Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου 629/2017
Δικαστής: Μαρία Σγουρού, Πρόεδρος Πρωτοδικών
Δικηγόροι: Ελένη-Μαγδαληνή Δαμιανίδου – Σοφία Τσαντηράκη, Αλέξανδρος Πουλέας

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ν. 2472/1997)• ενημέρωση του υποκειμένου και συγκατάθεσή του στην επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν δήλωση περί μη επεξεργασίας δεδομένων για λόγους προώθησης πωλήσεως αγαθών ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως. – Τηλεφωνικές κλήσεις για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για διαφημιστικούς σκοπούς (ν. 3471/2006)• επικοινωνία με και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση τηλεφωνικές κλήσεις με ανθρώπινη παρέμβαση για τους σκοπούς αυτούς επιτρέπονται, εκτός αν ο καλούμενος δήλωσε ότι δεν τις επιθυμεί (σύστημα «opt-out»), είτε ειδικά ως έκφραση αντίρρησης απευθείας στον διαφημιζόμενο-υπεύθυνό επεξεργασίας (άρθρο 13 ν. 2472/1997) είτε γενικά μέσω εγγραφής του στον ειδικά κατάλογο («μητρώο opt-out») συνδρομητών του παρόχου του των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (άρθρο 11 ν. 3471/2006):: κλήσεις χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση επιτρέπονται μόνο κατόπιν προηγούμενης συγκατάθεσης του καλούμενου- διάκριση μεταξύ υπεύθυνου επεξεργασίας και εκτελούντος την επεξεργασία προκειμένου για κλήσεις με ανθρώπινη παρέμβαση• αξίωση επιδίκασης ποσού 10.000 ευρώ, κατ’ ελάχιστο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανεξάρτητα από τυχόν περιουσιακή βλάβη, επί παραβάσεως του ν. 34/1/2006 (άρθρο 14 οικείου νόμου).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 119 έως 120 του ίδι¬ου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους έφεσης. Ως λόγοι έφεσης, οι οποίοι δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνι¬ση της εκκαλουμένης αποφάσεως (βλ. ΕφΘεσ 435/2010, Αρμ 2011.472, ΕφΙωαν 172/2006, Αρμ 2007.419), νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, που συνίστανται ως επί το πλείστον σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου. Οι παραδρομές αυτές είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1962/2006 ΕλλΔνη 50, 742). Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα που αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν κατά το αίτημα της έφεσης την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της, έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορεί να κρίνει περί του νομίμου και βάσιμου αυτού.
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ο ενάγων και ήδη εκκαλών παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε εξ αρχής την αγωγή του με την προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, κρίνοντας ότι αυτές υπάγονταν στην ίδια διαδικασία, ενώ όφειλε να παραπέμψει αυτήν στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο δικαστήριο για να δικαστεί με την αρμόζουσα στο αντικείμενό της τακτική διαδικασία. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι, ακόμη και αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την κρίση του κατά την εφαρμογή του δικονομικού κανόνα του άρθρου 246 ΚΠολΔ, δεν βλάπτεται από αυτήν ο ενά¬γων και ήδη εκκαλών ούτε ωφελείται αυτός από την απόρριψη της συγκεκριμένης διατάξεως της απόφασης.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, ο ενάγων παραινείται για εσφαλμένη εκτίμηση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αποδείξεων καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 5, 11 και 14 ν. 3471/2006. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Με το Ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομέ¬νων προσωπικού χαρακτήρα», που εκδόθηκε για τη συμμόρφωση με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981, που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992, και την οδηγία 95/46/ΕΚ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 24.10.1995, θεσπίστηκαν οι όροι και προϋποθέσεις για την επεξεργα¬σία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πολιτών, που έχουν «οικονομική αξία» και μπορούν να γίνουν αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, και η δημιουργία φορέα ελέγχου της τήρησης των όρων του νόμου, της Αρχής Προσωπικών Δεδο¬μένων, ώστε να διασφαλιστεί το ελάχιστο της προστασίας θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και της ιδιωτικής τους ζωής. Αποτελεί το πλαίσιο, με βάση το οποίο επιτράπηκε η καταγραφή, επεξεργασία και εκμετάλλευση προσωπικών δεδομένων πολιτών από μη κρατικούς φορείς, αλλά οικονομικούς οργανισμούς και εταιρείες, που διαφορετικά, σύμφωνα με όσα επιτάσσει η συνταγματική έννομη τάξη, θα απαγορευόταν. Στον άνω νόμο και στο άρθρο 1 ορίστηκε το αντικείμενο του νόμου και στο άρθρο 2 τέθηκαν οι ορισμοί των εννοιών. Έτσι α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» είναι κάθε πληροφορία, που αναφέρεται στο υποκείμενο δεδομένων, β)…, γ) «υποκείμενο δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, που η ταυτότητά του είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβω¬θεί, δηλαδή να προσδιοριστεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, 8) «επεξεργασία δεδομένων» κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, που πραγματοποιείται από το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαί¬ου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγω¬γή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση ή δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) «Αρχείο δεδομένων» κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χα¬ρακτήρα, που είναι προσιτά με γνώμονα κριτήρια συγκεκριμένα, στ) «Διασύνδε¬ση» μορφή επεξεργασίας, που συνίσταται στη δυνατότητα συσχέτισης δεδομένων ενός αρχείου με δεδομένα αρχείου ή αρχείων, που τηρούνται από άλλον ή άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας ή τηρούνται από τον ίδιο τον υπεύθυνο επεξεργασί¬ας, για άλλο σκοπό, ζ) «Υπεύθυνος επεξεργασίας» οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τρόπο επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η) «Εκτελών την επεξεργασία» οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργα¬νισμός, θ) «Τρίτος» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή όποιος άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) «Αποδέκτης» το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξάρτητα αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου δεδομένων κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και πλήρη επίγνωση, με την οποία το υποκείμενο, αφού προηγούμενα ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα που το αφορούν. Η ενημέρωση «πε¬ριλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες των δεδομένων, που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, επωνυμία και διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκ¬προσώπου του». Η συγκατάθεση μπορεί να αρθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με το άρθρο 5 § I, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο, όταν το υποκείμενο έδωσε τη συγκατάθεσή του, ενώ οι εξαιρέσεις κατά την § 2 του άρθρου προβλέπονται αυστηρά περιοριστικά. Στο άρθρο 6 προβλέπεται η «γνωστοποίηση» στην Αρχή Προσωπικών Δεδομένων της λειτουργίας αρχείου και έναρξης επεξεργασίας του, ενώ στα άρθρα 7 και 7Α προβλέπονται ειδικές διατάξεις, που αφορούν τα «ευαίσθητα δεδομένα» και τις περι¬πτώσεις «εξαιρέσεων» από την υποχρέωση γνωστοποίησης στην αρχή και τη λήψη αδείας. Το άρθρο 10 ορίζει τις προϋποθέσεις, ώστε να διασφαλιστεί το «Απόρρητο και η Ασφάλεια της επεξεργασίας» των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στο άρθρο 11 μέχρι και 14 προβλέπονται τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομέ¬νων προσωπικού χαρακτήρα. Στο πρώτο από τα άρθρα αυτά (II) ορίζεται ειδικά το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου, που πρέπει να πληροφορηθεί, από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων: α) την ταυτό¬τητα του υπεύθυνου και του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή κατηγορίες αποδεκτών, δ) την ύπαρξη του δικαιώματος του πρό¬σβασης (στο αρχείο). Κατά την § 2, αν για τη συλλογή ο «υπεύθυνος επεξεργασί¬ας» ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. I του άρθρου καθώς και τα δικαιώματα του, που προβλέπονται από τα άρθρα II μέχρι και 14 του νόμου. Με την παρ. 3 ορίζεται ότι, αν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, ενημερώνεται πριν από αυτούς το υποκείμενο, για αυτή την ανακοίνωση, ενώ οι λοιπές παράγραφοι αφορούν «ειδι¬κές εξαιρέσεις», για λόγους εθνικής ασφάλειας, ιδιαίτερα; σοβαρών εγκλημάτων, τη συλλογή για δημοσιογραφικούς σκοπούς, που αφορούν δημόσια πρόσωπα και ως προς αρχεία, που τελούν υπό την επεξεργασία του Υπουργείου Οικονομικών και λοιπών κρατικών φορέων και αφορούν υπόχρεους σε σχέση με φόρους, τέλη, δασμούς, ασφαλιστικές εισφορές. Επίσης, το άρθρο 13 παρ. 3 ν. 2472/1997 ορίζει ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα να δηλώσει στην Αρχή ότι δεδομένα που τον αφο¬ρούν δεν επιθυμεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από οποιονδήποτε, για λόγους προώθησης πωλήσεως αγαθών ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως. Η Αρχή τηρεί μητρώο με τα στοιχεία ταυτότητας των ανωτέρω. Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των σχετικών αρχείων έχουν την υποχρέωση να συμβουλεύονται πριν από κάθε επεξεργασία το εν λόγω μητρώο και να διαγράφουν από το αρχείο τους τα πρόσωπα της παραγράφου αυτής». Εξ αυτών συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι το δικαίωμα του υποκειμένου προσωπικών δεδομένων στην πληροφόρηση εί¬ναι «ειδικό», «ευρύ», «προστατεύεται αυτοτελώς» και «ρυθμίζεται» κατά τα επί μέρους στοιχεία του από τον νόμο. Δεν αρκεί συνεπώς μια κάποια πληροφόρηση ή οποιαδήποτε ατελής πληροφόρηση του υποκειμένου, αλλά απαιτείται να λάβει χώρα η ειδική ενημέρωση, που ορίζεται στο νόμο, και να διασφαλιστεί η «ειδική συναίνεση». Ενώ, πέρα από τα δικαιώματα του υποκειμένου, στην περίπτωση που δεν τηρηθούν τα προβλεπόμενα στο νόμο, θεσπίζονται κυρώσεις του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του τυχόν εκπροσώπου του, διοικητικές-ποινικές (άρθρα 21-23), αλλά και «αστική ευθύνη» των φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του νόμου θα προκαλέσουν περιουσιακή βλάβη ή και «ηθική βλάβη» στο υποκείμενο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Το ζήτημα των τηλεφωνικών κλήσεων, για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, ρυθμίζε¬ται στο άρθρο II ν. 3471/2006, όπου ορίζονται τα σχετικά με τις μη ζητηθείσες επικοινωνίες. Ειδικότερα, στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 11 ν. 3471/2006, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 και 2 ν. 3917/2011, ορίζεται ότι: «1. Η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης, ιδίως με χρήση συσκευών τηλεομοιοτυπίας (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και γενικότερα η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με οποιοδήποτε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους δι¬αφημιστικούς σκοπούς, επιτρέπεται μόνο, αν ο συνδρομητής συγκατατεθεί εκ των προτέρων ρητώς. 2. Δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοι¬νωνιών με ανθρώπινη παρέμβαση (κλήσεων) για τους ανωτέρω σκοπούς, εφόσον ο συνδρομητής έχει δηλώσει προς τον φορέα παροχής της διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας, ότι δεν επιθυμεί γενικώς να δέχεται τέτοιες κλήσεις. Ο φορέας υποχρεούται να καταχωρίζει δωρεάν τις δηλώσεις αυτές σε ειδικό κατάλογο συνδρομη¬τών, ο οποίος είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου». Η ανωτέρω διάταξη είναι σύμφωνη με όσα ορίζονται στο άρθρο 13 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού; χαρακτήρα και την προστασία της ιδιω¬τικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως αυτή έχει τροποποι¬ηθεί με την Οδηγία 2009/136/ΕΚ, η οποία, στην παρ. 3 του ανωτέρω 14 άρθρου, αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να ρυθμίσει τις προϋποθέ¬σεις πραγματοποίησης τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση είτε μετά από προηγούμενη συγκατάθεση (σύστημα ««opt-in») είτε με δήλωση αντίρρησης (σύστημα «opt-out»). Για το εν λόγω ζήτημα, είχε αρχικά επιλεγεί ο κανόνας της προηγούμενης συγκατάθεσης (βλ. προϊσχύσασα μορφή άρθρου 11 ν. 3471/2006). Όμως, μετά την 01.09.2011, οπότε και τέθηκε σε ισχύ η τροποποιηθείσα -προς το ευνοϊκότερο για τους υπευθύνους επεξεργασίας- διάταξη, οι τηλεφωνικές κλήσεις με ανθρώπινη παρέμβαση, για τους ανωτέρω σκοπούς, επιτρέπονται, εκτός αν ο καλούμενος έχει δηλώσει ότι δεν τις επιθυμεί (σύστημα «opt-out»). Το σύστημα «opt-out» έχει ως συνέπεια ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να απευ¬θύνουν τις αντιρρήσεις τους, όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων τους, είτε ειδικά, απευθείας στον υπεύθυνο επεξεργασίας (δηλαδή στον διαφημιζόμενο), ασκώντας το δικαίωμα αντίρρησης ως προς την επεξεργασία προσωπικών δεδο¬μένων βάσει του άρθρου 13 ν. 2472/1997 είτε γενικά, μέσω της εγγραφής τους στον ειδικό κατάλογο συνδρομητών του παρόχου που προβλέπει το άρθρο 11 παρ. 2 ν. 3471/2006. Ο νόμος προβλέπει τη δημιουργία Μητρώων («opt-out») σε κάθε πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει τη¬λεφωνικές κλήσεις για απευθείας εμπορική προώθηση. Ο κάθε πάροχος φέρει, με την προαναφερόμενη διάταξη, την υποχρέωση να τηρεί, με αυτές τις δηλώσεις, Δημόσιο Μητρώο που επιτελεί έναν δημόσιο σκοπό και στο οποίο έχει πρόσβαση όποιος ενδιαφέρεται να το χρησιμοποιήσει για απευθείας εμπορική προώθηση. Βάσει των ανωτέρω, οι πάροχοι έχουν την υποχρέωση: α) να τηρούν το Δημόσιο Μητρώο, που, όπως προαναφέρθηκε, τους ανατέθηκε με την ανωτέρω διάταξη, και β) όταν οι ίδιοι ενεργούν με σκοπό να διαφημίζουν τις υπηρεσίες τους, να λαμβάνουν υπόψη το Μητρώο που τηρούν όχι μόνο οι ίδιοι αλλά και κάθε άλ¬λος πάροχος. Έτσι, οι πάροχοι προκειμένου να προβούν νόμιμα σε προωθητικές ενέργειες (για διαφημιστικούς σκοπούς των ιδίων), όπως κάθε διαφημιζόμενος, οφείλουν να ελέγχουν προηγουμένως και τις δύο κατηγορίες αρχείων δηλώσεων, δηλαδή αυτήν που αφορά στους συνδρομητές όλων των παροχών (και του ιδίου) που έχουν δηλώσει ότι δεν επιθυμούν να λαμβάνουν διαφημιστικές κλήσεις γε¬νικά και αποτελεί το σύνολο των επί μέρους Μητρώων του άρθρου 11 παρ. 2 ν. 3471/2006 που θα πρέπει να λαμβάνουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα (μηνιαία) από κάθε πάροχο και αυτήν που αναφέρεται στον ίδιο τον πάροχο ειδικά και περι¬λαμβάνει: α) όσους ελεύθερα και ρητά του δηλώνουν (άρα συγκατατίθενται) ότι επιθυμούν να λαμβάνουν διαφημιστικές κλήσεις από τον ίδιο (ακόμα και αν είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο) και β) όσους του δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να λαμβάνουν διαφημιστικές κλήσεις από αυτόν ειδικά σε άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης (άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2472/1997), ακόμα και αν δεν είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο. Οι διαφημιζόμενοι οφείλουν να λαμβάνουν από όλους τους παρόχους επικαιροποιημένα αντίγραφα των Μητρώων του άρθρου 11 ν. 3471/2006 και να εξασφαλίζουν ότι έχουν διαθέσιμες τις δηλώσεις των συνδρομητών που έχουν πραγματοποιηθεί έως τριάντα ημέρες πριν από την πραγματοποίηση της τηλεφω¬νικής κλήσης. Ο χρόνος αυτός των τριάντα ημερών κρίνεται απαραίτητος, ώστε να έχουν τη δυνατότητα οι υπεύθυνοι επεξεργασίας να επεξεργαστούν τα μητρώα, λαμβάνοντας υπόψη τις αντικειμενικές δυσκολίες συγκέντρωσης, από όλους τους παρόχους, διαφορετικών αρχείων μητρών «opt-out», τα οποία πολλές φορές έχουν διαφορετικό μορφότυπο, ως και το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν ο εκάστοτε υπεύ¬θυνος επεξεργασίας να προβαίνει σε καθημερινές ενημερώσεις, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε υπερβολικό φόρτο τόσο σε αυτόν όσο και στους παρόχους. Από την άλλη πλευρά, υπέρβαση των τριάντα ημερών οδηγεί σε υπερβολική καθυστέ¬ρηση ικανοποίησης, του αιτήματος αντίρρησης. Συνεπώς, οι υπεύθυνοι επεξερ¬γασίας θα πρέπει να εφαρμόζουν κατάλληλες διαδικασίες για να εξασφαλίζεται το ανωτέρω τριανταήμερο, συνυπολογίζοντας κάθε είδους καθυστέρηση. Όσον αφορά στα αιτήματα που απευθύνονται στον ίδιον τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ως έκφραση ειδικής αντίρρησης βάσει του άρθρου 13 ν. 2472/1997, καθώς σε αυτά δεν υπεισέρχονται καθυστερήσεις λόγω λήψης στοιχείων από τρίτους, η ικανοποί¬ησή τους θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το ανωτέρω άρθρο, ήτοι δεν θα πρέπει να υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τις δεκαπέντε (15) ημέρες, όπως ορίζει η ανωτέρω διάταξη – ιδανικά βέβαια, η ικανοποίησή του θα πρέπει να γίνεται αμέσως.

Σε κάθε περίπτωση, για τις αυτοματοποιημένες κλήσεις (ήτοι τις κλήσεις χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση) απαιτείται, όπως ρητά επιτάσσει το άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3471/2006, η προηγούμενη συγκατάθεση των συνδρομητών – ακόμα και αν οι αριθμοί αυτοί δεν έχουν καταχωρηθεί στο μητρώο «opt-out» του παρόχου τους. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η διάταξη για τις αυτοματοποιημένες κλήσεις, κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ, είναι σε ισχύ από την έναρξη εφαρμογής του ν. 3471/2006 και του προγενέστερου ν. 2774/1999, δεν επηρεάστηκε δηλαδή από τη μετέπειτα τροποποίηση του ν. 3471/2006. Παράλληλα, καθώς για την πραγ¬ματοποίηση των τηλεφωνικών κλήσεων η διαφημιζόμενη εταιρεία αποτελεί τον υπεύθυνο της επεξεργασίας, οφείλει να ικανοποιεί και τα λοιπά δικαιώματα των υποκειμένων, ιδίως τα δικαιώματα ενημέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης (άρ¬θρα 11-13 ν. 2472/1997). Τούτο σημαίνει ότι κατά τη διενέργεια μιας τηλεφωνικής κλήσης και σε συμφωνία με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 ν. 2472/1997, θα πρέπει να ενημερώνει για την ταυτότητά της και την ταυτότητα του εκπροσώπου της, να μην αποκρύπτει ή παραποιεί τον αριθμό καλούντος και να ενημερώνει τουλάχιστον για τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος πρόσβασης, καθώς μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο σκοπός της επεξεργασίας (ήτοι προώθηση προϊόντων και υπηρεσι¬ών) είναι αυταπόδεικτος και οι αποδέκτες των δεδομένων, εφόσον περιορίζονται στα πρόσωπα του υπεύθυνου και των εκτελούντων την επεξεργασία για το συγκε¬κριμένο σκοπό, είναι εύκολα αντιληπτοί. Στην προκειμένη περίπτωση, η έννοια του εκπροσώπου ταυτίζεται με αυτή του εκτελούντος την επεξεργασία κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. η’ ν. 2472/1997, οπότε και η ενημέρωση πρέπει να περιλαμβάνει και τα στοιχεία του εκτελούντος την επεξεργασία. Ειδικότερα ως προς το δικαίωμα αντίρρησης, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 13 ν. 2472/1997, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, προκειμένου να συμμορφώνεται με την υπο¬χρέωση που απορρέει από την εν λόγω διάταξη, να φροντίζει, εφόσον ένας καλού¬μενος συνδρομητής εκφράζει την αντίρρησή του στο να δέχεται κλήσεις από τον συγκεκριμένο υπεύθυνο επεξεργασίας (ή/και εκπρόσωπό του), να ακολουθεί μία σαφώς ορισμένη διαδικασία που να διασφαλίζει ότι ο αριθμός αυτός θα εξαιρείται από οποιαδήποτε τηλεφωνική προωθητική/διαφημιστική ενέργεια του υπευθύνου επεξεργασίας στο μέλλον. Αυτή η διαδικασία πρέπει να είναι εις γνώσιν και των εξωτερικών συνεργατών του υπευθύνου επεξεργασίας (ήτοι των εκτελούντων την επεξεργασία), οι οποίοι και θα πρέπει να συμμορφώνονται με αυτή. Η άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης δεν πρέπει να συγχέεται με την εγγραφή στο μητρώο «opt-out», καθότι η δεύτερη υποδηλώνει βούληση του συνδρομητή να εξαιρείται ο αριθμός του από κάθε τηλεφωνική προωθητική ενέργεια οποιουδήποτε διαφη-μιζόμενου.
Περαιτέρω, στο άρθρο ΙΟ παρ. 3 ν. 2472/1997 ορίζεται ότι «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφαλείας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνεπάγεται η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων που είναι αντικείμενο της επεξεργασίας…» ενώ στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι «Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαρια¬σμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία την διεξάγει μόνο κατ’ εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν». Σύμφωνα με τα ανωτέρω, στις περιπτώσεις αυτοματοποιημένων ή μη κλήσεων για διαφημι¬στικούς ή άλλους εμπορικούς σκοπούς, που διενεργούνται από συνεργαζόμενες εταιρείες, για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας, |ι εταιρείες αυτές απο¬τελούν εκτελούσες την επεξεργασία. Συνεπώς, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να εξασφαλίζει ότι και αυτές ενεργούν χωρίς να παραβιάζουν τη νομοθεσία. Προς το σκοπό αυτό, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας που πραγματοποιούν τηλεφωνικές κλή¬σεις με ανθρώπινη παρέμβαση για την προώθηση των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους οφείλουν να διαθέτουν κατάλληλες και εγγράφως διατυπωμένες διαδικασίες, καθώς επίσης και να παρέχουν αντίστοιχες έγγραφες οδηγίες στο προσωπικό τους αλλά και στο προσωπικό των εκτελούντων την επεξεργασία. Οι οδηγίες αυτές πρέπει κατ’ ελάχιστον νά περιλαμβάνουν: α) το πώς διενεργείται η διαδικασία τηλεφωνικών κλήσεων, π.χ. επιλογή αριθμών, αφαίρεση αριθμών όσων έχουν εκ- φράσει αντίρρηση, μη απόκρυψη αριθμού κλήσης, β) τα στοιχεία που είναι υπο¬χρεωμένος ο υπάλληλος να αναφέρει κατά την κλήση (π.χ. στοιχεία υπεύθυνου και εκτελούντος την επεξεργασία, αναφορά πληροφοριών για την άσκηση των δικαι¬ωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης), γ) αναλυτικότερες πληροφορίες για το πώς μπορεί να γίνει η ικανοποίηση των δικαιωμάτων των καλούμενων συνδρομητών, είτε όσων εκφράζουν ειδική αντίρρηση είτε όσων επιθυμούν να εγγραφούν στο μητρώο. Παράλληλα, στο πλαίσιο συμμόρφωσης του υπευθύνου επεξεργασίας με τα όσα προβλέπει το άρθρο 10 ν. 2472/1997 και λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι, λόγω και της εγγενούς πολυπλοκότητας της διαδικασίας, είναι συχνά τα παράπονα των καλούμενων συνδρομητών για αζήτητες τηλεφωνικές οχλήσεις, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να φροντίζει ώστε να τηρεί τα στοιχεία που είναι απαραίτη¬τα για τη διερεύνηση κάθε παραπόνου. Άλλωστε, η διερεύνηση των παραπόνων μπορεί να γίνει μόνο με στοιχεία που τηρούνται από τον ίδιο τον υπεύθυνο επεξερ¬γασίας ή/και τον εκτελούντα την επεξεργασία. Τέτοια είναι τα εξωτερικά στοιχεία επικοινωνίας (οπωσδήποτε ημερομηνία και ώρα κλήσης, αριθμοί καλούντος και καλούμενου), των οποίων η τήρηση πρέπει να γίνεται με ασφαλή τρόπο για διά¬στημα ενός έτους, που είναι το κατάλληλο για τη διερεύνηση τυχόν καταγγελιών. Πέραν αυτών, σκόπιμο είναι να διαθέτει και τηλεφωνική γραμμή παραπόνων, η οποία να προορίζεται για χρήση και από μη συνδρομητές του ιδίου και την οποία να ανακοινώνει δημόσια. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει μέτρα, ώστε να διασφαλίζει ότι οι ανωτέρω διαδικασίες τηρούνται τόσο από τους υπαλ¬λήλους του όσο και από τους εκτελούντες την επεξεργασία, όπως π.χ. μέσω περι-οδικών επιτόπιων ελέγχων.
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 ν. 3471/2006, «1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά παράβαση του νόμου αυτού, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανο¬ποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται, κατ’ ελάχιστο, στο ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η χρηματική ικανοποίηση Επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη. 3. Οι απαιτήσεις του πα¬ρόντος άρθρου εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ή της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινω¬νιών για τη διαπίστωση παρανομίας ή την άσκηση ποινικής δίωξης».
Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι με το ν. 3471/2006 οριοθετείται η έκταση προστασίας των αντιτιθέμενων αγαθών της προσωπικότη¬τας (ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του ατόμου) και της πληροφοριακής ελευθερίας (του δικαιώματος του προσώ¬που να πληροφορεί και να πληροφορείται), θέτοντας στην άσκηση της τελευταί¬ας συγκεκριμένους προορισμούς, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του φυσικού προσώπου όσο και η ελεύθερη κυκλοφορία (συλλογή-μετάδοση-χρήση) των προσωπικών πληροφο¬ριών που αφορούν το φυσικό πρόσωπο, για την ασφάλεια των συναλλαγών και για την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η ρύθμιση του ν. 3471/2006 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. 2 και 19 Συντάγματος, 57 ΑΚ κ.λπ.), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύ¬νει την έννοια των παρανόμων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται -κατ’ αρχήν- απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων δι¬ατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (ΕφΑθ 3833/2003 ΕλλΔνη 45, 1022, μελέτη Μ. Σταθόπονλου, ΝοΒ 48, 1 επ.).
Από τις διατάξεις, τέλος, του προαναφερθέντος άρθρου 23 παρ. I και 2, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 9Ι4 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση είναι αυτός που υπέστη άμεσα την ηθική βλάβη, δηλαδή το κατά τις διατάξεις του ν. 3471/2006 υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων (ΑΠ 1257/2005 ΝΟΜΟΣ), η αξίωση όμως αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης αυτού με βάση την ανωτέρω διάταξη διαφοροποιείται από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων ΑΚ, που εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικά κατά το μέτρο που δεν αντιτίθενται στον νόμο. Τούτο, διότι η εν λόγω αξίωση έχει ιδιαιτερότητες που προκύπτουν από τον ίδιο τον νόμο 3471/2006, αλλά και τον σκοπό και συνθήκες, υπό τις οποίες προβλέφτηκε η προστασία του καταναλωτή και δυνατότητα επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων των υποκειμένων για τη μετάδοση διαφημιστικού μηνύματος απευθείας στον καταναλωτή μέσω τηλε¬φώνου, τηλεομοιοτυπίας (φαξ), ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αυτόματης κλήσης ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων, δηλαδή, που μπορεί να θίγονται ή περιορίζονται, όχι μόνο διασφαλίζονται συνταγματικά, αλλά τίθενται, υποτίθεται, υπό την «εγγύ¬ηση του Κράτους» και περιορίζονται μόνον χάριν λόγων δημοσίου συμφέροντος και υπό προϋποθέσεις. Ο λόγος της έκδοσης της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένω¬σης, όμως, στην οποία προσχώρησε και ο εθνικός νομοθέτης, έγινε χάριν «οι¬κονομικής εκμετάλλευσής» τους από διεθνείς Οικονομικούς Οργανισμούς. Υπό το βάρος αυτό, υπό την έννοια εξισορρόπησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ο νόμος 3471/2006 θέσπισε το «ελάχιστο» της διασφάλισης των υποκειμένων και των συνταγματικά κατοχυρωμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, των οποίων η επεξεργασία για λόγους εμπορικούς, ήτοι διαφημιστικούς, τα προσωπικά δε¬δομένα, επειδή έχουν και οικονομικό αντικείμενο, συλλέγονται, καταγράφονται, διατηρούνται, όχι μόνο για τον σκοπό που συλλέγονται (π.χ. πώληση πελατολογί¬ου εταιρείας, συμβληθείσας με τα υποκείμενα δεδομένων, σε άλλη εταιρεία, για άλλους σκοπούς) και γίνονται αντικείμενο εξυπηρέτησης οικονομικών σκοπών, που χωρίς την άνω πρόβλεψη θα ήταν «παράνομο» και απόλυτα απαγορευμένο. Ενώ, δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ του σκοπού, που υπηρετείται, και των θεμελι¬ωδών δικαιωμάτων των υποκειμένων. Υπό αυτή την έννοια και σκοπιά ενήργησε και ο εθνικός νομοθέτης, που διαφορετικά θα ήταν «αναξιόπιστος». Υπό αυτή την έννοια προκύπτει και ποιος φέρει την «ευθύνη τήρησης των όρων του νόμου», η κατανομή του «βάρους απόδειξης» και όλα τα λοιπά. Κατά την πρόκριση του νομοθέτη την ευθύνη έχει καταρχήν ο «υπεύθυνος επεξεργασίας», γεγονός εύλογο, αφού λαμβάνει δυνητικά και τα οφέλη.
Περαιτέρω, «μόνη η παράβαση» διάταξης του νόμου «ενεργοποιεί» και τις συνέπειες για τους παραβάτες, εξ ου η ευθύνη είναι «νόθος αντικειμενική και τεκμαιρόμενη». Ως συνέπεια, το δικόγραφο της αγωγής του θιγόμενου από την «παράβαση», που επιδιώκει αποζημίωση για «ηθική βλάβη», που ορίζεται ανε¬ξάρτητα από την περιουσιακή, αρκεί να αναφέρει την παράβαση, που οδηγεί, ως αποτέλεσμα, στην «ηθική του βλάβη», ως απλή «τυπική διαδικασία απόδειξης της παράβασης», ώστε να μην υπάρχει ανάγκη αναφοράς των επί μέρους στοιχείων της ηθικής βλάβης (κατ’ αντίθεση των άρθρων του ΑΚ, αλλά και της περιουσια¬κής βλάβης, που απαιτεί πλήρη αιτιολόγηση), που υπέστη στην προσωπικότητά του, που εμφαίνεται και είναι δεδομένη. Γεγονός που προκύπτει από τον ίδιο το νόμο, ο οποίος δεν παρέχει και ευχέρεια στο δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του το αποκλειστικό «κατώτατο όριο» αποζημίωσης για ηθική βλάβη, ύψους 10.000 ευρώ, εκτός μόνο αν ο ενάγων αιτείται χαμηλότερο ποσό. Η μόνη περίπτωση να μην υπέχει ευθύνη ο επεξεργαστής/διαφημιζόμενος είναι, εφόσον δεν παρέβη τους όρους του νόμου (βλ. ΑΠ 2244/2013 ΝΟΜΟΣ).
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 298, 299, 914, 932 ΑΚ, 2, 6,10, 11, 13, 23 ν. 2472/1997, 5, 11, 14 ν. 3471/2006, 176, 192 § 2 ΚΠολΔ και εφόσον έχει καταβληθεί το αναλογούν αντικείμενό της δικαστικό ένσημο, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
… αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, ο οποίος τύγχανε δικηγόρος του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, από το έτος 2007 είναι συμβεβλημένος με την εταιρεία παροχής υπηρεσιών σταθε¬ρής τηλεφωνίας και διαδικτύου … ΑΕ και χρησιμοποιεί για την επαγγελματική του δραστηριότητα τους τηλεφωνικούς αριθμούς… και… με δυνατότητα αναγνώρισης κλήσεων. Την Άνοιξη του 2011 άρχισε να δέχεται αζήτητες από τον ίδιο τηλεφω¬νικές κλήσεις από διάφορες εταιρείες παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών, μεταξύ αυτών και της εναγομένης … ΑΕ, και στις δυο ως άνω τηλεφωνικές γραμμές του, με σκοπό την διαφήμιση και προώθηση των προσφερόμενων από αυτήν όμοιων με τον πάροχό του υπηρεσιών. Επειδή η εναγόμενη εξακολουθούσε την ως άνω συμπεριφορά παρά τη δική του προφορική εναντίωση στους εκπροσώπους της εναγομένης που τον καλούσαν, αυτός προέβη και σε έγγραφη δήλωση εναντίωσης προς την εναγομένη μέσω αποστολής ηλεκτρονικού μηνύματος στην ιστοσελίδα της … στις 14.10.2011, όταν την ίδια ημέρα δέχθηκε δυο αζήτητα τηλεφωνήματα από εκπρόσωπο της εναγομένης, και στις δυο τηλεφωνικές του συνδέσεις. Παρά ταύτα, την προφορική και μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ρητή και σαφή εναντί¬ωση του ενάγοντος, η τελευταία συνέχισε να τον παρενοχλεί τηλεφωνικός, με τον ως άνω εμπορικό σκοπό. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι κλήσεις εκπροσώπων της εναγομένης δέχθηκε ο ενάγων στις 31.10.2011 από την εκπρόσωπο της εναγομέ¬νης ονόματι … και αμέσως διαμαρτυρήθηκε για άλλη μια φορά και ζήτησε από την εναγομένη να διαγράψει τους τηλεφωνικούς του αριθμούς από τα μητρώα της και να απέχει στο εξής από κάθε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του για εμπορικούς (διαφημιστικούς) σκοπούς. Σε απάντηση της διαμαρτυρίας του, ο ενάγων έλαβε στις 3.11.2011 ηλεκτρονικό μήνυμα από την εκπρόσωπο της εναγομένης … ότι έχουν «δρομολογηθεί οι απαραίτητες ενέργειες» για την εξυπηρέτηση του αιτή¬ματος του. Πλην όμως, ουδέν προς την κατεύθυνση αυτή ενήργησε η εναγομένη, αλλά αντιθέτως στις 15.12.2011 εκπρόσωπός της κάλεσε για τον ίδιο ως άνω λόγο ξανά τον ενάγοντα, σε μια εκ των δυο τηλεφωνικών γραμμών του, ενώ αυθημερόν κατόπιν διαμαρτυρίας του, η εκπρόσωπος της εναγομένης κα. … του δήλωσε ότι δεν είχε ενημερωθεί σχετικά με το αίτημά του από την εργοδότριά της. Εν συνε¬χεία, εξαιτίας της μη συμμόρφωσης της εναγομένης στο αίτημα του ενάγοντος, ο τελευταίος προσέφυγε στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ενώπιον της οποίας υπέβαλε στις 10.1.2012 προσφυγή, ζητώντας να πράξει τα νόμιμα λόγω της παραβίασης εκ μέρους της εναγομένης της νομοθεσίας περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και εν συνε¬χεία κατέθεσε εναντίον της την ένδικη αγωγή και στις 7.3.2012, αμέσως μόλις του παρασχέθηκε αυτή η δυνατότητα από τον πάροχό του .. ΑΕ, προέβη σε εγγραφή των ως άνω αριθμών τηλεφωνικών συνδέσεων σταθερής τηλεφωνίας στον ειδικό κατάλογο με τις τηλεφωνικές συνδέσεις των συνδρομητών που δεν επιθυμούν να δέχονται μη ζητηθείσες κλήσεις. Κατόπιν των ανωτέρω ενεργειών του, οι οποίες είχαν περιέλθει σε γνώση της εναγομένης, η τελευταία στις 27.6.2012 απέστειλε στον ενάγοντα ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο τον πληροφορεί ότι έλαβε υπόψιν της το αποσταλέν από αυτόν στις 15.12.201:1 μήνυμα και τον καλεί να απευθυνθεί στον πάροχό του για την εγγραφή των τηλεφωνικών του αριθμών στο σχετικό μητρώο με τις τηλεφωνικές συνδέσεις των συνδρομητών που δεν επιθυμούν να δέ¬χονται μη ζητηθείσες κλήσεις, ενέργεια στην οποία είχε προβεί ήδη ο ενάγων και για την οποία η εναγομένη ή οι συνεργάτες της δεν είχε φροντίσει να ενημερωθούν εγκαίρως, ως υποχρεούται έκτου νόμου (13 παρ. 3 ν. 2472/1997). Όμως, παρά την εγγραφή των τηλεφωνικών αριθμών του ενάγοντος στον ως άνω ειδικό κατάλογο και των προφορικών και εγγράφων διαμαρτυριών του προς αυτήν, η εναγομένη επανέλαβε την ίδια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά στις 19.9.2012, 28.3.2013 και στις 9.7.2013, καλώντας τον ενάγοντα στον αριθ. … για διαφημιστικούς των υπηρεσιών της σκοπούς και προώθηση των προϊόντων της. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα, προκύπτει ότι η εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της και προστηθέντων της παραβίασε κατ’ επανάληψη τόσο τη διάταξη του άρθρου 11 ν. 3471/2006 αναφορικά με το διάστημα από 7.3.2012 και εντεύθεν, καθώς προέβη σε τηλεφωνικές αζήτητες από τον ενάγοντα κλήσεις προς αυτόν, παρά την εγγρα¬φή των ως άνω αριθμών τηλεφωνικών συνδέσεων σταθερής τηλεφωνίας του στον ειδικό κατάλογο με τις τηλεφωνικές συνδέσεις των συνδρομητών που δεν επιθυ¬μούν να δέχονται μη ζητηθείσες κλήσεις, και των οποίων έλαβε ως όφειλε γνώση, αφού παρήλθε χρονικό διάστημα ενός και πλέον μηνός από την εγγραφή στο ει¬δικό μητρώο μέχρι την ημερομηνία των κλήσεων (19.9.2012, 28.3.2013 και στις 9.7.2013), ενώ για το προγενέστερο της εγγραφής χρονικό διάστημα η εναγομένη παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 13 ν. 2472/1997, καθώς προέβη επανειλημμέ¬να σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του για εμπορικούς σκοπούς (προώθηση των προϊόντων της) παρά την ρητή εναντίωσή του. Για την τελευταία δε παραβίαση της επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 24.000 ευρώ από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (βλ. την με αριθ. 67/2016 απόφαση), κατόπιν της προαναφερομένης προσφυγής του ενάγοντος. Συνέπεια της παραβίασης εκ μέρους της εναγομένης, ενεργούσας δια των εκπροσώπων και προστηθέντων από αυτήν προσώπων, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των ανωτέρω νομίμων υποχρεώσεών της σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του ενάγοντα, αυτή υπέχει ευθύνη για αποζημίωσή του λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από τη σε βάρος του αδικοπραξία* συνιστάμενη στην ψυχική αναστάτωση που αυτός δοκί¬μασε εκ της παράνομης και υπαίτιας κατ’ επανάληψη συμπεριφοράς της να αγνοεί τα αιτήματά του να παύσει την παράνομη ενέργεια της, προκειμένου να ικανοποιήσει τους δικούς της εμπορικούς σκοπούς. Η υποχρέωση προς αποζημίωση εκ μέρους της ενεργοποιείται και με μια μόνη παραβίαση των νομίμων υποχεώσεων εκ μέρους της, καθώς η συμπεριφορά της αυτή συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, στη! σφαίρα της πληροφοριακής του αυτοδιάθε¬σης και ιδιωτικότητάς του, ήτοι του δικαιώματος του να πληροφορεί και να πλη¬ροφορείται, την πρόκληση δε της ηθικής βλάβης σε αυτόν όφειλε να γνωρίζει και γνώριζε η εναγομένη. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του με την ένδικη αγωγή, μετά την παραίτησή του τύποις από το προγενεστέρως ασκηθέν ομοίου περιεχομένου και αιτήματος αγωγικό δικόγραφο με ημερομηνία 18.1.2012 και με αριθ. καταθ…., είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι και αληθή υποτιθέμενα τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, δεν δύναται να θεμελιώσουν την ως άνω ένσταση, καθώς, αφενός η άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων δεν υπόκεινται σε αυτόν τον περιορισμό, αφετέρου δε διότι μόνο η παραίτηση του ενάγοντος από το ουσιαστικό δικαίωμα και όχι η τύποις παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο θα καθιστούσε τυχόν την μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική. Αντιθέτως κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατ’ αποδοχή της ενστάσεως της εναγομένης περί καταχρη¬στικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος ως νόμιμης και ουσία βάσιμης απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με αριθ. 556/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί η αγωγή και κατ’ ακολουθία, των ανωτέρω, εφόσον αποδείχτηκε η ουσια¬στική βασιμότητά της, να γίνει αυτή δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να κα¬ταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, ενόψει του ότι δεν παρέχεται ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει μικρότερο από το αιτηθέν ποσό στον ενάγοντα, μετά τη διαπίστωση της παράβασης, που οδηγεί κατ’ αποτέλεσμα στην «ηθική βλάβη», σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, δεδομένου ότι αυτό είναι το ελάχιστο προβλεπόμενο από τον νόμο. Τέλος, ενόψει της ουσιαστι¬κής παραδοχής της εφέσεως, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου στον εκκαλούντα και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής δα¬πάνης του ενάγοντα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Παρατηρήσεις
Η ευθύνη λόγω μη ζητηθείσας τηλεφωνικής επικοινωνίας για διαφημιστικούς σκοπούς
Η ως άνω απόφαση ασχολήθηκε με το ζήτημα της μη ζητηθείσας τηλεφωνι¬κής επικοινωνίας για διαφημιστικούς σκοπούς και της σχετικής ευθύνης για χρη¬ματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πού υπέστη ο αποδέκτης …
Ευριπίδης Α, Ρίζος
Επ, Καθηγητής Νομικής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου

ΕπισκΕΔ Γ/2017
εκδόσεις Σάκκουλα.