ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Δικαστήριο: ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 6373
Ετος: 2005
Περίληψη
Διατροφή μεταξύ ανιόντων – κατιόντων και κατάχρηση δικαιώματος -.Η έννοια της συγγένειας πέρα από την καταγωγή του ενός προσώπου από το άλλο, προϋποθέτει ότι υπάρχει δεσμός αγάπης, στοργής και αλληλοσεβασμού. Είναι κακόπιστη και καταχρηστική η αξίωση της ενήλικης φοιτήτριαςθυγατέρας για διατροφή της από τον πατέρα της, αφού αυτή, παρά τις προσπάθειές του, είχε διακόψει κάθε επικοινωνία μαζί του και κάθε ψυχικό και συναισθηματικό δεσμό.
Κείμενο Απόφασης
Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών
Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων
Αριθ. 6373/2005
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως, αφού σκοπεί στην πάταξη παραβιάσεως των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών και την άσκηση του κάθε δικαιώματος σύμφωνα με τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του, δηλαδή στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές, δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και σε δικαιώματα που πηγάζουν από διατάξεις δημοσίας τάξης, χωρίς να έχει επιρροή αυτό και μόνο το γεγονός, ότι ο χαρακτήρας των διατάξεων αυτών είναι περισσότερο έντονος ή όχι, εφόσον η συμπεριφορά του δικαιούχου εμφανίζεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να υπερακοντίζει καταφανώς τα όρια, που διαγράφονται παραπάνω, πράγμα το οποίο δεν προϋποθέτει απαραιτήτως, ότι από την άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος δημιουργείται κατάσταση συνεπαγόμενη αφόρητες συνέπειες για τον οφειλέτη (ΟλΑΠ 596/86 ΝοΒ 35. 532, ΑΠ 1187/89 ΕλλΔνη 32. 796). Πιο πέρα από το άρθρο 1485 επ. ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι μεταξύ ανιόντων και κατιόντων υπάρχει αμοιβαία υποχρέωση προς διατροφή που απορρέει από τον δεσμό της συγγένειας (ΕφΠειρ 3/1996 ΝοΒ 44. 1023, ΕφΑθ 8212/80 ΝοΒ 29. 352, Μπαλής Οικ. Δικ. §131). Στην έννοια της σχέσης της συγγένειας περιλαμβάνεται όχι μόνο το γεγονός, ότι μεταξύ δύο προσώπων υπάρχει η σχέση, ότι το ένα γεννήθηκε από το άλλο, αλλά κυρίως, ότι μεταξύ των προσώπων αυτών υπάρχει ο δεσμός της αγάπης, της στοργής και του αλληλοσεβασμού. Εκδήλωση των πιο πάνω στοιχείων αποτελεί η επιθυμία του ενός να επικοινωνεί με το άλλο, να προσφέρει στήριξη και συμπαράσταση σε καλές και κακές στιγμές της ζωής του άλλου και να επιδεικνύει σεβασμό προς την προσωπικότητα του. Στην κοινωνία η συγγενική σχέση που συνδέει τον ανιόντα με τον κατιόντα αποτελεί τον ιστό και το ηθικό υπόβαθρό της, απόρροια της δε (της συγγενικής σχέσης) είναι και ότι ο ένας δικαιούται και ο άλλος υποχρεούται να διατρέφει τον άλλο, όταν υπάρχει λόγος προς τούτο. Από το όλο πνεύμα των σχετικών διατάξεων του οικογενειακού δικαίου του ΑΚ, και ιδίως εκείνων που ρυθμίζουν τα του τρόπου της επικοινωνίας μεταξύ ανιόντων και κατιόντων, προκύπτει, ότι η θέληση του νομοθέτη είναι ο δεσμός αυτός της συγγενείας να υπάρχει και όταν ακόμα, στην περίπτωση διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης, οι σχέσεις των γονέων και των τέκνων δεν είναι αρμονικές αλλά τεταμένες, ακόμα και εχθρικές. Στην παρούσα περίπτωση από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλούνται οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και η υπ’ αριθ. 11363/2005 ένορκη βεβαίωση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και οι υπ’ αριθ. 444/2005 και 443/2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας και την υπόλοιπη διαδικασία γενικά πιθανολογήθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Η αιτούσα γεννήθηκε στις 29.5.1979 από τον νόμιμο γάμο της Σ.Τ.** με τον καθ’ ου, οι δε γονείς της από το έτος 1979 και ύστερα βρίσκονται σε διάσταση και εν τέλει ο γάμος τους λύθηκε με την υπ’ αριθ. 646/87 απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Μετά το χωρισμό των γονέων της η επιμέλεια της ανατέθηκε στη μητέρα της και ο καθ’ου πάντα προσπαθούσε να επικοινωνεί με την αιτούσα, παρά το ότι η τέως σύζυγος του και μητέρα της αιτούσας προσπαθούσε να τον αποξενώσει με διάφορα προσχήματα από αυτήν και για το λόγο αυτό πέτυχε (ο καθ’ου) την έκδοση της υπ’ αριθ. 11625/1985 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ρυθμιζόταν το δικαίωμα του επικοινωνίας με την τότε ηλικίας εξ (6) ετών ανήλικη κόρη του (αιτούσα), ενώ συγχρόνως βεβαιωνόταν, ότι ο καθ’ ου έχει ενδιαφέρον και εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς την τέως σύζυγο του και την κόρη του (βλ. την υπ’ αριθ. 11625/1985 απόφαση του δικαστηρίου τούτου). Όμως και μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης η μητέρα της αιτούσας άλλαζε συνεχώς διευθύνσεις με αποτέλεσμα η επικοινωνία του καθ’ ου με την αιτούσα κόρη του να είναι αδύνατη τις περισσότερες φορές παρά το ότι την αναζητούσε σε διάφορα μέρη (Πύργο Ηλείας, Ανάβυσσο) όπου από πληροφορίες που είχε βρισκόταν, όταν δε αυτή έγινε περίπου 15 ετών αποκλείσθηκε κάθε επικοινωνία μαζί της και με δικιά της πλέον πρωτοβουλία. Όταν η αιτούσα ενηλικιώθηκε και ήταν σε θέση να συμπεριφερθεί όπως αυτή επιθυμούσε, και είχε την ελευθερία να ρυθμίσει όπως αυτή ήθελε την συμπεριφορά της απέναντι στον καθ’ ου πατέρα της τον αγνόησε τελείως και όταν ο αιτών μέσω συγγενικών προσώπων προσπάθησε να την συνετίσει, αυτή αρνείτο πεισματικά κάτι τέτοιο δηλώνοντας του κατηγορηματικά ότι δεν επιθυμεί να επικοινωνεί μαζί του. Εν τέλει ο καθ’ ου μετά από πολλές προσπάθειες πέτυχε να συναντήσε
ι την αιτούσα κόρη του σε ηλικία 24 ετών το έτος 2003 στη Γερμανία, όπου μετέβη με πρωτοβουλία του, στην οποία άφησε οικειοθελώς χρήματα, πλην όμως παρά την επιθυμία του μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία να συνεχίσει την επικοινωνία μαζί της, η αιτούσα διέκοψε πάλι κάθε επικοινωνία μαζί του, στην δε από 7.7.2004 επιστολή της προς αυτόν τον αποκαλεί “πατέρα”, απαιτώντας από αυτόν μόνο την καταβολή χρημάτων (βλ. σχετική επιστολή). Έκτοτε διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του, και κάθε ψυχικό και συναισθηματικό δεσμό, καθώς και με όλους τους εκ πατρός συγγενείς, ακόμα και με την υπέργηρη γιαγιά της (μητέρα του πατέρα της) την οποία παρά την επιθυμία της ουδέποτε επισκέφθηκε. Η αιτούσα σήμερα ηλικίας 26 ετών εργάζεται στη Γερμανία με μηνιαίο εισόδημα 700 ευρώ περίπου, είναι εγγεγραμμένη ως φοιτήτρια σε πανεπιστήμιο της Κολωνίας εγγραφείσα σ’ αυτό σε ηλικία 21 ετών. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα παρά την προαναφερόμενη έναντι του καθ’ ου πατέρα της συμπεριφορά αξιώνει από αυτόν προσωρινή διατροφή για συνέχιση των σπουδών της στη Γερμανία θεμελιώνοντας το δικαίωμα της αυτό μόνο στο τυπικό γεγονός, ότι αυτή γεννήθηκε από τον καθ’ ου, με τον οποίο σήμερα κανένα ουσια-στικό στοιχείο, απ’ αυτά που υπάρχουν και προσδίδουν στη σχέση της συγγενείας πατέρα και κόρης την πραγματική της υπόσταση, δεν την συνδέει, αφού προς αυτόν έχει επιδείξει πλήρη αδιαφορία και έλλειψη σεβασμού, για δε τη συμπεριφορά της αυτή δεν συνέτρεχε ανάλογη συμπεριφορά του πατέρα της προς αυτήν. Υπό τα δε-δομένα αυτά η συμπεριφορά της δικαιούχου είναι κακόπιστη και εμφανίζεται να υπερακοντίζει καταφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ στα πλαίσια της αληθινής διάστασης της συγγενικής σχέσης, όπως στην αρχή της παρούσας αναφέρεται, και επομένως είναι καταχρηστική (ΕφΠειρ 3/96 ό.π.). Ύστερα από τα παραπάνω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, η δε δικαστική δαπάνη να συμψηφισθεί στο σύνολο της κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ λόγω της συγγενικής σχέσης των διαδίκων, όπως στο διατακτικό. ■
Πρόεδρος: Χαρίλαος Κλουκίνας, Πρόεδρος Πρωτοδικών
Δικηγόροι: Θεόφιλος Ζάχος – Αναστάσιος Παντελής
Λήμματα: Διατροφή μεταξύ ανιόντων – κατιόντων και κατάχρηση δικαιώματος
diki-goros.blogspot.com/p/blog-page_8818.html#ixzz4118xnuYv