Τόκος είναι η ποσότητα χρημάτων, ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, η οποία οφείλεται από τον οφειλέτη στον δανειστή, ως αντάλλαγμα για την παρασχεθείσα δυνατότητα χρήσης μεγαλύτερης ποσότητας ομοειδών πραγμάτων. Η μεγαλύτερη αυτή ποσότητα ονομάζεται κεφάλαιο.
Οι τόκοι διακρίνονται.
α. σε δικαιοπρακτικούς τόκους, όταν η υποχρέωση προς παροχή απορρέει από μονομερή δικαιοπραξία. Όταν η υποχρέωση απορρέει από σύμβαση τους ίδιους τόκους τους ονομάζουμε συμβατικούς τόκους.
β. σε νόμιμους τόκους, όταν η υποχρέωση προς παροχή οφείλεται απ ευθείας από τον νόμο. Οι νόμιμοι τόκοι διακρίνονται σε νομίμους τόκους υπό στενή έννοια, που οφείλονται αυτοδικαίως, δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου χωρίς όχληση, ή πταίσμα, του οφειλέτη, αρκούσας μόνο της υπερημερίας του οφειλέτη, όπως π.χ. οι τόκοι εις βάρος του Δημοσίου, ή του ευρύτερου δημοσίου τομέα και σε νομίμους τόκους υπερημερίας, που οφείλονται επί χρηματικού χρέους και προϋποθέτουν αγώγιμη ενοχή, ληξιπρόθεσμο χρέος, υπερημερία του οφειλέτη, δηλαδή υπαιτιότητα αυτού για την μη έγκαιρη καταβολή του χρέους στον δανειστή, όχληση του οφειλέτη από τον δανειστή, δηλαδή, πρόσκληση να του καταβάλει το χρέος και πταίσμα του οφειλέτη για την καθυστέρηση εξόφλησης του χρέους και
γ. σε τόκους επιδικίας, που σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, επιβάλλονται σε βάρος οφειλέτη χρηματικής οφειλής, όταν για αγώγιμη σε βάρος του ενοχήχρηματικής οφειλής κατατέθηκε και επιδόθηκε αγωγή, ή διαταγή πληρωμής.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ ο τόκος επιδικίας ανέρχεται σεδύο (2) εκατοστιαίες μονάδες επί πλέον του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας, όπως αυτός ορίζεται από τον νόμο, ή με δικαιοπραξία, δηλαδή, 2% επί πλέον του νομίμου, ή δικαιοπρακτικού (συμβατικού) τόκου υπερημερίας.
Ο τόκος επιδικίας δεν ισχύει, εάν πριν από την συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή, ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.
Το δικάζον δικαστήριο με αίτημα του εναγομένου, δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με τον νόμιμο, ή δικαιοπρακτικό (συμβατικό) τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις.
Αν δεν υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης του τόκου επιδικίας, ή το υποβληθέν απορριφθεί (σιωπηρά ή ρητά) το δικάζον δικαστήριο επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου, ή δικαιοπρακτικού-συμβατικού, τόκου επιδικίας. Όταν το δικάζον δικαστήριο δεχθεί ως βάσιμο κατ ουσίαν το αίτημα του εναγομένου επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου, η δικαιοπρακτικού-συμβατικού, τόκου υπερημερίας (ΜονΠρΑθ 799/2014, ΜονΠρΑθ 2684/2014, ΜονΠρΑθ 3788/2014).
Σε κάθε περίπτωση, όταν το δικάζον δικαστήριο επιδικάσει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου, νοείται ο νόμιμος τόκος επιδικίας.
Η προσαύξηση κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες ισχύει μέχρι να την δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, ή της διαταγής πληρωμής. Αν κατά της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου ασκηθεί ένδικο μέσο, ή ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, και απορριφθούν, το ποσοστό του τόκου επιδικίας ανέρχεται σε τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες επί πλέον του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας.
xkarampagias.gr/