39/2004 ΠΠΡ ΟΡΕΣΤ (388496)

(ΑΡΜ 2005/1237)
Αγωγή αναγνωριστική. Την αρνητική αναγνωριστική αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον για να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης. Εννοια αμέσου εννόμου συμφέροντος και εννόμου σχέσεως.
Δημόσιο. Οι υπηρεσίες του δημοσίου (π.δ. Δ.Ο.Υ.) δεν έχουν αυτοτελή ικανότητα διαδίκου ανεξάρτητα από το δημόσιο.
Δίκη. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Διοικητικές διαφορές. Η άρνηση της διοίκησης να εκδώσει αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη προς το δημόσιο γεννά διοικητική διαφορά, ανεξάρτητα από το αν η απαίτηση του δημοσίου προέρχεται από έννομη σχέση του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, διότι η ρύθμιση αποσκοπεί στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή στην αποτροπή απώλειας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού.
Δικαιοδοσία. Η ύπαρξη δικαιοδοσίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και σε περίπτωση που δεν υπάρχει η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Κληρονομία. Αν ο κληρονόμος αποποιηθεί την κληρονομία, δεν αποκτά κληρονομικό δικαίωμα και η κληρονομία επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί αν αυτός που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το θάνατο του κληρονομουμένου, αρκεί βέβαια ο μετά την αποποίηση καλούμενος να ήταν στη ζωή κατά τον χρόνο της αποποίησης. Εννοια και προϋποθέσεις της προσαύξησης κληρονομικής μερίδας. Κληρονομικό δικαίωμα επιζώντος συζύγου. Αν ο επιζών σύζυγος εκπέσει της κληρονομίας, η μερίδα του αυξάνει τις μερίδες των συγγενών της τάξης με την οποία καλείται, ανάλογα με τη μερίδα του καθενός. Ετσι, σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων κληρονόμων της ίδιας τάξης που δεν έχουν δικούς τους κατιόντες καθώς και του συζύγου που συντρέχει με αυτούς, εάν εκπέσει κάποιος, η μερίδα του προσαυξάνει τις μερίδες των λοιπών συγκληρονόμων, πλην αυτής του συζύγου που είναι ορισμένη σε πάγιο ποσοστό. Αν όμως κάποιος από τους συγκληρονόμους έχει αποποιηθεί την κληρονομία, τότε δεν χωρεί προσαύξηση ως προς αυτόν, καθόσον δεν απέκτησε δικό του κληρονομικό δικαίωμα. Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κατά προσαύξηση μερίδα και αν ακόμα αποδέχθηκε την αρχική ή και αντίστροφα. Ο μετά την αποποίηση καλούμενος κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την επαχθείσα σ` αυτόν κληρονομία μέσα σε τέσσερις μήνες από τη γνώση της αποποίησης. Η προθεσμία αποποίησης τρέχει και κατά προσώπων ανικάνων προς δικαιοπραξία. Για τα πρόσωπα που τελούν υπό νόμιμη εκπροσώπηση, η αποποίηση πρέπει να γίνει από το νόμιμο αντιπρόσωπο, μετά τη χορήγηση σχετικής αδείας από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή τα γεγονότα της γνώσης της επαγωγής και του λόγου αυτής ερευνώνται αν συντρέχουν στο πρόσωπο του εκπροσωπούντος τον ανίκανο. Η δήλωση αποποίησης είναι αμετάκλητη και είναι άκυρη αν έγινε υπό αίρεση ή προθεσμία ή για μέρος της κληρονομίας. Η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκαν τα συνιστώντα αυτήν πραγματικά περιστατικά. Οταν ο κληρονόμος είναι ανήλικος, η αποδοχή της κληρονομίας, είτε έγινε ρητώς είτε με παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, γίνεται πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής. Το ίδιο ισχύει και για τη μερίδα που αποκτά ο ανήλικος κληρονόμος με προσαύξηση. Ακυρότητα αποποίησης που έγινε από αντιπρόσωπο ανηλίκου λόγω προσθήκης αιρέσεως. Εκπτωση από το ευεργέτημα της απογραφής. Περιστατικά.
Βεβαιώσεις ένορκες. Μη νόμιμη η ένορκη βεβαίωση αν δεν έγινε νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου.
Με σημείωση Σ.Τ.-Γ. στον ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟ.
“Η περίληψη αυτή ελήφθη από το περιοδικό ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, εκδόσεως του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης”.

ΠολΠρOρεστ 39/2004

Πρόεδρος: Oλυμπία Kωτσίδου.
Δικαστές: A. Xίλιου, A.-E. Σταυροπούλου (εισηγήτρια).
Δικηγόροι: H. Hλιακόπουλος – O. Tσιρκινίδου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι την αρνητική αναγνωριστική αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον για να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης και ότι για την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί μόνη η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσόμενη, από τον ενάγοντα, κατά του προβαλλομένου από τον εναγόμενο δικαιώματος, γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών που το στηρίζουν. Και έννομη μεν σχέση είναι η βιοτική σχέση προσώπου που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η ζητούμενη διάγνωση είναι το κατάλληλο μέσο άρσης της υφιστάμενης, και από την καύχηση ακόμα για την ύπαρξη δικαιώματος που δεν υπάρχει, αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπή του προκαλούμενου στα συμφέροντα του ενάγοντος κινδύνου από αυτήν. Αμεσο τέλος είναι το έννομο συμφέρον, όταν η ανάγκη παροχής της έννομης προστασίας είναι ενεστώσα, υφίσταται δηλαδή κατά την έναρξη της δίκης και θεωρείται ότι γεννιέται τούτο ευθύς ως προσβληθεί ή αμφισβητηθεί το δικαίωμα ή η έννομη σχέση κλπ., γιατί από τότε η αναγκαιότητα της προστασίας ανακύπτει και είναι άμεση (ΑΠ 345/1992, ΕλλΔνη 1993.1332). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α ΚΠολΔ, όποιος έχει ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Υπό την έννοια αυτή, ικανότητα διαδίκου δεν έχει ουδέποτε υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, διότι σε αυτήν δεν απονέμεται από κάποια διάταξη νόμου ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτή ως υπηρεσία ανεξάρτητη από το Ελληνικό Δημόσιο (ΕφΑθ 6978/1989 ΑρχΝ 191, 516, ΕΦΑθ 6154/1982 ΑρχΝ ΛΔ 571, ΕφΑθ 8273/ 1973 ΕΕμπΔ 33.473, ΠολΠρΚαβ 153/1999 Αρμ 2000. 493). Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 73 ΚΠολΔ καθιερώνεται η αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα των διαδικαστικών προϋποθέσεων, δηλαδή των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έγκυρη έναρξη, διεξαγωγή της δίκης και έκδοση απόφασης κατ` ουσίαν και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη (βλ. ΟλΑΠ 27/87 ΝοΒ 36.92, ΑΠ 603/86 ΝοΒ 35.534). Εξάλλου, η άρνηση της Διοικήσεως να εκδώσει αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη προς το δημόσιο, προκαλεί διοικητική διαφορά, αδιαφόρως του αν η απαίτηση του Δημοσίου προέρχεται από έννομη σχέση του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, ενόψει της προστασίας των συμφερόντων του Δημοσίου και την ταχύτερη είσπραξη των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του από τους αμελείς και δύστροπους οφελέτες, σκοπός που έχει αναχθεί σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενος στην αποτροπή της απωλείας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, με επακόλουθο την υστέρηση των δημοσίων εσόδων, απαραιτήτου μέσου προς εκπλήρωση κρατικών σκοπών από τη διοίκηση (Ολ ΣτΕ 3438/1998, ΝοΒ 1999.843).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 4 ΚΠολΔ καθιερώνεται ο κανόνας και της αυτεπάγγελτης από το δικαστήριο έρευνας της ύπαρξης δικαιοδοσίας, σε όλες τις εκφάνσεις της, προς εκδίκαση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, η έλλειψη δε αυτής (δικαιοδοσίας) επιφέρει, αναπότρεπτα, απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Κ ΠολΔ, υπό το άρθρο 4 αριθμ. 1, 4).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες αρνούνται την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων ανά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του κατά την 27.1.1987 αποβιώσαντος πατρός τους Α.Μ., ισχυριζόμενοι ότι με τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο αρχικές δηλώσεις τους ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, αποποιήθηκαν νομότυπα την κληρονομία του προαναφερθέντος, κατά τα επαχθέντα σε αυτούς ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφότου έλαβαν γνώση της επαγωγής και του λόγου της, καθώς και ότι με τις συμπληρωματικές αντίστοιχες (δηλώσεις αποποίησης) νομότυπα και εμπρόθεσμα αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή υπολειπόμενα ποσοστά, που προήλθαν μετά τη νομότυπη αποποίηση της επαχθείσας στη μητέρα τους κληρονομίας, του θανόντος συζύγου της και πατέρα των εναγόντων, κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας της, μόλις έλαβαν γνώση και ως προς τα ανωτέρω ποσοστά της επαγωγής και του λόγου της. Με βάση τα παραπάνω, ζητούν να αναγνωριστεί ότι δεν απέκτησαν την ιδιότητα των κληρονόμων του αποβιώσαντος κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία πατρός τους και ως εκ τούτου ουδέν ποσό οφείλουν στους εναγομένους, προερχόμενο από οφειλές του θανόντος προς αυτούς, ενόψει δε της αρνήσεως των εναγομένων να χορηγήσουν σε αυτούς αποδεικτικό για χρέη προς το δημόσιο να διαταχθούν οι εναγόμενοι να τους χορηγήσουν το σχετικό πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας και τέλος να καταδικαστούν στη δικαστική τους δαπάνη.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς και αρμοδίως καθ` ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 7, 8, 9, 10, 13, 18 παρ. 1, 30 ΚΠολΔ), πλην του αιτήματός της αναφορικά με την υποχρέωση των εναγομένων να χορηγήσουν στους ενάγοντες πιστοποιητικό ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο, το οποίο πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου προς κρίση του, καθόσον σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στο τέλος της αμέσως ανωτέρω πρηγηθείσας νομικής σκέψης, στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται διοικητική διαφορά και αρμόδια προς κρίση της είναι τα διοικητικά Δικαστήρια, δεκτού καθισταμένου ως ουσία βασίμου του σχετικού ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου, ελεγχομένης άλλωστε αυτής (δικαιοδοσίας) και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, όπως προειπώθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσης. Εξάλλου, ως απαράδεκτη πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, όπως προειπώθηκε στην αμέσως πιο πάνω νμική σκέψη, καθ` ό μέρος της στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης ΔΟΥ Ορεστιάδας (η οποία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 102438/31.3.2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας Α.Κ.), δεδομένου ότι σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη στην προαναφερθείσα υπηρεσία δεν απονέμεται από κάποια διάταξη νόμου ικανότητα διαδίκου ανεξάρτητης από το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να μπορεί να παρίσταται αυτή στο Δικαστήριο ως ξεχωριστός διάδικος, διάφορος του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά τα λοιπά η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προμνησθείσες διατάξεις (68, 70 ΚΠολΔ) καθώς και σε αυτές των άρθρων 1710 επ., 1846, 1847, 1848, 1853, 1856, 1857 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, δεδομένου ότι λόγω του αναγνωριστικού της χαρακτήρα δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου. ….

Από το συνδυασμό των διαδίκων των άρθρων 1710, 1711, 1846-1848, 1856 και 1857 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι κατά το θάνατο του κληρονομουμένου η περιουσία του ως σύνολο επάγεται στους εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίοι μπορούν να αποποιηθούν αυτήν εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών αφότου έλαβαν γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής.

Αν όμως ο κληρονόμος αποποιηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα την κληρονομία, η επαγωγή προς εκείνον που αποποιήθηκε θεωρείται ότι δεν έγινε και η κληρονομία επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το θάνατο του κληρονομουμένου. Η επαγωγή στον τελευταίο, κατά νομικό πλάσμα, θεωρείται ότι έγινε από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αρκεί βεβαίως ο μετά την αποποίηση καλούμενος (από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου διαδοχή) να ήταν στη ζωή κατά το χρόνο της αποποιήσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1823 ΑΚ, προσαύξηση είναι η αυτοδίκαιη αύξηση της κληρονομικής μερίδας του κληρονόμου κατά την κληρονομική μερίδα συγκληρονόμου που εξέπεσε πριν από την επαγωγή ή μετά από αυτήν. Προϋποθέσεις προσαύξησης στην εξ αδιαθέτου διαδοχή είναι: α) έκπτωση, πριν ή μετά την επαγωγή, ενός εκ των περισσοτέρων εξ αδιαθέτου κληρονόμων που καλούνται στην ίδια τάξη.

Εκπτωση πριν από την επαγωγή υπάρχει, εάν εκείνος, ο οποίος θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, δεν κατέστη κληρονόμος, διότι προαποβίωσε του κληρονομουμένου ή αποκληρώθηκε από αυτόν ενώ έκπτωση μετά την επαγωγή υπάρχει εάν ο κληθείς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος δεν κατέστη κληρονόμος, διότι αποποιήθηκε την κληρονομία ή κηρύχθηκε ανάξιος προς το κληρονομείν, β) ο κληρονόμος που εξέπεσε, εφόσον καλείται στις τρεις πρώτες τάξεις, να μην έχει κατιόντες, γιατί τότε αντί για προσαύξηση θα έχουμε διαδοχή βαθμών και γ) ο κληρονόμος που ωφελείται από την προσαύξηση να έχει κληθεί ως κληρονόμος, έχοντας δικό του κληρονομικό δικαίωμα, ανεξάρτητο από το δικαίωμα εκείνου που εξέπεσε. Περαιτέρω, ο σύζυγος που επιζεί, κατά το άρθρο 1820 ΑΚ συντρέχει με τους κληρονόμους της πρώτης τάξεως στο 1/4 της κληρονομίας, ενώ αν αυτός εκπέσει της κληρονομίας, η μερίδα του αυξάνει τις μερίδες των συγγενών της τάξης με την οποία καλείται, ανάλογα με τη μερίδα του καθενός (Ν. Παπαντωνίου, ΚληρΔικ, έκδ. 4η ·· 100 και 102 σελ. 366 και 369, Λιβάνης, σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, ΑΚ Ερμηνεία κατ` άρθρο, υπό το άρθρ. 1823 αριθ. 2, 6, 7, ΕφΔυτΜακ 247/1998, Αρμ 1999.1068).

Ετσι, με βάση τα ανωτέρω, σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων κληρονόμων της ιδίας τάξης, που δεν έχουν δικούς τους κατιόντες καθώς και του συζύγου που συντρέχει με αυτούς, εκπέσει ένας εξ αυτών, η μερίδα του προσαυξάνει τις μερίδες των λοιπών που έχουν κληθεί στην κληρονομία, πλην αυτής του συζύγου, που είναι ορισμένη σε πάγιο ποσοστό. Αν όμως έχει χωρήσει αποποίηση της κληρονομίας, ήτοι έκπτωση μετά την επαγωγή κάποιου από τους κληρονόμους, τότε δεν χωρεί προσαύξηση ως προς αυτόν, καθόσον δεν απέκτησε δικό του κληρονομικό δικαίωμα. Η κατά τα ανωτέρω προσαύξηση είναι αποτέλεσμα της νομικής έννοιας του κληρονόμου ως καθολικού διαδόχου του κληρονομουμένου. Οταν είναι πλείονες οι κληρονόμοι, κάθε ένας από αυτούς καλείται ως καθολικός διάδοχος στο σύνολο της κληρονομίας, λόγω δε της συνδρομής και των άλλων στο αυτό σύνολο, το δικαίωμα καθενός από αυτούς περιορίζεται στη μερίδα του, εκπίπτοντος όμως ενός εξ αυτών το δικαίωμα των λοιπών εξαπλώνεται αυτοδικαίως και επί της μερίδας του εκπεσόντος, χωρεί δε η προσαύξηση, όπως προαναφέρθηκε, και επί κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, οπότε από την έκπτωση ενός των κληρονόμων μεγεθύνονται οι μερίδες των λοιπών.

Η ως άνω προσαύξηση αποτελεί επέκταση της αρχικής επαγωγής και δεν σημαίνει νέα επαγωγή. Ετσι η αρχική επαγωγή θεωρείται εξ υπαρχής περιλαμβάνουσα και την κατά προσαύξηση μερίδα κατά τρόπο ώστε η προσαύξηση να λογίζεται ότι έχει χωρήσει από του θανάτου του κληρονομουμένου.

Επελθούσης, ακολούθως, της προσαύξησης ο υπέρ ού αύτη μπορεί να αποποιηθεί την κατά προσαύξηση μερίδα καίτοι αποδέχθηκε την αρχική, ή αντίστροφα μπορεί να αποδεχθεί την κατά προσαύξηση μολονότι αποποιήθηκε την αρχική, διότι η κατά προσαύξηση μερίδα αποτελεί ιδιαίτερη και αυτοτελή μερίδα (ΕφΑθ 1048/1976 ΝοΒ 24.804 και ως προς το ότι η κατά προσαύξηση μερίδα αποτελεί ιδιαίτερη μερίδα βλ. και Παπαντωνίου, ό.π., παρ. 101 σελ. 368). Επιπλέον, η κατά τα ανωτέρω αποποίηση της κληρονομίας χωρεί κατά τα άρθρα 1847 παρ. 1 εδ. α και 1850 εδ. β του ΑΚ, όπου ορίζεται ότι ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και η αποποίηση δεν επιφέρει τα έννομα αυτής αποτελέσματα. Η τασσόμενη στο ανωτέρω άρθρο προθεσμία, εντός της οποίας ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία, άρχεται από τότε που αυτός έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής, συνιστά δε γνώση της επαγωγής η από τον κληρονόμο γνώση του κινήσαντος αυτήν αιτίου, ήτοι του θανάτου του κληρονομουμένου και των πραγματικών και νομικών προϋποθέσεων που επιφέρουν σε αυτόν την αυτοδίκαιη κτήση της κληρονομίας, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά η γνώση της με διαθήκη ή εξ αδιαθέτου κλήσεως του κληρονόμου στην κληρονομία. Εσφαλμένη γνώση της επαγωγής ή του λόγου αυτής, όχι όμως και απλή άγνοια, εμποδίζει και αποκλείει την έναρξη της προθεσμίας προς αποποίηση.

Οταν πρόκειται για διαδοχή εξ αδιαθέτου, οπότε η συγγενική σχέση μεταξύ κληρονόμου και κληρονομουμένου είναι από την αρχή δεδομένη και γνωστός στον κληρονόμο ο χρόνος του θανάτου του κληρονομουμένου, η τετράμηνη προς αποποίηση προθεσμία αρχίζει κατά κανόνα (εκτός συνδρομής μεταγενεστέρων της επαγωγής γεγονότων όπως έκπτωση του προηγουμένου, αποποίηση κλπ.) από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου συγγενούς του (ΑΠ 866/ 1979 ΝοΒ 28.257). Πλέον τούτων, εάν ο κληρονόμος αποποιηθεί νομίμως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σ` αυτόν κληρονομία, θεωρείται η προς τον αποποιηθέντα επαγωγή ότι δεν έγινε και η κληρονομία, όπως προαναφέρθηκε, επάγεται σ` εκείνον ο οποίος θα εκαλείτο αν ο αποποιηθείς δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία της αποποίησης της κληρονομίας στη μερίδα εκείνου που αποποιήθηκε δεν αρχίζει από τη γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά από τη γνώση της αποποίησης, διότι στην περίπτωση αυτήν η επαγωγή της κληρονομίας συνδέεται με γεγονότα μεταγενέστερα του θανάτου του κληρονομουμένου (αποποίηση), τα οποία ως συμπληρωματικά της επαγωγής πρέπει να γνωρίζει ο καλούμενος στην κληρονομία.

Και ναι μεν και πάλι κατά πλάσμα του νόμου ο χρόνος επαγωγής ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, σαν να μην υπήρχε εκείνος που αποποιήθηκε, όπως όπου ο νόμος απαιτεί για κάποια νομική ενέργεια γνώση της επαγωγής, εννοεί και τα μεταγενέστερα αυτά γεγονότα προ της γνώσεως των οποίων η προς αποποίηση προθεσμία δεν αρχίζει (Αστ. Γεωργιάδης, ό.π., υπ` άρθρ. 1847-1848, αριθ. 12-14). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, στον οποίο επάγεται και η κληρονομική μερίδα συγκληρονόμου του που αποποιήθηκε αυτή, μπορεί να αποδεχθεί τη δική του κληρονομική μερίδα και να αποποιηθεί την επαχθείσα σ` αυτόν λόγω αποποιήσεως συγκληρονόμου ή και αντίστροφα, η δε τετράμηνη προθεσμία αποποίησης αρχίζει από διαφορετικούς χρόνους. Εξάλλου, η προθεσμία αποποίησης της κληρονομίας, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει (άρθρ. 1847, 1850 ΑΚ), τρέχει και κατά προσώπων ανίκανων προς δικαιοπραξία, όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των αρχικών άρθρων 1647, 1652 ΑΚ επί προσώπων τελούντων υπό νόμιμη εκπροσώπηση η αποποίηση πρέπει να γίνει υπό του νομίμου αντιπροσώπου, τηρουμένων των διατυπώσεων που ο νόμος προέβλεπε στα ανωτέρω άρθρα, ήτοι υποβολή αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο για χορήγηση αδείας προς τούτο από τον εκπροσωπούντα αυτόν και τη χορήγηση της σχετικής άδειας, ενώ σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα της γνώσης της επαγωγής και του λόγου αυτής ερευνώνται αν συντρέχουν στο πρόσωπο του εκπροσωπούντος τον ανίκανο (ΑΠ 338/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 493/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ν. Παπαντωνίου, ό.π., παρ. 19 σελ. 89).

Επιπρόσθετα, η κατά τα ανωτέρω άρθρα 1847 και 1848 ΑΚ δήλωση αποποίησης είναι άκυρη αν έγινε υπό αίρεση ή προθεσμία ή για μέρος της κληρονομίας (άρθρ. 1851 ΑΚ) ενώ κατά τη σαφή επιταγή του νόμου η σχετική δήλωση είναι αμετάκλητη (άρθρ. 1857 εδ. α ΑΚ), ήτοι άπαξ γενομένη δεν μπορεί να ανακληθεί από τον αποποιηθέντα. Εφόσον δε, κατά τη ρητή αναφορά του νόμου, η συνέπεια της προσθήκης αιρέσεως στη δήλωση αποποίησης είναι η ακυρότητα αυτής, η τελευταία (ακυρότητα) λαμβάνεται υπόψιν αυτεπαγγέλτως από το δκαστήριο, εφόσον τα συνιστώντα αυτήν πραγματικά περιστατικά υποβλήθηκαν σε αυτό, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσβολής της (πρβλ. Αστ. Γεωργιάδης, σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ΑΚ, υπ` άρθρ. 1849-1851 αριθ. 14, 28, 31 και υπ` άρθρ. 180 αριθ. 3, Γ. Βάλληνδας, ΚληρΔικ υπ` άρθρ. 1851, σελ. 134, ΕφΠατρ 327/1952 ΕΕΝ 20.133). Τέλος, όσο ο κληρονόμος έχει σύμφωνα με το άρθρ. 1847 ΑΚ το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία, έχει από το άρθρ. 1902 ΑΚ και το δικαίωμα να την αποδεχτεί με το ευεργέτημα της απογραφής, με σχετική δήλωσή του που γίνεται στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, με σκοπό να περιορίσει την ευθύνη του για τα χρέη της κληρονομίας μέχρι της αξίας του ενεργητικού της. Ειδικότερα όμως, από το συνδυασμό των διατάξεων 1527 και 1912 ΑΚ επί ανηλίκων, η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται πάντοτε, είτε δηλαδή έγινε ρητά είτε με παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση, με τον όρο της απογραφής, ενώ έκπτωση από το ευεργέτημα επέρχεται εφόσον ο επ` ωφελεία απογραφής κληρονόμος δεν συντάξει αυτήν (απογραφή) μέσα σε ένα έτος αφότου κατέστη απεριόριστα ικανός (Ν. Παπαντωνίου, ό.π., παρ. 15, σελ. 68 και παρ. 18β, σελ. 77). Η πάροδος της προαναφερθείσας αποκλειστικής προθεσμίας χωρίς να συνταχθεί η απογραφή, δηλ. η καταγραφή όλων των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της κληρονομίας, έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια του ευεργετήματος και την απεριόριστη ευθύνη του κληρονόμου (ΑΠ 246/1993 ΝοΒ 1994.667). Ακόμη και στην περίπτωση που ο ανήλικος κληρονόμος αποκτά αργότερα με προσαύξηση μερίδα συγκληρονόμου του, χαρακτηριζόμενη ως ιδιαίτερη κληρονομική μερίδα, μη διακρίνοντος του νόμου, αποκτά και αυτήν με τους ίδιους ανωτέρω όρους και υποχρεώσεις, ήτοι με το ευεργέτημα της απογραφής, ώστε να μην ευθύνεται γι` αυτήν απεριόριστα (πρβλ. Ν. Παπαντωνίου, ό.π., παρ. 18γ, σελ. 77, παρ. 101, σελ. 367-368).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, που δόθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτός από την υπ` αριθμ. 3333/27.5.2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ορεστιάδας Π.Ρ., την οποία προσκομιζουν οι ενάγοντες και η οποία είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, κατ` αυτεπάγγελτο έρευνα του Δικαστηρίου, επειδή δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, ούτε προκύπτει από την ανάγνωση αυτής ότι παραστάθηκε κατά τη λήψη της το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (βλ. ΑΠ 343/2000 ΕλλΔνη 41.693, ΑΠ 31/99 Ελλ Δνη 40.572, ΑΠ 1429/97 ΕλλΔνη 39.823) και τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρ. 261 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 2.1.1987 αποβίωσε στο Διδυμότειχο Εβρου ο Α.Μ., κάτοικος εν ζωή Ορεστιάδας, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλιπε δε μόνους πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του, Φ.Μ., το γένος Φ.Χ. και τους ενάγοντες – τέκνα του, Ν.Μ. και Ε.Μ., εκ των οποίων η τελευταία, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο θανάτου του πατέρα της ήταν ανήλικη, άγουσα περίπου το 16ο έτος της ηλικίας της (βλ. την υπ` αριθ. 8/1987 ληξιαρχική πράξη θανάτου και το υπ` αριθ. 423/1987 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του αποβιώσαντος). Εκ των ανωτέρω κληρονόμων του αποβιώσαντος, η Φ.Μ. (σύζυγος) και ο Ν.Μ. (υιός – δεύτερος ενάγων), νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ανωτέρω χρόνο θανάτου αποποιήθηκαν τα επαχθέντα σε αυτούς εξ αδιαθέτου ποσοστά της κληρονομίας του συζύγου και πατέρα τους Α.Μ., με δηλώσεις τους την αυτή ημέρα και ώρα, ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και συγκεκριμένα η μεν πρώτη αποποιήθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος, κατά το επαχθέν σε αυτήν ποσοστό των 4/16 εξ αδιαρέτου, ενώ ο δεύτερος κατά το αντίστοιχο ποσοστό των 6/16 εξ αδιαιρέτου (βλ. τις υπ` αριθμ. 18/22.5.1987 και 20/22.5.1987 δηλώσεις αποποίησης, αντίστοιχα). Με τον τρόπο αυτόν ουδείς από τους παραπάνω κατέστη κληρονόμος του αποβιώσαντος, αφού λόγω των νομότυπων και εμπρόθεσμων δηλώσεων αποποίησης κληρονομίας, η επαγωγή προς τους αποποιηθέντες αναιρέθηκε αναδρομικά και εξ αρχής, η δε προς αυτούς επαχθείσα κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους και η επαγωγή της θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρο 1856 ΑΚ).
Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο, χρόνο και ώρα, η Φ.Μ., ως ασκούσα μετά το θάνατο του συζύγου της τη γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατέρας της Ε.Μ. (πρώτης ενάγουσας) και ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτής προέβη σε δήλωσή της ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, αναφορικά με την επαχθείσα εξ αδιαθέτου στην ανήλικη κληρονομία του πατέρα της, όπου δήλωσε σχετικά: … ότι αποποιείται και δεν αποδέχεται, το επαχθέν κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου, στην παραπάνω ανήλικο, κληρονομικό μερίδιο, του πατέρα της, με την προϋπόθεση της επ` ωφελεία απογραφής της κληρονομίας, που αφορά τα περιουσιακά αντικείμενα σε κινητά και ακίνητα πάσης μορφής του παραπάνω κληρονομουμένου πατέρα της …. .

Η προαναφερθείσα δήλωση αποποίησης κληρονομίας υπό την προϋπόθεση της επ` ωφελεία απογραφής, ως περιέχουσα αίρεση που συνοδεύει αυτήν (αποποίηση) είναι άκυρη. Λόγω της ακυρότητας της δηλώσεως αποποίησης, δεν επήλθαν οι έννομες συνέπειες αυτής, ήτοι η αναίρεση αναδρομικά της επαγωγής ως προς την ανήλικη θυγατέρα του αποβιώσαντος και επομένως αυτή μετά την πάροδο της τετραμήνου προθεσμίας από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου πατρός της κατέστη κληρονόμος αυτού κατά το επαχθέν σε αυτήν εξ αδιαθέτου ποσοστό των 6/16 εξ αδιαιρέτου. Ητοι στις 27.5.1987, η επαχθείσα στην ανήλικη κληρονομία κατά το ανωτέρω ποσοστό της θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή από του θανάτου του κληρονομουμένου και μάλιστα με τον όρο της απογραφής λόγω της ανηλικότητάς της, ενώ ως προς το ποσοστό αυτό, η οποιαδήποτε μεταγενέστερη αποποίηση δεν μπορεί να επιφέρει έννομο αποτέλεσμα.

Κατόπιν των ανωτέρω και λόγω του γεγονότος ότι ο αποποιηθείς, δυνάμει της υπ` αριθ. 20/22.5.1987 προαναφερθείσας δηλώσεως, αδελφός της πρώτης ενάγουσας (δεύτερος ενάγων) ήταν άγαμος και άνευ τέκνων, η κληρονομική του μερίδα, ήταν 6/16 εξ αδιαιρέτου, κατά προσαύξηση επήχθη στην πρώτη ενάγουσα, η οποία και μόνον κατέστη κληρονόμος κατά τα ανωτέρω, λόγω της ακύρου αποποιήσεώς της και μάλιστα κατ` επέκταση της αρχικής επαγωγής αυτής. Ομοίως λόγω της νομότυπης και εμπρόθεσμης υπ` αριθ. 18/22.5.1987 δήλωσης αποποίησης κληρονομίας της μητέρας της πρώτης ενάγουσας επήλθε προσαύξηση στην κληρονομική μερίδα της τελευταίας και κατά το επιπλέον ποσοστό των 4/16 εξ αδιαιρέτου, καθόσον αυτοδικαίως επήλθε αύξηση της κληρονομικής μερίδας της ανωτέρω κληρονόμου κατά την αυτοτελή κληρονομική μερίδα της συγκληρονόμου μητέρας της που εξέπεσε μετά την επαγωγή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της μείζονος σκέψης. Η επαγωγή αυτή της κληρονομίας στην πρώτη ενάγουσα των μεριδίων των λοιπών αποποιηθέντων συγκληρονόμων της θεωρείται ότι από την αρχή περιλαμβάνει και την κατ` επαύξηση μερίδα αυτής, έτσι ώστε η προσαύξηση αυτή λογίζεται ότι έγινε από του θανάτου του κληρονομουμένου, ένα έκαστο δε εκ των ανωτέρω ποσοστών (4/16 και 6/16, αντίστοιχα) αποτελούν ιδιαίτερη και αυτοτελή κληρονομική μερίδα, όπως ανωτέρω στη νομική σκέψη αναφέρεται. Πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς τον ισχυρισμό της ακυρότητας της γενομένης δήλωσης αποποίησης κληρονομίας από τη νόμιμη αντιπρόσωπο, μητέρα της ανηλίκου και το γεγονός της έλλειψης σχετικής αδείας Δικαστηρίου επιτρέπουσας σε αυτή να προβεί σε αποποίηση, ουδεμία ασκεί επιρροή, αφενός γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για σχετική ακυρότητα, επίκληση της οποίας μπορεί να γίνει μόνον από τον επίτροπο, τον ανήλικο και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους αυτού (άρθρ. 1652 ΑΚ) και αφετέρου διότι ακόμη και αν υπήρχε η σχετική άδεια, η ακυρότητα της δήλωσης στην προκείμενη περίπτωση έγκειται στην ύπαρξη αίρεσης σε αυτήν (άρθρ. 1851 ΑΚ). Περαιτέρω, οι δηλώσεις αποποίησης των συγκληρονόμων της πρώτης ενάγουσας έγιναν, όπως προειπώθηκε, στις 22.5.1987. Κατά την ημερομηνία αυτή άρχισε να τρέχει κατά της τότε ανηλίκου η νέα προθεσμία των τεσσάρων μηνών προς αποποίηση αυτών, αναφορικά με τα ποσοστά των συγκληρονόμων της που προσαυξάνουν την κληρονομική της μερίδα, εφόσον πρόκειται για ιδιαίτερες κληρονομικές μερίδες. Ετσι, μετά την παρέλευση της τετράμηνης νομίμου προς αποποίηση προθεσμίας και συγκεκριμένα στις 23.9.1987, δεδομένου ότι δεν χώρησε καμία σχετική δήλωση από τη νόμιμη αντιπρόσωπο, μητέρα της, αναφορικά και ως προς τα αμέσως ανωτέρω ποσοστά (4/16 και 6/16) θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ότι αυτή έγινε αποδεκτή αναδρομικώς από του θανάτου του κληρονομουμένου και συνεπώς η πρώτη ενάγουσα κατέστη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του κατά την 27.1.1987 αποβιώσαντος πατρός της Α.Μ., εφόσον δε ήταν ακόμη ανήλικη, η αποδοχή της εκ του νόμου χώρησε με τον όρο της απογραφής, ως προς όλες τις επαχθείσες σε αυτήν κληρονομικές μερίδες.

Ειδικότερα, την 22.5.1987, καθ` όν χρόνο λαμβάνουν χώρα οι δηλώσεις αποποίησης ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα, η νόμιμη αντιπρόσωπος της ανήλικης, μητέρα της Φ.Μ., στο πρόσωπο της οποίας κρίνεται το στοιχείο της γνώσεως του άρθρου 1847 ΑΚ, έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής και ως προς τις ιδιαίτερες μερίδες που επήχθησαν στην ανήλικη, δηλαδή πληροφορήθηκε το γεγονός των αποποιήσεων των λοιπών συγκληρονόμων της. Ετσι η τετράμηνη προθεσμία του άρθρου 1847 · 1 ΑΚ προς αποποίηση της κληρονομίας αναφορικά με τα μερίδια των λοιπών συγκληρονόμων της, που επήχθησαν στην τότε ανήλικη πρώτη ενάγουσα, μετά τις γενόμενες από τους συγκληρονόμους της αποποιήσεις, άρχισε να τρέχει από τις 23.5.1987. Ωστόσο, η μητέρα της ανήλικης, ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτής, δεν προέβη ποτέ σε δήλωση σχετική με αποποίηση των επαχθέντων στην τελευταία υπολοίπων ποσοστών, παρά το γεγονός ότι αναγκαστικώς έλαβε γνώση του γεγονότος της αποποιήσεως του συγκληρονόμου υιού της και αδελφού της ενάγουσας, αφού την ίδια ημέρα αποποιήθηκε η ίδια τόσο για λογαριασμό της όσο και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της.

Ακολούθως, η πρώτη ενάγουσα, μετά την άπρακτη παρέλευση και της νέας προθεσμίας προς αποποίηση των κατά προσαύξηση επαχθέντων σε αυτήν μερίδων κατέστη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός της, διατηρώντας λόγω της συνεχιζόμενης ανηλικότητάς της το ευεργέτημα του όρου της απογραφής και ως προς τις ιδιαίτερες κληρονομικές μερίδες που της επήχθησαν κατά τα ανωτέρω, όπως προαναφέρθηκε. Μετά την με τον προπεριγραφέντα τρόπο αποδοχή επ` ωφελεία απογραφής της κληρονομίας του πατρός της από την πρώτη ενάγουσα, ήτοι με παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση, η τελευταία ουδέποτε προέβη σε σύνταξη απογραφής, ούτε ως εκ του νόμου όφειλε μέσα σε ένα έτος από την ενηλικίωσή της, οπότε κατέστη απεριόριστα ικανή. Λόγω της απώλειας του ευεργετήματος της απογραφής, με την πάροδο της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, επήλθε έκπτωση από αυτό (ευεργέτημα) και η πρώτη ενάγουσα κατέστη αυτοδικαίως και αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου πατρός της απλή κληρονόμος, εθυνόμενη και για τις υποχρεώσεις (παθητικό) της κληρονομίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταγενέστερη δήλωση αποποίησης στην οποία προέβη η πρώτη ενάγουσα ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας στις 22.10. 1992, με την οποία δηλώνει ότι με την ενηλικίωσή της πληροφορήθηκε ότι για λογαριασμό της και ως ασκούσας την επ` αυτής γονική μέριμνα η μητέρα της Φ.Μ., την 22.5.1987 και επ` ωφελεία απογραφής -μάλιστα μη τηρηθεισών των νομίμων διατυπώσεων- εγκύρως αποποιήθηκε από την σε αυτήν καταλειφθείσα κατά το αναλογούν τότε ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου, εφ` όλης τε της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της εξ αδιαθέτου. … Επειδή η μητέρα της δεν έπραξε νόμιμα τότε κατά το μέρος της προσαύξησης και επειδή από την ενηλικίωσή της, μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα ως αληθώς έχουν, έχουσα εσφαλμένη γνώση για τα γεγονότα της επαγωγής και του λόγου αυτής και πεπεισμένη ότι η μητέρα της έπραξε νόμιμα, για να απαλλαγεί από την κληρονομία του πατέρα της και του λόγου της προσαύξησης της μερίδας της ώστε να κληρονομεί αδιαθέτως 8/16, συνολικά στην άνω αδιαίρετη κληρονομία, αποποιείται τόσο του αναλογούντος ποσοστού 6/ 16, απευθείας, όσο και της προς αυτήν προσαύξησης εξ 2/16 εξ αδιαιρέτου και συνολικά 8/16 από όλη την σε αυτήν καταλειφθείσα άνω κληρονομία του αποβιώσαντος … δεν έχει καμία έννομη συνέπεια, για το λόγο ότι μετά το γεγονός της άπρακτης παρόδου της προθεσμίας προς αποποίηση της επαχθείσας σε αυτήν κληρονομίας και του εξ αυτής της παρέλευσης πλάσματος της αποδοχής της κληρονομίας, η μεταγενέστερη αποποίηση ουδεμία ασκεί επιρροή αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι η εσφαλμένη γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αφορούν το πρόσωπο του αντιπροσώπου, ήτοι της μητέρας – νομίμου αντιπροσώπου της ενάγουσας, όχι δε την ίδια την αντιπροσωπευόμενη, ώστε να ασκεί αντίστοιχα οποιαδήποτε έννομη επιρροή. Με βάση όλα τα παραπάνω, ο δεύτερος ενάγων, με την υπό νομότυπη και εμπρόθεσμη υπ` αριθ. 20/1987 δήλωση αποποίησής του ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα, αναφορικά με την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία του κατά την 27.1.1987 αποβιώσαντος πατρός του, δεν κατέστη ουδέποτε κληρονόμος αυτού, καθόσον δυνάμει της άνω δηλώσεως αναιρέθηκε αναδρομικά και από την αρχή η επαχθείσα προς αυτόν κληρονομία και η προς αυτόν σχετική επαγωγή θεωρείται ως μη γενομένη, ούτε άλλωστε μπορεί να γίνει λόγος για προσαύξηση μερίδας ως προς τον διάδικο αυτόν από την άνω αποποίηση της μητέρας του, αφού προϋπόθεση αυτής (προσαύξησης) είναι να έχει καταστεί αυτός κληρονόμος εξ οιουδήποτε λόγου και συνεπώς πρέπει ως προς αυτόν να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, ως ουσία βάσιμη.

Αντίθετα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η πρώτη ενάγουσα με τον ανωτέρω τρόπο κατέστη μοναδική κληρονόμος του κατά τον παραπάνω χρόνο αποβιώσαντος πατρός της Α.Μ. Ο προαναφερθείς εν ζωή εγγυήθηκε με την υπ` αριθ. 432/1985 σύμβαση πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού ύψους 15.750.000 δραχμών, την αποπληρωμή δανείου το οποίο έλαβε η εταιρία περιορισμένης ευθύνης Μ. Α. και Σία από την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία Τράπεζα … Α.Ε.. Το ανωτέρω βιοτεχνικό δάνειο, το οποίο χορηγήθηκε με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για το ποσό των 12.820.000 δραχμών, εξοφλήθηκε από το τελευταίο μετά το κλείσιμο του τηρουμένου από την ανωτέρω τράπεζα ανοικτού λογαριασμού στις 25.5.1987 και μάλιστα κατά το ποσό των 16.447.499 δραχμών, ως εκ τούτου δε μετά την κατάπτωση της εγγύησης του ελληνικού δημοσίου και την υποκατάσταση αυτού στα δικαιώματα της δανείστριας Τράπεζας φέρεται η πρώτη ενάγουσα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος εγγυητή – πατέρα της, Α.Μ., για ποσό που κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανήρχετο στο ποσό των 208.017,48 ευρώ, έχουσα με βάση τα ανωτέρω στην προκείμενη περίπτωση έννομο συμφέρον, προς άσκηση της υπό κρίση αγωγής ώστε να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της οφειλής της προς το πρώτο εναγόμενο, με την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του εγγυητή – αποβιώσαντος πατέρα της. Περαιτέρω, στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί, σχετικά με τον προβληθέντα καθ` υποφοράν ισχυρισμό των εναγόντων αναφορικά με την ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ` αριθ. 27/1085/76/ 1994 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται η απαιτούμενη για την ύπαρξη δεδικασμένου ταυτότητα διαδίκων, αφού η προαναφερθείσα απόφαση εκδόθηκε επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης μεταξύ του δευτέρου ενάγοντος (τότε ανακόπτοντος) και του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς τη συμμετοχή της πρώτης των εναγόντων, αφορούσε δε διαφορά που ανέκυψε κατά την εκτέλεση δυνάμει της υπ` αριθ. 227/1993 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας Β.Θ., ενώ με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγοντες διώκουν την αναγνώριση της μη συνδρομής στο πρόσωπό τους της ιδιότητας των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του κατά το έτος 1987 αποβιώσαντος πατέρα τους. Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, στο πρόσωπο του οποίου υφίσταται έννομο συμφέρον, αφού το εναγόμενο τον φέρει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω οφειλέτη του, πατρός αυτού (β ενάγοντος) και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη ενάγουσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχει αποκτήσει την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου του άνω πατρός της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των παρόντων διαδίκων, λόγω του ιδιαίτερα δυσχερούς της ερμηνείας του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε (άρθρ. 179 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ).

ΝΟΜΟΣ