμένη και οι ρυθμίσεις του είναι λακωνικές, μάλιστα δεν χωρεί αμφιβολία ότι το πλαίσιο ολοκληρώνεται από τις διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔ.
Όσον αφορά την αποστολή – λήψη των παραγγελιών, όπως αυτή προβλέπεται και στο Π.Δ. άρθρο 10, μια κρίσιμη διαδικασία του φάσματος των ηλεκτρονικών συναλλαγών, δεν παρουσιάζονται μεταβολές σε σχέση με την παραδοσιακή των υλικών συναλλαγών. Έτσι και σε αυτή την περίπτωση της ηλεκτρονικής δήλωσης βουλήσεως γίνεται επίκληση των διατάξεων του ΑΚ.
Στα πλαίσια των εμπορικών επικοινωνιών εντάσσεται και η συχνή ανεπιθύμητη ηλεκτρονική εμπορική αλληλογραφία. Το φαινόμενο αυτό στη βάση των νομοθετημάτων Π.Δ. 131/2003 και Ν. 2251/2994 παρουσιάζει έντονο προβληματισμό. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 του Π.Δ. αφιερώνεται στη μη ζητηθείσα εμπορική επικοινωνία αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι αυτή θα πρέπει να είναι αναγνωρίσιμη από τον παραλήπτης της. Μια διάταξη που προκαλεί σύγχυση σε σχέση με τα άρθρο 9 του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών. Ο νόμος απαγορεύει διαρρήδην την αποστολή τέτοιων μηνυμάτων χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του καταναλωτή. Ενώ κατά τη διατύπωση του Π.Δ. συνάγεται ότι αυτή κατ΄ αρχήν επιτρέπεται. Από την ανακολουθία αυτή διαφαίνεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη το ισχύον καθεστώς περί γενικής απαγόρευσης αποστολής τέτοιων μηνυμάτων. Τονίζεται ότι με το νόμο πλαίσιο του 1994 εγκαθιδρύεται το καθεστώς του καταρχήν μη επιτρεπτού της αποστολής ανεπιθύμητων εμπορικών e-mails. Στην αποκατάσταση της σύγχυσης όπως αναδείχθηκε έως την τροποποίηση της νομοθεσίας κρίνεται ότι τα δικαστήρια θα αποτελέσουν τους εγγυητές των δικαιωμάτων των καταναλωτών εφαρμόζοντας το αυστηρότερο κείμενο αυτό του νόμου 2251/1994.
Για την τήρηση της νομιμότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και την εξασφάλιση από την προσβολή των ανάλογων δικαιωμάτων προβλέπεται και η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η υποχρεωτική χορήγηση προσωρινής διαταγής. Η διάταξη του άρθρου 17 αποτελεί ένα χρήσιμο και αποτελεσματικό βοήθημα για την έννομη προστασία, όπως αυτή προβλέπεται από το Π.Δ. και τις διατάξεις περί ασφαλιστικών μέτρων κατά τον ΚΠολΔ. Η άσκηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να αποδειχθεί ως μία πραγματική ασφαλιστική δικλείδα λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους και του διαδικτυακού περιβάλλοντος, όπου αναπτύσσονται οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας.
Μια σημαντική θέση διατυπώνεται στο άρθρο 15 του Π.Δ. όσον αφορά την κατάρτιση και εφαρμογή κωδίκων δεοντολογίας. Μολονότι οι κώδικες με τέτοια χαρακτηριστικά λίγο συμβάλλουν σε ένα απαιτητικό διαδικτυακό περιβάλλον, η πρωτοβουλία του κοινοτικού νομοθέτη πρώτα[15] και του εθνικού στη συνέχεια προς την κατεύθυνση κατάρτισης κωδίκων δεοντολογίας κρίνεται θετική. Από το συγκεκριμένο άρθρο παρέχεται η δυνατότητα σε επαγγελματικές και καταναλωτικές ενώσεις να καταρτίζουν κώδικες δεοντολογίας οι οποίοι ύστερα από έγκριση του Υπουργού Ανάπτυξης δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η διάταξη που εμπεριέχεται στο Π.Δ. δεν είναι τόσο λεπτομερής όσο αυτή της Οδηγίας, παρά ταύτα όμως συμβάλλει στην εγκαθίδρυση του θεσμού. Το γράμμα του Π.Δ. ενδεικτικά αναφέρει την κάλυψη αναγκών ατόμων με ειδικές ανάγκες. Η χρήση του όρου «ιδίως» στο νομοθέτημα είναι ενδεικτικό και στη βάση του δύνανται να καλυφθούν και άλλοι τομείς, όπως αυτοί αναδεικνύονται από τη διαδικτυακή πράξη.
Όπως παρουσιάσθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, έτσι και στην περίπτωση του εν λόγω Π.Δ. εισάγεται η διαδικασία του εξώδικου διακανονισμού διαφορών με το άρθρο 16. Το ως άνω άρθρο παραπέμπει στη διαδικασία του άρθρου 11 του ν. 2251/1994. Η αναγνωρισμένη ομοιότητα που διέπει τις διαφορές του ηλεκτρονικού εμπορίου και η συχνότητα εμφάνισής τους οδηγεί στην κοινή αντίληψη και κατ΄ επέκταση αντιμετώπιση των υπό εξέταση διαφορών. Το κρίσιμο στοιχείο της όλης διαδικασίας έγκειται στον μη εκτελεστό χαρακτήρα των αποφάσεων της επιτροπής φιλικού διακανονισμού. Γεγονός που αποδυναμώνει τον όλο θεσμό του φιλικού διακανονισμού του άρθρου 11 Ν. 2251/1994 και τη διαδικασία εξώδικου διακανονισμού διαφορών του άρθρου 16 Π.Δ. 131/2003.
IV. Συμπεράσματα 
Η συνεισφορά της τεχνολογίας σε ποικίλες εφαρμογές της καθημερινής μας ζωής αποτελεί πραγματικότητα. Δικαιολογημένα, διεθνείς οργανισμοί, κράτη, φορείς, επιχειρήσεις και ιδιώτες θέτουν προτεραιότητα σε νομικά θέματα σχετικά με το διαδίκτυο. Διαπιστώνουμε ότι μέχρι σήμερα έχουν επιλυθεί αρκετά ζητήματα που συνδέονται με το διαδίκτυο. Οφείλουμε όμως να δώσουμε περισσότερη βαρύτητα στη διεθνή συνεργασία, στην προστασία των καταναλωτών και στη συνέργεια τεχνολογίας με τη νομική επιστήμη. Πέρα όμως από τις όποιες διευκολύνσεις που μας παρέχονται σε τεχνολογικό επίπεδο, πρέπει να επισημάνουμε ότι η εξελιγμένη τεχνολογία απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις από τους χρήστες, γεγονός που αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ακόμη για τις απλές ηλεκτρονικές επικοινωνίες και συναλλαγές. Το κόστος των καινοτομιών επιβαρύνει τον τελικό χρήστη, ο οποίος επωφελείται μεν από τις τεχνολογικές εφαρμογές, χωρίς όμως να εξασφαλίζεται πλήρως όσον αφορά στο απόρρητο των επικοινωνιών, στη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων, καθώς και στην πιστότητα των διακινούμενων ηλεκτρονικών δεδομένων. Οι σύγχρονες τάσεις για την αναμόρφωση του δικαίου αποκτούν ιδιαίτερη έμφαση. Στόχος αυτών των αλλαγών πρέπει να είναι η ολοκληρωμένη κάλυψη νομικών θεμάτων, όπως καθιερώνονται από τη διαδικτυακή χρήση. Πρωτεύουσα σημασία θα πρέπει όμως να αποδίδεται όχι στην ποσοτική αναθεώρηση των κλασικών κανόνων δικαίου, όσο κυρίως σε ποιοτικές νομοθετικές παρεμβάσεις με σκοπό την απρόσκοπτη λειτουργία των εννοιών και των θεσμικών λειτουργιών του όλου δικαιϊκού συστήματος σε εθνικό, κοινοτικό, αλλά και διεθνές επίπεδο.



[1] Ryan Wilson, article “Life on the Internet”
[2] Ορισμός του ηλεκτρονικού εμπορίου παρατίθεται στο Δελούκα – Ιγγλέση, 23.
[3] Το έργο αυτό έχει αναλάβει η ειδική επιτροπή του Οργανισμού United Nations Commission on International Trade Law (UNCITRAL), για τα νομοθετήματα και περισσότερες πληροφορίες βλ. www.uncitral.org.
[4] Πάντως χωρίς να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες των νόμων της UNCITRAL διαβλέπουμε ότι οι όποιες δυσκολίες εντοπίζονται όχι τόσο στο περιεχόμενό τους καθ΄ εαυτό, όσο κυρίως στην πολιτική βούληση των κρατών για την κοινή εφαρμογή τους.
[5] Βλ. αιτ. σκ. 23 του προοιμίου της Οδηγίας.
[6] www.ftc.gov
[7] Βλ. τον τίτλο της Οδηγίας: «… ορισμένες πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας …» δυστυχώς η διατύπωση αυτή περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της και της στερεί τη συνολική διευθέτηση του πλέγματος του ηλεκτρονικού εμπορίου.
[8] Για το σκοπό ψήφισης της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ, βλ. προοίμιο αιτ. σκ. 1, 3 και άρθρο 1 παρ. 1. Η Δελούκα-Ιγγλέση, 84-85, υποστηρίζει ότι με την Οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο επιτεύχθηκε ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αγοράς στον τομέα των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και ενισχύθηκε η ασφάλεια δικαίου στις σχετικές συναλλαγές.
[9] Συνδυαστικά στο προοίμιο αιτ. σκ. 14, 30, 31 και άρθρο 7 Οδηγία 2000/31/ΕΚ.
[10] Ενυπάρχει διάταξη αυτοεξαίρεσης εφαρμογής της Οδηγίας, άρθρο 1 παρ. 5 α.
[11] Στο σημείο αυτό παραλληλίζουμε την πρόταση και αποδοχή των δηλώσεων βουλήσεως των μερών μίας σύμβασης με τις ειδικές προβλέψεις της Οδηγίας για τις ηλεκτρονικές παραγγελίες.
[12] Το Π.Δ. 131/2003 αποτέλεσε το νομοθέτημα ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Ειδικά για τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας το άρθρο 1 στοιχ. α΄ του Π.Δ. 131/2003 παρέχει ορισμό με παραπομπή και στην παρ.2 άρθρο 2 Π.Δ. 39/2001
[13] Το σημαντικό αυτό ερμηνευτικό πρόβλημα, όπως προκύπτει από την Οδηγία και το Π.Δ. καλύπτεται πάντως από το Ν. 2251/1994 με την επίκληση ευρύτερου ορισμού για τον καταναλωτή, Μακρής, 889, βλ. και την προβληματική που διατυπώνει η Δελούκα-Ιγγλέση, 99-100, για την εννοιολογική διάσταση των ορισμών. Ανάλογο παράδειγμα στην ηλεκτρονική τραπεζική πράξη με έμφαση στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και εξαίρεση των νομικών προσώπων από το νομοθετικό πλέγμα προστασίας διατυπώνεται από την Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου, 1395.
[14] Άρθρο 3 Π.Δ. 131/2003.
[15] Ρητή πρόβλεψη για την κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας γίνεται στο άρθρο 16 Οδηγία 2000/31/ΕΚ, βλ. ανωτέρω παρ. 8.3.
http://www.judex.gr/?p=406