Με το νόμο 4354/2015, όπως ισχύει μετά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, θεσμοθετήθηκαν ειδικές εταιρείες με αντικείμενο δραστηριότητας τη διαχείριση ή την απόκτηση απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια ή πιστώσεις σε καθυστέρηση ή μη, καθώς και την αναχρηματοδότηση αυτών, ως ένα μέτρο αντιμετώπισης του προβλήματος το οποίο έχει ανακύψει από τον μεγάλο όγκο των δανείων και πιστώσεων σε καθυστέρηση, που έχουν χορηγήσει πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα στην Ελλάδα. Ειδικότερα, ο ν. 4354/2015 διαχωρίζει ως δραστηριότητα πρώτον, τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνειο και πιστώσεις, και δεύτερον, την απόκτηση τέτοιων απαιτήσεων, προβλέπει δε τη χορήγηση άδειας από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρχή εποπτείας, των εταιρειών γιο διαχείριση απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις, όχι όμως και για τη\ απόκτηση τέτοιων απαιτήσεων.

Απαραίτητη επομένως προϋπόθεση για τη δραστηριοποίηση στον τομέα της απόκτησης απαιτήσεων συνιστά η προγενέστερη υπογραφή συμφωνίας ανάθεσης της διαχείρισης των απαιτήσεων που θα αποκτηθούν, από εταιρεία η οποία θα δραστηριοποιείται στον τομέα της διαχείρισης απαιτήσεων και θα έχε νομίμως αδειοδοτηθεί από την ΤτΕ. Υπό αυτή την έννοια, η διαχείριση απαιτήσεων συνδέεται με την απόκτησή τους, ακόμη και εάν η πρώτη δραστηριότητα θα ασκείται από διαφορετική εταιρεία από αυτή που θα ασκεί τη δεύτερη. Η αναγωγή, όμως, της σύναψης σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων από την εταιρεία που θα αποκτά αυτές με άλλη εταιρεία, δηλαδή την εταιρεία διαχείρισης ως μεταβατικό διαχειριστή, σε προϋπόθεση για την ανάληψη δραστηριότητας από την πρώτη από τις ανωτέρω εταιρείες (εταιρεία απόκτησης), αποκλείει τη δυνατότητα συνδυασμού των δύο δραστηριοτήτων, απόκτηση; και διαχείρισης, από την ίδια εταιρεία. Θα πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι ακόμη και εάν οι εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δεν αποτελούν άμεσο αντικείμενο προληπτικής εποπτείας από την ΤτΕ, η δραστηριοποίησή τους συνδέεται αναπόσπαστα με την ανάληψη της διαχείρισης αυτών των απαιτήσεων από αδειοδοτημένη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Επομένως, πρακτικά εναπόκειται σε αυτή την τελευταία εταιρεία να διασφαλίσει τη νομιμότητα της απόκτησης της απαίτησης, ελέγχοντας, με αυτόν τον τρόπο, τη δραστηριότητα της εταιρείας με την οποία συμβάλλεται ως μεταβατικός διαχειριστής των απαιτήσεων που θα αποκτηθούν. Ο νομοθέτης για λόγους ταχύτητας και ευελιξίας μεταθέτει συνεπώς την εποπτεία των εταιρειών απόκτησης σε έναν εποπτευόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος φορέα, τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, οι οποίες εν προκειμένω ενεργούν ως μεταβατικοί διαχειριστές των εν λόγω απαιτήσεων, (βλ. Μούζουλας Σ., Ζητήματα από την εφαρμογή του Ν. 4354/15, όπως ισχύει μετά τους Ν. 4389/16 και 4393/16 για τις εταιρίες διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, μελέτη δημοσιευμένη στο περιοδικό ΧρηΔικ 2016, 28 επ.).

Το περιεχόμενο του όρου «διαχείριση» απαιτήσεων, όπως εξειδικεύεται στο άρθρο 2 παρ. 2 στ. β’ Ν. 4354/2015, εντοπίζεται σε ενδεικτικά αριθμούμενες πράξεις με αντικείμενο την ίδια την απαίτηση, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871- 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 Ν. 4224/2013. Στο πλαίσιο της διαχείρισης εντάσσονται εξάλλου και οι πράξεις που αναγράφονται στο άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015, όπως ισχύει: «οι Εταιρείες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. Ν. 4307/2014. Εφόσον ο Διαχειριστής συμμετέχει σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης, δηλαδή το πιστωτικό ίδρυμα.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ, αναντίρρητα τίθεται ένα ερώτημα, σχετικά με τη δυνατότητα που έχουν οι εταιρείες διαχείρισης, όπως η εδώ διατεινόμενη ως προσθέτως παρεμβαίνουσα, να παρασταθούν σε δίκη που έχει ξεκινήσει ο δανειολήπτης, αμφισβητώντας π.χ. την εγκυρότητα του δανείου το οποίο έλαβε ή την εγκυρότητα της εγγύησης που παρείxε ή την εγκυρότητα δανειακών όρων και του τρόπου που αυτοί συνήφθησαν (που είναι καταχρηστικοί βάσει νομοθεσίας περί προστασίας καταναλωτή) κοκ. Οι δίκες αυτές έχουν την ιδιαιτερότητα, ότι ξεκινούν με πρωτοβουλία του δανειολήπτη και όχι της (εκχωρήτριας) τράπεζας. Στις περιπτώσεις αυτές λοιπόν, οι εταιρείες διαχείρισης που αναλαμβάνουν τα δάνεια, έρχονται να υπερασπίσουν την θέση των τραπεζών, και να επιχειρηματολογήσουν περί της εγκυρότητας του δανειακού όρου ή της εγκυρότητας των χρεώσεων, της σύμβασης εγγύησης κοκ.
Ωστόσο ο νόμος για τις εταιρείες διαχείρισης δεν έχει δώσει σε αυτές την δυνατότητα να παρίστανται στο δικαστήριο (ενν. ως αμυνόμενες) σε αυτού του είδους τις υποθέσεις. Αν οι εταιρείες διαχείρισης αποπειραθούν να παρασταθούν στο εν λόγω δικαστήριο αντί της τράπεζας, το τελευταίο οφείλει να θεωρήσει την παράσταση της εταιρείας διαχείριση (εν προκειμένω «………….. HELLAS ΑΕ»), ως απαράδεκτη, και άρα αυτομάτως να δεχτεί τους ισχυρισμούς του δανειολήπτη ερημοδικασθείσης της Τράπεζας.

Αυτό ΑΚΡΙΒΩΣ ήρθε να επιβεβαιώσει η (αδημοσίευτη μέχρι πρότινος) υπ’ αριθμ. 1596/2019 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απεφάνθη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του αρ. 2 Ν4354/2015, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, η εν λόγω εταιρεία διαχείρισης νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος να εγείρει κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνει σε κάθε άλλη διαδικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινεί παρίσταται ή συμμετέχει σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 ν. 4307/2014. Η νομιμοποίηση αυτή βάσει του Ν. 4354/2015 είναι περιορισμένη, υπό την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει το σύνολο των δικών, αλλά περιορίζεται στις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις. […] Συνεπώς όλες οι πράξεις που διενεργήθηκαν από την διαχειρίστρια εταιρεία …. είναι απαράδεκτες». Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απεφάνθη ότι τέτοια παράσταση δεν είναι νόμιμη, καθότι αν και η διαχείριση του επίμαχου δανείου ανατέθηκε στην εν λόγω εταιρεία, για την συγκεκριμένη υπόθεση έπρεπε να παρασταθεί η ίδια η τράπεζα και όχι η εταιρεία διαχείρισης.

ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ Εταιρειών Διαχείρισης

Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας λάβει χώρα τέτοια μεταβολή, ήτοι μεταβατική συμβατική ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων εκ μέρους της εταιρείας απόκτησης σε Εταιρεία Διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, συνεπεία μεταβίβασης τακ απαιτήσεων αυτών από το πιστωτικό ίδρυμα σε εταιρεία απόκτησης, τότε επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, κατ’ αναλογική εφαρμογή της περιπτώσεως α του άρθρου 286 Κ.ΠολΔ. Η αναλογική εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και συνακόλουθα η βίαιη διακοπή της δίκης γίνεται δεκτή στη θεωρία και νομολογία, όταν δυνάμει ειδικής διατάξεως νόμου μετατίθεται η νομιμοποίηση του διαδίκου για τη διεξαγωγή δίκης σε άλλο πρόσωπο, που ήταν εκτός δίκης, ως δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος (ΑΠ 157/1994 Δνη 1995, 1059, ΑΓ 1377/1992 Δνη 1994, 1361, ΕφΚρ. 192/91 Δνη 1992,1264). Επιπλέον, η αναλογικά εφαρμογή της περιπτώσεως γ’ του άρθρου 286 ΚΠολΔ επιλέγεται και σε άλλες περιπτώσεις μεταθέσεως της νομιμοποιήσεως, προκειμένου να παρασχεθεί ο απαιτούμενοι χρόνος προσανατολισμού του εφεξής νομιμοποιούμενου να συνεχίσει την εκκρεμή δίκη Διαφωνία υπάρχει ως προς το ζήτημα αν η βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω μεταβολής της νομιμοποιήσεως, από το δικαιούχο στο μη δικαιούχο διάδικο θα είναι αυτοδίκαιη, μη απαιτούμενης δηλαδή της γνωστοποιήσεως του σχετικού λόγου ή αν πρέπει να εφαρμοστεί εδώ το άρθρο 287 ΚΠολΔ και να γνωστοποιηθεί ο λόγος της διακοπής. Ορθότερη κρίνεται η γνώμη, η οποία δεν απαιτεί γνωστοποίηση της βίαιης διακοπής της δίκης, όταν ο λόγος της δεν είναι κάποιο πραγματικό γεγονός, που αφορά στα πρόσωπα των διαδίκων (ήτοι από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 286 ΚΠολΔ), τον οποίο το δικαστήριο δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να γνωρίζει χωρίς πρωτοβουλία κάποιου διαδίκου, αλλά η νομοθετική ρύθμιση που μεταβάλλει τη νομιμοποίηση του διαδίκου, αφού και το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του τη συγκεκριμένη διάταξη, με την οποία επέρχεται μεταβολή στη νομιμοποίηση ανεξάρτητα από τη διαδικαστική συμπεριφορά των διαδίκων.
Επομένως, την ανοιγείσα δίκη, μετά τη διακοπή της, την συνεχίζει ο κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενος πλέον διάδικος, ως μη δικαιούχος του ουσιαστικού δικαιώματος και της επίδικης απαίτησης διάδικος.

Αντίθετα, σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα εκχωρήσει, λόγω πώλησης, απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις σε εταιρεία προς την οποία έχει ήδη αναθέσει τη διαχείριση των εν λόγω απαιτήσεων, τότε το πιστωτικό ίδρυμα αφενός αποξενώνεται από την απαίτηση, η οποία εντάσσεται στην περιουσία του αποκτώντος φορέα και εκδοχεά των απαιτήσεων, αφετέρου δικαιούχος αυτών είναι πλέον η ως άνω εταιρεία, η οποία εισπράττει την απαίτηση, την διαθέτει και την διεκδικεί, δικαστικώς ή εξωδίκως, ιδίω δικαίω. Κάθε διάθεση και κάθε δικαστική ή εξώδικη διεκδίκηση της απαίτησης επιχειρείται από τον φορέα ιδίω ονόματι και ιδίω δικαίω και ενεργεί, όπως είναι ευνόητο, υπέρ και εναντίον (βλ. Ζ. Τσολακίδης, μεταβίβαση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, μελέτη δημοσιευμένη στο περιοδικό ΧρΙΔ Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου, τόμος 2016, σελ. 641). Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία επέρχεται μεταβολή στην ουσιαστική σχέση του μεταβιβάζοντος προς το επίδικο αντικείμενο, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας καλείται σε εφαρμογή το άρθρο 225 παρ. 1 και 2 Κ.ΠολΔ κατά το οποίο: “η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση”.

Στην έννοια της μεταβιβάσεως του επίδικου πράγματος ή της εκχωρήσεως της επίδικης απαιτήσεως, οπότε επίδικο είναι το ενοχικό δικαίωμα και όχι το ίδιο το πράγμα, πρέπει να ενταχθεί δια διασταλτικής ερμηνείας κάθε περίπτωση ειδικής διαδοχής. Ως μεταβίβαση νοείται λοιπόν εδώ κάθε μορφή διαθέσεως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που δεν ταυτίζεται πάντοτε με το αντικείμενο της δίκης, είτε αυτή γίνεται εκ του νόμου και αυτοδικαίως είτε με δικαιοπραξία του ιδιωτικού δικαίου, εκούσια ή αναγκαστική. Επομένως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνον σε παράγωγο τρόπο κτήσεως του επίδικου αντικειμένου, ο δε ειδικός διάδοχος, ως τρίτος, μη διάδικος, προκειμένου να συμμετέχει στην ανοιγείσα έναντι των αρχικών διαδίκων δίκη θα πρέπει να παρέμβει. Δυσχερώς, επομένως, μπορεί να γίνει δεκτή η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 225 ΚΠολΔ, όταν διαρκούσης της εκκρεμοδικίας η επελθούσα μεταβολή αφορά τη νομιμοποιητική εξουσία των διαδίκων και μόνο, χωρίς δηλαδή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στην ουσιαστική νομιμοποίηση, λόγω μεταβίβασης της ουσιαστικής σχέσεως των διαδίκων προς το επίδικο αντικείμενο, γεγονός το οποίο συνιστά, πάντως, το βασικό αντικείμενο ρυθμίσεως του άρθρου 225 ΚπολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 83 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες, εάν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι να δημοσιευθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, εάν, δε, η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία, δηλαδή των άρθρων 76 μέχρι και 78 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση του άρθρου 83 του ΚΠολΔ χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής, τούτο, δε, συμβαίνει όταν η σχετική απόφαση πρόκειται να αναπτύξει ενέργειες (όχι απλώς αντανακλαστικές) στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του υπερ ου η παρέμβαση. Κατά συνέπεια, αυτοτελής είναι και η πρόσθετη παρέμβαση του ειδικού διαδόχου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, ο οποίος καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της απόφασης που θα δημοσιευθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης (άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), εφόσον κατέστη ειδικός διάδοχος όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της (ΑΠ 1731/2011, ΤΝΠ NOMOΣ).

Πρόσθετη παρέμβαση

Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους διαδίκους, ο τρίτος έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν ΑΠ 727/2017 άρ.80 ΚΠολΔ. Πρόσθετη παρέμβαση είναι η παρέμβαση που ασκείται μόνο προς υποστήριξη εκείνου από τους διαδίκους, για τη νίκη του οποίου ο παρεμβαίνων (τρίτος) έχει έννομο συμφέρον, γιατί η έκβαση της δίκης μπορεί είτε να βλάψει τα δικαιώματά του είτε να δημιουργήσει γι’ αυτόν νομικές υποχρεώσεις ΑΠ 715/1998. Ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν υποβάλλει αυτοτελή αίτηση παροχής ένδικης προστασίας, αλλά περιορίζεται μόνο στην απόκρουση της εκκρεμούς αίτησης ΑΠ 715/1998. Ως τρίτος δικαιούμενος να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση νοείται εκείνος, ο οποίος δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, μη ταυτιζόμενος νομικώς με κάποιον από αυτούς, όπως συμβαίνει επί καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής ΑΠ 611/2013 άρ.80 ΚΠολΔ. Θεωρούνται τρίτοι, δικαιούμενοι να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση, οι ειδικοί διάδοχοι των αρχικών διαδίκων, ανεξάρτητα του χρόνου που απέκτησαν την ιδιότητα αυτή, πριν ή κατά τη διάρκεια της δίκης ΑΠ 611/2013 άρ.80 ΚΠολΔ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος ΑΠ 611/2013 άρ.80 ΚΠολΔ άρ.68 ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης ΑΠ 611/2013 άρ.81 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντακλαστικές συνέπειές της ΑΠ 611/2013. Αν το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος στηρίζεται στο γεγονός ότι η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού, πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ΑΠ 727/2017. Αν το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος στηρίζεται στο γεγονός ότι ο παρεμβαίνων έχει κάποια ουσιαστική συνάρτηση με το αντικείμενο της κύριας δίκης και επηρεάζεται από την έκβασή της, χωρίς όμως ο ίδιος και ο αντίδικος του υπέρ ου η παρέμβαση να συνδέονται με οποιοαδήποτε έννομη σχέση, έτσι ώστε η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη να μην εκτείνεται στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε την πρόσθετη παρέμβαση, πρόκειται για απλή πρόσθετη παρεμβαση ΑΠ 727/2017. Στις εργατικές διαφορές, έως και 31-12-2015, η πρόσθετη παρεμβαση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά στο πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά δεν μπορεί να ασκηθεί προφορικά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο 1065/2002 Εφ.Πειραιά ΑΠ 864/1976 άρ.666 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.231 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.δεύτερο παρ.1 ν.4335/2015 άρ.1 άρ.ένατο παρ.4 ν.4335/2015.

Αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση

Η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηρίζεται αυτοτελής, όταν η σχετική απόφαση πρόκειται να αναπτύξει ενέργειες (όχι απλώς αντανακλαστικές) και στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του υπέρ ου η παρέμβαση ΑΠ 1731/2011. Αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του ΑΠ 1564/2017 ΑΠ 727/2017. Το δικονομικό δικαίωμα για άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας ΑΠ 1564/2017 ΑΠ 727/2017. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας έχει ως αποτέλεσμα την επέκταση της ισχύος της απόφασης ΑΠ 1564/2017 ΑΠ 177/2017. Σύμφωνα δε με το άρθρο 85 ΚΠολΔ, όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, ΜΟΝΟ εφόσον συναινούν όλοι οι αρχικοί διάδικοι, έχει δικαίωμα να συμμετάσχει στην δίκη ως κύριος διάδικος. Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με του υπέρ ου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ως κατά πλάσμα δικαίου αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρώσωπο του κύριου διαδίκου ΑΠ 727/2017. Αυτοτελής είναι και η πρόσθετη παρέμβαση του ειδικού διαδόχου του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής, ο οποίος ειδικός διάδοχος καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο ΑΠ 1564/2017 ΑΠ 1731/2011 άρ.225 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.325 περ.2 ΚΠολΔ.

Ειδικός διάδοχος

Για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται ΑΠ 1564/2017. Ο στη διάρκεια της αναιρετικής δίκης ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης ΑΠ 1028/2010 άρ.556 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.225 ΚΠολΔ. Αν ο ειδικός διάδοχος ενεργήσει τέτοια διαδικαστική πράξη, όπως είναι η κατάθεση και επίδοση κλήσης για νέα συζήτηση της υπόθεσης, αλλά και η παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, αυτή είναι άκυρη και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα ΑΠ 1028/2010 άρ.68 ΚΠολΔ άρ.73 ΚΠολΔ άρ.159 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.160 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν ο ειδικός διάδοχος ασκήσει παρέμβαση, και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι, μόνο τότε ο ειδικός διάδοχος μπορεί να υπεισέλθει και στη θέση του μεταβιβάσαντος ΑΠ 1028/2010 άρ.85 ΚΠολΔ. Αν ο ειδικός διάδοχος ασκήσει μόνο παρέμβαση και δεν υπάρχει συμφωνία των αρχικών διαδίκων για να υπεισέλθει και στη θέση του μεταβιβάσαντος, ο παρεμβάς ειδικός διάδοχος ενεργεί μεν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, αλλά προς το συμφέρον του δικαιοπαρόχου του, αρχικού διαδίκου ΑΠ 1028/2010 άρ.82 ΚΠολΔ. Η ειδική διαδοχή μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εκχώρησης της ένδικης απαίτησης κατά τη διάρκεια της αναιρετικής δίκη, και την εν συνεχεία γνωστοποίηση – αναγγελία της εκχώρησης προς τους οφειλέτες ΑΠ 1028/2010.

ΔΗΛΩΣΗ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤ’ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ

Κύριοι,

Από τις 25 Μαϊου 2018 ισχύει ο Γενικός Κανονισμός ΕΕ 2016/679 και από τις 29 Αυγούστου 2019 ο εφαρμοστικός του Νόμος 4624/2019 (ΦΕΚ 137Α’) που διευρύνει την προστασία των προσωπικών δεδομένων και καθιερώνει αυστηρές ποινές για τους παραβάτες.

Την ……………. (ημέρα) ……./……../……….. (ημεροχρονολογία) παρέλαβα με απλό ταχυδρομείο την από ……./……../……….. (ημεροχρονολογία) ανυπόγραφη επιστολή σας με την οποία με ενημερώνετε εκ των υστέρων –αντί της εκ του νόμου οφειλόμενης προηγούμενης ειδικής ενημερώσεώς μου- ότι στα πλαίσια μεταβίβασης του Χαρτοφυλακίου σας μέσω Τιτλοποίησης απαιτήσεων, διαβιβάστηκαν αρχικά στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία …….…………………..……….. (επωνυμία εταιρίας ειδικού σκοπού ) και κατόπιν στην εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία …….…………………..……….. (επωνυμία εταιρίας διαχείρισης), τα αναγραφόμενα στην επιστολή προσωπικά μου δεδομένα.

Επειδή η σύννομη ενημέρωση για την διαβίβαση των προσωπικών μου δεδομένων  πρέπει να γίνεται με τρόπο πρόσφορο, που θα διασφαλίζει ότι, ως υποκείμενο των δεδομένων λαμβάνω πράγματι γνώση των στοιχείων που την απαρτίζουν, και σαφή, που μου επιτρέπουν, ως υποκείμενο των δεδομένων να έχω μια σαφή εικόνα για τα στοιχεία που ορίζει ο νόμος.

Επειδή δεν προβήκατε σε οιαδήποτε προγενέστερη ενημέρωση μου με το προβλεπόμενο εκ του νόμου περιεχόμενο

Δια του παρόντος ηλεκτρονικού μηνύματος,

ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΩΝΟΜΑΙ ΡΗΤΑ στις εν αγνοία μου άνω παράνομες ενέργειες σας, και ασκώ νομίμως το δικαίωμα να ΑΠΑΙΤΗΣΩ όπως προβείτε για την άμεση διαγραφή των παρανόμως διαβιβασθέντων προσωπικών μου δεδομένων, που υποχρεούστε αμελλητί να διαγράψετε από το τηρούμενο αρχείο σας, ιδίως διότι ουδέποτε συναίνεσα, ούτε συναινώ καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην παράνομη, ήτοι χωρίς την προηγούμενη ατομική ενημέρωσή μου, διαβίβαση των δεδομένων μου από την Τράπεζα στην άνω εταιρία Ειδικού Σκοπού και στην ως άνω Διαχειρίστρια, και κατ’ επέκταση στην παράνομη εκ μέρους της κατοχή, διατήρηση, χρήση και περαιτέρω επεξεργασία τους.

Τέλος, σας ΕΝΗΜΕΡΩΝΩ ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής σας προς τα ανωτέρω, θα επέλθουν σε βάρος σας όλες οι εκ του νόμου προβλεπόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις καθώς και άσκηση αποζημιωτικής αγωγής μου με αίτημα προσωποκράτησης των νομίμων εκπροσώπων σας.

………….. (τόπος)

……./……../……….. (ημεροχρονολογία)

…………. Δηλ……….., ασκ……… και εναντιωνόμεν………..

…………………………. (ονοματεπώνυμο)

Τα σημεία που πρέπει να ελέγξουν οι  δανειολήπτες

Στην τριγωνική σχέση ΤΡΑΠΕΖΑΣ – FUND – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ : 1ον Αδειοδοτείται η ημεδαπή διαχειρίστρια από την ΤτΕ, 2ον Το εξωχώριο FUND αναθέτει την διαχείριση στην ήδη αδειοδοτημένη εταιρεία διαχείρισης, 3ον Λαμβάνει χώρα η πώληση από την εκχωρήτρια Τράπεζα στο  FUND  (άρθρο 1 παρ. γ’ εδ. α’ του Ν. 4354/2015 – ΦΕΚ Α’176).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδος (ΕΕΚΕ) οι δανειολήπτες θα πρέπει να γνωρίζουν τα εξής:

  1. Αναγγελία της μεταβίβασης δανείου γίνεται προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές με κάθε πρόσφορο μέσο (δηλαδή, πριν από την μεταβίβαση ή την ανάθεση διαχείρισης του δανείου σε τρίτον, ο δανειολήπτης – καταναλωτής δεν «αιφνιδιάζεται»).
  2. Στις περιπτώσεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, καθώς και σε περιπτώσεις ανάθεσης διαχείρισης, δεν χειροτερεύει η ουσιαστική και δικονομική θέση του οφειλέτη και του εγγυητή και δεν επιτρέπεται η μονομερής τροποποίηση όρου σύμβασης, καθώς και του επιτοκίου, πλην των περιπτώσεων, στις οποίες έχουν προκαθοριστεί σταθερά κριτήρια προσδιορισμού του. Αυτό σημαίνει ότι ο δανειολήπτης – καταναλωτής δεν «φορτώνεται» μια δανειστική σύμβαση με δυσμενέστερους όρους, από αυτούς τους οποίους είχε αρχικά υπογράψει με τη Τράπεζα.
  3. Αναγκαία προϋπόθεση για να προσφερθούν προς πώληση οι απαιτήσεις των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι να έχει προσκληθεί με εξώδικη πρόσκληση ο δανειολήπτης και ο εγγυητής μέσα σε δώδεκα (12) μήνες πριν από την προσφορά, να διακανονίσει τις οφειλές του βάσει γραπτής πρότασης κατάλληλης ρύθμισης με συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής σύμφωνα και με τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας (ν. 4224/2013). Εξαιρούνται από την ως άνω προϋπόθεση απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013, όπως αυτή ισχύει.

Κάθε νέος εκδοχέας απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις, δηλαδή οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) και οι Εταιρίες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Α.Α.Δ.Π .), οφείλει να εκκινεί εκ νέου τη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ) του Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013, δια της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων.

Εκ της ανωτέρω παραγράφου προκύπτει η αυτοτελής υποχρέωση των Εταιρειών να εκκινούν εκ νέου την διαδικασία που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας ανεξαρτήτως αν αυτή είχε ξεκινήσει, όσο το δάνειο το διαχειριζόταν η Τράπεζα (πριν τη μεταβίβαση ή την ανάθεση διαχείρισης του δανείου του σε τρίτον).

Ο Νόμος για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά εξακολουθεί να ισχύει και έναντι των ως άνω αναφερόμενων Εταιρειών, δηλαδή ο Δανειολήπτης – Καταναλωτής , δεν έχει κανένα κώλυμα να προσφύγει στις ευεργετικές διατάξεις του Νόμου, μολονότι το δάνειο του το χειρίζεται ή έχει μεταβιβασθεί σε Τρίτο, από τη δανείστρια Τράπεζα.

Γιάννης Κ. Λουκαδούνος