ΛΥΣΗ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ – ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ. Αίτηση για να αναγνωρισθεί ότι ετερόρρυθμη εταιρεία έχει λυθεί με καταγγελία για σπουδαίο λόγο και ότι ο αιτών είναι εκκαθαριστής, υπάγεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Το αίτημα για λύση της εταιρείας με δικαστική απόφαση κατ’ άρθ. 259 § 1 δ του ν. 4072/2012. υπάγεται στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1426/2015 Δικαστής: Χρήστος Κωστόπουλος, Πάρεδρος. Δικηγόρος: Σωτ. Πανουσάκη. Από το ενιαίο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων συνάγεται κατ’ αρχήν ότι αίτηση, που εισάγεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί υποθέσεως μη υπαγόμενης σε αυτήν, εφόσον συντρέχουν οι όροι εκδίκασής της κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, όπως κλήτευση του αντιδίκου είτε εξ αρχής είτε κατ’ άρθρο 748 § 3 ΚΠολΔ, δικάζεται αμέσως κατά την εκάστοτε προσήκουσα διαδικασία. Η δικονομική αυτή δυνατότητα τελεί υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι με το δικόγραφο ζητείται η παροχή εκείνης της μορφής ένδικης προστασίας, που μπορεί να παρασχεθεί από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου κανονικά θα έπρεπε να εισαχθεί η υπόθεση, καθώς και ότι το δικαστήριο όπου εισήχθη είναι καθ’ ύλη αρμόδιο. Αν δεν συντρέχουν οι όροι αυτοί, η αίτηση παραπέμπεται σε άλλη συζήτηση κατά την προσήκουσα διαδικασία ή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά το άρθρο 46 ΚΠολΔ. Αν αντιστρόφως υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας εισαχθεί εσφαλμένα κατά τις διατάξεις της αμφισβητούμενης απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς να υπάρχει περιθώριο παραπομπής κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ και τούτο διότι η υποβολή της σχετικής αίτησης δεν συνδέεται με δικονομικές ή ουσιαστικές συνέπειες που διατηρούμενες θα πρέπει να προστατευθούν (ΕφΑθ 5722/2011, ΕφΑθ 6033/1995 ΤΝΠ-Νόμος, Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, έκδ. 2000, τόμος ΙΙ, σ. 1457, 1458). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών εκθέτει στην αίτησή του: Ότι αυτός και ο καθ’ ου είναι τα μόνα μέλη της ετερόρρυθμης εταιρίας ορισμένου χρόνου με την επωνυμία «Π.Σ.–Β.Π. και Σία ΕΕ» και ειδικότερα ότι ο ίδιος είναι ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής και ο καθ’ ου ετερόρρυθμος εταίρος. Ότι μεταξύ άλλων προβλεπόταν στο καταστατικό της εταιρίας ως ένας από τους τρόπους λύσης της η καταγγελία του ενός εκ των εταίρων για σπουδαίο λόγο, καθώς και ότι μετά τη λύση της εκκαθαριστής θα αναλάμβανε ο διαχειριστής της. Ότι συνεπεία της κακής οικονομικής πορείας της εταιρίας και της εντεύθεν αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μεταξύ των οποίων και η καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2014 προς τους εκμισθωτές των χώρων που λειτουργούσε η επιχείρησή της, οι τελευταίοι πέτυχαν την έκδοση από το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης των αναφερόμενων στην αίτηση διαταγών απόδοσης μισθίου. Ότι σε συμμόρφωση προς τις διαταγές αυτές την 26.6.2014 παρέδωσε τα μίσθια καταστήματα στους ιδιοκτήτες τους και έκτοτε η εταιρία στερείται έδρας, αντικειμένου και σκοπού. Ότι με εξώδικη δήλωσή του την οποία επέδωσε προς τον καθ’ ου την 7.7.2014 κατήγγειλε την εταιρία για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο στην αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της μετά την αποβολή από το μίσθιο με συνέπεια έκτοτε να έχει επέλθει η λύση της. Βάσει του ως άνω ιστορικού ζητεί: α) να αναγνωριστεί ότι επήλθε η λύση της εταιρίας λόγω της ως άνω καταγγελίας που έγινε για σπουδαίο λόγο άλλως να λυθεί η εταιρία με απόφαση του Δικαστηρίου για σπουδαίο λόγο και β) να αναγνωριστεί ως εκκαθαριστής σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο καταστατικό της εταιρίας.
Με το ως άνω περιεχόμενο η αίτηση ως προς τα αναγνωριστικού περιεχομένου κύρια αιτήματά της αναρμοδίως καθ’ ύλη και κατ’ εσφαλμένη διαδικασία εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς αρμόδιο καθ’ ύλη Δικαστήριο προς εκδίκαση της συγκεκριμένης διαφοράς η οποία είναι μη αποτιμητή σε χρήμα είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 ΚΠολΔ το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία και δη κατά την τακτική διαδικασία, διότι με τα ως άνω κύρια αιτήματα δεν επιδιώκεται το πρώτον με την έκδοση της απόφασης η λύση της εταιρίας και ο συνακόλουθος διορισμός εκκαθαριστή, δηλαδή η διάπλαση μίας νέας έννομης κατάστασης, άλλα η διάγνωση μίας ήδη διαμορφωθείσας και ειδικότερα η αναγνώριση αφενός της ήδη επελθούσας λύσης της εταιρίας δυνάμει καταγγελίας που έγινε για σπουδαίο λόγο και προβλεπόταν στην εταιρική σύμβαση ως λόγος λύσης της και αφετέρου της απόκτησης από τον αιτούντα μετά τη λύση της εταιρίας με τον ως άνω τρόπο της ιδιότητας του εκκαθαριστή της δυνάμει συμβατικής πρόβλεψης. Αλλά και ως προς το επικουρικό αίτημα περί λύσης της εταιρίας με δικαστική απόφαση η αίτηση επίσης αναρμοδίως καθ’ ύλη εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, καθώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 § 4 ΕισΝΚΠολΔ αρμόδιο καθ’ ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης του άρθρου 259 § 1 δ του ν. 4072/2012 είναι από την 1.3.2013 το Ειρηνοδικείο κατά την προσήκουσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 1 περ. α΄ ν. 4077/2012). Συνεπεία των ανωτέρω το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 ΚΠολΔ, να κηρύξει εαυτό καθ’ ύλη αναρμόδιο και να παραπέμψει την αίτηση α) ως προς τα κύρια αναγνωριστικά αιτήματά της στο αρμόδιο για την εκδίκασή τους Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατά την τακτική διαδικασία και β) ως προς το επικουρικό αίτημά της στο αρμόδιο για την εκδίκασή του Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αιτούντος λόγω της απουσίας του καθ’ ου και της συνακόλουθης έλλειψης σχετικού αιτήματος.
katraslaw.gr
