Αριθμός: 221/2016 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
Αποτελούμενο από την Ειρηνοδίκη Κορίνθου Θεοδώρα Παπαδοπούλου και τον Γραμματέα Κωνσταντίνο Κοτρώτσιο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 26-3-2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: (ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 211/2013 ΑΓΩΓΗ) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «CREDICOM CONSUMER FINANCE ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ CREDICOM ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Χριστίνας Γιαμπουράνη (AM ΑΣΑ 30224).
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: του ^^^^^^^^^ κατοίκου Κορίνθου, που παραστάθηκε μετά του πληρ. δικηγόρου Μάριου-Σάββα Μαρινάκου.
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 16-7-2013 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε με αριθμό 211/2013 και προσδιορίστηκε για συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-5-2014 πλην όμως η υπόθεση ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας εκλογών. Με την από 15-5-2014 και αριθμό κατάθεσης 109/2014 κλήση της η ενάγουσα επανέφερε την ως άνω αγωγή προς περαιτέρω συζήτηση, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρθ. 247 ΑΚ το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον πράξη ή παράλειψη παραγράφεται. Σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις των αρθρ. 980, 981, 982 ΑΚ συνάγεται, ότι όποιος άρχισε, να κατέχει συγκεκριμένο πράγμα ως αντιπρόσωπος του νομέα, τεκμαίρεται κατά το νόμο, ότι κατέχει για λογαριασμό του νομέα. Στην περίπτωση αντιποίησης νομής από τον κάτοχο, που έλαβε τη νομή από το νομέα, αυτή χωρεί, όταν ο κάτοχος εξωτερικεύσει τη θέληση του, να έχει εφεξής το πράγμα όχι για λογαριασμό του νομέα, αλλά για τον εαυτό του (ΑΠ 233/1982 ΝοΒ 30, 1273- ΕφΑθ 6309/2008 ΕλλΔνη 50, 601- ΕφΑΘ 4045/2001 ΕλλΔνη 42, 1401). Σύμφωνα με το αρθ. 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται με αποβολή ή διατάραξη του νομέα και κατά το αρθ. 992 ΑΚ οι αξιώσεις από την αποβολή ή διατάραξη παραγράφονται ένα έτος
από αυτή. Γνώση του νομέα δεν απαιτεί ο νόμος, παρά μόνο στην περίπτωση αντιποίησης ακινήτου (ΑΠ 233/1982 ο.π – ΕφΑΘ 2639/2004 ΕλλΔνη 46, 579- Γεωργιάδη/Σταθόπουλο ΕρμΑΚ αρθρ. 982, σελ. 253 σημ. 9 και αρθρ. 992, σελ. 290, σημ 6, 7- βλ διαφορετικά ΑΠ 1275/2007 ΕλλΔνη 49, 1677-ΕφΑΘ 1583/2010 Νόμος). Αφετήριο χρονικό διάστημα για τον υπολογισμό της παρέλευσης του έτους είναι ο χρόνος της αποβολής (ΑΠ 861/2007, ΕλλΔνη 2007.1690) και όταν συμπληρωθεί, δικαιούται ο κάτοχος, να αρνηθεί την παροχή της νομής του κινητού. Η άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, σε διαφορές νομής, δεν διακόπτει την παραγραφή. Διότι, δεν αποτελεί αγωγή, που εισάγει το δικαίωμα για οριστική διάγνωση, όπως συμφωνούν όλοι οι θεωρητικοί του δικαίου, αλλά και η νομολογία. Εξ αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων δημιουργείται μόνο προσωρινό δεδικασμένο, κατά την άποψη όσων εμπλέκουν την «προσωρινή ισχύ», που έχει η απόφαση, με το «δεδικασμένο». Παρότι άλλη είναι η έννοια της δεδομένης ισχύος της απόφασης, όπως κάθε πολιτειακής πράξης και άλλη η έννοια του δεδικασμένου, που δεν συμβιβάζεται με την έννοια του «προσωρινού». Διότι, ή κάτι «έχει κριθεί» ή «δεν έχει κριθεί», εξ ου η κατασκευή χαρακτηρίστηκε ατυχής. Κατά άλλη άποψη, υποστηριζόμενη από όσους αρνούνται πλήρως το δεδικασμένο (ενώ μεταξύ αυτών και των προηγούμενων υπάρχει και σειρά άλλων, που το αρνούνται μόνο ως προς την ουσιαστική διάγνωση του δικαιώματος και το δέχονται μόνο ως προς το δικονομικό μέρος, βλ Παναγόπουλο Δ16, 25 και Δ14, 225 § 4.2.4), δεν απορρέει ούτε προσωρινό δεδικασμένο, άποψη που ενστερνίζεται και το Δικαστήριο. Διότι, το δεδικασμένο δεν αποτελεί συνέπεια της απόφασης, αλλά του κανόνα δικαίου και της δεσμευτικότητας της δικαστικής διάγνωσης του δικαιώματος, που κρίθηκε. Η ως άνω κοινή αντιμετώπιση, όμως, ως προς την έλλειψη δεσμευτικότητας της διάγνωσης δικαιώματος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έχει ως συνέπεια, ότι τόσο η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, όσο και η διαδικασία μετά από αυτή, που περιλαμβάνει και την αναγκαστική εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας απόφασης, δεν διακόπτει την ενιαύσια παραγραφή (ΑΠ 667/1998 ΕλλΔνη 1999, 187- ΑΠ 1368/1996 ΕλλΔνη 38,1127- ΑΠ 1575/1989 ΕλλΔνη 32, 97- ΕφΑΘ 1499/1997 ΕλλΔνη 39, 445-Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, αρθ. 734 αριθ. 10). Περαιτέρω, η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής (αρθ. 261 §1 εδ. α ΑΚ). Η δε παραγραφή που διακόπηκε κατά τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Σύμφωνα, εξάλλου με την παρ. 2 του αρθ. 261 ΑΚ, που τέθηκε με το αρθ. 101 § 1 Ν. 4139/13 (ΦΕΚ Α 74/20.3.13) κι εφαρμόζεται στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για
2° φύλ. της υπ’ αριθμ. 221/2016 απόφ. του Ειρηνοδικείου Κορίνθου
την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. Παρά την αλλαγή της ως άνω παραγράφου του αρθ. 261 ΑΚ, που έλαβε υπόψη την παθογένεια της ελληνικής δικαιϊκής πραγματικότητας, για την οποία ευθύνεται κυρίως, αλλά όχι μόνο, ο νομοθέτης, που θεωρεί ότι κάθε επιμέρους θέμα, θα οδηγείται και θα λύνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από τη δικαιοσύνη, λόγω ελλείψεως άλλων αντικειμενικών θεσμών κι επιτροπών, που να έγιναν και να λειτουργούν πραγματικά και το ότι οι αγωγές προσδιορίζονταν για εκδίκαση τουλάχιστον 2 έτη από την προσκόμιση τους στο Δικαστήριο (κυρίως όσον αφορά τα Πρωτοδικεία, που τελευταία έπληξε και τα Ειρηνοδικεία), δεν επέρχεται θεραπεία, ως προς τα δικαιώματα, για τα οποία προβλέπεται εξαιρετικά βραχύβια παραγραφή (απομεινάρι άλλων εποχών και σκοπών). Ενυπάρχει πάντα άλλωστε, όπως προηγούμενα, το ερώτημα: Ποια θεωρείται «τελευταία διαδικαστική πράξη» των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Ερώτημα, που μέχρι πρόσφατα δεν αντιμετωπίζεται. Διότι, π.χ κατά την κρατούσα μέχρι στιγμής άποψη (βλ. Ολο μ ΑΠ 1/2011, ΝΟΜΟΣ) διαδικαστική πράξη θεωρείται εκείνη που είναι «πρόσφορη» και περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας (ή και διαδικαστικής βέβαια) και είναι αναγκαία, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, για την «έναρξη», «συνέχιση» ή «αποπεράτωση» της δίκης ( ΟλΑπ 1/11, ο.π- βλ και ΑΠ 611/2014, ΕφΑΘ 1008/2015, ΝΟΜΟΣ). Ως τελευταία διαδικαστική πράξη νοείται όχι η τελευταία σε σχέση με τη δίκη ή η περατώνουσα τη δίκη, αλλά η κατά τη διαδοχή του χρόνου πλέον πρόσφατη. Αν μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ολόκληρος ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης, επέρχεται η παραγραφή της κατά τη διάρκεια της επιδικίας (ΟλΑΠ 1143/1983). Η παραγραφή της αξίωσης κατά τη διάρκεια της επιδικίας προτείνεται μόνο κατ’ ένσταση του υπόχρεου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 277 του ΑΚ, κατά την οποία, το Δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, που δεν έχει προταθεί (ΑΠ 147/2008 ΕλλΔνη 50. 1068). Παρά τις αποσπασματικές νομοθετικές προσπάθειες το πρόβλημα της παραγραφής, εν επιδικία, δεν λύνεται, αφού δεν αντιμετωπίζεται ριζικά,
Η νομή είναι ιδιόρρυθμο δικαίωμα, που βρίσκεται στα όρια μεταξύ ενοχικού και εμπραγμάτου δικαιώματος, χωρίς να αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα (βλ. περιοριστική αναφορά αρθρ. 973 ΑΚ), ομοιάζει, όμως, τόσο με αυτά (αποκτάται επί πράγματος και οδηγεί σε κτήση κυριότητας), ώστε τη ρυθμίζει ο νομοθέτης κατ αναλογία με όσα ισχύουν για τα εμπράγματα δικαιώματα και προστατεύεται κατ’ ανάλογο τρόπο. Αποκτάται, είτε κατά πρωτότυπο τρόπο, είτε και παραγώγως. Η παράγωγη κτήση της ρυθμίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, που ρυθμίζονται τα εμπράγματα δικαιώματα, εφόσον περιλαμβάνεται ως αναγκαστικό στοιχείο στην κυριότητα. Έτσι, από το συνδυασμό των διατάξεων 974, 976, 977, 984, 987 ΑΚ συνάγεται, ότι αποκτάται, από εκείνον που απέκτησε την φυσική εξουσία του πράγματος και ασκεί αυτή με «διάνοια κυρίου». Αν το πράγμα βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται, για το νέο νομέα, με υλική παράδοση της από τον προηγούμενο, με τη βούληση αυτού, ενώ προβλέπεται κτήση νομής και με έκταξη ή αντιφώνηση, όταν, αντί για την υλική παράδοση του πράγματος, συμφωνείται, μεταξύ του μέχρι τότε νομέα και του αποκτώντα, να παραμείνει τρίτος στην κατοχή του πράγματος, με βάση ορισμένη σχέση. Στην τελευταία περίπτωση θεωρείται, ότι μεταβιβάστηκε στον νέο κτήτορα η νομή, από τη γνωστοποίηση της μεταβίβασης στον τρίτο. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι ο μεταβιβάζων πρέπει να είναι νομέας του πράγματος και να μη έχει αποξενωθεί της νομής του, που ασκεί με «διάνοια κυρίου», για κάποιον νόμιμο λόγο. Νομέας του πράγματος είναι ο κύριος αυτού, που μπορεί, να τη μεταβιβάσει, αρκεί να διατηρεί ακόμη την κυριότητα και τη νομή. Αν δεν την διατηρεί, τότε δεν μπορεί και να τη μεταβιβάσει. Η παράδοση της νομής σε άλλον, από εκείνον που είναι κύριος του πράγματος δεν εξαρτάται βέβαια από την μεταβίβαση και της κυριότητας του πράγματος, εκτός και εφόσον τέθηκε ως «αίρεση», για την μεταβίβαση και της κυριότητας. Η μεταβίβαση της νομής μπορεί, να γίνει και με εκχώρηση της, αλλά δεν γίνεται με τη σύμβαση της εκχώρησης άλλης ενοχικής απαίτησης (ΑΠ 392/2012, Νόμος). Σε όλες τις περιπτώσεις, απαιτείται ειδική συμφωνία για την παράδοση της και υλική παράδοση και δεν εκχωρείται, με εκχώρηση άλλου ενοχικού δικαιώματος. Εκ των παραπάνω διατάξεων και της αναφερόμενης θεώρησης της νομής, ωστόσο, προκύπτουν νομικά προβλήματα, κάτω από τα οποία, οι κλασικές διατάξεις του ΑΚ, δεν μπορούν, να μεταφερθούν επιτυχώς σε σύγχρονα «μορφώματα» της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας του τόπου και να προσφέρουν λύση, όπως το μόρφωμα των τριμερών συμβάσεων, που περιλαμβάνουν πώληση σε άλλον και χρηματοδότηση του τιμήματος αυτής, από πιστωτικό ίδρυμα, προς τον αγοραστή, για την αγορά κινητών αγαθών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383, 389 παρ. 2, 455, 458, 460, 461, 462, 470, 532 παρ. 1, 976, 977, 1034, 1035, 1094 και 1095 Α Κ συνάγεται ότι, αν στην πώληση κινητού έχει τεθεί ο όρος ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα, ωσότου το τίμημα, που εν όλω ή εν μέρει πιστώνεται, αποπληρωθεί, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ότι επί υπερημερίας του αγοραστή ως οφειλέτη, εν όλω ή εν μέρει, του τιμήματος, ο πωλητής, που κατ’ αρχήν παραμένει όχι μόνον κύριος αλλά και νομέας του κινητού,
3° φύλ. της υπ’ αριθμ. 221/2016 απόφ. του Ειρηνοδικείου Κορίνθου
έχει δικαίωμα α) είτε να απαιτήσει το τίμημα, η είσπραξη του οποίου, σημειωτέον, θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, β) είτε, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση να ασκήσει τα δικαιώματα του από την κυριότητα όπως είναι η άσκηση διεκδικητικής ως προς το κινητό αγωγής κατά του αγοραστή, ο οποίος ως κάτοχος του κινητού δεν μπορεί πια να αρνηθεί την απόδοση του με την από το άρθρο 1095 ΑΚ ένσταση, γ) είτε να ασκήσει τα από τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας οφειλέτη από αμφοτεροβαρή σύμβαση οικεία ενοχικά δικαιώματα και ιδίως αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως, να ασκήσει κατά του αγοραστή αγωγή για απόδοση του κινητού κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Ολ.ΑΠ 22/1987 ΕΔ. 29.91, ΑΠ 1136/2000 ΕΔ. 42.1349). Η δήλωση υπαναχωρήσεως είναι μονομερής δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, που δεν υποβάλλεται σε τύπο και μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά με πράξεις που αναμφισβήτητα δηλώνουν τον προς τούτο σκοπό, όπως είναι η από τον πωλητή επιχειρούμενη και στρεφόμενη κατά του αγοραστή δικαστική επιδίωξη της ανάκτησης του κινητού (ΑΠ 1136/2000 ΕΔ. 42.1349, 897/1979 ΝοΒ 28.262). Στην περίπτωση μη πλήρωσης της αίρεσης, το πράγμα μεταβιβάζεται στον αγοραστή μόνο κατά κατοχή και χρήση, ενώ νομέας και κύριος παραμένει ο πωλητής. Όταν, δε, το πωλούμενο πράγμα είναι αυτοκίνητο, η παρακράτηση της κυριότητας αυτή, με βάση τα αρθρ. 1 παρ.1 και 2 του Ν. 722/1977 πρέπει να σημειώνεται στην άδεια κυκλοφορίας του αυτ/του, διαφορετικά κύριος αυτού θεωρείται εκείνος στο όνομα του οποίου εκδόθηκε η άδεια. Διότι, στην περίπτωση αυτή ο νόμος ανάγει τον έγγραφο τύπο, σε συστατικό στοιχείο της μεταβίβασης της κυριότητας του αυτ/του (ΑΠ 1316/2010 – ΠΠρΑΘ 140/2010, Νόμος- ΠΠρΑΘ 6245/2007, ΑρχΝ 2008, 42). Ακόμη, όμως, και στην περίπτωση, που ο πωλητής δεν προέβη στην εμπράγματη μεταβίβαση της κυριότητας, εφόσον ο αγοραστής εξόφλησε το τίμημα, έχει δικαίωμα, να υποχρεώσει τον πωλητή, να προβεί στη μεταβίβαση. Αν το τίμημα καταβληθεί στον πωλητή, από Πιστωτικό Ιδρυμα, με χρηματοδότηση του αγοραστή, ο τελευταίος (αγοραστής) οφείλει μεν, να καταβάλλει το ποσό αυτό του δανείου στο πιστωτικό ίδρυμα, που μπορεί, προς εξασφάλιση της απαίτησης του, να συστήσει και ενέχυρο επί του μεταβιβαζόμενου οχήματος, αλλά η καταβολή αυτή προς τον πωλητή, επιφέρει την παύση των προηγούμενων δικαιωμάτων του τελευταίου, τα οποία επέρχονται στον αγοραστή.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, πριν από την εν λόγω καταβολή του τιμήματος της πώλησης και ταυτόχρονα με αυτή, ο πωλητής μπορεί, να εκχωρήσει τα δικαιώματα του επί του τιμήματος στο πιστωτικό ίδρυμα, αλλά δεν μπορεί, να εκχωρήσει, το δικαίωμα του υπαναχώρησης από τη σύμβαση της πωλήσεως (383, 389 παρ.2, 455, 458, 460, 461, 470, 532
ΑΚ). Διότι, η υπαναχώρηση, που αποτελεί μονομερές διαπλαστικό δικαίωμα, που ασκείται άτυπα, προσβλέπει στην κύρια «παροχή», που οφείλεται εκ της σύμβασης και αποτελεί την υποχρέωση του κάθε συμβαλλομένου (αρθρ. 383, 389 παρ.2 ΑΚ). Αυτό έχει ως συνέπεια, να απαιτείται η μεταβίβαση όλης της έννομης σχέσης, στην οποία δεν συμβάλλεται άμεσα το Πιστοδοτικό ίδρυμα, αλλά εκ τρίτου (ΑΠ 1136/2000, ΕλλΔνη 2001, 1350- ΠΠρΑΘ 6245/2007, ΑρχΝ 2008, 42-ΕιρΑΘ 1048/2010, ΑρχΝ 2010, 549). Δεν μπορεί, δε, με βάση τους υπάρχοντες νόμους, να συμβεί, ακόμη και αν συναινέσει σε αυτό ο αγοραστής, διότι προϋποθέτει, όχι μόνο την εκχώρηση των ενοχικών δικαιωμάτων εκ της πώλησης, αλλά και των εμπραγμάτων δικαιωμάτων, όπως και της νομής, που δεν αποτελούν παρακολούθημα της πώλησης, αλλά και δεν λαμβάνουν χώρα. Συνεπώς, η συναίνεση του αγοραστή δεν αντικαθιστά την έλλειψη της «ειδικής συμφωνίας» και τον ειδικό λόγο, για τον οποίο θα έπρεπε να μεταβιβαστεί η κυριότητα και η νομή του πωλούμενου πράγματος, ενώ η εξασφάλιση της απαίτησης του τιμήματος, της Τράπεζας, που το καταβάλλει, δεν προβλέπεται ως λόγος μεταβίβασης των παραπάνω, στην πώληση.
Περαιτέρω, η νομή του πωλούμενου και μεταβιβαζόμενου κινητού, δεν μπορεί στην περίπτωση αυτή, να αποχωριστεί και να εκχωρηθεί από τον πωλητή στο πιστωτικό ίδρυμα, ούτε πριν την καταβολή του τιμήματος της πωλήσεως, εφόσον όχι μόνο δεν αποτελεί παρακολούθημα του ενοχικού τμήματος της καταβολής του, αλλά αίρεση για τη μεταβίβαση και της κυριότητας στον αγοραστή, η οποία και παραμένει φαινομενικά στον πωλητή, που δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση του εκ της πωλήσεως έναντι του αγοραστή, ούτε βέβαια και μετά την καταβολή του τιμήματος. Διότι, στην τελευταία περίπτωση, με την πλήρωση της αίρεσης, ο πωλητής έπαυσε να είναι νομέας του κινητού και κύριος. Εφόσον, δηλαδή, η πώληση είχε ως αντικείμενο το πράγμα και τη συμφωνία περί μετάθεσης της νομής και κυριότητας του πράγματος εξαιτίας πώλησης και συγχρόνως με την καταβολή του τιμήματος, η κατά φαινόμενο δικαίου διατήρηση της κυριότητας από τον πωλητή, όπως και η αποχώρηση της νομής και εκχώρηση αυτής σε τρίτο, καθιστά άκυρη την πώληση και δεν είναι εύλογη, δίκαιη, σύμφωνη με το νόμο, αλλά αντίθετη με αυτόν. Ακόμη περισσότερο, η εκχώρηση της νομής του πωληθέντος αυτ/του προς το πιστοδοτικό ίδρυμα, δημιουργεί σωρεία προβλημάτων. Ενώ, σε περίπτωση αμφιβολίας η νομή και η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται συγχρόνως με την πλήρωση της αίρεσης της αποπληρωμής του τιμήματος, όπως, άλλωστε ορίζει «ρητά» (αρθρ.532ΑΚ) ο νόμος (Εφ Α θ 1309/2008, Δνη 2009, 601- ΕφΑΘ 4861/2006 – ΠΠρΡοδ 276/2006, Νόμος- ΕιρΑΘ 1048/2010 ΑρχΝ 2010, 549). Συνεπώς, η κατασκευή της εκχώρησης της νομής, που έχει ήδη απωλέσει ο πωλητής, με την καταβολή του τιμήματος και δεν συνέχεται
4° φύλ. της υπ’ αριθμ. 221/2016 απόφ. του Ειρηνοδικείου Κορίνθου
με τη χρηματοδότηση του αγοραστή και το δανεισμό του τελευταίου, αποτελεί «μη ικανοποιητική κατασκευή», που προκρίθηκε, διότι, εκτός από την εξασφάλιση τους κατά τους λοιπούς τρόπους και δη με την σύσταση ενεχύρου, τα πιστωτικά ιδρύματα ήθελαν, να έχουν και τη βοήθεια των εκ της νομής δικαιωμάτων, με όσα επιπλέον δικαιώματα συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, σε περίπτωση πωλήσεως κινητού με τον προαναφερόμενο όρο της διατηρήσεως της κυριότητας, ο πωλητής δικαιούται να εκχωρήσει σε τρίτον, με την οικεία μεταξύ τους σύμβαση, την επί το τίμημα απαίτηση του όπως και κάθε άλλη ενοχική απαίτηση του από τη σύμβαση της πωλήσεως, αφότου δε ο τρίτος (εκδοχέας) ή ο πωλητής (εκχωρητής) αναγγείλει την εκχώρηση στον αγοραστή (οφειλέτη), αποκόπτεται κάθε σχετικός με την εκχωρούμενη απαίτηση δεσμός του πωλητή και την απαίτηση αυτήν αποκτά ο εκδοχέας, που έκτοτε αυτός και όχι ο πωλητής δικαιούται σε δικαστική επιδίωξη και είσπραξη αυτής. Ωστόσο, η ως ανωτέρω εκχώρηση καθ’ αυτή, ήτοι χωρίς συνδρομή των προϋποθέσεων των οικείων διατάξεων του εμπραγμάτου δικαίου, δεν επιφέρει μεταβίβαση των υπό αίρεση νομής και κυριότητας επί του κινητού και των αγωγών με τις οποίες ασκούνται τα εν λόγω δικαιώματα, από τον πωλητή στον εκδοχέα, αφού αυτά τα δικαιώματα και αυτές οι αγωγές δεν έχουν το χαρακτήρα παρεπόμενου δικαιώματος, ώστε να ακολουθούν την τύχη της εκχωρούμενης απαιτήσεως, επίσης δε καθ αυτή δεν επιφέρει μεταβίβαση του δικαιώματος της προμνημονευόμενης υπαναχωρήσεως από τον πωλητή στον εκδοχέα, αφού αυτό το δικαίωμα έχει χαρακτήρα όχι απαιτήσεως αλλά διαπλαστικού δικαιώματος, η δε μεταβίβαση αυτού προϋποθέτει μεταβίβαση της όλης έννομης σχέσεως, που δεν μπορεί να γίνει με μόνη τη σχετική συμφωνία εκχωρήσεως μεταξύ πωλητή (εκχωρητή) και εκδοχέα (βλ, ΑΠ 1136/ 2000 Δ/ΝΗ 2001/1350).
Περαιτέρω, για μεταβίβαση της νομής απαιτείται σύμβαση και συνεπώς πρέπει να συντρέχουν οι όροι των δικαιοπραξιών και των συμβάσεων. Η συμφωνία είναι αφηρημένη δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν αναφέρεται στην αιτία (διαφοροποιείται, όμως, η διάταξη του αρθρ. 977 ΑΚ, που απαιτεί causa detentionis). Εκ των παραπάνω συνάγεται, ότι «όποια αίρεση προβλέφτηκε για την παράδοση της νομής περιέχει αντίφαση, εκτός όταν γίνεται σε παράδοση και της κυριότητας του πράγματος» (Μπαλή ο.π § 4, σελ. 17, βλ και αίρεση στην πώληση κατ αρθ. 532 ΑΚ και ΕιρΑΘ 2110/2014 ΝΟΜΟΣ και 1048/2010, ΑρχΝ 2010, 549). Σύμβαση παράδοσης της νομής πράγματος, που γίνεται με το λήπτη, που συμβάλλεται «στο όνομα του», ως αγοραστής του πράγματος, και αποκτώντα τη σωματική εξουσία, αλλά υπέρ τρίτου, για να προσποριστεί η νομή όχι στο λήπτη, αλλά στον τρίτο, δεν μεταβιβάζει τη νομή σε αυτόν, που έχει απλά ενοχική αξίωση για την παράδοση της
(αρθ. 410, 411, 976 ΑΚ), ενώ διαφοροποίηση υπάρχει μόνο σε αντιπροσώπευση. Συνεπώς, όταν συμβάλλεται κάποιος στο δικό του όνομα, ως λήπτης (αγοραστής κινητού), δεν προσπορίζεται η νομή στον τρίτο (δανειστή του), ακόμη και όταν συναινεί (βλ, Μπαλή ο.π § 4 σελ. 17). Η κατασκευή 2 αιρέσεων, για αιτιολόγηση της μη παράδοσης της νομής του πωλούμενου κινητού από τον πωλητή στον αγοραστή, όπως θα ήταν φυσικό (όταν μοναδική επιτρεπτή αίρεση κατά νόμο, για παράδοση της νομής, είναι «της αποπληρωμής του τιμήματος, προς μεταβίβαση και της κυριότητας»), είναι μη νόμιμη.
Η κατασκευή, ότι μεταβιβάζεται η έννομη σχέση ως σύνολο, άρα εννοείται και η νομή (όπως εννοείται δια εκχωρήσεως) στην Τράπεζα, που δανειοδότησε τον αγοραστή, για την αγορά του πωλούμενου κινητού, δια «στερητικής αναδοχής χρέους», κατ αρθρ. 471 ΑΚ και την θέση του πωλητή αναλαμβάνει πλήρως η τράπεζα (βλ. γνωμοδότηση του καθηγητή κ. Α. Γεωργιάδη από 31/12/2013), δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα κι επιφέρει προβλήματα. Αφενός δεν νοείται τέτοια μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων, ούτε και νομής, που ρυθμίζεται ανάλογα με τα τελευταία, αλλά μόνο ενοχικών. Αφετέρου η στερητική αναδοχή χρέους προϋποθέτει «σύμβαση» μεταξύ δανειστή και εκδοχέα, ενώ δεν είναι απαραίτητη η σύμπραξη του παλαιού οφειλέτη. Στην περίπτωση της Τράπεζας, εκ τρίτου συμβαλλόμενης στην πώληση, καταβάλλουσα το τίμημα της πωλήσεως στον πωλητή, η τελευταία δεν θεωρείται εύλογα εκδοχέας αλλότριου χρέους (του πωλητή), με τον οποίο δεν συμβάλλεται άμεσα, μη έχοντας ανάμειξη στην πώληση και καμία θέληση να αποκτήσει τη «διανοία κυρίου» νομή, που οδηγεί σε κτήση κυριότητας του πωλούμενου πράγματος. Το μόνο που ενδιαφέρει την τράπεζα είναι η εξασφάλιση της απαίτησης της εκ του δανείου και όχι η μετάσταση νομής και τελικά κυριότητας του πωλούμενου πράγματος στην ίδια (βλ, και καταπιστευτική εκχώρηση κινητού, για εξασφάλιση απαίτησης, που προσομοιάζει, ΜΠρΙΤλείας 309/2013, ΝΟΜΟΣ). Έτι περαιτέρω, ο πωλητής στην αμφοτεροβαρή σύμβαση πωλήσεως είναι και οφειλέτης (της παροχής του) και δανειστής (για την αντιπαροχή). Με βάση το νόμο υποχρεώσεις και δικαιώματα τρέχουν συγχρόνως και δεν εξέρχονται του απώτατου χρονικού ορίου της «λήψης του τιμήματος» εκ μέρους του πωλητή, που αποτελεί και τη μόνη δυνατή αίρεση «νομής» για μεταβίβαση κυριότητας του πράγματος στον αγοραστή και όχι στη δανειοδοτούσα τον αγοραστή τράπεζα, χωρίς να ενδιαφέρει από ποιόν έγινε η καταβολή του τιμήματος (αποτελεί μεν στοιχείο της πωλήσεως, αλλά λαμβάνεται υπόψη υπό αόριστη θεώρηση). Εφόσον ο πωλητής λάβει το τίμημα του πωλούμενου δεν είναι πλέον δανειστής (έλαβε την αντιπαροχή), είναι όμως «οφειλέτης», αφού δεν μεταβίβασε τη νομή και κυριότητα του πωλούμενου (οφείλει την παροχή). Είναι δε οφειλέτης «του αγοραστή», με τον οποίο συμβλήθηκε με σύμβαση πώλησης, προς
5° φύλ. της υπ’ αριθμ. 221/2016 απόφ. του Ειρηνοδικείου Κορίνθου
τον οποίο δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση. Όχι της Τράπεζας, με την οποία δεν τον συνδέει σύμβαση. Η τελευταία δεν μετέχει στην πώληση και ο ίδιος παραμένει τρίτος στη σύμβαση δανείου, ωφελούμενος εξ αυτής, λόγω της ενέργειας του αγοραστή. Ο αγοραστής τέλος, μόνος συμβαλλόμενος «ιδίω ονόματι» (όχι αντιπρόσωπος άλλου) και στις 2 συμβάσεις, παραμένει εκτός, παρότι είναι μόνος θιγόμενος και από τις 2. Ενώ, έχει και αντίλογο και έννομο συμφέρον στην μη απομόνωση του πωλητή, από την όλη σχέση, εξαιτίας πολλών προβλημάτων, που ελλοχεύουν στην πώληση κινητού, όπως ελαττώματα πραγματικά του πωλούμενου, δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πωλήσεως, στις περιπτώσεις πλάνης και απάτης, δικαίωμα λήψης της προκαταβολής, που έδωσε στον πωλητή, στην περίπτωση αυτή κ.α. Σε περίπτωση που ανακύψουν τέτοια θέματα απαιτούν την δημιουργία άλλων κατασκευών για την επίλυση τους, ώστε στο τέλος να περιπλέξουν τόσο τα πράγματα, που να μη υπάρχει ούτε αρχή, ούτε τέλος, ούτε ασφαλές συμπέρασμα. Το να προκρίνουμε τη διαφύλαξη απώτερων δικαιωμάτων της πιστοδότριας τράπεζας, που δεν προέκυψαν ακόμη, και του πωλητή αποτελεί εξωπραγματική, μη εύλογη κατασκευή, σε σχέση με ότι λαμβάνει χώρα. Ετσι η μεν τράπεζα διασφαλίζει τη «δανειακή απαίτηση» και δη με περισσότερα εχέγγυα, από ότι προκρίνει το δίκαιο (συνήθως υπάρχει και σύμβαση ενεχύρου). Ο δε πωλητής λαμβάνει το «τίμημα». Ο αγοραστής θεωρείται ότι έχει μόνο «προσδοκία δικαιώματος» έναντι όλων αυτών, να λάβει (αν λάβει) την κυριότητα του πράγματος, που προϋποθέτει τη νομή, που θεωρείται ότι εκχωρήθηκε στην τράπεζα, που δεν είναι «διανοία κυρίου» νομέας του πωλούμενου κινητού!! Προς απόδειξη του ιδιαίτερα στρεβλού της κατασκευής αρκεί, να σκεφτούμε, ότι ο αγοραστής θα μπορούσε, να προβεί απλά σε σύναψη καταναλωτικού δανείου και στη συνέχεια να αγοράσει το κινητό, εξασφαλίζοντας τη νομή και κυριότητα του επί αυτού και οφείλοντας το δάνειο. Ποιος είναι ο λόγος για τη δυσμενέστερη μεταχείριση του, στην α περίπτωση, με τέτοιες κατασκευές; Κανείς δεν προκύπτει. Αντίθετα προκύπτουν μόνο ταλαιπωρία και έξοδα του αγοραστή, έναντι της χρήσης του κινητού (αυτ/του συνήθως). Ενώ, τέλος στην περίπτωση που δεν προκύπτει ρητά και ανενδοίαστα «σαφής βούληση» των μερών για στερητική αναδοχή χρέους, αυτή δεν επέρχεται (ΓΙΠρΒολ 458/2001, ΑρχΝ 2002, 483). Κυρίως δεν επέρχεται με απλή «συναίνεση» του δανειοδοτούμενου αγοραστή, που αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει το δάνειο, που έλαβε, αλλά στην ίδια έγγραφη σύμβαση σημειώνεται και το γεγονός της υποτιθέμενης αγοράς του κινητού, όπου μέρος του τιμήματος του πωλούμενου αποτελεί και το δάνειο. Στην περίπτωση αυτή η «συναίνεση» του αγοραστή στην ιδιόμορφη σχέση δεν είναι ούτε «ρητή», ούτε «ειδική», όπως απαιτεί ο νόμος. Διότι, ακόμη και
όταν ρητά αναφέρεται και δηλώνει ο αγοραστής, ότι περιέχει η έγγραφη σύμβαση, που ετοίμασε η τράπεζα, δημιουργείται «σύγχυση» δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του, που, ως ασθενέστερου μέρους, πρέπει να προστατευθεί. Διότι, η μια εκ των 2 συμβάσεων (πώληση) περιλαμβάνει και εμπράγματα δικαιώματα, που ούτε εκχωρούνται και άνευ ευλόγου αιτίας δεν μετέστησαν στον ίδιο, αλλά θεωρείται ότι είτε παραμένουν σε μη δικαιούχο (πωλητή), είτε εκχωρήθηκαν σε μη δικαιούχο (τράπεζα). Παράλληλα, μέρος της αξίας του κινητού, που ενσωματώθηκε σε αυτό αποτελεί και η προκαταβολή εκ μέρους του αγοραστή και εξ ιδίων πόρων στον πωλητή, όπως και τα έξοδα έκδοσης αδείας και διασάφησης, που απόλλυνται, μη νόμιμα και μη εύλογα. Συνεπώς, καμία «συναίνεση» του αγοραστή για όλα αυτά δεν θεωρείται ότι μπορεί, να εξαχθεί, εφόσον δεν προκύπτει για ποια από τις 2 συμβάσεις δόθηκε.
Το αρθρ. 977 ΑΚ, περαιτέρω, που αφορά μεταβίβαση νομής, αναφέρεται σε 2 περιπτώσεις διαφορετικές, από όσα αναφέρθηκαν. Η μεν μια την περίπτωση όπου ο μεταβιβάζων τη νομή είναι νομέας, αλλά όχι κάτοχος, γιατί την κατοχή έχει άλλος, που ασκεί νομή στο όνομα του μεταβιβάζοντα, δυνάμει ενοχικής ή άλλης σχέσης υπαρκτής, ως προϋπόθεση της κατοχής, που πρέπει να είναι νόμιμη. Η άλλη αναφέρεται στην περίπτωση που, κατά τη θέληση των μερών, μεταβιβάζεται μεν η νομή, αλλά η κατοχή συμφωνείται, να παραμείνει στον μεταβιβάζοντα. Η πρώτη περίπτωση προβλέπει την «πραγματική» κατάσταση, που ο νομέας δεν είναι κάτοχος κατά τη στιγμή της μεταβίβασης νομής του κινητού, που η κατοχή του βρίσκεται σε άλλο, δυνάμει σχέσης είτε ενοχικής, που συνδέει τον κύριο και νομέα του κινητού με τον κάτοχο (μίσθωση, παρακαταθήκη κ.α), είτε και εμπράγματης (οιονεί νομή ενεχύρου, επικαρπίας κ.α), η οποία και πρέπει να υφίσταται κατά τη μεταβίβαση της νομής, να είναι υπαρκτή και έγκυρη, όχι υποθετική, και να υποχρεώνει τον κάτοχο σε παράδοση της νομής στον αποκτώντα. Διαφορετικά δεν εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη στη μεταβίβαση νομής, ενώ εξυπακούεται ότι τέτοια κατοχή είναι και προστατευόμενη. Τέτοια έννομη σχέση, όμως, περιέχει ήδη «Causa detentionis» και αποτελεί συνεπώς αιτιώδη δικαιοπραξία. Συνεπώς, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτή, με άλλη μια μη εύλογη και μη νόμιμη «κατασκευή», προς υποθετική μεταβίβαση της νομής και εμπραγμάτων δικαιωμάτων στην περίπτωση τριμερούς σχέσης: Πώληση του πράγματος, που κατέχεται από τον πωλητή κύριο- χρηματοδότηση του αγοραστή από τράπεζα, ως προς το τίμημα, που θεωρείται ότι της μεταβιβάζεται η νομή από τον πωλητή- «συναίνεση» του αγοραστή, που θεωρείται ότι υπάρχει, παρότι δεν συνάγεται και θεώρηση του αγοραστή, την ίδια χρονική στιγμή της μεταβίβασης ως κατόχου του πράγματος, που δεν κατέχει). Έτι περαιτέρω, αν ο τρίτος (αγοραστής εν προκειμένω)
6° φύλ. της υπ* αριθμ. 221/2016 απόφ. του Ειρηνοδικείου Κορίνθου
είχε ή έχει όχι κατοχή, αλλά εκ του νόμου θεωρούμενη νομή κινητού, προς απόκτηση κυριότητας, ο παραδίδθ)ν πωλητής δεν δικαιούται σε παράδοση νομής σε άλλον. Η παραπάνω περίπτωση, που ομοιάζει με «έκταξη» δεν μπορεί να εφαρμοστεί, παρά μόνο στην περίπτωση ενεχύρου, όταν παραδίδεται στον ενεχυρούχο δανειστή το πράγμα, ενόσω βρίσκεται ήδη στην κατοχή τρίτου, αν η κατοχή, σύμφωνα με τη στηρίζουσα αυτή έννομη σχέση είναι τέτοια, ώστε να πληρούνται οι όροι των διατάξεων 1212, 1224 ΑΚ. Παράδοση, κατ’ αντίθεση, σύμφωνα με το αρθρ. 977 ΑΚ υπάρχει επί συστάσεως ενεχύρου και όταν ο τρίτος δεν βρίσκεται προ της ενεχυράσεως στην κατοχή του πράγματος, αλλά αυτό συμβαίνει το πρώτο με την ενεχυρική σύμβαση, με κοινή συναίνεση του τρίτου και του δανειστή και ενεχυράζοντος, κατά την οποία λαμβάνει ο τρίτος, ονόματι του δανειστή, την κατοχή (1212 ΑΚ). Ενώ, η περίπτωση αντιφώνησης της νομής, που προβλέπει το άρθρο (παράδοση νομής, κατά την οποία ο αποκτών συμφωνεί, να παραμείνει η κατοχή στον ίδιο, το μεταβιβάζοντα), δεν ισχύει ως παράδοση στην περίπτωση τριμερούς σχέσης, όπου ο πωλητής έλαβε την αντιπαροχή του (τίμημα), ούτε όμως, κατά τις διατάξεις, που ρυθμίζουν την ενεχυρική σύμβαση (αρθ. 1213 ΑΚ). Διότι η ενεχυρική σύμβαση πρέπει να πληροί τους κανόνες δημοσιότητας έναντι των τρίτων, που δεν επιτυγχάνεται, στην περίπτωση που το πράγμα, παρά το ενέχυρο, παραμένει στον αρχικό κύριο. Η παράδοση της νομής τέλος, δεν προβλέπεται στην πώληση κατ αρθρ. 513 ΑΚ, από τον πωλητή στο δανειστή του αγοραστή, για την εξασφάλιση της απαίτησης του τελευταίου (καταπιστευτική μεταβίβαση, μη ρυθμιζόμενη στο νόμο, με εξαίρεση την ειδική ρύθμιση του ΚΙΝΔ, 190-194, για πλοίο). Είναι αυτονόητο, ότι εφόσον η μεταβιβαστική σύμβαση είναι αιτιώδης, όπως στην πώληση, η συμφωνία ότι πωλείται και παραδίδεται το πράγμα περιέχει και τα 2 στοιχεία του αρθ. 1034. Ενώ και στην περίπτωση της αφηρημένης μεταβίβασης κυριότητας, προκειμένου για κινητά, η αιτία δεν αποχωρίζεται εντελώς από την μεταβίβαση, που αποτέλεσε το σκοπό της (1036 ΑΚ και ΜΠρΗλ 309/2013, ΝΟΜΟΣ-ΕιρΑΘ 2110/2014, ο.π).
Η σύσταση ενεχύρου επί κινητού πράγματος, τέλος (αρθρ. 1209 επ ΑΚ), ενώ ως προς τα ακίνητα αναγνωρίζεται δικαίωμα υποθήκης (με προβλεπόμενες εξαιρέσεις, όπως υποθήκη σε μηχανήματα), αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα, επί αλλότριου πράγματος, γεννά απευθείας εμπράγματο δικαίωμα (όχι ενοχικό, που δεν νοείται εκ παραλλήλου συντρέχον) που, όμως, περιλαμβάνει συναφή ενοχικά δικαιώματα και συνεπάγεται και εκχώρηση ενεχυράσματος κατ αρχή στον ενεχυρούχο δανειστή, που προστατεύεται σύμφωνα με το νόμο, όπως ο κύριος του πράγματος (1236 ΑΚ). Η ενεχυρική σύμβαση, ομοιάζει με την καταπιστευτική μεταβίβαση, αλλά διαφοροποιείται εξ αυτής κατά την εξουσία, που έχει επί του πράγματος ο ενεχυρούχος δανειστής. Ο νόμος δεν απαγορεύει και τη μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος στο δανειστή, αρκεί να γίνεται σπουδαίος. Δυνατή είναι και η μεταβίβαση κινητού προς εξασφάλιση αλλότριας απαίτησης και όχι του ίδιου του ενεχχυράζοντα (αρθ. 1218 § 2, 1233, 1234 ΑΚ), αρκεί η απαίτηση, που εξασφαλίζεται, να είναι έγκυρη (αφού το ενέχυρο έχει χαρακτήρα παρακολουθηματικό της κυρίας ασφαλιζόμενης απαίτησης). Η σύσταση του ενεχύρου γίνεται με σύμβαση, ενώ προβλέπεται και «νόμιμο ενέχυρο», σε όσες περιπτώσεις ορίζονται. Κατά ρητή πρόβλεψη, οι διατάξεις περί εκ συμβάσεως ενεχύρου εφαρμόζονται και στο νόμιμο ενέχυρο (αρθ. 1246 ΑΚ). Οι όροι για σύναψη έγκυρης ενεχυρικής σύμβασης είναι: α) ο ενεχυράζων (οφειλέτης ή τρίτος) να είναι κύριος του πράγματος. Αρκεί, όμως, στην περίπτωση που δεν είναι κύριος συναίνεση του κυρίου ή έγκριση, για να είναι ισχυρή η σύμβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο μη κύριος για να συστήσει ενέχυρο έγκυρο απαιτείται να συντρέχουν οι όροι των αρθρ. 1036-1039 ΑΚ (1215 ΑΚ), β) ο ενεχυράζων να έχει ικανότητα δικαιοπρακτική και προς τη διάθεση του πράγματος, γ) να μη υπάρχει απαγόρευση, δ) να υπάρχει συμφωνία περί συστάσεως ενεχύρου μεταξύ ενεχυράζοντος και δανειστή. Ενεχυράζων μπορεί να είναι και τρίτος, οπότε και δεν απαιτείται σύμπραξη του οφειλέτη. Αυτή η σύμβαση όμως είναι αφενός εμπράγματη, αφετέρου «αιτιώδης». Η αιτία δεν διακρίνεται ειδικά, αλλά ενυπάρχει στη φύση της ενεχυρικής σύμβασης (Μπαλή, ο.π § 205, σελ. 444 και Γεν. Αρχ. § 34), ε) η συμφωνία πρέπει να περιβληθεί ορισμένο τύπο (συμ/κου ή ιδιωτικού εγγράφου), στ) να προσδιορίζεται η απαίτηση, στ) να επακολουθήσει παράδοση του πράγματος, είτε στην οιονεί νομή του ενεχυρούχου δανειστή, είτε στην κατοχή τρίτου, συναινούντος δανειστή και ενεχυράζοντος, να κατέχει εκείνος στο όνομα του δανειστή. Ο σκοπός της εξασφάλισης δημοσιότητας προς τους τρίτους της ύπαρξης ενεχύρου κι η παράδοση της νομής εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να εμποδιστεί με αντίθετη συμφωνία, ούτε είναι νοητή η δια αντιφωνήσεως παράδοση της νομής (1213 ΑΚ). Ωστόσο, μπορεί να γίνει παράδοση brevi manu ή με έκταξη, σε τρίτο κάτοχο του πράγματος, ή με συμφωνία των μερών με τον τρίτο κάτοχο. Ενέχυρο άνευ παραδόσεως του ενεχυρασθέντος πράγματος στον δανειστή ή σε τρίτο πρόσωπο κατ αρχή, ως μη ρυθμιζόμενη ειδικά (πλασματικό ενέχυρο) δεν ήταν νοητή κι αποτέλεσε λόγο αποφυγής του ενεχύρου, όπως και οι διατυπώσεις δημοσιότητας, με τους οποίους περιβαλλόταν η ενεχυρική σύμβαση. Ο νομοθέτης, όμως, αναγνωρίζοντας την ανάγκη, ενίοτε, μη υλικής παράδοσης του πράγματος στον ενεχυρούχο δανειστή, προς επίτευξη κοινωνικής οικονομίας και ωφέλειας, προέβλεψε, στο αρθ. 1214, ότι με μόνη τη συμφωνία συνιστάται ενέχυρο χωρίς παράδοση, αν η συμφωνία καταχωριστεί στο υπό του νόμου προβλεπόμενο δημόσιο βιβλίο. Ενώ
f^t? ‘ Ν ,
7° φύλ. της υπ’ αριθμ. 221/2016 απόφ. του Ειρηνοδικείου Κορίνθου
υπήρξαν και ειδικές διατάξεις, που προέβλεψαν αντίστοιχα, μεταξύ των οποίων το ν.δ της 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθρ. 41 και 70 ΕισΝΑΚ και στη συνέχεια με αρθρ. 52 § 3 ΕισΝΚΠολΔ, που αφορά εξασφάλιση απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων από δάνειο ή χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, προγενέστερης του ενεχύρου (βλ. ΑΠ 246/90 Δνη 1991, 771- ΑΠ 1048/98 Δνη 1998, 1571- ΑΠ 577/1964, ΝοΒ 13, 233- ΑΠ 108/97- ΑΠ 1430/99, ΝΟΜΟΣ- ΕφΑΘ 6177/1998, ΑρχΝ 2000, 94). Το ενέχυρο αυτό, είναι παρόμοιο με το κοινό του αστικού κώδικα κι αντιδιαστέλλεται μόνο ως προς τον τρόπο κατάρτισης (και με ιδιωτικό έγγραφο), τη γνωστοποίηση (αποκλειστικά με επίδοση αντιγράφου της ενεχυρικής σύμβασης) και προς τα αποτελέσματα. Ως προς τα αποτελέσματα ορίζουν τα αρθρ. 39, ότι η ενεχύραση συνεπάγεται εκχώρηση απαίτησης από τον οφειλέτη στην πιστώτρια (§ ι) και η πιστώτρια θεωρείται ότι νέμεται την απαίτηση (§ 3), ενώ κατά το αρθ. 44 δικαιούται η πιστώτρια να εισπράξει την ενεχυρασμένη απαίτηση και να αποδώσει στον οφειλέτη το μέρος της απαιτήσεως που απέμεινε, μετά την εξόφληση. Ακόμη και κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, όμως, τα αποτελέσματα της ενεχύρασης ρυθμίζονται κατά αρχή από το ειδικό και γενικό δίκαιο του ενεχύρου και μόνο επικουρικά, εφόσον δεν αντίκειται στη φύση του ενεχυρικού δικαιώματος, από τις διατάξεις για την εκχώρηση. Ενώ, η εκχώρηση (455-470 ΑΚ) δεν φτάνει ποτέ μέχρι του σημείου να υπερακοντίζει το σκοπό, για τον οποίο συνομολογείται, που είναι η εξασφάλιση της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας. Με την έννοια αυτή η σύσταση ενεχύρου δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση τέλεια, απόλυτη και οριστική διάθεση της απαίτησης προς την τράπεζα, με την έννοια της ΑΚ 455, αλλά πλασματική, περιορισμένη, που τα αποτελέσματα της ρυθμίζονται κατά πρώτο και κύριο λόγο από το δίκαιο του ενεχύρου κι όχι από τις περί εκχωρήσεως διατάξεις (βλ. ΠΠρθεσσαλ 3088/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 843/2006, Αρμ 2008, 237 και Δημάκου στον Α στ Κωδ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, το μ VI, υπ αρθρ. 1247-1248, κεφν, § 72-83 και Μπαλή, ο.π §217, σελ.469). Έτσι, τα παραπάνω τέθηκαν, για να δείξουν ότι η τράπεζα έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνη αυτή την απαίτηση (κατ αντίθεση με το κοινό ενέχυρο), όχι διότι ο νομοθέτης ήθελε να θεωρήσει το πιστωτικό ίδρυμα «κύριο» ή «νομέα» του υπέγγυου πράγματος, επί του οποίου προβλέπεται και υπάρχει ενέχυρο, που προστατεύει αρκούντως τα δικαιώματα του ενεχυρούχου δανειστή. Διότι, η ευθεία και κανονική πορεία της ενεχυρικής σύμβασης είναι συγχρόνως με τη λήξη του χρέους, οπότε γίνεται απαιτητό το τελευταίο, να πωληθεί το ενέχυρο, που ενσωματώνει την απαίτηση, με έγκυρη και αδιάβλητη πώληση (που τέτοια θεωρούσε ο νόμος μόνο τη δημόσια) και το περισσεύον, μετά από αυτή, να αποδοθεί στον ενεχυρασή. Συνεπώς, σκοπός να γίνει η τράπεζα και ενεχυρούχος δανείστρια απόλυτη και τέλεια «νομέας» και κυρία του πράγματος, δεν υπάρχει ούτε κατά τις διατάξεις, που ρυθμίζουν το ενέχυρο. Αυτό προκύπτει και από το ότι ο νόμος θεωρεί απαγορευμένες τις συμφωνίες και τους καταπιστευτέους όρους (1239 ΑΚ). Ότι επιτάσσει την κατά τον παραπάνω τρόπο ικανοποίηση της ενεχυρούχου δανείστριας (1237, 1239 ΑΚ), με πώληση του πράγματος, επί του οποίου συστήνεται ενέχυρο. Οτι απαγορεύει και συμφωνίες (και δη πριν το χρέος καταστεί εισέτι απαιτητό), όπως ότι αν δεν πληρωθεί το χρέος η κυριότητα του ενεχυρασμένου πράγματος περιέρχεται στη δανείστρια και παρόμοιες. Αλλωστε το ενέχυρο αποσβεννύεται με τη σύμπτωση των ιδιοτήτων του κυρίου και ενεχυρούχου δανειστή στο ίδιο πρόσωπο.
Συνεπώς, στην περίπτωση τριμερών συμβάσεων πώλησης κινητού και δανειοδότησης αγοραστή, από τράπεζα ως προς το τίμημα της πώλησης, καταδεικνύεται, ότι τα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας μπορούν να εξασφαλιστούν με «ενέχυρο» και οι κατασκευές, που έγιναν και γίνονται, ως μη νόμιμες και μη λαμβάνουσες υπόψη την πραγματικότητα, όχι μόνο υπερακοντίζουν τη βούληση όλων των συμβαλλόμενων μερών, αλλά βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με το σκοπό, για τον οποίο συνάφθηκαν οι συμβάσεις, και την πραγματικότητα. Διότι, αποδεικνύεται, ότι υπό το βάρος κατασκευών μη ευλόγων: Ο «αγοραστής» που συμβλήθηκε και στις 2 συμβάσεις (πώληση- δανειοδότηση) με σκοπό την απόκτηση κυριότητας του πωλούμενου κινητού πράγματος θεωρείται μάλλον ανύπαρκτος, με μηδενικά δικαιώματα, έναντι υποχρεώσεων, που αναλαμβάνει και από τις 2 συμβάσεις, ενώ η πώληση παραμένει ατελής και άκυρη. Ο «πωλητής», που συμβλήθηκε για την ευχερέστερη πώληση του κινητού, ωφελούμενος από ενέργειες του αγοραστή, αντιμετωπίζεται αφηρημένα και μόνο ως «γρανάζι της δανειακής σύμβασης», που δεν συνήψε ο ίδιος. Η «δανείστρια» τράπεζα τέλος θεωρείται μόνη έχουσα απεριόριστα δικαιώματα και δη όχι μόνο ενοχικά, ούτε περιορισμένα εμπράγματα, αλλά απεριόριστα, που πρέπει να προστατευθούν με τη διάπλαση εξωπραγματικών κατασκευών, που την καθιστούν νομέα, αντί οιονεί νομέα περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος ενεχύρου. Τέτοια δικαιϊκή διάπλαση, εννόμων σχέσεων και συμφερόντων δεν είναι δυνατή υπό το δίκαιο, κατά το οποίο όλα τα δικαιώματα πρέπει να προστατεύονται και όλοι οι συμβαλλόμενοι εκλαμβάνονται ίσοι. Το πόσο μη εύληπτες και μη εύλογες είναι οι κατασκευές και τι σύγχυση προκάλεσαν αποδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση που προκύπτουν προβλήματα, που αναμένουν λύση. Δεν πρέπει, δε, να διαφύγει της προσοχής η πραγματικότητα, ότι όλες οι συμβάσεις κινήθηκαν γύρω από τον ίδιο μοχλό, που έδωσε «κίνηση»: Τον αγοραστή/καταναλωτή. Εξ ου προκύπτει και ο λόγος, για τον οποίο πρέπει να προστατευθεί, αφού είναι απαραίτητος και στον πωλητή και στην τράπεζα. Είναι, δε, φανερό, ότι.
8° φύλ. τικ υπ9 αριθμ. 221/2016 απόφ. του Ειρηνοδικείου Κορίνθου
όλα τα παραπάνω μαζί με τη σύσταση ενεχύρου στο πωλούμενο πράγμα, από τη δανειοδοτούσα τράπεζα, δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ο σημαντικός θεσμός του «πλασματικού ενεχύρου», που διαφαινόταν η εξέλιξη του κι ο ρόλος, που θα διαδραμάτιζε, μετά και τις αλλαγές που επήλθαν με τη θέση σε ισχύ των Ν. 2844/2000 «περί ενεχύρου χωρίς παράδοση» και Ν. 3301/2004, που ενσωμάτωσε την οδηγία 2002/47/ΕΚ, για τη συμφωνία χρηματοοικονομικής ασφάλειας, με σκοπό να συμβάλλει στην ενοποίηση και οικονομικότερη λειτουργία χρη ματοπιστωτικών αγορών, αποτελεί γεγονός, που επίκειται η καθόλου ρύθμιση του. Παρά τα προβλήματα, λόγω μη ενοποίησης των κανόνων και της εν μέρει ισχύουσας παλαιάς ρύθμισης του παραμένει μόνος ασφαλής θεσμός. Αν πρόκειται να γίνουν κατασκευές μπορούν να αφορούν μόνο το ενέχυρο και όχι όλα τα υπόλοιπα.
Με την προκείμενη αγωγή, συμπληρώνοντάς την παραδεκτά με
δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα
ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης και με τις
κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις της (άρθ. 224 ΚΠολΔ), η ενάγουσα
εκθέτει ότι δυνάμει της με αριθ. σύμβασης
δανείου για την αγορά αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας και εκχώρησης δικαιωμάτων, που συνάφθηκε μετα πωλήτριας εταιρείας με την επωνυμία «ΑΟΥΤΟ ^^^^^^^^^^^^> και του εναγόμενου ως αγοραστή, η ίδια χορήγησε στον εναγόμενο τοκοχρεολυτικό δάνειο, ύψους 24.290 ευρώ, με σκοπό τη χρηματοδότηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκαςΗΒ, τύπου ^^^^^^^^ χρώματος γκρι, με αριθ. κυκλοφορίας^^ΐ^^Η1^1 αριθ. Πλαισίουτο οποίο παρέλαβε από την πωλήτρια εταιρία και έχει στην κατοχή του. Το παραπάνω ποσό του δανείου καταβλήθηκε από την ενάγουσα στην πωλήτρια εταιρία, προς εξόφληση του τιμήματος της αγοράς του παραπάνω αυτοκινήτου όπως εξουσιοδοτήθηκε από τον εναγόμενο, με την συμφωνία να καταβληθεί αυτό στην ενάγουσα από τον εναγόμενο-αγοραστή, μέσω του αναφερόμενου στην αγωγή λογαριασμού χορηγηθείσης από την ενάγουσα πιστωτικής κάρτας «ΟΝΕ CREDIT VISA-CUSTOMERS» σε 109 αλλεπάλληλες τοκοχρεωλυτικές ισόποσες μηνιαίες δόσεις ύψους 342,97 ευρώ έκαστη, καταβλητέα την 1 Γ’ ημέρα κάθε μήνα αρχής γενομένης την 11η-8-2008. Ότι η πωλήτρια εταιρία παρέμεινε κύριος νομέας και κάτοχος του αυτοκινήτου, παραχωρώντας μόνο την χρήση στον αγο ραστή – ε ναγό με νο και εκχωρώντας και μεταβιβάζοντας στην ενάγουσα λόγω ενεχύρου όλες τις αξιώσεις της κατά του εναγόμενου, ο οποίος αναγνώρισε και αποδέχθηκε την ως άνω εκχώρηση. Σε κάθε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, με βάση τη σύμβαση, έχει συμφωνηθεί μεταξύ άλλων και το δικαίωμα της να υπαναχωρήσει από
την επίδικη πώληση, αναλαμβάνοντας με κάθε νόμιμο μέσο την κατοχή του αυτοκινήτου από τον οφειλέτη-εναγόμενο. Ότι λόγω μη πληρωμής από τον εναγόμενο μέχρι τις 28-2-2013 των δόσεων των μηνών Νοεμβρίου του 2012 έως και Φεβρουαρίου 2013 έκλεισε οριστικά το λογαριασμό και κατήγγειλε την σύμβαση δανείου καθιστώντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το υπόλοιπο ποσό των 18.275,16 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων από την ως άνω καταγγελία. Ότι εξαιτίας της μη συμμόρφωσης του εναγόμενου στις συμβατικές του υποχρεώσεις, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, προέβη σε υποβολή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με την οποία κατήγγειλε το χρησιδάνειο και υπαναχώρησε από την σύμβαση πωλήσεως. Τέλος ότι, μετά τα ανωτέρω, ο εναγόμενος παρακρατεί το αυτοκίνητο, αρνούμενος να το αποδώσει, προσβάλλοντας την κυριότητα και την νομή της επ’ αυτού, αποβάλλοντας την από αυτή δείχνοντας την πρόθεση του να το ενσωματώσει στην δική του περιουσία και ότι η αξία του ανωτέρω αυτοκινήτου ανέρχεται στα 7.700 ευρώ. Παραιτούμενη δε με την υπό κρίση και επιδοθείσα στον εναγόμενο αγωγή της, από την από 8-3-2013 και με αριθ. κατ. 361/2013 ιδίου περιεχομένου αγωγή της που είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, ζητεί να αναγνωριστεί η ίδια οριστικά νομέας του επίδικου αυτοκινήτου, να διαταχθεί η αφαίρεση της νομής και κατοχής του επίδικου αυτοκινήτου από τον εναγόμενο και κάθε τρίτο που κατέχει για λογαριασμό του το αυτοκίνητο ή έλκει δικαιώματα από αυτόν, να κηρυχθεί η απόφαση, που θα εκδοθεί, προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.
Έτσι, έχουσα, όμως, η αγωγή, που αρμόδια και παραδεκτά μεν φέρεται στο Δικαστήριο αυτό (αρθρ. 14 παρ.1, 22 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, στην οποία όμως εμπλέκονται κατά μη νόμιμο και αβάσιμο τρόπο δικαιώματα κι υποχρεώσεις κατά απόλυτη «σύγχυση», όπου, κατά την άποψη της ενάγουσας, ο θεσμός της εκχώρησης ενοχικών δικαιωμάτων (αρθ. 455- 470 ΑΚ), μπορεί να περιλάβει και «εμπράγματα δικαιώματα» ή και νομή, που ρυθμίζεται από το νομοθέτη, όπως εκείνα, ενώ ο θεσμός του ενεχύρου, που αφορά εμπράγματο δικαίωμα επί κινητών πραγμάτων, μπορεί να περιλάβει και ενοχικά δικαιώματα, άγνωστο πως και πότε (π.χ, τα ενοχικά δικαιώματα του πωλητή επί του τιμήματος και την υπαναχώρηση από τη σύμβαση πωλήσεως, που της εκχωρήθηκαν λόγω ενεχύρου), είναι αόριστη κι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης κατά τους όρους των αρθ. 111, 118, 216 ΚΠολΔ (βλ, ΕιρΑΘ 979/2015 και 2110/2014, ΝΟΜΟΣ). Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα παραπάνω στην μείζονα σκέψη η νομή του πωληθέντος αυτ/του δεν μπορούσε, να μεταβιβαστεί στην ενάγουσα, προς εξασφάλιση της απαίτησης της εκ δανείου κατά του αγοραστή. Ενώ, πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα δεν αναφέρει καμία υλική πράξη του
9° φύλ. της υπ” αριθμ. 221/2016 απόφ. του Ειρηνοδικείου Κορίνθου εναγόμενου, η οποία να συνιστά παράνομη επενέργεια του επί του παραπάνω κινητού και να έγινε «διανοία κυρίου» από αυτόν, εφόσον μάλιστα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, ο εναγόμενος έχει καταβάλει μέρος του τιμήματος. Επομένως πρέπει κατά την κρίση του Δικαστηρίου να γίνει δεκτή η ένσταση περί αοριστίας του εναγόμενου. Εξάλλου το επίδικο αυτοκίνητο βρίσκεται από τις 6-6-2013 υπό δικαστική μεσσεγγύηση με ορισθέντες προσωρινούς μεσεγγυούχους υπαλλήλους της καθ’ ης.
Εκτός αυτών, όμως, πρέπει να αναφερθεί ότι ως προς την ένσταση παραγραφής, την οποία νόμιμα, κατά τις διατάξεις των αρθ. 247, 251, 252 § 1, 255, 272 ΑΚ προτείνει ο εναγόμενος ισχύουν τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστεί η ενάγουσα στην δικαστική δαπάνη του εναγόμενου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, τα οποία ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Κόρινθο και στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου στις 25-4-2016 σε έκτακτη συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιο)ν Δικηγόρων τους.
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ