ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Περίληψη: Αυτοκινητικό ατύχημα – Θάνατος πεζού – ’γνωστο όχημα – Επικουρικό κεφάλαιο – Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης – Αοριστία αγωγής -. Το «Επικουρικό Κεφάλαιο» είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών από αυτοκινητικά ατυχήματα, αποζημίωση, πλην άλλων περιπτώσεων και όταν το πρόσωπο που υπέχει την ευθύνη για το ατύχημα παραμένει άγνωστο. Για να θεμελιωθεί παθητικά, κατά του «Επικουρικού Κεφαλαίου» η αγωγή αποζημίωσης από τη λειτουργία ορισμένου αυτοκίνητου ζημιωθέντος πρέπει να είναι άγνωστος, όλα τα πρόσωπα που ενέχονται από τη λειτουργία του αυτοκινήτου ήτοι ο οδηγός αυτού, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης Πρέπει δε προσθέτως, για να είναι ορισμένη, κατά την παθητική της νομιμοποίηση, η σχετική αγωγή, να εκτίθενται ο` αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι, καίτοι ο ενάγων κατέβαλε την συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, δεν κατέστη δυνατή η εξακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητας κανενός από τα υπόχρεα πρόσωπα, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΡΘΡΟΥ 681 Α ΚΠολΔ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 565/2013

ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΓΩΓΗΣ 40532/2011

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Σωτηρία Αρχάκη-Χριστοδουλίδου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Γιάννη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 27η Σεπτεμβρίου 2012, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1. …, κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, 2. …, κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, και 3. …, κατοίκου Νεάπολης Θεσσαλονίκης, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ξανθίππης Μωυσίδου (ΑΜ 7936) που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία ¨ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ¨ που εδρεύει στην Αθήνα, Υπατίας αριθμός 5 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Κώττα (ΑΜ 3646) η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Οι ενάγοντες κατέθεσαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 10-10-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40532/2011 αγωγή τους, η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 23-1-2012 και κατόπιν αναβολών, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ τη σημερινή συζήτηση της παραπάνω υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του σχετικού πινακίου, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως σημειώνεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 και επ. του ΑΚ, συνάγεται σαφώς ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αποτελούν: α) υπαίτια συμπεριφορά του προσώπου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β) παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, που, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εάν στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, καλή πίστη, με την οποία (παράνομη συμπεριφορά) προσβάλλεται κάποιο απόλυτο δικαίωμα, εφόσον αυτή καθεαυτή ενέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου, γ) επέλευση ζημίας και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά τα άνω συμπεριφοράς και της ζημίας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (βλ. ΑΠ 750/2003, Δημοσίευση ¨ΝΟΜΟΣ¨, ΑΠ 5/2001, ΕλλΔνη 42, 671). Ειδικότερα, υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ., σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου οικογένεια του θύματος, προφανώς, γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαία τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντα, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιάφορα αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Το πόρισμα δε τούτο ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ, 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ΄ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντα, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό είτε όλων των προσώπων αυτών είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (βλ. ΟλΑΠ 21/2000, Δημοσίευση ¨ΝΟΜΟΣ¨, ΑΠ 729/2009, ¨ΝΟΜΟΣ¨, ΑΠ 159/2006, ¨ΝΟΜΟΣ¨, ΑΠ 731/2005). ΄Ετσι, στην οικογένεια του θύματος, που δικαιούνται σε περίπτωση θανατώσεως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, περιλαμβάνονται: α)οι γονείς, β)τα τέκνα, γ)οι ανιόντες και κατιόντες, δ)οι αδελφοί, αμφιθαλείς και ετεροθαλείς, ε)ο σύζυγος ή η σύζυγος, στ) οι αγχιστείς συγγενείς πρώτου βαθμού, όπως είναι ο πεθερός, πεθερά, γαμβρός από κόρη, νύφη από γιό, καθώς και τα τέκνα του ενός συζύγου που γεννήθηκαν από άλλο γάμο, τα οποία σε περίπτωση θανατώσεως του συζύγου του δευτερόγαμου γονέα τους δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΠ 260/2011, ΑΠ 1735/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 795/2004, ΕλλΔνη 2006, ΕφΘεσ 2834/2001, Αρμ 2002, 372, Αθ. Κρητικού ¨Αποζημίωση από Αυτοκινητικά ατυχήματα¨, 2008, παρ. 20 σημ. 25). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1α του ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Η ως άνω διάταξη καθιστά υποχρεωτικό περιεχόμενο της αγωγής όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία κατά το πραγματικό του κανόνος δικαίου, απαιτούνται για την επέλευση της αιτούμενης έννομης συνέπειας. Διαφορετικά, όταν λείπει η διαδικαστική προϋπόθεση του ορισμένου, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δεν αρκεί δε απλώς στην αγωγή η επανάληψη των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου, αλλά απαιτείται η αναγραφή και εκείνων των πραγματικών περιστατικών, δια των οποίων πιστούται η πραγμάτωση των στοιχείων αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, με το άρθρο 19 § 1 περιπτ. α` του ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986, ορίζεται ότι το δια του άρθρου 16 του ίδιου νόμου συσταθέν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών από αυτοκινητικά ατυχήματα, την αποζημίωση που προβλέπεται στη § 2 του άρθρου αυτού, πλην άλλων περιπτώσεων και όταν το πρόσωπο που υπέχει την ευθύνη για το ατύχημα παραμένει άγνωστο. Στοιχείο δηλαδή του πραγματικού της ως άνω διάταξης, που θεμελιώνει την νομιμοποίηση του εναγομένου – εφεσίβλητου, είναι στην ως άνω περίπτωση το γεγονός ότι αυτός που υπέχει ευθύνη για αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα παραμένει άγνωστος, ότι δηλαδή δεν είναι αντικειμενικά δυνατή η εξακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητας αυτού με την καταβολή της συνηθισμένης στις συναλλαγές επιμέλειας. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. Γ^Ν/1911 ορίζεται ότι για κάθε προκαλούμενη σε τρίτους από τη λειτουργία του αυτοκινήτου ζημία ενέχονται ο οδηγός αυτού, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης. Συνεπώς, για να θεμελιωθεί παθητικά, βάσει του άρθρου 19 § 1 περ. α` του ν. 489/1976, κατά του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» η αγωγή αποζημίωσης από τη λειτουργία ορισμένου αυτοκίνητου ζημιωθέντος πρέπει να είναι άγνωστος, υπό την εκτεθείσα έννοια, όλα τα ανωτέρω πρόσωπα. Πρέπει δε προσθέτως, για να είναι ορισμένη, κατά την παθητική της νομιμοποίηση, η σχετική αγωγή, να εκτίθενται ο` αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι, καίτοι ο ενάγων κατέβαλε την συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, δεν κατέστη δυνατή η εξακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητας κανενός από τα υπόχρεα πρόσωπα, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη (βλ. ΕφΑθ 6484/2010, ΕλλΔνη 2011, 1655 με τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία, ΕφΠατρ 31/2008, ΑχαΝομ 2009, 647).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι στη Θεσσαλονίκη στις 2-12-2010, η ήδη θανούσα …, μητέρα της πρώτης και δεύτερης και αδελφή του τρίτου των εναγόντων, κινούνταν πεζή επί της οδού …, στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, όταν από αποκλειστική υπαιτιότητα αγνώστου οδηγού, αγνώστων στοιχείων δίκυκλου οχήματος, προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα, εξαιτίας του οποίου η παραπάνω συγγενής τους τραυματίσθηκε σοβαρότατα, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός της συνεπεία του εν λόγω τραυματισμού της, στις 15-12-2010. Για τους λόγους αυτούς και ισχυριζόμενοι ότι, παρά τις επίμονες προσπάθειες τόσο των ιδίων όσο και των οργάνων της Τροχαίας, δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί ποιο ήταν το όχημα που ενεπλάκη στο παραπάνω ατύχημα, ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: Α)σε καθεμιά από την πρώτη και δεύτερη των εναγόντων, το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ και στον τρίτο από αυτούς το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού της μητέρας και αδελφής τους αντίστοιχα κατά το ένδικο ατύχημα, β) στην πρώτη και δεύτερη των εναγόντων εις ολόκληρον, το χρηματικό ποσό των 4.430 ευρώ ως αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας στα οποία υποβλήθηκαν για τον ενταφιασμό της μητέρας τους και γ) σε καθεμιά από την πρώτη και δεύτερη των εναγόντων, το χρηματικό ποσό των 600 ευρώ, ως αποζημίωση για τα νοσήλια που κατέβαλαν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της μητέρας τους στο νοσοκομείο επί 12 ημέρες. ΄Όλα δε τα ανωτέρω ποσά ζητούν οι ενάγοντες να τους επιδικαστούν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους και μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Η αγωγή, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2 και 42 παρ.2 του ΚΠολΔ μετά την κατάργηση του άρθρου 40Α του ΚΠολΔ με το άρθρο 5 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 165/25-7-2011), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 666, 667, 670-677, σε συνδυασμό με 681Α ΚΠολΔ, μετά και την καταβολή του απαιτουμένου τέλους δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (Τ.Ν. και ΤΑ.Χ.ΔΙΚ.) (βλ. το υπ΄ αριθμόν …, Διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Β΄ Θεσσαλονίκης, την υπ΄ αριθμόν ΓΔ …, Τραπεζική Επιταγή και το υπ΄ αριθμόν …, γραμμάτιο είσπραξης του καταστήματος του Δικαστικού Μεγάρου της ΕΤΕ), πλην όμως, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται σ΄ αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα όπως θα έπρεπε, τα συγκεκριμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι οι ενάγοντες, κατέβαλαν τη συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, για την ανεύρεση, τόσο των στοιχείων του ζημιογόνου οχήματος όσο και των υπεχόντων ευθύνη προσώπων (οδηγού, κατόχου, ιδιοκτήτη) και για ποιόν λόγο δεν τελεσφόρησε η προσπάθειά τους αυτή. Ειδικότερα, δεν περιγράφονται οι συγκεκριμένες και αποτελεσματικές ενέργειες στις οποίες να προέβησαν οι ενάγοντες ή κάποιος άλλος ενεργών για λογαριασμό τους (π.χ. δημοσιεύσεις στον τύπο, ανακοινώσεις μέσω ραδιοφωνικών εκπομπών, αναζήτηση αυτοπτών μαρτύρων μεταξύ των καταστηματαρχών των καταστημάτων που βρίσκονται πέριξ του τόπου όπου συνέβη το επίδικο ατύχημα), από τις οποίες να αποδεικνύεται ότι αυτοί, κατέβαλαν πράγματι τη συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια για ανεύρεση αυτού και για ποιο λόγο δεν τελεσφόρησε η προσπάθειά τους. ΄Ότι οι προσπάθειες αυτές ήταν σοβαρές και έγκαιρες, ώστε να αποδεικνύουν θέληση από την πλευρά τους για ανεύρεση του αγνώστου και να μην ήταν τυπικές και μάταιες, καταδεικνύοντας έτσι ότι οι ενάγοντες επαναπαύθηκαν με τη σκέψη ότι θα διεκδικήσουν αποζημίωση από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο. Αντίθετα, οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή τους όλως αορίστως αυτολεξεί ότι ¨…..οι επίμονες προσπάθειές μας να βρεθούν στοιχεία για την ταυτότητα του αγνώστου οδηγού απέβησαν άκαρπες……. επιπλέον και οι έρευνες της αστυνομίας δεν απέδωσαν καρπούς…..¨ και έτσι δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί το όχημα και ο οδηγός αυτού, χωρίς να αναφέρουν ποιες ήταν οι προσπάθειες αυτές και εάν οι ίδιοι έστω προέβησαν σε σχετική ανακοίνωση σε κάποιο ραδιοφωνικό σταθμό ή καταχώρησαν αγγελία σε εφημερίδα με την οποία να ζητούν από οποιονδήποτε έχει συγκρατήσει κάποια στοιχεία για το φερόμενο ως άγνωστο όχημα, να επικοινωνήσει μαζί τους, ενέργεια, στην οποία δεν αναμένεται να προβεί η τροχαία, αλλά οι ίδιοι οι ενάγοντες. Η αοριστία αυτή του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, δεν μπορεί να θεραπευτεί με τις έγγραφες προτάσεις είτε με την παραπομπή σε άλλο έγγραφο της δίκης είτε με την επίκληση της νομικής διάταξης (του κανόνα δικαίου) που πρέπει να εφαρμοστεί, ούτε τέλος από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού.

Κατόπιν των ανωτέρω, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, η κρινομένη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Τέλος, οι ενάγοντες, πρέπει να καταδικαστούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου, λόγω της ήττας τους, καθόσον υπάρχει σχετικό αίτημα, μειωμένων όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 102 του ν.δ 3026/1954 ¨περί του κώδικος των δικηγόρων¨, λόγω του προφανώς εξογκωμένου αιτήματος της αγωγής (βλ. ΑΠ 1172/1998, ΕλλΔνη 40,1718, ΑΠ 59/1996, ΕλλΔνη 37, 1329, ΕφΑθ 7226/2000, ΕλλΔνη 44/212) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ΄ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη την 11η Ιανουαρίου 2013 στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

curia.gr/