Προϋποθέσεις για την έγκυρη
αναγκαστική κατάσχεση ομάδας περιουσίας
ή επιχείρησης που μεταβιβάστηκε
Επιστολή
Σταμάτη Δ. Γρύλλη
Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω
Κύριε Καθηγητά, διάβασα το ενδιαφέρον ενημερωτικό σας σημείωμα στο τελευταίο (αρ. 5) τεύχος της «Δίκης» στην υπ’ αριθμ. 33379/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και νομίζω ότι από μια παράξενη εισβολή του ασυνείδητου (παρελθόντος) γράφτηκε ότι «όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 479 Α.Κ. τότε ο δανειστής δικαιούται να επισπεύσει αναγκαστική κατάσχεση της ομάδας περιουσίας ή της επιχείρησης εναντίον του αποκτήσαντα. Στην κατάσχεση τούτη δικαιούται να προβεί δίχως να χρειάζεται να εγείρει προηγουμένως οποιαδήποτε αγωγή», (σελ. 579 αρ. 2).
Η διάταξη του άρθρου 982 του Κ.Πολ.Δικ. του 1968 που επέτρεπε κάτι τέτοιο καταργήθηκε, και σωστά πιστεύω, με το ν.δ. 958/71, διότι (κατά την αιτ. έκθεση του) «η προστασία του αποκτώντος απαιτεί όπως προ της υπάρξεως της εν αυτώ εκτελέσεως βεβαιούται δικαστικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων του αρθρ. 479 Α.Κ.».
Η έρευνα βέβαια της προβληματικής της διάταξης αυτής του αρθρ. 479 Α.Κ. έχει γίνει πια πολύ ελκυστική, γιατί νομίζω ότι είναι ξεπερασμένη, τουλάχιστον ως προς το σκέλος της ευθύνης του αποκτώντος περιουσία, αφού είναι φανερή, με τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, κυρίως η αδυναμία προσδιορισμού της «περιουσίας», η οποία βαρύνεται με τα χρέη του μεταβιβάζοντος. Εξάλλου η ύπαρξη μιας μικρής ή μέτριας ακίνητης περιουσίας δεν είναι σήμερα ασυνήθιστο φαινόμενο και οι βαρειές συνέπειες της ρύθμισης, και μάλιστα χωρίς γνώση του τρίτου, είναι απαράδεκτες. Ακόμη και ο σωστός παράτιτλος της διάταξης («μεταβίβασις ομάδος περιουσίας») δεν σώζει την κατάσταση. Σωστές είναι οι σκέψεις σας, ότι θα μπορούσε, αν δεν υπήρχε το φάσμα του αρθρ. 224 Κ.Πολ.Δικ., να εφαρμοστεί το αρθρ. 939 Α.Κ., στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά νομίζω και γενικότερα η προστασία της τελευταίας αυτής διάταξης είναι και δίκαιη, με βάση το στοιχείο της γνώσης του τρίτου, και δραστική, όπως φαίνεται και από τη συχνή προσφυγή της πράξης σ’ αυτήν, σε αστικό και ποινικό επίπεδο.
Με την ευκαιρία σας στέλνω την δεύτερη έκδοση μιας μικρής, περιεκτικής πρακτικής προσέγγισης του ν. 2915/2001.
Μ’ εκτίμηση
Αθήνα, 18 Ιουνίου 2002
Απάντηση
1. Το άρθρο 479 ΑΚ ορίζει απλώς και μόνον την έναντι του δανειστή ευθύνη εκείνου που, διαμέσου εκποιητικής σύμβασης, απέκτησε ομάδα περιουσίας ή επιχείρησης, ως προς τα χρέη του μεταβιβάσαντα, ο οποίος εξακολουθεί να ευθύνεται παραλλήλως. Η ευθύνη του αποκτώντα οριοθετείται από τη χρηματική αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκε.
Ερμηνευτικώς το άρθρο 479 ΑΚ περιορίζεται σ’ εκείνα μόνον τα χρέη του μεταβιβάσαντα, που είναι συναφή με τη μεταβιβασθείσα ομάδα περιουσίας ή επιχείρηση [1] (“για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση”), ενώ εξ άλλου -σε περίπτωση διαδοχικών μεταβιβάσεων- επεκτείνεται σωρευτικώς σ’ όλους τους α ποκτήσαντες, έτσι ώστε “εάν ο εις όν μετεβιβάσθη περιουσία ή επιχείρησις μεταβιβάση ταύτην ως σύνολον εις έτερον (λχ ο Α μετεβίβασε την περιουσίαν εις τον Β, ο Β εις τον Γ, ο Γ εις τον Δ, κ.ο.κ.ε.), πάντες οι διαδοχικώς αποκτώντες την περιουσίαν ή την επιχείρησιν (ήτοι ο Β, ο Γ και ο Δ) ευθύνονται εις ολόκληρον, ουχί όμως πέραν της αξίας των μεταβιβασθέντων στοιχείων” [2].
2. Πρίν από την εισαγωγή του κώδικα πολιτικής δικονομίας του 1967 είχε προκύψει ο προβληματισμός αν ο κατά του μεταβιβάσαντα εκτελεστός τίτλος εκτελείται και εναντίον του αποκτώντα, είχε όμως κρατήσει η αρνητική θέση [3].
Όμως, και πρίν από την εισαγωγή του ΚΠολΔ/1967, ήταν κοινός τόπος ότι το δεδικασμένο εκτείνεται και εναντίον εκείνου που κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ή μετά το πέρας της κατέστη ειδικός διάδοχος του ηττημένου διαδίκου [4]. Μάλιστα το άρθρο 867 αρ. 4 ΠολΔικ/1834 όριζε (όπως και στο ισχύον δίκαιο ορίζουν τα συνδυασμένα άρθρα 919 αρ. 1 και 325 αρ. 2 ΠολΔ) ότι η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένουη ισχύει ως εκτελεστός τίτλος και κατά του διαδόχου του. Και ναι μεν αυτή η ρύθμιση, κατά τη γραμματική διατύπωσή της περιοριζόταν στις εμπράγματες αγωγές, τις μικτές και τις περι νομής, όμως, μετά την εισαγωγή της ευθύνης του αποκτήσαντα ομάδα περιουσίας ή επιχείρηση κατά το άρθρο 479 ΑΚ, η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 867 αρ. 4 ΠολΔικ/1834 (ήδη ΠολΔ 325 αρ. 2 σε συνδ. με 919 αρ. 1) κατ’ αρχήν δεν θα έπρεπε ν’ αποκλείεται. Το δεδικασμένο της απόφασης, ότι ο μεταβιβάσας έχει όντως το χρέος που επικαλείται ο δανειστής του, δεσμεύει και τον αποκτήσαντα κατά το άρθρο 479 ΑΚ, ότι όντως ο μεταβιβάσας έχει αυτό το χρέος, που είναι και δικό του χρέος.
3. Προδήλως μ’ αυτές τις σκέψεις ο Εμ. Μιχελάκης είχε εισηγηθεί στη συντακτική επιτροπή του σχεδίου νέου ΚΠολΔ να “δύναται να γίνη αναγκαστική εκτέλεσις κατά του αποκτήσαντος, επι τη βάσει εκτελεστού τίτλου κατά του μεταβιβάσαντος, εφ’ όσον η μεταβίβασις εγένετο κατά την διάρκειαν της δίκης ή μετά το πέρας της δίκης, καθ’ ήν εξεδόθη η αποτελούσα τίτλον εκτελεστόν κατά του μεταβιβάσαντος απόφασις” [5] (άρθρο 18 του σχεδίου του εισηγητή) [6]. Η εισήγηση τούτη του Εμ. Μιχελάκη είχε γίνει ομοφώνως δεκτή στη συνεδρίαση της συντακτικής επιτροπής της 1ης Φεβρουαρίου 1957, δίχως καμία επιφύλαξη [7]. Αντιθέτως στις συζητήσεις της αναθεωρητικής επιτροπής οι Θ. Λιβαθηνός, Α. Βαμβέτσος και Γ. Μητσόπουλος αντιτάχθηκαν, ζητώντας τη διαγραφή του άρθρου 1046 του σχεδίου της συντακτικής επιτροπής. Κατά τις σχετικές συζητήσεις ο Γ. Μητσόπουλος παρατήρησε ότι “η υφισταμένη δυνατότης ασκήσεως αντιρρήσεων κατά της εκτελέσεως υπο του αποκτήσαντος την περιουσίαν ή την επιχείρησιν και επι τω λόγω ότι δεν συντρέχουν αι προϋποθέσεις της ευθύνης αυτού, δεν αποτελεί αποχρώντα λόγον διατηρήσεως της διατάξεως του σχεδίου, διότι μέχρις ότου περατωθή η επι των αντιρρήσεων δίκη θα είναι, λόγω της κατασχέσεως, καθηλωμένη η περιουσία του κατ’ άρθρον 479 ΑΚ αποκτήσαντος, επι προφανεί βλάβη αυτού. Πάντως, φρονεί, η διαγραφή του άρθρου δεν δύναται ν’ αποβή επι βλάβη του δανειστού διότι υφίσταται πάντοτε υπέρ αυτού η δυνατότης λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά του αποκτήσαντος” [8].
Αντιθέτως, καθώς γράφουν τα πρακτικά, οι Ι. Σακκέτας, Γ. Ράμμος, Γ. Οικονομόπουλος και Εμ. Μιχελάκης “δεν αποδέχονται την πρότασιν (…) ως έχοντες την γνώμην ότι, εφ’ όσον υφίσταται η διάταξις του άρθρου 479 ΑΚ, αναγκαία συνέπεια τούτου είναι η διάταξις του συζητουμένου άρθρου και επομένως εμμένουν εις την διατύπωσιν του σχεδίου” [9].
4. Επακολούθησε η σαρωτική τροποποίηση του κώδικα πολιτικής δικονομίας με το ν.δ. 958/1971, το οποίο κατάργησε το άρθρο 982 ΚΠολΔ/1967, με τη σκέψη της αιτιολογικής έκθεσης ότι “η προστασία του αποκτώντος απαιτεί όπως πρό της ενάρξεως της εν αυτώ εκτελέσεως βεβαιούται δικαστικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 479 ΑΚ” [10].
5. Ο εκλεκτός συνάδελφος και φίλος Σταμάτης Γρύλλης, με την δημοσιευόμενη ευθύς πιο πάνω επιστολή του, έχει τη γνώμη ότι το ζήτημα έχει λήξει, και μάλιστα “σωστά”, και τόσο μάλιστα αυτονόητα, ώστε να εκλαμβάνει τη δική μου αντίθετη γνώμη ως “παράξενη εισβολή του ασυνείδητου (παρελθόντος)”.Φυσικά τον ευχαριστώ εγκάρδια και ανυπόκριτα για τη διακριτικότητα, με την οποία έχει την καλοσύνη να διορθώσει την “αβλεψία” μου. Ασφαλώς κι εμένα μου διαφεύγουν πολλά, ιδίως τώρα στην προχωρημένη ηλικία των 69 ετών. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ας μου επιτραπεί να εμμένω σε κάποιες απορίες:
(α) Η απόφαση που εκδίδεται στις σχέσεις μεταβιβάσαντα και δανειστή του, καταδικάζοντας τον πρώτο να πληρώσει χρηματικό χρέος του, σχετικό με την επιχείρηση ή την ομάδα περιουσίας που μεταβίβασε κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας της, δεσμεύει ή δεν δεσμεύει τον αποκτήσαντα, ότι όντως ο μεταβιβάσας οφείλει;
(β) Ασφαλώς δεν μου διαφεύγει η θεμελιακή αρχή ότι κανένας δεν δεσμεύεται βλαπτικά με πολιτειακή πράξη, αν δεν του δοθεί η δυνατότητα ν’ ακουστεί, και μάλιστα κατ’ αρχήν προηγουμένως (Σ 20).
Όμως αυτή η παραδοχή κάμπτεται προς τις ακόλουθες δύο κατευθύνσεις:
– πρώτο ότι ενδέχεται να δεσμεύονται πρόσωπα που, αν και τρίτα, νομικώς ταυτίζονται με τον μετέχοντα της δίκης διάδικο (πρβλ. ΠολΔ 325 αρ. 2), και
– δεύτερον, δεν αποκλείεται ν’ αρκεί η εκ των υστέρων ακρόαση, υπο τον όρο ότι αντιστοίχως θ’ αναστέλλεται η εκτελεστότητα της δεσμευτικής απόφασης.
Και ακριβώς υπο το βάρος αυτών των δύο αποκλίσεων, νομίζω ότι η επικαλούμενη από την αντίθετη γνώμη ανάγκη επαρκούς προστασίας του αποκτήσαντα -πάντοτε αναφορικά με τη δέσμευσή του από το προαναφερόμενο δεδικασμένο, ότι ο μεταβιβάσας είναι όντως οφειλέτης του δανειστή- δεν θίγεται, αφού ο αποκτήσας μπορεί να εναντιωθεί στο δεσμευτικό για τον ίδιο δεδικασμένο αυτής της απόφασης, διαμέσου τριτανακοπής (ΠολΔ 586 § 2). Και είναι μεν αλήθεια ότι ο δεσμευόμενος από το δεδικασμένο τρίτος δικαιούται ν’ ασκήσει τριτανακοπή μόνο εξ αιτίας δόλου ή συμπαιγνίας των διαδίκων, αλλ’ η συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης είναι αυταπόδεικτη και εύκολη από την παράλειψη του μεταβιβάσαντα να ενημερώσει εγκαίρως τον αποκτήσαντα περι της εκκρεμοδικίας της αγωγής που του έχει ασκήσει ο δανειστής του, ώστε να μπορέσει εγκαίρως ν’ ασκήσει παρέμβαση ή, αν η μεταβίβαση επακολουθεί της τελεσιδικίας της σχετικής απόφασης, προκειμένου ο αποκτήσας να σταθμίσει αν θα προχωρήσει στη συναλλαγή. Ασκώντας δε ο αποκτήσας παραδεκτή τριτανακοπή, δικαιούται να ζητήσει και την αναστολή της εκτελεστότητας της τριτανακοπτόμενης απόφασης.
(γ) Και αυτά μεν αν ο αποκτήσας λάβει γνώση της επιβάρυνσής του κατά το άρθρο 479 ΑΚ προτού να επισπευθεί εναντίον του αναγκαστική κατάσχεση.
Αν όμως αιφνιδιαστεί με αναγκαστική κατάσχεση (και είμαι πρόθυμος να συνομολογήσω ότι αιφνιδιασμό υφίσταται μολονότι η δικονομία δεν επιτρέπει την αναγκαστική κατάσχεση προτού να περάσουν τρείς εργάσιμες ημέρες από την επίδοση [ΠολΔ 926 § 1]), τότε και πάλι ο καθ’ ού η εκτέλεση θ’ ασκήσει την κατά το άρθρο 933 ανακοπή προς ακύρωση της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης, και αν έχει βάσιμο λόγο ανακοπής, που απλώς ήδη πιθανολογείται, είναι βέβαιο ότι θα πετύχει την κατά το άρθρο 938 ΠολΔ αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης.
(δ) Ναι, είχε παρατηρήσει ο σεβαστός καθηγητής Γ. Μητσόπουλος, στην προαναφερόμενη συνεδρίαση της αναθεωρητικής επιτροπής, αλλά “μέχρις ότου περατωθή η επι των αντιρρήσεων δίκη θα είναι, λόγω της κατασχέσεως, καθηλωμένη η περιουσία του κατ’ άρθρον 479 ΑΚ αποκτήσαντος, επι προφανεί βλάβη αυτού”.
Αυτό είναι αλήθεια. Αλλ’ εξ ίσου καθηλωμένη δεν θα είναι αυτή η ίδια περιουσία του αποκτήσαντα και με τα ασφαλιστικά μέτρα (ιδίως τη συντηρητική κατάσχεση), που, με την αντίθετη εκδοχή, δικαιούται και ασφαλώς θα επιδιώξει και θα πετύχει ο δανειστής;
(ε) Έτσι ερχόμαστε στην καρδιά της δικής μου απορίας: δηλαδή, σε δικαιικό επίπεδο (από άποψη δηλαδή βλαπτικών έννομων συνεπειών για τη μια ή για την άλλη διάδικη πλευρά), τί τάχα διαφέρει η αναγκαστική κατάσχεση που εμποδίζεται με την αναστολή του άρθρου 938 ΠολΔ να προχωρήσει σε πλειστηριασμό, από τη συντηρητική κατάσχεση, της οποίας τη νόμιμη επιβολή δέχεται και η αντίθετη γνώμη;
Διατυπώνω το ερώτημα, μ’ επίγνωση του ενδεχομένου να μου διαφεύγει κάποια πτυχή της προβληματικής, που να δικαιολογεί διαφορετική λύση. Για μια τέτοια εξήγηση θα ήμουν επίσης ευγνώμων στο φίλο Σταμάτη Γρύλλη, αλλά και σε κάθε άλλον που θα ήθελε να με διαφωτίσει: τί τάχα διαφέρει η αναγκαστική κατάσχεση που εμποδίζεται με την αναστολή του άρθρου 938 ΠολΔ να προχωρήσει σε πλειστηριασμό, από τη συντηρητική κατάσχεση, της οποίας τη νόμιμη επιβολή δέχεται και η αντίθετη γνώμη;
6. Με όσα σημειώθηκαν ως τώρα επιστήθηκε η προσοχή ότι η δίκαιη εξισορρόπηση των αντίθετων συμφερόντων δανειστή και αποκτήσαντα στο πλαίσιο του άρθρο 479 ΑΚ κατά τίποτε δεν διαταράσσεται με την παραδοχή ότι, στο πλαίσιο ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 325 αρ. 2 ΠολΔ, ο αποκτήσας δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης που εκδόθηκε στις σχέσεις μεταβιβάσαντα και δανειστή του, ως προς την ισχύ της χρηματικής απαίτησης του δανειστή κατά του μεταβιβάσαντα.
Ναι, απαντά η αντίθετη γνώμη. Αλλά θα πρέπει, θα πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη σχετική σκέψη της αιτιολογικής έκθεσης του ν.δ. 958/1971 που διέγραψεδ το άρθρο 892 ΚΠολΔ/1967, να διαγνωστεί με δύναμη δεδικασμένου, σε δίκη μεταξύ δανειστή και αποκτήσαντα, “η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 479 ΑΚ”.
Αλλά για τη δικαστική βεβαίωση ποιών προϋποθέσεων πρόκειται;
(α) ότι “με σύμβαση μεταβιβάστηκε” η ήδη κατασχόμενη “περιουσία ή επιχείρηση”;
(β) ή ότι πρόκειται για χρέη που όντως “ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση”;
(γ) Υπάρχει άλλη προϋπόθεση που ν’ απαιτείται από το άρθρο 479 ΑΚ για να μπορέσει τούτο να λειτουργήσει;
Αλλ’ αν πρόκειται μόνο για τις προαναφερόμενες δύο προϋποθέσεις, τότε ο καθ’ ού η εκτέλεση, που αμφισβητεί ότι αυτός απέκτησε την ήδη κατασχόμενη ομάδα περιουσίας ή επιχείρηση, ή που αμφισβητεί ότι το χρέος είναι συναφές με την αποκτηθείσα ομάδα περιουσίας ή επιχείρηση, δεν δεν προστατεύεται επαρκώς, με το ν’ ασκήσει απλώς ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΠολΔ και να ζητήσει την αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης;
Δεν είναι και πάλι φανερό ότι σκιαμαχούμε απλώς και μόνο για το ποιός θα έχει την πρωτοβουλία να θέσει σε κίνηση τις διαδικασίες δικαστικής διάγνωσης, που θα έχουν τα ίδια αντικείμενα κρίσης, είτε πάρει την πρωτοβουλία ο δανειστής είτε ο αποκτήσας;
Υπάρχει -σε δικαιικό επίπεδο, από άποψη βλαπτικών έννομων συνεπειών- κάποια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδοχές λύσεων; Κι αν δέν διαφέρουν κατά τίποτε σε δικαιικό επίπεδο, λειτουργώντας κατά το ηρακλείτειο πρότυπο “οδός άνω κάτω μία και ωυτή” [11], τότε μήπως, με τη διαγραφή του άρθρου 982 ΚΠολΔ/1967, έπαψε τάχα να λειτουργεί η επέκταση του δεδικασμένου κατά το άρθρο 325 αρ. 2 ΠολΔ και η αντίστοιχη επέκταση της εκτελεστότητας κατά τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου, σύμφωνα με το άρθρο 919 αρ. 1 ΠολΔ;
7. Μ’ αυτές τις σκέψεις, Σταμάτη μου, Σ’ ευχαριστώ και πάλι θερμότατα για το φιλικό Σου ενδιαφέρον, κι ακόμη πιο πολύ για το ερέθισμα που μου έδωσες να καταχωρίσω τις παραπάνω απορίες μου σε τούτη ‘δώ τη στήλη.
Κώστας Ε. Μπέης
[1] Πρβλ. Κρητικό στην Ερμηνεία ΑΚ των Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, 479 αρ. 21 σελ. 661.
[2] Γ. Μιχαηλίδης – Νουάρος, στην ΕρμΑΚ 479 αρ. 29.
[3] Βλ. σχετικώς Κρητικό, ο.π. αρ. 35 σελ. 663.
[4] Γ. Ράμμος, Στοιχεία ελληνικής πολιτικής δικονομίας, ΙΙ 5η εκδ. 1961 § 146 Β β’ σελ. 426.
[5] Διάγραμμα του εισηγητή Εμ. Μιχελάκη, ΣχεδΠολΔ, VIII σελ. 16.
[6] ΣχεδΠολΔ, VIII σελ. 64.
[7] ΣχεδΠολΔ, VIII σελ. 116.
[8] Πρακτικά αναθεωρητικής επιτροπής, σελ. 417.
[9] Πρακτικά αναθεωρητικής επιτροπής, ο.π.
[10] Βλ. την αιτιολογική τούτη έκθεση στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομιας των Γ.Γ. Μητσοπούλου – Κ.Ε. Μπέη, 3η εκδ. 1979 σελ. 473.
[11] Ηράκλειτος, απόσπασμα 60 (Diels – Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, I σελ. 164, 5
http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=5&mid=1479&mnu=3&id=17632
