Νομική αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού στην

ελληνική ποινική έννομη τάξη

Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια πολύς λόγος γίνεται για το φαινόμενο του bullying,
ιδίως όταν λαμβάνει χώρα μεταξύ ανηλίκων και συνδέεται με το σχολικό
περιβάλλον (σχολικός εκφοβισμός ή τραμπουκισμός). Στην συζήτηση που
γίνεται τα τελευταία έτη, επιστημονική ή ακόμη και κοινωνική, κεντρική πλέον
θέση φαίνεται να αποκτούν οι νομικές προβλέψεις και διατάξεις, εφαρμόσιμες ή
εφαρμοστέες σε περιπτώσεις περιστατικών, τα οποία μπορούν να
χαρακτηριστούν ως εκφοβισμός (bullying). Η συγκεκριμένη συζήτηση ήταν
έντονη κάθε φορά που ανέκυπτε κάποιο περιστατικό – όπως η περίπτωση του
θανάτου σπουδαστή σε σχολή στα Ιωάννινα την άνοιξη του 2015 – και
οδήγησε τον νομοθέτη στην τροποποίηση του άρθ. 312 ΠΚ με το άρθ. 8 του Ν.
4322/2015.

Ορισμός – εκφάνσεις εκδηλώσεων συμπεριφορών bullying

Πέρα, όμως, από αποσπασματικές και υπό (κοινωνική και χρονική) πίεση
τροποποιήσεις, θα πρέπει να δούμε πόσο επαρκές είναι το νομικό πλαίσιο για
την αντιμετώπιση των μορφών σχολικού εκφοβισμού. Καταρχάς, προκειμένου
να απαντήσουμε στην ερώτηση αυτή θα πρέπει να επανέλθουμε στον ορισμό
των συμπεριφορών που συνιστούν σχολικό εκφοβισμό ή τραμπουκισμό ή
bullying.
Αν θελήσουμε να δώσουμε έναν ορισμό του σχολικού εκφοβισμού, θα
μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει µια
κατάσταση, κατά την οποία εκτελείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και
επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά µε σκοπό την επιβολή, την
καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε
συμμαθητές από συμμαθητές τους, στα πλαίσια μιας διαπροσωπικής σχέσης
που χαρακτηρίζεται από δυσαναλογία εξουσίας, εντός και εκτός σχολείου.

Τα βασικά εννοιολογικά στοιχεία του παραπάνω ορισμού, που
αποτελούν και τα κριτήρια οριοθέτησης της έκφανσης του φαινομένου του
σχολικού εκφοβισμού, είναι τέσσερα: α) το απρόκλητο και σκόπιμο της
επιθετικής συμπεριφοράς, αποκλειομένης έτσι οποιασδήποτε αμελούς
συμπεριφοράς μεταξύ συμμαθητών στα πλαίσια του παιχνιδιού, β) το
επαναλαμβανόμενο της επιθετικής συμπεριφοράς, αποκλειομένων των
μεμονωμένων περιστατικών, όπως ένας τυχαίος καβγάς ή μια λεκτική διαμάχη
ανάμεσα σε συμμαθητές, γ) η ανισορροπία δύναμης και εξουσίας, υπό την
έννοια της επίδειξης κυριαρχίας σε ασθενέστερα άτομα, τα οποία αδυνατούν να
υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Γι’ αυτό άλλωστε και ερμηνεύεται ως
συστηματική κατάχρηση δύναμης, η οποία δύναμη μπορεί να αναφέρεται σε
σωματικό (όπως ρώμη, ψυχολογικό, όπως αυτοεκτίμηση, ή σε κοινωνικό
επίπεδο, όπως αποδοχή από το σύνολο, παρέες κ.α.) και δ) οι αρνητικές
επιπτώσεις και αποτελέσματα, υπό την έννοια ότι οι πράξεις σχολικού
εκφοβισμού έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση
σωματικών βλαβών ή συναισθηματικών δυσκολιών (ψυχολογικές δυσκολίες ή
δυσκολίες συμπεριφοράς) στο θύμα.
Ο εκφοβισμός μπορεί να εκδηλωθεί µε διάφορες μορφές άμεσες ή
έμμεσες, οι οποίες αναφέρονται σε διάφορα περιστατικά τα οποία, σε επίπεδο
πια σχολικού εκφοβισμού, παραβιάζουν τα δικαιώματα των παιδιών. Οι άμεσες
μορφές εκφοβισμού αναγνωρίζονται πιο εύκολα, προκειμένου οι εκπαιδευτικοί
να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, ενώ οι έμμεσες χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής
και παρατήρησης εκ μέρους των εκπαιδευτικών και των γονέων. Όλες, ωστόσο,
οι μορφές έχουν βαρύτατες αρνητικές συνέπειες στα πρόσωπα, στα οποία
ασκούνται είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα, ενώ δυστυχώς σε μερικές
περιπτώσεις απειλείται ακόμα και η σωματική ακεραιότητα των μαθητών.
Πολλές από τις μορφές είναι επικαλυπτόμενες και διακρίνονται µόνο βάσει πολύ
συγκεκριμένων λεπτομερειών. Είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα σημαντικό, οι
εκπαιδευτικοί να αναγνωρίζουν και να διακρίνουν μεταξύ του άμεσου
εκφοβισμού -µε σχετικά ανοιχτές επιθέσεις απέναντι στο θύμα- και έμμεσου
εκφοβισμού, µε τη μορφή της κοινωνικής απομόνωσης και του σκόπιμου
αποκλεισμού από την ομάδα, προκειμένου να προβαίνουν στις κατάλληλες
θεραπευτικές ενέργειες.
Οι διάφορες μορφές του εκφοβισμού είναι οι εξής:
Α) Λεκτικός (ειρωνείες, απειλές, χλευαστικά σχόλια),
β) Κοινωνικός (διάδοση φημών, καταστροφή, βλάβη ή αφαίρεση
προσωπικών αντικειμένων, δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων,
συστηματική απομόνωση από την ομάδα),
γ) Σωματικός εκφοβισμός (χτυπήματα, βίαια σπρωξίματα, κατακράτηση,
ασελγείς πράξεις) και
δ) Ηλεκτρονικός εκφοβισμός ή «cyber bullying» (εκβιασμός και απειλές
μέσω διαδικτύου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή κινητού τηλεφώνου,
δημοσιοποίηση στοιχείων ή προσωπικών δεδομένων κλπ.).
Το bullying, δηλαδή, αποτελεί ουσιαστικά όχι μια συγκεκριμένη
συμπεριφορά, αλλά μια «ομπρέλα» συμπεριφορών με κοινωνική και
ενδεχομένως νομική απαξία. Κάθε, δε, περίσταση είναι προφανώς διαφορετική
διότι είναι διαφορετικές οι συνθήκες και το περιβάλλον όπου εκδηλώνονται
τέτοιες συμπεριφορές και είναι επίσης διαφορετική και η δυναμική που
αναπτύσσεται μεταξύ θύτη και θύματος προκειμένου να ενυπάρχει η
απαιτούμενη ανισορροπία δύναμης, ούτως ώστε να χαρακτηρίσουμε ότι η εν
λόγω συμπεριφορά εντάσσεται στο πλαίσιο του εκφοβισμού – τραμπουκισμού.

Σχολικός εκφοβισμός και ποινικές διατάξεις

Α) ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΔΙΕΘΝΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
Το Συμβούλιο της Ευρώπης στην προσπάθειά του να διαφυλάξει τα
δικαιώματα του παιδιού συγκρότησε το πρόγραμμα «Χτίζοντας µε τη βοήθεια
των παιδιών µια Ευρώπη για τα παιδιά» (www.coe.int/children), το οποίο
ασχολείται µε την προώθηση των δικαιωμάτων των παιδιών και µε την
προστασία των παιδιών από τη βία. Περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και
το Συμβούλιο Υπουργών υιοθέτησε απόφαση δημιουργίας του ειδικού
προγράμματος DAPHNE III ως τμήματος του γενικού Προγράμματος
«Θεμελιώδη ∆ικαιώματα και ∆ικαιοσύνη». Στο πλαίσιο του προγράμματος
αυτού δημιουργήθηκε το πρώτο κοινό ευρωπαϊκό δίκτυο κατά του σχολικού
εκφοβισμού με τη συμμετοχή δεκαεπτά οργανισμών από δεκατρείς χώρες της
Ευρώπης με στόχο τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου πολιτικής
και εργαλείων παρέμβασης. Εξάλλου και ο Διεθνής Ανθρωπιστικός και
Ανεξάρτητος Οργανισμός «Hope For Children» μέσω του προγράμματος «Beat
Bullying», υλοποιεί σχολικά εργαστήρια κατά της βίας στα σχολεία με στόχο
την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των μαθητών, των εκπαιδευτικών και των
γονέων σε ζητήματα αναγνώρισης, πρόληψης και αντιμετώπισης του
φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού. Ενώ και το Συμβούλιο της Ευρώπης
συνέταξε την ευρωπαϊκή χάρτα για την εξασφάλιση του δικαιώματος του
παιδιού για ένα ασφαλές σχολικό περιβάλλον. Αλλά και σε επίπεδο ΟΗΕ, έχει
ψηφιστεί η σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού (CRC/C/GC/1319), όπου
στο άρθ. 19 καλούνται τα κράτη να λάβουν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά,
διοικητικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά μέτρα, ώστε να προστατευθούν τα
παιδιά από όλες τις μορφές σωματικής ή ψυχολογικής βίας, ενώ βρίσκονται υπό
τη φροντίδα των γονέα/ των κηδεμόνων τους ή οποιουδήποτε άλλου
προσώπου έχει αναλάβει τη φροντίδα τους. Στο δε γενικό σχόλιο με αριθ. 13
της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, αναφέρεται ρητώς ότι ο
ψυχολογικός εκβιασμός με θύτες ενήλικες ή άλλα παιδιά συμπεριλαμβανομένου
και του διαδικτυακού εκφοβισμού αποτελεί μορφή ψυχολογικής βίας. Η
επιτροπή κατηγοριοποιεί επίσης ως μια μορφή σωματικής βίας και τον σωματικό
εκφοβισμό και αναγνωρίζει πως η βία μεταξύ παιδιών μπορεί να έχει σοβαρό
αντίκτυπο στην ανάπτυξη ενός παιδιού, στην εκπαίδευση και στην κοινωνική
του ένταξη, τόσο μεσοπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμη. Επίσης το ψήφισμα
68/147 της Γενικής Συνέλευσης του OHE της 14-12-2013 (Α/RES/68/147 UN
General Assembly Resolution) αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού, καλεί
άμεσα τα κράτη να λάβουν μέτρα που θα διασφαλίζουν πως όσοι εργάζονται με
παιδιά ή για τα παιδιά, προστατεύουν αυτά από τον εκφοβισμό,
συμπεριλαμβανομένου του εκφοβισμού μέσω του διαδικτύου και άλλων
τεχνολογιών επικοινωνιών, και εφαρμόζουν προληπτικές πολιτικές κατά του
εκφοβισμού με στόχο να εξασφαλίσουν ένα ασφαλές υποστηρικτικό
περιβάλλον, απαλλαγμένο από την παρενόχληση και τη βία. Το ψήφισμα
69/157 της Γενικής Συνέλευσης του OHE του 12 ου του 2014 (Α/RES/69/157-18
UN General Assembly Resolution), αποτελεί το πρώτο ψήφισμα που
αναφέρεται εξ ολοκλήρου στον εκφοβισμό, καλεί τοα κράτη μέλη να λάβουν
όλα τα απαραίτητα μέτρα, για την πρόληψη του εκφοβισμού και την προστασία
των παιδιών, και να συνεχίσουν να προωθούν και να επενδύουν στην
εκπαίδευση προωθώντας την αξία της ανεκτικότητας και του σεβασμού της
αξιοπρέπειας των άλλων, να αυξήσουν την ευαισθητοποίηση όλων των
εμπλεκομένων αναφορικά με την προστασία των παιδιών από τον εκφοβισμό
και να μεριμνήσουν για τη διαμοίραση των εθνικών εμπειριών και καλών
πρακτικών στην πρόληψη και καταπολέμηση των μορφών εκφοβισμού.

Β) ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Στο νομοθετικό εκπαιδευτικό πλαίσιο δεν υπήρχε μέχρι πρόσφατα καμία
ειδική πρόβλεψη για το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού αλλά ούτε και
σαφείς αναφορές για τις αρμοδιότητες των παραγόντων της εκπαιδευτικής
διαδικασίας (Σχολικοί Σύμβουλοι, Διευθυντές σχολικών μονάδων, Εκπαιδευτικοί)
απέναντι στα φαινόμενα της σχολικής βίας, οπότε οι αρμοδιότητες των
εκπαιδευτικών και το πλαίσιο αντιμετώπισης και διαχείρισης περιστατικών
σχολικού εκφοβισμού συνάγονταν από τα γενικότερα καθήκοντα και τις
υποχρεώσεις τους, όπως ορίζονται στα άρθρα 8§1 και 2 του ΠΔ 497/1981,
όσον αφορά την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, τα άρθρα 26 παρ. 3 και 27 του ΠΔ
104/1979 και του άρθρου 21 παρ. 1 του Ν. 3328/2005 όσον αφορά τη
δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αλλά και σε διάφορες εγκυκλίους του Υπουργείου
Παιδείας, όπως η με αριθμό Γ2/4094/23-09-1986 σχετικά µε τον «Κανονισμό
Λειτουργίας των Μαθητικών Κοινοτήτων» αλλά και η με αριθμό Γ2/6563/21-11-
1996 εγκύκλιος του Υπουργείο Παιδείας, με την οποία απαγορεύεται η ομαδική
αποβολή καθώς και η αποβολή όλων των μαθητών που εμπλέκονται εκ
περιτροπής. Ειδικότερα, περιστατικά, τα οποία εμπίπτουν σε όλες τις μορφές
εκφοβισμού και διαπράττονται από κάποιον μαθητή εις βάρος κάποιου άλλου
μέσα στον σχολικό χώρο αντιμετωπίζονται σύμφωνα µε τις σχετικές διατάξεις
του ισχύοντος από το 1979 προεδρικού διατάγµατος, Π.∆. 104/1979 «Περί
σχολικού και διδακτικού έτους, υπηρεσιακών βιβλίων, εγγραφών,
μετεγγραφών, φοιτήσεως, διαγωγής και τιμητικών διακρίσεων των μαθητών
των σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαιδεύσεως». Χαρακτηριστικά στο εν λόγω
προεδρικό διάταγμα, αναφέρεται στο άρθρο 26 παρ. 3 ότι η προσήκουσα
διαγωγή των μαθητών, νοουμένη ως έμπρακτος συμμόρφωσις προς τους
διέποντας την σχολικήν ζωήν κανόνας και προς τας ηθικάς αρχάς του
κοινωνικού περιβάλλοντος, εντός του οποίου διαβιούν, αποτελεί υποχρέωσιν
αυτών, πάσα δε παρέκκλισις εκ ταύτης, εκδηλουμένη δι` υπαιτίου πράξεως ή
παραλείψεως, αποτελεί αντικείμενον παιδαγωγικού ελέγχου και εν ανάγκη
αντιμετωπίζεται διά σχολικών κυρώσεων κατά τας διατάξεις του παρόντος Π.
Δ/τος, ενώ στο άρθρο 27 προβλέπεται ότι για την υπαίτια παρέκκλιση από την
προσήκουσα κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 26 διαγωγής και
αναλόγως του βαθμού της παρεκκλίσεως αυτής επιβάλλονται στους μαθητές οι
κάτωθι κυρώσεις: α) παρατήρηση, β) επίπληξη, γ) ωριαία απομάκρυνση από το
διδασκόμενο μάθημα, δ) αποβολή από τα μαθήματα μέχρι 3 ημερών και ε)
αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Οι τρεις πρώτες κυρώσεις (παρατήρηση,
επίπληξη και ωριαία απομάκρυνση από το μάθημα) επιβάλλονται με απόφαση
του διδάσκοντος καθηγητή, η τέταρτη (τριήμερη αποβολή) επιβάλλεται με
απόφαση του Διευθυντή του Σχολείου, ενώ η αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος
με απόφαση της Ολομέλειας του Συλλόγου των Διδασκόντων του Σχολείου.
Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις διαφαινόταν, αν και µη πλήρως
θεσμοθετημένη, η τάση και η επιθυμία του Υπουργείου Παιδείας να εφαρμοστεί
μια πιο εκσυγχρονισμένη και αναβαθµισμένη παιδαγωγικά πολιτική, όπως το
μοντέλο της «συμβουλευτικής μεταξύ συνομηλίκων» και το μοντέλο της
«διαμεσολάβησης». Βήματα ουσιαστικότερα προς την τελευταία αυτά
κατεύθυνση είναι προφανώς οι υπουργικές αποφάσεις ΕΥΔ/ΕΠΕΔΒΜ 15031,
15032 και 15033/15-7-13, που αποτελούν τις αποφάσεις ένταξης της πράξης με
τίτλο ¨Ανάπτυξη και λειτουργία Δικτύου πρόληψης και αντιμετώπισης
φαινομένων σχολικής βίας και εκφοβισμού¨, στο πλαίσιο αξόνων
προτεραιότητας 1, 2, 3 του ΕΠ ¨εκπαίδευση και δια βίου Μάθηση¨, καθώς και η
σχετική με αριθ. 9103/03-10-14 εγκύκλιος υλοποίησης των πράξεων ¨Ανάπτυξη
και λειτουργία Δικτύου πρόληψης και αντιμετώπισης φαινομένων σχολικής βίας
και εκφοβισμού¨.

Γ) ΣΤΟΝ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ
Με το άρθρο 8 του ν. 4322/2015 αντικαταστάθηκε (εσπευσμένα) μετά
την αποκάλυψη του θανάτου σπουδαστή σε επαγγελματική σχολή στα
Ιωάννινα τον Μάρτιο του 2015 ο οποίος παρουσιάστηκε ως θύμα bullying
συμφοιτητών του, το άρθρο 312 του ΠΚ. Η διάταξη μέχρι τότε είχε την
ακόλουθη μορφή: «Αν δεν συντρέχει περίπτωση Βαρύτερης αξιόποινης πράξης,
τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών: α) όποιος με συνεχή σκληρή
συμπεριφορά προξενεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που
δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του ή που δεν
μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή
στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση
εργασίας ή υπηρεσίας ή που του το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος
για την επιμέλειά του β) όποιος με κακόβουλη παραμέληση των υποχρεώσεών
του προς τα προαναφερόμενα πρόσωπα γίνεται αιτία να πάθουν σωματική
κάκωση ή βλάβη της υγείας τους». Ήδη μετά την τροποποίησή της η διάταξη
έχει πλέον ως εξής:. «Αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης
πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση, όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά
προξενεί σε τρίτον σωματική κάκωση ή άλλη βλάβη της σωματικής ή ψυχικής
υγείας. Αν η πράξη τελείται μεταξύ ανηλίκων δεν τιμωρείται εκτός αν η μεταξύ
τους διαφορά ηλικίας είναι μεγαλύτερη από τρία (3) έτη, οπότε επιβάλλονται
μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. 2. Αν το θύμα δεν συμπλήρωσε
ακόμη το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του ή δεν μπορεί να
υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή στην
προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή
υπηρεσίας ή το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέλειά του
ή του το έχουν εμπιστευθεί για ανατροφή, διδασκαλία, επίβλεψη ή φύλαξη
έστω προσωρινή, αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης,
επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται
όποιος με συστηματική παραμέληση των υποχρεώσεων του προς τα
προαναφερόμενα πρόσωπα γίνεται υπαίτιος να πάθουν σωματική κάκωση ή
Βλάβη της σωματικής ή ψυχικής τους υγείας.». Ο νομοθέτης με την
τροποποίηση στην οποία προέβη άλλαξε τα χαρακτηρολογικά στοιχεία του
εγκλήματος που προβλεπόταν στο άρθ. 312 ΠΚ. Κατά πρώτο λόγο οι ιδιότητες
που καθιστούσαν το έγκλημα ιδιαίτερο πέρασαν στην δεύτερη παράγραφο, ενώ
με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 312 θεσπίζεται κοινό έγκλημα, αφού
καθένας μπορεί να είναι υποκείμενο της αξιόποινης πράξης. Η βασικότερη
αλλαγή στην εν λόγω διάταξη είναι ότι αναφέρεται στην βλάβη ή κάκωση της
σωματικής ή ψυχικής υγείας ατόμου οποιασδήποτε ηλικίας ή καταστάσεως και
όχι μόνον ανηλίκου ή ανήμπορου να υπερασπιστεί τον εαυτό του και βρίσκεται
υπό την φροντίδα του δράστη (όπως στην προϊσχύσασα διάταξη). Σε
περίπτωση, δε, που το θύμα είναι ανήλικο, ο νομοθέτης αυστηροποίησε την
προβλεπόμενη ποινή (από τουλάχιστον τρεις σε τουλάχιστον έξι μήνες στην
παράγραφο 2 του άρθρου). Επιπρόσθετα, νεοπαγής είναι και η πρόβλεψη για
βλάβη και της ψυχικής υγείας, με τις εύλογες, βέβαια, αποδεικτικές δυσχέρειες
που προκύπτουν, ιδίως σε ότι αφορά τα ζητήματα αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ
της συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς ή της παραμέλησης των υποχρεώσεων
και της Βλάβης της ψυχικής υγείας. Αναφορικά με τους ανήλικους δράστες του
συγκεκριμένου εγκλήματος, ο νομοθέτης περιόρισε το αξιόποινο σε όσους
έχουν ηλικιακή διαφορά πάνω από τρία έτη με το θύμα τους. Η επιλογή αυτή
είναι ορθή, καθώς σε περιπτώσεις παραβατικών ανηλίκων, πρέπει να
αποφεύγονται τα μέτρα με κατασταλτικό χαρακτήρα. Προς αυτήν την
κατεύθυνση, άλλωστε, κινήθηκε και η αιτιολογική έκθεση του νόμου σύμφωνα
με την οποία «η πράξη μεταξύ ανηλίκων παραμένει ατιμώρητη εκτός εάν
υπάρχει διαφορά ηλικίας άνω των τριών ετών, καθώς οι συμπεριφορές αυτές
μεταξύ ανηλίκων της ίδιας ηλικίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μέτρα
διαπαιδαγώγησης και όχι εμπλοκής με τον ποινικό νόμο». Προβληματισμός
βέβαια έχει στην πράξη ανακύψει για το κατά πόσο με τη διάταξη αυτή
πραγματώνεται όντως ο σκοπός του νομοθέτη για την προστασία του θύματος
του σχολικού εκφοβισμού /τραμπουκισμού, όπως αυτός από την αιτιολογική
τουλάχιστον έκθεση του Ν. 4322/2015 συνάγεται. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα
με την αιτιολογική έκθεση «Η νομοθετική αυτή εξέλιξη κρίνεται αναγκαία για
την προστασία εννόμων αγαθών, κυρίως ενός συγκεκριμένου κύκλου
ευάλωτων κοινωνικών ομάδων (ανήλικων και νεαρών ενήλικων), απέναντι σε
ένα σύνθετο είδος εγκληματικής συμπεριφοράς που υλοποιείται με
επαναλαμβανόμενο — συνεχή, σκληρό τρόπο (συνήθως άσκηση σωματικής και
ψυχολογικής βίας- εκφοβισμού, που υποδαυλίζονται και από ρατσιστικές
αντιλήψεις και στερεότυπα)». Ωστόσο, η μόνη αναφορά σχετικά με την
ανισορροπία δύναμης -συστατικό στοιχείο του τραμπουκισμού- είναι η φράση
στην παράγραφο 2 του άρθρου «Αν το θύμα … δεν μπορεί να υπερασπιστεί
τον εαυτό του…». Προκειμένου, όμως, να εφαρμόζεται η συγκεκριμένη
περίπτωση, πρέπει να πληρούται και κάποια από τις προϋποθέσεις, που τίθεται
κατωτέρω αναφορικά με την ιδιαίτερη ιδιότητα του δράστη του συγκεκριμένου
εγκλήματος. Αν, επομένως, ο δράστης δεν έχει το θύμα στην επιμέλεια ή στην
προστασία του κ.λπ., όπως συμβαίνει μεταξύ συμμαθητών, η παράγραφος 2
του άρθρου 312 δεν δύναται να εφαρμοστεί. Επιπρόσθετα, η όποια συνεχής
σκληρή συμπεριφορά δεν αρκεί για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης
του εγκλήματος – απαιτείται, προκειμένου να εφαρμοστεί η εν λόγω διάταξη,
και η επέλευση της σωματική κάκωσης ή βλάβης της υγείας και «χωρίς αυτήν
δεν υφίσταται καθ’ ολοκληρίαν η έννοια του εν λόγω εγκλήματος». Άρα, ο
«εκφοβισμός» όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, δεν προστατεύεται
από τη συγκεκριμένη διάταξη, παρά μόνον ίσως σε περίπτωση απόπειρας του
εν λόγω αδικήματος. Αυτό το οποίο φαίνεται να αξιοποίησε ο νομοθέτης από
τον ορισμό του τραμπουκισμού είναι το στοιχείο της επανάληψης στο επίπεδο
της «συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς. Η ερμηνεία των όρων «συνεχής» και
«σκληρή» συμπεριφορά από την νομολογία φαίνεται, πάντως, να
προσομοιάζουν σε όσα αναπτύσσονται στις θεωρητικές προσεγγίσεις του
τραμπουκισμού. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία «ως σκληρή
συμπεριφορά θεωρείται η προερχόμενη από έλλειψη συναισθήματος έναντι του
άλλου, του αδύνατου προσώπου, που εκφράζεται αντικειμενικά με την
πρόκληση σημαντικών πόνων, οδυνών, βασάνων, σωματικών ή ψυχικών» ή σε
άλλη απόφαση αναφέρεται ότι «…σκληρή δε συμπεριφορά είναι η προερχόμενη
από έλλειψη συναισθήματος έναντι του αδυνάτου, που εκφράζεται
αντικειμενικά με την πρόκληση σημαντικών πόνων, οδυνών, και βασάνων
(σωματικών και ψυχικών)…» και κατ’ άλλη προσέγγιση «… Σκληρή είναι η
συμπεριφορά που προέρχεται από πρόθεση αδιάφορη για τα παθήματα των
άλλων και η οποία υπάρχει όταν ο δράστης, κατά την τέλεση της πράξης, έχασε
το αναγκαίο ανασταλτικό έναντι των παθημάτων του θύματος αίσθημα, που
υπάρχει σε κάθε φιλάνθρωπο και με κατανόηση σκεπτόμενο άνθρωπο …». Η
περιγραφή από τη νομολογία της σκληρής συμπεριφοράς αποτελεί διατύπωση,
πουταυτίζεται με τον ορισμό της έλλειψης ενσυναίσθησης (empathy), η οποία
αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, χαρακτηριστικό των εκφοβιστών.
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ο επικουρικός χαρακτήρας της εν λόγω
διάταξης, αφού τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση που δε συντρέχει
περίπτωση εφαρμογής διάταξης η οποία τιμωρεί βαρύτερη αξιόποινη πράξη. Και
πάλι, όμως, από τη γραμματική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, σε
περιπτώσεις ψυχικής βλάβης των αναφερόμενων στη διάταξη προσώπων θα
είναι η μόνη διάταξη που εφαρμόζεται (αποκλειομένης, βέβαια, λόγο
ειδικότητας και βαρύτερης αξιόποινης πράξης της διάταξης της παραγράφου 4
του άρθ. 6 του ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής
βίας).
Σε συνέχεια των ανωτέρω, είναι προφανές ότι σύμφωνα με τις μορφές
τις οποίες εκδηλώνεται ο εκφοβισμός (ως ήδη προελέχθη) τα λοιπά ποινικά
αδικήματα, που περιλαμβάνονται στην «ομπρέλα» του, είναι, ενδεικτικά, όσα
αναφέρονται στην προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας
αναφορικά με τη σωματική διάσταση του bullying (π.χ. άρθ. 299 ΠΚ –
ανθρωποκτονία με πρόθεση, άρθ. 301 ΠΚ – συμμετοχή σε αυτοκτονία, άρθ.
304 ΠΚ – τεχνητή διακοπή  της εγκυμοσύνης, άρθ. 304A ΠΚ – σωματική βλάβη
εγκύου  ή νεογνού, άρθ. 306 ΠΚ – έκθεση, άρθ. 307 ΠΚ– παράλειψη λύτρωσης
από κίνδυνο ζωής, άρθ. 308 ΠΚ– απλή σωματική βλάβη, άρθ. 308 Α ΠΚ –
απρόκλητη σωματική βλάβη, άρθ. 309 ΠΚ – επικίνδυνη σωματική βλάβη, άρθ.
310 ΠΚ – βαριά σωματική βλάβη, άρθ. 311 ΠΚ – θανατηφόρα βλάβη) και στην
προστασία της τιμής του παθόντος εκ της αξιόποινης πράξης αναφορικά με τη
λεκτική και κοινωνική διάσταση του bullying (άρθ. 361 ΠΚ – εξύβριση, άρθ.
361A ΠΚ – απρόκλητη έμπρακτη εξύβριση, άρθ. 362 ΠΚ – δυσφήμηση, άρθ.
363 ΠΚ – συκοφαντική δυσφήμηση κ.α.). Περαιτέρω, σε περίπτωση
παραβίασης του Ν. 2472/1997 για την προστασία δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα, δύναται να τύχει εφαρμογής το άρθ. 22 του εν λόγω νόμου το
οποίο προβλέπει ποινικές κυρώσεις (αρκετές τέτοιες περιπτώσεις εντοπίζονται
σε περιστατικά cyber bullying, όπου ο θύτης επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο
σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των
δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει,
επεξεργάζεται, δημοσιοποιεί κ.λπ. του θύματος με δεδομένο ότι υπάρχουν
αρκετά προσωπικά δεδομένα τα οποία τηρούνται σήμερα ψηφιακά και στα
οποία μπορεί να αποκτηθεί πρόσβαση). Επιπρόσθετα, σε περιπτώσεις
ρατσιστικών συμπεριφορών μπορεί να τύχει εφαρμογής ο Ν. 927/1979 «Περί
κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις»,
όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 4285/2014. Στα εγκλήματα τα οποία
μπορούν να χαρακτηριστούν ως bullying, πριν καν ανιχνευθεί η ανισορροπία
δύναμης ως βασικό συστατικό στοιχείο της συμπεριφοράς, πρέπει να πληρούται
και η βασική προϋπόθεση της ύπαρξης θύματος. Στα εγκλήματα που ήδη
αναφέρθηκαν (εγκλήματα κατά της ζωής, σωματικές βλάβες, εγκλήματα κατά
της τιμής) υπάρχει παθών εκ της αξιόποινης συμπεριφοράς, άρα και θύμα.

Συμπερασματικά, θα έλεγα πως ο νομοθέτης επέδειξε ιδιαίτερη ζέση στο
να προβλέψει ως αξιόποινες συμπεριφορές εκφοβισμού με το άρθ. 312 του ΠΚ.
Εντούτοις, η ποικιλομορφία των συμπεριφορών που μπορούν να εντάσσονται
στην έννοια του εκφοβισμού (όπως καταδείχθηκε αναλυτικά ανωτέρω), σε
συνδυασμό με τις αποδεικτικές δυσχέρειες που ενυπάρχουν σε περιπτώσεις
βλάβης της ψυχικής υγείας (ως προς το αποτέλεσμα και τον αιτιώδη σύνδεσμο)
και με την επικουρικότητα της διάταξης του 312 ΠΚ, δημιουργούν ζωηρές
αμφιβολίες ως προς την εφαρμοσιμότητα της διάταξης και ανησυχίες για το ότι
και αυτή μπορεί να καταστεί ανεφάρμοστη.

Επίλογος

Η έννοια του εκφοβισμού ή τραμπουκισμού περιλαμβάνει συμπεριφορές
οι οποίες πλήττουν διαφορετικά έννομα αγαθά καθώς και συμπεριφορές οι
οποίες (ορθώς) δεν είναι αξιόποινες. Δεν υπάρχει – και κατά τη γνώμη μου δε
μπορεί να υπάρξει – κάποιο κοινό έννομο αγαθό προς προστασία προκειμένου
να χωρήσει μια ενιαία νομοθετική ρύθμιση για την αντιμετώπιση του bulling. Τα
«παιχνίδια εξουσίας» τα οποία λαμβάνουν χώρα σε περιστατικά τραμπουκισμού
έχουν ως όριο τον νόμο, έτσι όπως προσδιορίζεται από τις επιμέρους διατάξεις,
που καθιστούν αξιόποινες συγκεκριμένες συμπεριφορές. Τα διαφορετικά
χαρακτηριστικά κάθε πράξης επιβάλλουν διαφορετική νομική αντιμετώπιση
(έως και ατιμωρησία!). Ο τραμπουκισμός, δηλαδή, δεν (μπορεί να) αποτελεί
ένα ενιαίο αδίκημα. Το δε νομικό οπλοστάσιο θεωρώ ότι είναι επαρκές για την
αντιμετώπιση των ως άνω συμπεριφορών. Τα προβλήματα, βέβαια, που
ενυπάρχουν έχουν να κάνουν με την ίδια την απονομή της δικαιοσύνης (μη
εκδίκαση υποθέσεων σε εύλογο χρόνο κ.λπ.).
Δυνάμει των ανωτέρω, ως καταλληλότερη λύση – πρόταση για την
αντιμετώπιση του προβλήματος κατά τη γνώμη μου δεν είναι το ποινικό δίκαιο
(μην ξεχνάμε και τον χαρακτήρα της καταστολής και της επιβολής ποινής ως
ultimum refugium). Η αξιοποίηση εργαλείων για την επίλυση συγκρούσεων
(conflict resolution tools), όπως η διαμεσολάβηση (mediation), και εφόσον
λειτουργεί, φέρνει τα μέρη πιο κοντά, αναπτύσσει την ενσυναίσθηση (empathy)
και τελικά μειώνει τον αριθμό των σχετικών περιστατικών, είναι
εφαρμοστέα και προς τη σωστή κατεύθυνση. Γι’ αυτό και ο νομοθέτης πρέπει
να θεσμοθετήσει και να δώσει επίσημο χαρακτήρα σε τέτοιες διαδικασίες,
ιδανικά μέσα στα όρια της εκπαιδευτικής κοινότητας και εκτός δικαστικής
ποινικής διαδικασίας, εκδοχή που θα ήταν και η βέλτιστη για την επίλυση των
προβλημάτων αυτών.

Το θέμα της εισήγησης είναι ο σχολικός εκφοβισμός, ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο, που για πρώτη φορά καταγράφηκε και μελετήθηκε συστηματικά τη δεκαετία του 1970 στη Νορβηγία μετά την αυτοκτονία τριών θυμάτων, οπότε και αναγνωρίστηκε ως κοινωνικό ζήτημα και δέκα περίπου χρόνια αργότερα εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά ο αγγλικός όρος που έχει επικρατήσει και στη χώρα μας, ήτοι το «bullying», όπου bully νοείται ο νταής, ο τραμπούκος, ενώ στην ελληνική γλώσσα βάσει της ελληνικής βιβλιογραφίας αποδίδεται με διάφορες ονομασίες, όπως σχολικός τραμπουκισμός, εκφοβισμός/θυματοποίηση, σχολική επιθετικότητα, αντικοινωνική συμπεριφορά και άλλες. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο έχει αναμφισβήτητα βλαβερές συνέπειες στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού και στη διαδικασία της μάθησής του, έχει λάβει και στη χώρα μας ανησυχητικές διαστάσεις, εάν ληφθεί υπόψη ότι τα ποσοστά του σχολικού εκφοβισμού κυμαίνονται σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένου από 6% (που αφορά μαθητές του δημοτικού) έως και 15% για θύτες και θύματα.

Στόχοι της εισήγησης είναι η οριοθέτηση του προβλήματος της σχολικής βίας και του σχολικού εκφοβισμού, η αναγνώριση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου και των εξ αυτού επιτρεπόμενων βασικών παιδαγωγικών πρακτικών, η διερεύνηση των αιτιών και των αποτελεσμάτων του φαινομένου μέσα από το αλληλεπιδραστικό πλαίσιο που διαμορφώνουν οι νομικές, παιδαγωγικές, ψυχολογικές και κοινωνικές παράμετροι και τέλος ο εντοπισμός των τρόπων αντιμετώπισης της παθογόνου αυτής κατάστασης.

ΟΡΙΣΜΟΣ

Αν θελήσουμε να δώσουμε έναν ορισμό του σχολικού εκφοβισμού θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει µια κατάσταση, κατά την οποία εκτελείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά µε σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε συμμαθητές από συμμαθητές τους, στα πλαίσια μιας διαπροσωπικής σχέσης που χαρακτηρίζεται από δυσαναλογία εξουσίας, εντός και εκτός σχολείου.

Τα βασικά εννοιολογικά στοιχεία του παραπάνω ορισμού, που αποτελούν και τα κριτήρια οριοθέτησης της έκφανσης του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού είναι τέσσερα: α) το απρόκλητο και σκόπιμο της επιθετικής συμπεριφοράς, αποκλειομένης έτσι οποιασδήποτε αμελούς συμπεριφοράς μεταξύ συμμαθητών στα πλαίσια του παιχνιδιού, β) το επαναλαμβανόμενο της επιθετικής συμπεριφοράς, αποκλειομένων των μεμονωμένων περιστατικών, όπως ένας τυχαίος καβγάς ή μια λεκτική διαμάχη ανάμεσα σε συμμαθητές, γ) η ανισορροπία δύναμης και εξουσίας, υπό την έννοια της επίδειξης κυριαρχίας σε ασθενέστερα άτομα, τα οποία αδυνατούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Γι΄ αυτό άλλωστε και ερμηνεύεται ως συστηματική κατάχρηση δύναμης και δ) οι αρνητικές επιπτώσεις και αποτελέσματα, υπό την έννοια ότι οι πράξεις σχολικού εκφοβισμού έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών ή συναισθηματικών δυσκολιών (ψυχολογικές δυσκολίες ή δυσκολίες συμπεριφοράς) στο θύμα.

ΜΟΡΦΕΣ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ

Ο εκφοβισμός μπορεί να εκδηλωθεί µε διάφορες μορφές άμεσες ή έμμεσες, οι οποίες αναφέρονται σε διάφορα περιστατικά τα οποία παραβιάζουν τα δικαιώματα των παιδιών. Οι άμεσες μορφές εκφοβισμού αναγνωρίζονται πιο εύκολα, προκειμένου οι εκπαιδευτικοί να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, ενώ οι έμμεσες χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και παρατήρησης εκ μέρους των εκπαιδευτικών και των γονέων. Όλες, ωστόσο, οι μορφές έχουν βαρύτατες αρνητικές συνέπειες στα πρόσωπα, στα οποία ασκούνται είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα, ενώ δυστυχώς σε μερικές περιπτώσεις απειλείται ακόμα και η σωματική ακεραιότητα των μαθητών. Πολλές από τις μορφές είναι επικαλυπτόμενες και διακρίνονται µόνο βάσει πολύ συγκεκριμένων λεπτομερειών. Είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα σημαντικό, οι εκπαιδευτικοί να αναγνωρίζουν και να διακρίνουν μεταξύ του άμεσου εκφοβισμού -µε σχετικά ανοιχτές επιθέσεις απέναντι στο θύμα -και έμμεσου εκφοβισμού, µε τη μορφή της κοινωνικής απομόνωσης και του σκόπιμου αποκλεισμού από την ομάδα προκειμένου να προβαίνουν στις κατάλληλες θεραπευτικές ενέργειες.

Οι διάφορες μορφές του εκφοβισμού είναι οι εξής:

Α. Λεκτικός: Πρόκειται για άμεση μορφή εκφοβισμού, ο οποίος περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση υβριστικών ή περιπαικτικών εκφράσεων, χρήση παρατσουκλιών, πειραγμάτων, αγενών σχολίων και ειρωνείας ή και άλλου είδους κοροϊδευτικών και σαρκαστικών εκφράσεων που απευθύνονται σκόπιμα από κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων σε κάποιο άλλο προκειμένου να τον πληγώσουν. Δεδομένου ότι αναφέρεται σε διάπραξη προφορικών επιθέσεων είναι δύσκολο να διευθετηθεί, ακόμα και όταν γίνεται αναφορά στους εκπαιδευτικούς ή και σε άλλους ενήλικες, εφόσον αυτοί που τον ασκούν πάντα το αρνούνται, και ειδικά στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν χειροπιαστές αποδείξεις και μαρτυρίες από τους παρευρισκόμενους μάρτυρες.

Β. Συναισθηματικός: Πρόκειται κυρίως για έμμεση μορφή εκφοβισμού. Ο συναισθηματικός εκβιασμός περιλαμβάνει απειλές, εκβιασμούς, διάδοση κακοηθών και ψευδών φημών υβριστικές ή περιπαικτικές εκφράσεις για τη φυλή, την εθνικότητα, τη θρησκεία, την ταυτότητα αναπηρίας, τη σεξουαλική ταυτότητα του θύματος, επιδιωκόμενη απομάκρυνση των φίλων, απομόνωση ή και άσκηση πίεσης από τους συμμαθητές.

Γ. Ψυχολογικός: Πρόκειται για έμμεση μορφή εκφοβισμού, όπου τα θύματα βιώνουν εσκεμμένα σε μεγάλη συχνότητα αποκλεισμό από κοινωνικές ή/και ομαδικές δραστηριότητες, κοινωνική απομόνωση ή αποκλεισμό από το παιχνίδι στα διαλείμματα. Όπως και στον συναισθηματικό εκβιασμό και εδώ τα θύματα μπορεί να είναι αποδέκτες δυσφήμησης και κακοπροαίρετων κουτσομπολιών ή επεισοδίων µε στόχο τη γελοιοποίησή τους.

∆. Σωματικός: Ο σωματικός εκφοβισμός αποτελεί την πιο άμεση μορφή εκδήλωσης του φαινομένου. Αφορά την άσκηση φυσικής βίας. Τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια αποτελούν αποδέκτες σωματικής βίας. Αυτή η μορφή εκφοβισμού συνδέεται άμεσα µε τη μυϊκή δύναμη ή τη σωματική διάπλαση του ‘εκφοβιστή’ (bully). Για το λόγο αυτό, συχνά εκδηλώνεται από μεγαλύτερης ηλικίας μαθητές σε μαθητές μικρότερων τάξεων, µε σπρωξίματα στους διαδρόμους και τις σκάλες του σχολείου, εγκλεισμούς σε τουαλέτες και αποθηκευτικούς χώρους ή µε την άσκηση πίεσης προκειμένου τα θύματα να κάνουν κάτι παρά τη θέλησή τους.

Ε. Σεξουαλικός: Πρόκειται για µια μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης, η οποία αφορά αγόρια και κορίτσια και εκδηλώνεται µε υβριστικά σχόλια ή πειράγματα σεξουαλικού περιεχομένου, ανήθικες χειρονομίες, ανεπιθύμητα αγγίγματα ή δημοσιοποίηση περιπαιχτικών σεξουαλικών σκίτσων μέχρι και σοβαρών σεξουαλικών επιθέσεων.

ΣΤ. Ρατσιστικός: Πρόκειται για την εκδήλωση λεκτικής, συναισθηματικής ή και σωματικής βίας που στόχο έχουν να προσβάλλουν το θύμα λόγω της καταγωγής του, της κοινωνικής τάξης του, της οικονομικής κατάστασης της οικογένειά τους και γενικά της διαφορετικότητάς του από το σύνολο της πλειοψηφίας.

Ζ. Εκφοβισμός µε εκβιασμό (extortion): Συνήθως αναφέρεται στην κλοπή ή καταστροφή υλικών αντικειμένων του θύματος, όπως την εκούσια απόσπαση χρημάτων ή προσωπικών αντικειμένων και συνοδεύεται από απειλές ή και τον εξαναγκασμό σε ανεπιθύμητες, αντικοινωνικές πράξεις.

Η. Ηλεκτρονικό bullying/cyber bullying: Το cyberbullying περιγράφεται ως “η επαναλαμβανόμενη και εκ προθέσεως βλάβη που προκαλείται διαμέσου της χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, κινητών τηλεφώνων και άλλων ηλεκτρονικών συσκευών” και εμφανίζεται συχνότερα σε ιστότοπους όπου συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός εφήβων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η αποστολή υβριστικού ή απειλητικού υλικού µέσω e-mails και των υπηρεσιών MMS και SMS των κινητών τηλεφώνων και των διαδικτυακών τόπων κοινωνικής δικτύωσης, ή τον αποκλεισμό ενός ατόμου από µια δικτυακή ομάδα ή επαναλαμβανόμενες κλήσεις στο κινητό του από άγνωστο νούμερο.

ΠΡΟΦΙΛ ΘΥΤΗ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΟΣ

Αν και το παιδί που εκφοβίζει είναι το ίδιο υπεύθυνο για την ‘κακοποίηση’ του θύματος διακατέχεται και αυτό από σημαντικά ψυχολογικά προβλήματα που χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης. Συνήθως τα παιδιά αυτά διακρίνονται για την αντικοινωνική τους συμπεριφορά, διακατέχονται από την ανάγκη για κυριαρχία και επιβολή της εξουσίας τους σε άλλους, εκδηλώνουν αδυναμία ελέγχου παρορμήσεων και έλλειψη αίσθησης του μέτρου, εμφανίζουν διογκωμένη αντίληψη για τον εαυτό τους και χαμηλή ή και απόλυτη έλλειψη ενσυναίσθησης (empathy), αισθάνονται ασυνήθιστα χαμηλό άγχος, δυσκολεύονται στη διαλεκτική επίλυση των διαφορών τους και στη διαχείριση της επιθετικότητάς τους και επιδεικνύουν εχθρότητα απέναντι στο περιβάλλον τους, ιδιαίτερα σε γονείς και εκπαιδευτικούς.
Ιδιαίτερα στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ στην ενσυναίσθηση, η οποία θεωρείται από τους ερευνητές ως ένας σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας της επιθετικότητας, επειδή ακριβώς παρακινεί τους ανθρώπους να συμπεριφερθούν με τρόπους που δεν θα είναι βλαπτικοί για τους άλλους. Η ενσυναίσθηση ορίζεται ως το μοίρασμα της συναισθηματικής κατάστασης ενός άλλου προσώπου. Οι τρέχουσες προσεγγίσεις περιγράφουν την ενσυναίσθηση ως μια πολυδιάστατη κατασκευή που εμπεριέχει γνωστικά και συναισθηματικά στοιχεία (Davis, 1994). Το γνωστικό περιεχόμενο, απεικονίζει τη δυνατότητα κάποιου να ταυτίζεται με την οπτική άλλων ανθρώπων και να την κατανοεί· το συναισθηματικό στοιχείο από την άλλη, αφορά βιώματα συμπόνιας και ανησυχίας προς τον άλλον. Από επιστημονικές έρευνες προέκυψε ότι υπάρχουν γονεϊκές συμπεριφορές που ενθαρρύνουν την ενσυναίσθηση των παιδιών, όπως εκείνες που ανταποκρίνονται στις συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών, που επιτρέπουν την έκφραση συναισθημάτων και που ενθαρρύνουν την ευαισθητοποίηση των παιδιών προς τους συνομηλίκους τους, ενώ άλλες τις εμποδίζουν όπως είναι οι σκληρές μορφές πειθαρχίας με ελάχιστη αιτιολόγηση καθώς και τα χαμηλά επίπεδα ζεστασιάς.

ΠΡΟΦΙΛ ΘΥΜΑΤΟΣ

Όσοι έχουν ασχοληθεί με τη σκιαγράφηση των χαρακτηριστικών των θυμάτων εκφοβισμού περιγράφουν μαθητές που είναι μη επιθετικοί, αγχώδεις, ανασφαλείς, μοναχικοί, μη δημοφιλείς, με χαμηλή αυτοεκτίμηση και έλλειψη δυναμισμού, ενώ επίσης διακρίνονται από αδυναμία εκδήλωσης των συναισθημάτων και επίλυσης των προβλημάτων τους. Τα παιδιά που βιώνουν εκφοβισμό, ταυτίζουν το σχολείο µε την έννοια της ανασφάλειας και της αποδοκιμασίας, µε αποτέλεσμα να παρουσιάζουν στοιχεία σχολικής άρνησης, ελλιπή σχολική φοίτηση, αδυναμία συγκέντρωσης σε εργασίες, άρνηση συμμετοχής σε σχολικές δραστηριότητες και στην όποια εν γένει μαθησιακή διαδικασία.

ΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Α)ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΠΕΔΟ

Το Συμβούλιο της Ευρώπης στην προσπάθειά του να διαφυλάξει τα δικαιώματα του παιδιού συγκρότησε το πρόγραμμα «Χτίζοντας µε τη βοήθεια των παιδιών µια Ευρώπη για τα παιδιά» (www.coe.int/children), το οποίο ασχολείται µε την προώθηση των δικαιωμάτων των παιδιών και µε την προστασία των παιδιών από τη βία. Περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο Υπουργών υιοθέτησε απόφαση δημιουργίας του ειδικού προγράμματος DAPHNE III ως τμήματος του γενικού Προγράμματος «Θεμελιώδη ∆ικαιώματα και ∆ικαιοσύνη». Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού δημιουργήθηκε το πρώτο κοινό ευρωπαϊκό δίκτυο κατά του σχολικού εκφοβισμού με τη συμμετοχή δεκαεπτά οργανισμών από δεκατρείς χώρες της Ευρώπης με στόχο τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου πολιτικής και εργαλείων παρέμβασης. Εξάλλου και ο Διεθνής Ανθρωπιστικός και Ανεξάρτητος Οργανισμός «Hope For Children» μέσω του προγράμματος «Beat Bullying», υλοποιεί σχολικά εργαστήρια κατά της βίας στα σχολεία με στόχο την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των μαθητών, των εκπαιδευτικών και των γονέων σε ζητήματα αναγνώρισης, πρόληψης και αντιμετώπισης του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού. Τέλος και το Συμβούλιο της Ευρώπης συνέταξε την ευρωπαϊκή χάρτα για την εξασφάλιση του δικαιώματος του παιδιού για ένα ασφαλές σχολικό περιβάλλον.

Β) ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Στο νομοθετικό εκπαιδευτικό πλαίσιο δεν υπάρχει καμία ειδική πρόβλεψη για το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού αλλά ούτε και σαφείς αναφορές για τις αρμοδιότητες των παραγόντων της εκπαιδευτικής διαδικασίας (Σχολικοί Σύμβουλοι, Διευθυντές σχολικών μονάδων, Εκπαιδευτικοί) απέναντι στα φαινόμενα της σχολικής βίας, οπότε οι αρμοδιότητες των εκπαιδευτικών και το πλαίσιο αντιμετώπισης και διαχείρισης περιστατικών σχολικού εκφοβισμού συνάγονται από τα γενικότερα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, όπως ορίζονται στα άρθρα 8 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 497/1981 όσον αφορά την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, τα άρθρα 26 παρ. 3 και 27 του ΠΔ 104/1979 και του άρθρου 21 παρ. 1 του Ν. 3328/2005 όσον αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αλλά και σε διάφορες εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας, όπως η με αριθμό Γ2/4094/23-09-1986 σχετικά µε τον «Κανονισμό Λειτουργίας των Μαθητικών Κοινοτήτων» αλλά και η με αριθμό Γ2/6563/21-11-1996 εγκύκλιος του Υπουργείο Παιδείας με την οποία απαγορεύεται η ομαδική αποβολή καθώς και η αποβολή όλων των μαθητών που εμπλέκονται εκ περιτροπής. Ειδικότερα, περιστατικά, τα οποία εμπίπτουν σε όλες τις μορφές εκφοβισμού και διαπράττονται από κάποιον μαθητή εις βάρος κάποιου άλλου μέσα στον σχολικό χώρο αντιμετωπίζονται σύμφωνα µε τις σχετικές διατάξεις του ισχύοντος από το 1979 προεδρικού διατάγµατος, Π.∆. 104/1979 «Περί σχολικού και διδακτικού έτους, υπηρεσιακών βιβλίων, εγγραφών, μετεγγραφών, φοιτήσεως, διαγωγής και τιμητικών διακρίσεων των μαθητών των σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαιδεύσεως». Χαρακτηριστικά στο εν λόγω προεδρικό διάταγμα, αναφέρεται στο άρθρο 26 παρ. 3 ότι η προσήκουσα διαγωγή των μαθητών, νοουμένη ως έμπρακτος συμμόρφωσις προς τους διέποντας την σχολικήν ζωήν κανόνας και προς τας ηθικάς αρχάς του κοινωνικού περιβάλλοντος, εντός του οποίου διαβιούν, αποτελεί υποχρέωσιν αυτών, πάσα δε παρέκκλισις εκ ταύτης, εκδηλουμένη δι` υπαιτίου πράξεως ή παραλείψεως, αποτελεί αντικείμενον παιδαγωγικού ελέγχου και εν ανάγκη αντιμετωπίζεται διά σχολικών κυρώσεων κατά τας διατάξεις του παρόντος Π. Δ/τος, ενώ στο άρθρο 27 προβλέπεται ότι για την υπαίτια παρέκκλιση από την προσήκουσα κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 26 διαγωγής και αναλόγως του βαθμού της παρεκκλίσεως αυτής επιβάλλονται στους μαθητές οι κάτωθι κυρώσεις: α) παρατήρηση, β) επίπληξη, γ) ωριαία απομάκρυνση από το διδασκόμενο μάθημα, δ) αποβολή από τα μαθήματα μέχρι 3 ημερών, ε) αποβολή από τα μαθήματα μέχρι 5 ημερών και στ) αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Οι τρεις πρώτες κυρώσεις (παρατήρηση, επίπληξη και ωριαία απομάκρυνση από το μάθημα) επιβάλλονται με απόφαση του διδάσκοντος καθηγητή, η τέταρτη (τριήμερη αποβολή) επιβάλλεται με απόφαση του Διευθυντή του Σχολείου, η Πέμπτη (πενθήμερη αποβολή) με απόφαση του Συμβουλίου, που αποτελείται από τον Διευθυντή του Σχολείου ως Προέδρου και τους διδάσκοντες στην τάξη του μαθητή καθηγητές, ενώ η αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος με απόφαση της Ολομέλειας του Συλλόγου των Διδασκόντων του Σχολείου. Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις διαφαίνεται, αν και µη πλήρως θεσμοθετημένη, η τάση και η επιθυμία του Υπουργείου Παιδείας να εφαρμοστεί μια πιο εκσυγχρονισμένη και αναβαθµισμένη παιδαγωγικά πολιτική, όπως το μοντέλο της «συμβουλευτικής μεταξύ συνομηλίκων» και το μοντέλο της «διαμεσολάβησης».

Γ) ΣΤΟΝ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ

Με το άρθρο 8 του ν. 4322/2015 αντικαταστάθηκε (εσπευσμένα) μετά την αποκάλυψη του θανάτου σπουδαστή σε επαγγελματική σχολή στα Ιωάννινα τον Μάρτιο του 2015 ο οποίος παρουσιάστηκε ως θύμα bullying συμφοιτητών του, το άρθρο 312 του ΠΚ. Η διάταξη μέχρι τότε είχε την ακόλουθη μορφή: «Αν δεν συντρέχει περίπτωση Βαρύτερης αξιόποινης πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών: α) όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του ή που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή που του το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέλειά του β) όποιος με κακόβουλη παραμέληση των υποχρεώσεών του προς τα προαναφερόμενα πρόσωπα γίνεται αιτία να πάθουν σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας τους». Ήδη μετά την τροποποίησή της η διάταξη έχει πλέον ως εξής:. «Αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση, όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σε τρίτον σωματική κάκωση ή άλλη βλάβη της σωματικής ή ψυχικής υγείας. Αν η πράξη τελείται μεταξύ ανηλίκων δεν τιμωρείται εκτός αν η μεταξύ τους διαφορά ηλικίας είναι μεγαλύτερη από τρία (3) έτη, οπότε επιβάλλονται μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. 2. Αν το θύμα δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του ή δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέλειά του ή του το έχουν εμπιστευθεί για ανατροφή, διδασκαλία, επίβλεψη ή φύλαξη έστω προσωρινή, αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με συστηματική παραμέληση των υποχρεώσεων του προς τα προαναφερόμενα πρόσωπα γίνεται υπαίτιος να πάθουν σωματική κάκωση ή Βλάβη της σωματικής ή ψυχικής τους υγείας.». Ο νομοθέτης με την τροποποίηση στην οποία προέβη άλλαξε τα χαρακτηρολογικά στοιχεία του εγκλήματος που προβλεπόταν στο ά. 312 ΠΚ. Κατά πρώτο λόγο οι ιδιότητες που καθιστούσαν το έγκλημα ιδιαίτερο πέρασαν στην δεύτερη παράγραφο ενώ με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 312 θεσπίζεται κοινό έγκλημα αφού καθένας μπορεί να είναι υποκείμενο της αξιόποινης πράξης. Η βασικότερη αλλαγή στην εν λόγω διάταξη είναι ότι αναφέρεται στην βλάβη ή κάκωση της σωματικής ή ψυχικής υγείας ατόμου οποιασδήποτε ηλικίας ή καταστάσεως και όχι μόνον ανηλίκου ή ανήμπορου να υπερασπιστεί τον εαυτό του και βρίσκεται υπό την φροντίδα του δράστη (όπως στην προϊσχύσασα διάταξη). Σε περίπτωση, δε, που το θύμα είναι ανήλικο, ο νομοθέτης αυστηροποίησε την προβλεπόμενη ποινή (από τουλάχιστον τρεις σε τουλάχιστον έξι μήνες στην παράγραφο 2 του άρθρου). Επιπρόσθετα, νεοπαγής είναι και η πρόβλεψη για βλάβη και της ψυχικής υγείας, με τις εύλογες, βέβαια, αποδεικτικές δυσχέρειες που προκύπτουν, ιδίως σε ότι αφορά τα ζητήματα αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς ή της παραμέλησης των υποχρεώσεων και της Βλάβης της ψυχικής υγείας. Αναφορικά με τους ανήλικους δράστες του συγκεκριμένου εγκλήματος, ο νομοθέτης περιόρισε το αξιόποινο σε όσους έχουν ηλικιακή διαφορά πάνω από τρία έτη με το θύμα τους. Η επιλογή αυτή είναι ορθή, καθώς σε περιπτώσεις παραβατικών ανηλίκων πρέπει να αποφεύγονται τα μέτρα με κατασταλτικό χαρακτήρα. Προς αυτήν την κατεύθυνση, άλλωστε, κινήθηκε και η αιτιολογική έκθεση του νόμου σύμφωνα με την οποία «η πράξη μεταξύ ανηλίκων παραμένει ατιμώρητη εκτός εάν υπάρχει διαφορά ηλικίας άνω των τριών ετών, καθώς οι συμπεριφορές αυτές μεταξύ ανηλίκων της ίδιας ηλικίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μέτρα διαπαιδαγώγησης και όχι εμπλοκής με τον ποινικό νόμο». Προβληματισμός βέβαια έχει στην πράξη ανακύψει για το κατά πόσο με τη διάταξη αυτή πραγματώνεται όντως ο σκοπός του νομοθέτη για την προστασία του θύματος του σχολικού εκφοβισμού /τραμπουκισμού, όπως αυτός από την αιτιολογική τουλάχιστον έκθεση του Ν. 4322/2015 συνάγεται. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση «Η νομοθετική αυτή εξέλιξη κρίνεται αναγκαία για την προστασία εννόμων αγαθών, κυρίως ενός συγκεκριμένου κύκλου ευάλωτων κοινωνικών ομάδων (ανήλικων και νεαρών ενήλικων), απέναντι σε ένα σύνθετο είδος εγκληματικής συμπεριφοράς που υλοποιείται με επαναλαμβανόμενο — συνεχή, σκληρό τρόπο (συνήθως άσκηση σωματικής και ψυχολογικής 6ίας- εκφοβισμού, που υποδαυλίζονται και από ρατσιστικές αντιλήψεις και στερεότυπα.)». Ωστόσο, η μόνη αναφορά σχετικά με την ανισορροπία δύναμης – συστατικό στοιχείο του τραμπουκισμού — είναι η φράση στην παράγραφο 2 του άρθρου «Αν το θύμα … δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του…». Προκειμένου, όμως, να εφαρμόζεται η συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να πληρούται και κάποια από τις προϋποθέσεις που τίθεται κατωτέρω αναφορικά με την ιδιαίτερη ιδιότητα του δράστη του συγκεκριμένου εγκλήματος. Αν, επομένως, ο δράστης δεν έχει το θύμα στην επιμέλεια ή στην προστασία του κ.λπ., όπως συμβαίνει μεταξύ συμμαθητών, η παράγραφος 2 του άρθρου 312 δεν δύναται να εφαρμοστεί. Επιπρόσθετα, η όποια συνεχής σκληρή συμπεριφορά δεν αρκεί για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος – απαιτείται, προκειμένου να εφαρμοστεί η εν λόγω διάταξη και η επέλευση της σωματική κάκωσης ή βλάβης της υγείας και «χωρίς αυτήν δεν υφίσταται καθ’ ολοκληρίαν η έννοια του εν λόγω εγκλήματος». Άρα, ο «εκφοβισμός» όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση δεν προστατεύεται από τη συγκεκριμένη διάταξη παρά μόνον ίσως σε περίπτωση απόπειρας του εν λόγω αδικήματος. Αυτό το οποίο φαίνεται να αξιοποίησε ο νομοθέτης από τον ορισμό του τραμπουκισμού είναι το στοιχείο της επανάληψης στο επίπεδο της «συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς. Η ερμηνεία των όρων «συνεχής» και «σκληρή» συμπεριφορά από την νομολογία φαίνεται, πάντως, να προσομοιάζουν σε όσα αναπτύσσονται στις θεωρητικές προσεγγίσεις του τραμπουκισμού. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία «ως σκληρή συμπεριφορά θεωρείται η προερχόμενη από έλλειψη συναισθήματος έναντι του άλλου, του αδύνατου προσώπου, που εκφράζεται αντικειμενικά με την πρόκληση σημαντικών πόνων, οδυνών, βασάνων, σωματικών ή ψυχικών» ή σε άλλη απόφαση αναφέρεται ότι «…σκληρή δε συμπεριφορά είναι η προερχόμενη από έλλειψη συναισθήματος έναντι του αδυνάτου, που εκφράζεται αντικειμενικά με την πρόκληση σημαντικών πόνων, οδυνών, και βασάνων (σωματικών και ψυχικών)…» και κατ’ άλλη προσέγγιση «Σκληρή είναι η συμπεριφορά που προέρχεται από πρόθεση αδιάφορη για τα παθήματα των άλλων και η οποία υπάρχει όταν ο δράστης, κατά την τέλεση της πράξης, έχασε το αναγκαίο ανασταλτικό έναντι των παθημάτων του θύματος αίσθημα, που υπάρχει σε κάθε φιλάνθρωπο και με κατανόηση σκεπτόμενο άνθρωπο.». Η περιγραφή από τη νομολογία της σκληρής συμπεριφοράς αποτελεί διατύπωση η οποία ταυτίζεται με τον ορισμό της έλλειψης ενσυναίσθησης (empathy), η οποία αποτελεί όπως προεκτέθηκε χαρακτηριστικό των εκφοβιστών.

ΑΙΤΙΕΣ

Περνώντας τώρα στον εντοπισμό των αιτιών της εμφάνισης του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού παρατηρούμε ότι καταγράφονται από τους μελετητές ως αιτίες η κοινωνία, που προάγει την υλιστική νοοτροπία, η οποία αποτελεί με τη σειρά της τροχοπέδη για την πνευματική ανάπτυξη, οι γενικότερες κοινωνικές εξελίξεις, που δημιουργούν στους νέους ανθρώπους ανησυχία για το μέλλον και απογοήτευση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που με τα ευτελή προγράμματά τους υποσκάπτουν τη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας των παιδιών αλλά και με την πληθώρα των προγραμμάτων βίας ενισχύουν τον μιμητισμό παρόμοιων συμπεριφορών, δεδομένου ότι ο σχολικός εκφοβισμός δεν αποτελεί φαινόμενο παρθενογένεσης αλλά αποτέλεσμα μίμησης συμπεριφορών που ενυπάρχουν στην κοινωνία. Ωστόσο κοινή είναι η διαπίστωση όλων ότι η πραγματική πηγή του κακού είναι το πυκνογραμμένο απουσιολόγιο των γονέων, γεγονός που προκαλεί οργή στα παιδιά. Γιατί έτσι είναι τα περισσότερα παιδιά με εκφοβιστική, επιθετική, παραβατική και εν γένει προβληματική συμπεριφορά. Είναι οργισμένα παιδιά, τα οποία είτε εκφράζουν την οργή τους τιμωρώντας τους άλλους με την επίδειξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς ή τη διάπραξη διαφόρων αδικημάτων συνηθέστερα αδικημάτων κατά της ιδιοκτησίας, κλοπές, φθορές ξένης ιδιοκτησίας, αδικημάτων κατά της περιουσίας, ληστείες, αδικημάτων κατά της σωματικής ακεραιότητας, απλές ή και επικίνδυνες σωματικές βλάβες, είτε – τα πιο ευαίσθητα από αυτά – εκφράζουν την οργή τους τιμωρώντας τον ίδιο τους τον εαυτό με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Είναι οργισμένα παιδιά, τα οποία, όμως, δεν αναγνωρίζουν την αιτία της οργής τους και ποιος άραγε θα τους βοηθήσει να την αναγνωρίσουν; Αυτοί κατά των οποίων στρέφεται κατά βάθος η οργή τους; Οι ίδιοι τους οι γονείς, οι οποίοι επιμένουν να ψάχνουν την αιτία του κακού στον άλλο γονέα ή στους άλλους, στους συμμαθητές, που περιθωριοποιούν, τους καθηγητές, που στοχοποιούν, στους φορείς, που αδιαφορούν, στις αρχές που αδυνατούν να ανταποκριθούν στο έργο τους, στους εμπόρους, προκειμένου περί ναρκωτικών, που εκμεταλλεύονται την αδυναμία αλλά ποτέ μα ποτέ στους ίδιους.

ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ

Ερευνητικά πορίσματα καταδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν το σχολικό κλίμα, η σχολική διοίκηση και οι παρεμβάσεις των εκπαιδευτικών στην αναχαίτιση ή την εκδήλωση της βίαιης συμπεριφοράς από τους μαθητές. Στο πλαίσιο αυτό συστήνεται στους εκπαιδευτικούς η λήψη συγκεκριμένων μέτρων, όπως η συζήτηση και ενημέρωση των παιδιών από τους καθηγητές για τα δικαιώματα τους, αλλά και τους κανόνες συμπεριφοράς στο σχολείο, η εύρεση κατάλληλων τρόπων έκφρασης της επιθετικότητας, όπως τα αθλήματα και η τέχνη καθώς και κατάλληλο πλαίσιο για ανάδειξη της ομαδικής συνεργασίας και της ευγενούς άμιλλας, η ουσιαστική και αποτελεσματική εποπτεία κατά τα διαλείμματα, ιδίως στους χώρους όπου είναι πιθανό να συμβούν περιστατικά σχολικού εκφοβισμού από μαθητές, όπως οι τουαλέτες, αποθήκες, εργαστήρια, κλπ., επικοινωνία με τους γονείς για ευαισθητοποίησή τους αλλά και για την ενημέρωσή τους σχετικά με το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, προκειμένου να είναι προϊδεασμένοι ώστε να ανιχνεύσουν συμπτώματα εάν τυχόν εμπλακούν με κάποιο τρόπο τα παιδιά τους σε τέτοια περιστατικά, παρότρυνση στους γονείς για την ενεργή συμμετοχή τους στη σχολική ζωή των παιδιών τους και τη συνεργασία τους με το εκπαιδευτικό προσωπικό, μέριμνα και λήψη κατάλληλων ενεργειών για την ομαλή ένταξη νεοφερμένων μαθητών ή μαθητών με ειδικές ανάγκες, ανάπτυξη διαθεματικών προγραμμάτων, συνδεδεμένων με το πρόγραμμα σπουδών για την προαγωγή της ψυχικής υγείας των μαθητών, προκειμένου να ενισχυθεί και το αίσθημα της συνεργασίας και της αλληλοκατανόησης μεταξύ των μαθητών, επιμόρφωση του εκπαιδευτικού προσωπικού για την αναγνώριση και αποτελεσματική διαχείριση του φαινομένου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω σε όσα αναφέρουν οι ερευνητές και έναν ακόμη τρόπο που αφορά όλους εμάς που συμμετέχουμε στην παρούσα ημερίδα και δεν είναι άλλος από τη μεταξύ μας συνεργασία. Ένας από τους κύριους στόχους – κατά την ταπεινή μου άποψη – της σημερινής μας συνάντησης είναι η προσωποποίηση του θεσμού της εισαγγελίας ανηλίκων. Θεωρώ πολύ βασικό να γνωρίζετε τα πρόσωπα που απαρτίζουν τη δύναμη της Εισαγγελίας Ανηλίκων και να απευθύνεστε σε εμάς σε περιπτώσεις όχι μόνο περιστατικών σχολικού εκφοβισμού αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση παιδιών με επιθετική, παραβατική ή εν γένει προβληματική συμπεριφορά, δεδομένου ότι έχουμε τη δυνατότητα είτε με την προσωπική επικοινωνία με τους γονείς, είτε με την παραπομπή τους σε κατάλληλο κέντρο ψυχικής υγείας είτε ακόμη και με την παραγγελία για διενέργεια παιδοψυχιατρικής εκτίμησης του ανηλίκου να συνδράμουμε κατά το δυνατόν στην επίλυση των προβλημάτων που σας απασχολούν και εν τέλει να βοηθήσουμε το πρόσωπο που καλούμαστε τόσο εσείς ως εκπαιδευτικοί όσο και εμείς ως εισαγγελείς ανηλίκων να υπηρετήσουμε, τον ανήλικο. Όλοι όσοι ερχόμαστε σε επαφή με ανηλίκους θύτες – θύματα κάθε μορφής κακοποίησης ας φροντίσουμε να ενημερωθούμε οι ίδιοι και ας μην έχουμε λάβει ειδική εκπαίδευση, ας προσπαθήσουμε να συντονιστούμε εμείς ως πρόσωπα και ας μην συντονίζονται οι κοινωνικές υπηρεσίες, ας αγωνιστούμε να οικοδομηθούμε εμείς οι ίδιοι και ας μην υπάρχουν οι κατάλληλες δομές. Αν σκεφτούμε λιγότερο το ωράριό μας που τελείωσε, εάν βάλουμε πάνω από τα δικά μας παιδιά που περιμένουν το ξένο παιδί που πονάει, εάν ενδιαφερθούμε περισσότερο για το τι θα δώσουμε στον άλλο και όχι το τι θα χάσουμε εμείς, εάν αγαπήσουμε πραγματικά, ίσως καταφέρουμε να τα βοηθήσουμε να μεταναστεύσουν σε μία πιο φιλόξενη χώρα από αυτή των παιδικών τους χρόνων. Και αυτό έχει πράγματι συμβεί σε περιπτώσεις που κάποιοι ευαισθητοποιημένοι συνάδελφοί σας απευθύνθηκαν στην Εισαγγελία Ανηλίκων χωρίς οι ίδιοι να υποστούν και σας διαβεβαιώνω γι΄ αυτό καμία δυσμενή συνέπεια. Χαρακτηριστικά αναφέρω μία περίπτωση γονέων που βασάνιζαν τα τρία παιδιά τους και μετά από ενημέρωση του Διευθυντή του Σχολείου σχηματίστηκε με παραγγελία μας σχετική δικογραφία, οι γονείς συνελήφθησαν στα πλαίσια της αυτόφωρης διαδικασίας, ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για το κακούργημα της ενδοικογενειακής σωματικής βλάβης (που συνίσταται στη μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη) και εν τέλει επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δεκαπέντε ετών στον κάθε γονέα και τα παιδιά υιοθετήθηκαν από μία οικογένεια, όπου ζουν μέχρι και σήμερα ευτυχισμένα. Γιατί τη διαφορά δεν την κάνουν οι δομές, οι υπηρεσίες και οι φορείς. Τη διαφορά την κάνουν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που αγαπούν. Γιατί μόνο η αγάπη θεραπεύει τον άνθρωπο.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Αντεισαγγελέας Εφετών κ. Στέφανος Ζαρκαντζιάς
Εισαγγελέας Πρωτοδικών κ. Δήμητρα Τσιαρδακλή