1908/2014 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ ( 700800)

(Δ/ΝΗ 2016/227)
Ευρεσιτεχνία. Πότε είναι νόμιμη η χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Εννοια των όρων “νέο”, “ευρεσιτεχνική δραστηριότητα” και “δυνατότητα Βιομηχανικής εφαρμογής”. Ακυρότητα διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Δυνατή η αναδρομική κήρυξη της ακυρότητας με δικαστική απόφαση. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί και κατ΄ ένσταση, ακόμη και στα ασφαλιστικά μέτρα. Δικαιώματα που παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο δικαιούχο. Αξιώσεις του δικαιούχου, του οποίου προσβάλλονται τα δικαιώματα. Αν υφίσταται σκοπός ανταγωνισμού, ο προσβληθείς έχει και τις αξιώσεις εκ του ν. 146/1914. Πράξεις που συνιστούν αθέμιτο ανταγωνισμό. Ακυρα τα επίδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Απορρίπτεται η αγωγή.

ΕφΘεσ 1908/2014

Εισ.:Θεοδώρα Σακελλαρίου (Πρ.: Αγγ. Λιάπης)

Από τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 12,17 και 25 του ν. 1733/1987 «περί μεταφοράς τεχνολογίας, εφευρέσεων, καινοτομίας και σύστασης επιτροπής ατομικής ενέρ¬γειας» προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι ουσιαστικές θετι¬κές προϋποθέσεις για τη χορήγηση εγκύρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι: το «νέο της εφεύρεσης», η εφευρε¬τική δραστηριότητα ως περιεχόμενο αυτής και η επιδεκτι¬κότητα της εφεύρεσης προς βιομηχανική εφαρμογή. Νέα κρίνεται μία εφεύρεση, όταν υπερβαίνει τη γνωστή στάθμη της τεχνικής και ως τέτοια νοείται κάθε τι που είναι γνωστό οπουδήποτε στον κόσμο (αρχή της οικουμενικότητας) από γραπτή ή προφορική περιγραφή ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το στοιχείο του «νέου» θεωρείται ότι υπάρχει, όταν πρόκειται μεν για παραγωγή προϊόντος, αν το προϊόν αυτό διαφέρει από τα ομοειδή του προϊόντα με ουσιώδη νέα χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται δε για παραγωγή αποτελέσματος, αν εμφανίζει αξιόλογη πρω-τοτυπία ή αξιόλογη βελτίωση ήδη γνωστού αποτελέσμα¬τος, ανεξαρτήτως του αν η βελτίωση αφορά μόνο στον τρόπο παραγωγής ή μόνο στο αποτέλεσμα ή στη μείωση της δαπάνης παραγωγής του ή και όλα μαζί και δεν εμφανίζεται σαν απλή προσαρμογή στοιχείων ή μεθόδων που είναι ήδη γνωστά ή σα συνήθης βελτίωση και τροπο¬ποίηση, οι οποίες επιτυγχάνονται μέσα στα όρια της φυσιολογικής και διαρκούς επιστημονικής και τεχνικής εξέλιξης από το μέσο ειδικό άνθρωπο, προς εξάλειψη των ατελειών που διαπιστώθηκαν κατά την εφαρμογή των γνωστών προϊόντων ή μεθόδων, χωρίς αξιόλογο αποτέ¬λεσμα ή βελτίωση ή σαν απλή νέα χρήση ενός μέσου που είναι γνωστό σε αντικείμενα άλλα από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο όμως τρόπο, κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίηση του, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 545/1996 ΕλλΔνη 1998. 1315, ΑΠ 1588/1991 ΕΕμπΔ 1992. 146, ΕφΑΘ 9505/1999 ΔΕΕ 2000.271, ΕφΑΘ 209/1996 Αρμ 50. 603, Λ. Κοτσίρη, Το «νέο» της εφεύρεσης και η στάθμη της τεχνικής με βάση την αρχή της οικουμενικότητας, ΔΕΕ 2005 σ. 254 επ. Βλ. σχετ. ΕφΑΘ 1586/2012, ΕφΑθ 4999/2010, ΕφΘεσ 467/2009 ΤΝΠ-Νόμος). Σε αντίθεση λοιπόν με το προγενέστερο δίκαιο (άρθρα 2,21 και 22 του ν. 2527/1920), κατά το οποίο αρκούσε το σχετικώς νέο της εφεύρεσης, ο ν. 1733/1987 καθιερώνει από 1.1.1988 το απολύτως νέο της εφεύρεσης (ΕφΑΘ 2333/2005 ΕΕμπΔ 2006.474). Το δικαίωμα στην ευρεσιτεχνία δημιουργείται με την απονομή του διπλώματος, η δε σχετική πράξη αποτελεί διοικητική πράξη, που εκδίδεται από τον Οργα¬νισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ – βλ. και Β. Αντωνό¬πουλου, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, 2002, σ. 775, § 131). Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα στον κάτοχο αυτού, καθώς και σε όποιον ο τελευταίος έχει μεταβιβάσει το δικαίωμα αυτό, να επιδίδε¬ται εξ επαγγέλματος στην παραγωγή του αντικειμένου της εφευρέσεως, στην έκθεση αυτοι3 προς εμπορία ή πώληση ή στη χρησιμοποίηση του. Εξάλλου, μία εφεύ¬ρεση θεωρείται ότι εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα όταν, κατά την κρίση ειδικού, παριστά ένα βήμα προόδου σε σχέση με τη στάθμη της τεχνικής (ΕφΑΘ 9505/1999 ΔΕΕ 2000.271), δηλαδή όταν ο μέσος ειδικός δε θα μπο¬ρούσε, αξιοποιώντας τη στάθμη της τεχνικής, να φτάσει στην επίλυση του τεχνικού προβλήματος ή, όπως ορίζε-ται στη διάταξη του άρθρου 5§4 του ανωτέρω νόμου, η εφεύρεση, κατά την κρίση του ειδικού, θα πρέπει να μην προκύπτει με προφανή τρόπο από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής. Τέλος, μία εφεύρεση θεωρείται επι¬δεκτική βιομηχανικής εφαρμογής, αν το αντικείμενο της μπορεί να παραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιονδήποτε τομέα παραγωγικής δραστηριότητας. Η μεταφορά μίας λύσης ήδη γνωστής σε άλλο τεχνικό πρόβλημα απο¬τελεί εφεύρεση, μόνο αν η λύση του προβλήματος τεχνικά δεν αναμενόταν. Ακόμη, ο συνδυασμός περισσοτέρων τεχνικών μέσων ή διαδικασιών για τη επίλυση ενός τεχνι¬κού προβλήματος με τρόπο ενιαίο αποτελεί εφεύρεση, μόνον αν ο συνδυασμός δεν είναι προφανής για το μέσο ειδικό. Η εφαρμογή ισοδύναμων μέσων ενός ήδη λυμένου τεχνικού προβλήματος αποτελεί εφεύρεση, μόνον αν το ισοδύναμο μέσο δεν είναι γνωστό στο μέσο ειδικό {Λιακόπουλος, Δίκαιο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, σ. 196,197, Β. Αντωνόπουλος, Βιομηχανική ιδιοκτησία, έκδ. 2005, σ. 669,678). Εξάλλου, κατά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της ευρεσιτεχνίας, που εξαγγέλλεται από το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, διπλώματα ευρεσιτεχνίας παραχωρού¬νται μόνο σε εφευρέσεις που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας τις οποίες προβλέπει ο νόμος. Η ύπαρξη, όμως, των στοιχείων της εφεύρεσης και η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων προστα¬σίας αυτής με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ελέγχονται σε περιορισμένη έκταση προ της παραχωρήσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 7 και 8 του ανωτέρω νόμου, ελέγχονται μόνον οι τυπικές προϋποθέσεις της αίτησης και οι αρνητικές ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης του διπλώ¬ματος ευρεσιτεχνίας, με συνέπεια τη δυνατότητα χορήγη¬σης του σχετικού διπλώματος από τον Οργανισμό Βιομη¬χανικής Ιδιοκτησίας, χωρίς να συντρέχουν οι, κατά το νόμο, όροι εκδόσεως αυτού και τη δημιουργία, περαι¬τέρω, νόμιμου μαχητού τεκμηρίου συνδρομής των στοι¬χείων της εφεύρεσης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως διοικητικής πράξης συστατικής ενός ιδιωτικού δικαιώμα¬τος {Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, έκδ. 1981/11 σ. 691). Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1733/1987, το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί με δικαστική απόφαση του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου να κηρυχθεί άκυρο και μάλιστα αναδρομικώς ενώ δεν αποκλείεται και η κατ` ένσταση προβολή της ακυρότητας, ακόμη και στα ασφα¬λιστικά μέτρα, η οποία σε περίπτωση ευδοκίμησης οδη¬γεί στην απόρριψη της αγωγής (ή της αίτησης) χωρίς όμως να συνεπάγεται και ακυρότητα του διπλώματος έναντι όλων ούτε δεδικασμένο (ΕφΑΘ 2100/2003 Αρμ 59. 57, ΕφΑΘ 1852/1997 ΕΕμπΔ 1997. 992, Αντωνόπουλος, ό.π., αριθ. 893, 999, Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτη¬σία, 5η έκδοση, σ. 250 επ.- σχετ. ΑΠ 1376/1988 ΕΕμπΔ 1990.132, ΕφΘεσ 467/2009 ό.π.) είτε διότι έλειπε μία από τις ουσιαστικές θετικές προϋποθέσεις χορήγησης του είτε για κάποιον από τους άλλους περιοριστικώς αναφε¬ρομένους στο ανωτέρω άρθρο λόγους. Έτσι, ο επικαλού¬μενος την ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως ενάγων ή ενιστάμενος οφείλει να επικαλεστεί και αποδεί¬ξει τους λόγους ακυρότητας του διπλώματος, ότι η εφεύ¬ρεση δεν είναι νέα, αλλά ανήκει στη στάθμη της τεχνικής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πριν από την ημερο¬μηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του διπλώ¬ματος ευρεσιτεχνίας, είτε ότι δεν εμπεριέχει εφευρετική ιδέα, είτε ότι δεν είναι επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμο¬γής (Θ. Λιακοπούλου, ό.π., σ. 253-254, ΕφΑΘ 1586/2012 ό.π., ΕφΑΘ 4999/2010 ΔΕΕ 2011. 188, ΕφΘεσ 348/2010 ΕΕμπΔ 2011.166, ΕφΑΘ 1852/1997 ΕΕμπΔ 1997. 992). Η ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι απόλυτη, ενώ εάν η ακυρότητα έχει ως λόγο ότι ο δικαιούχος του διπλώματος δεν είναι πραγματικός εφευρέτης, είναι σχε¬τική. Μετά την τελεσίδικη δικαστική αναγνώριση της ακυ¬ρότητας, ανατρέπεται το τεκμήριο της νομιμότητας που συνόδευε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, λόγω, δε, της φύσης αυτού ως διοικητικής πράξης, η ως άνω απόφαση ισχύει έναντι πάντων, αν και δε δημιουργεί δεδικασμένο. Μετά την τελεσιδικία της απόφασης που κηρύσσει άκυρο το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δίκες που είχαν ανοιχθεί και είχαν ως αίτημα τηυ παράλειψη της προσβολής του διπλώματος ή την αποζημίωση του δικαιούχου δε συνεχί¬ζονται (βλ. Λιακόπουλο, ό.π., σ. 691, ΕφΑΘ 4999/2010, ΕφΘεσ 467/2009 ό.π., ΕφΘεσ 2820/2007 αδημ.). Επομέ¬νως, η πρακτική αξία του διπλώματος για τον κάτοχο του έγκειται στο ότι απαλλάσσεται αυτός από το βάρος να αποδείξει τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων απονομής του, το οποίο μετακυλύεται στον αμφισβητού¬ντα το κύρος του, αφού απόκειται στον εναγόμενο να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι το προϊόν που παράγει ο ίδιος έχει κατασκευαστεί με ορισμένη διαφορετική μέθοδο, προσδιορίζοντας συγχρόνως την υφιστάμενη διαφορά (ΑΠ 1344/2012 ό.π.). Περαιτέρω, το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 10 και 17 του ν. 1733/87, έχει χαρακτήρα από¬λυτο και αποκλειστικό, με την έννοια ότι το δικαίωμα αυτό, του οποίου αντικείμενο αποτελεί ένα άυλο αγαθό (εφευρετική ιδέα) και του οποίου το περιεχόμενο εμφανί¬ζει ηθική (μη περιουσιακή) αλλά και περιουσιακή, κατ` εξοχήν, διάσταση, παρέχει στο δικαιούχο την εξουσία να εκμεταλλεύεται εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος παραγωγικά την εφεύρεση του και ιδίως: α) να παράγει, προσφέρει ή διαθέτει στην αγορά, να χρησιμοποιεί και να κατέχει τα προϊόντα που προστατεύονται από το δίπλωμα αυτό β) να εφαρμόζει, προσφέρει ή διαθέτει στην αγορά την προστατευόμενη από το δίπλωμα μέθοδο γ) να παράγει, προσφέρει ή διαθέτει στην αγορά, να χρησιμοποιεί και να κατέχει για τον ίδιο σκοπό το προϊόν, που η παραγωγή του είναι αποτέλεσμα της προ¬στατευόμενης από το δίπλωμα μεθόδου δ) να απαγο¬ρεύει σε κάθε τρίτο να εκμεταλλεύεται παραγωγικά κατά την έννοια, των προηγουμένων εδαφίων την εφεύρεση ή να εισάγει, χωρίς τη συναίνεση του, τα προϊόντα που προστατεύονται από το δίπλωμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 § 1 του ιδίου ως άνω νόμου το χρονικό διά¬στημα της παρεχόμενης από το ΔΕ προστασίας είναι είκοσι (20) έτη και αρχίζει από την επομένη της ημέρας κανονικής κατάθεσης της αίτησης για την χορήγηση του (βλ. σχετ. ΑΠ 1344/2012, Θ. Λιακοπούλου, Βιομηχανική ιδιοκτησία II, έκδ. 1984, σ. 113-116, Κ. Σημίτη, Το δικαίωμα επί της εφευρέσεως, σ. 14 επ., 79,171 επ.).
Ειδική έκφανση, επίσης, της αξίωσης για άρση της προσβολής αποτελεί και το αίτημα του δικαιούχου προς το δικαστήριο να διατάξει την καταστροφή των προϊόντων που κατασκευάστηκαν σύμφωνα με την προστατευόμενη εφευρετική ιδέα (άρθ. 17 § 5 ν. 1733/1987). Ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δικαιούται αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι ο προσβολέας βαρύνεται με υπαι¬τιότητα και υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στη ζημία και στο ζημιογόνο γεγονός (ΕφΑΘ 2100/2003 ό.π.). Η ζημία που αποκαθίσταται είναι τόσο η θετική όσο και το διαφυγόν κέρδος (άρθρο 298 ΑΚ). Επειδή, όμως, ο υπολογισμός του διαφυγόντος κέρδους είναι δυσχερής, το άρθρο 17 §§ 2 και 5 του ν. 1733/1987 εισάγει υπέρ του ευρεσιτέχνη ευχέρεια, αντί να ζητήσει τη θετική και αποθετική ζημία, να αξιώσει εναλλακτικά την απόδοση της ωφέλειας από την παράνομη εκμετάλλευση της ευρε¬σιτεχνίας, την απόδοση των ίδιων των προϊόντων, όλων ή μέρους αυτών, ανάλογα με το ύψος της ζημίας ή την πληρωμή ποσού ανάλογου προς το τίμημα της άδειας εκμετάλλευσης (βλ. 6. Αντωνόπουλο, Βιομηχανική Ιδιο-κτησία, έκδ. 2005, σ. 774). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού» απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται με το σκοπό αντα¬γωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη, αλλά και για ανόρ¬θωση της ζημιάς που προκλήθηκε. Από τη ρήτρα αυτή συνάγεται ειδικότερα ότι ουσιώδες στοιχείο για θεμε-λίωση της απαίτησης προς αποκατάσταση της ζημίας, θετικής ή αποθετικής, ή προς χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, η οποία ζημία ή βλάβη του προαναφε¬ρόμενου προσώπου προήλθε από τη φερόμενη ως συνι¬στώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό πράξη του τρίτου, είναι και το να εκτελείται η πράξη αυτή προς το σκοπό αντα¬γωνισμού προς το ασκούμενο από τον παθόντα εμπό-ριο κ.λπ. και να αντίκειται στα χρηστά ήθη. Αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη υπάρχει, όταν αυτή προ¬σκρούει στο αίσθημα και στην αντίληψη κάθε ορθά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη, δηλαδή όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 1192/2003 ΕλλΔνη 2005. 449, ΑΠ 72/2001 ΕλλΔνη 42. 904, ΑΠ 1780/1999 ΕλλΔνη 41.973, ΕφΑΘ 1586/2012 ό.π., ΕφΘεσ 1816/2009 ό.π.). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 §§ 1 έως και 3 του ίδιου νόμου, οι επιχειρήσεις απα¬γορεύεται να χρησιμοποιούν στα προϊόντα τους ιδιαίτερα διακριτικά γνωρίσματα κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα που χρησιμοποιεί νόμιμα άλλη επιχείρηση. Σαν τέτοιο διακριτικό γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαίτερη διακόσμηση των εμπορευμάτων, η συσκευασία ή το περικάλυμμα αυτών, εφόσον είναι γνωστός στους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικό σημείο ομοίων εμπορευμάτων άλλης επιχει¬ρήσεως. Ο παραβάτης μπορεί να υποχρεωθεί σε παρά¬λειψη της χρήσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι, για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ιδιαίτερου διακριτικού γνω¬ρίσματος μιας επιχειρήσεως, απαιτείται δυνατότητα (κίν¬δυνος) προκλήσεως συγχύσεως, χωρίς την οποία δεν υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός. Ειδικότερα, στην περί¬πτωση του άρθρου 13 § 1, σε αντίθεση με τη γενική απα¬γορευτική ρήτρα του άρθρου 1 που απαιτεί ανταγωνι¬στικό σκοπό κατά την έννοια της προθέσεως των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό. Τέτοια δυνατότητα υπάρχει όταν λόγω της ομοιότητας, μπορεί να δημιουργη¬θεί στο κοινό η εντύπωση της ταυτότητας δύο επιχειρή-σεων που είναι διαφορετικές, με την έννοια ότι το προϊόν στο οποίο χρησιμοποιείται το ίδιο διακριτικό γνώρισμα είτε προέρχεται από την επιχείρηση του δικαιούχου του γνωρίσματος, είτε προέρχεται από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικά προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊό¬ντος. Ως «κοινό» νοείται ο άπειρος μέσος καταναλωτής ενώ ως «σχετικοί συναλλακτικοί κύκλοι», στους οποίους καθιερώνεται το ιδιαίτερο γνώρισμα κατά την έννοια των §§ 2 και 3 του άρθρου 13 του ν. 146/1914, δεν νοούνται οι ανταγωνιστές του δικαιούχου του γνωρίσματος αλλά οι μεταπωλητές και οι καταναλωτές και γενικά όλοι εκεί¬νοι των οποίων η οικονομική συμπεριφορά επηρεάζεται από τη δηλούμενη μέσω του διασχηματισμού προέλευση του εμπορεύματος (ΕφΘεσ 2462/2007 αδημ., ΕφΑΘ 7369/1996 ΔΕΕ 1996. 1153. Βλ. σχετ. ΕφΘεσ 467/2009 ό.π.).

Συμπληρωματική εφαρμογή ως προς τις αστικές κυρώσεις έχει και η διάταξη του άρθρου 22 § 4 εδ. β` του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού η οποία προ¬βλέπει τη δυνατότητα δημοσίευσης στον ημερήσιο τύπο του διατακτικού της απόφασης που αναγνωρίζει την προ¬σβολή και καταδικάζει τον εναγόμενο σε παράλειψη και άρση της προσβολής, που επιχειρείται εναντίον άυλου αγαθού, με δαπάνες του εναγόμενου (ΕφΑΘ 1852/1997 ό.π.). Αφετέρου, εφόσον η προσβολή του δικαιώματος του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού, δηλαδή για την απόσπαση πελατείας
και ανάπτυξη ανταγωνιστικής ενέργειας σε μία σχε¬τική αγορά που νοείται κατά τρόπο ευρώ και πρόκειται για πράξη αντικείμενη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ο προσβληθείς έχει προστασία και βάσει της διάτα¬ξης του άρθρου 1 του ν. 146/1914, που παρέχει αξίωση προς παράλειψη για το μέλλον και για ανόρθωση της επελθούσας ζημίας και εφαρμόζεται συμπληρωματικά. Κατά τα ανωτέρω, ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της απαίτησης προς αποκατάσταση της ζημίας, θετικής ή αποθετικής ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία ζημία ή βλάβη προήλθε από τη φερό¬μενη ως συνιστώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό πράξη του τρίτου, είναι και το να εκτελείται η πράξη αυτή προς το σκοπό ανταγωνισμού και να αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΠ 339/2010, ΑΠ 1192/2003 ΕλλΔνη 2005. 449). Στην έννοια, δε του αθέμιτου ανταγωνισμού περιλαμβάνεται και η κατασκευή με τον ίδιο ακριβώς τρόπο (αντιγραφή) ξένου προϊόντος, που κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσι¬τεχνίας, ενώ, προς εφαρμογή των διατάξεων του αθέμιτου ανταγωνισμού πράξη προσβολής συνιστά και προσδο¬κώμενη πράξη προσβολής, οπότε και είναι επιτρεπτή η έγερση προληπτικής αγωγής προς παράλειψη (ΕφΘεσ 467/2009 ό.π., ΕφΑΘ 447/1981 Αρμ 36. 33)…

Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστα¬τικά: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία διατηρεί στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής επιχείρηση με αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία διαφόρων ειδών και τύπων κλει-δαριών και γενικά ειδών κλειθροποιίας, θυρών ασφα¬λείας και συστημάτων συναγερμού, τα οποία διαθέτει στην εγχώρια αγορά αλλά και στο εξωτερικό. Στα πλαί¬σια της δραστηριότητας της αυτής της απονεμήθηκε, κατόπιν της με αριθμό 97100232/6.6.1997 αίτησης της προς τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ), το με αριθμό ………… δίπλωμα ευρεσπεχνίας, με ημερομη¬νία έκδοσης 4.2.1999, προστατευόμενη ισχύ έως τις 7.6.2010 και τίτλο: «ΚΛΕΙΔΑΡΙΑ ΣΥΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΣΤΑ¬ΘΕΡΟ ΠΕΙΡΟ αντικρύσματος και ΓΛΩΣΣΑ ΜΕ ΔΑΚΤΥΛΙΟ ρυθμιζόμενης ΘΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΝΣΩΜΑΤΩ¬ΜΕΝΗ Η ΠΡΟΣΘΑΦΑΙΡΕΣΙΜΗ Η ΕΝΑΛΛΑΞΙΜΗ ΧΕΙΡΟ¬ΛΑΒΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ» και εφευρέτη τον Πρόεδρο και Διευθ¬ύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας, Ι.Κ. Στην περίληψη και το ιστορικό που συνοδεύει το ως άνω δίπλωμα ευρε¬σιτεχνίας η εφεύρεση περιγράφεται ως κλειδαριά συρο¬μένων, που λειτουργεί με σταθερά προσαρμοζόμενο στο αντίκρυσμα κατακόρυφο πείρο και κινούμενη καθέτως στον πείρο του αντικρύσματος γλώσσα με ομοιοδιαμετρικό του πείρου του δακτύλιο. Το εγκάρσιο διαμπερές σπείρωμα στο φορείο της γλώσσας είναι μεταβλητής θέσης, ρυθμιζόμενης, έτσι ώστε η κλειδαριά να είναι κατάλληλη για δεξιά ή αριστερά ανοιγόμενα φύλλα και προσαρμόσιμη σε διάφορα προφίλ. Σύμφωνα με την ανωτέρω περίληψη, οι καινοτομίες της εφεύρεσης αυτής συνίστανται στο ότι προσφέρεται επαύξηση της ασφά¬λειας σε ό,τι αφορά τη σχέση εμπλοκής του κινούμενου στελέχους κλείθρου μετά του σταθερού στελέχους υπο¬δοχής του επί του αντικρύσματος, με την ύπαρξη σταθε¬ρού συμπαγούς πείρου επί του αντικρύσματος και κινού¬μενη γλώσσα με μορφή ομοιοδιαμετρικού με τον πείρο του αντικρύσματος δακτυλίου, στην εξασφάλιση δυνατό¬τητας ρυθμίσεως της θέσης του δακτυλίου, ώστε να επι¬τυγχάνεται συμβατότητα με διάφορους τύπους προφίλ, τόσο για δεξιά όσο και για αριστερά ανοιγόμενα φύλλα, στην προσθήκη στην κλειδαριά δεύτερου εξαρτήματος δακτυλίου βαίνοντος σε αντίστοιχο πείρο αντικρύσμα¬τος, προς επαύξηση της ασφάλειας της κλειδαριάς, στην τοποθέτηση στην κλειδαριά στρεφόμενης χειρολαβής, η κίνηση της οποίας μετατρέπεται σε παλινδρομική με τη χρησιμοποίηση οδοντωτού τροχού, τη δυνατότητα προ¬σαρμογής στην κλειδαριά πολλών διαφορετικών χειρο¬λαβών που προσφέρονται στο εμπόριο, δυνατότητα, η οποία διευκολύνεται με την τετράγωνη απόληξη του επι¬μήκους στελέχους του οδοντωτού τροχού που βαίνει προ¬βάλλοντας δια μέσου της εσωτερικής χούφτας εντός αντί¬στοιχης κοιλότητας της χειρολαβής στο σημείο συναρμο-γής, τη δυνατότητα κατασκευής κλειδαριάς χωρίς χειρο¬λαβή, αλλά με χειρολαβή προσθαφαιρέσιμη κατ` επιλογή του χρήστη, προς ασφαλέστερη χρήση της, ιδίως όταν υπάρχουν παιδιά, καθώς είναι αδύνατο να ξεκλειδώσει ο μηχανισμός εάν η χειρολαβή έχει αφαιρεθεί και, τέλος σε κλειδαριά χωρίς εξωτερική χούφτα, η οποία θα δύναται να συναρμόζεται με ειδικά λαμάκια συσφίξεως της εσωτε¬ρικής χούφτας απευθείας στο κάσωμα, γεγονός που επαυξάνει την ασφάλεια αυτής σε ενδεχόμενη προσπά¬θεια παραβίασης της. Την παραπάνω ευρεσιτεχνία της η ενάγουσα χρησιμοποίησε για την κατασκευή του προϊό¬ντος της με την ονομασία «Σπανιολέτα Ασφαλείας Συρό¬μενων Αλουμινίου», με κωδικό πωλήσεως 7910L, σειρά DSL791. Εξάλλου, στην ενάγουσα απονεμήθηκε από τον ΟΒΙ και το με αριθ. ………… δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, μετά τη με αρ. 20050100251/20.5.2005 αίτηση της, με ημερο¬μηνία έκδοσης του την 31.1.2007 και διάρκεια ισχύος μέχρι τις 21.5.2025, με τίτλο: «ΚΛΕΙΔΑΡΙΑ ΣΥΡΟΜΕΝΩΝ
ΦΥΛΛΩΝ ΘΥΡΩΝ /ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ ΜΕ ΕΝΑΛΛΑΞΙΜΑ ΦΟΡΕΙΑ ΓΛΩΣΣΑΣ». Το αντικείμενο της τελευταίας αυτής εφεύρεσης περιγράφεται ως μία βελτίωση και απλού-στευση της διάταξης των συνεργαζόμενων στοιχείων του στελέχους μανδαλώσεως, του καπακιού και του ελατη¬ρίου, με την κατάργηση του καπακιού, τη σύνδεση με έναν ενιαίο κοχλία του στελέχους μανδάλωσης απευ¬θείας στον παλινδρομούντα φορέα και τη λαβή χειρισμού της κλειδαριάς και την εξάλειψη των δυσκολιών συναρμο¬λόγησης της που σχετίζονται με την πίεση του ελατηρίου στο καπάκι κατά τη φάση της συναρμογής. Επίσης, ως αντικείμενο της εφεύρεσης περιγράφεται νέος σχεδια¬σμός της εσωτερικής χούφτας, με τον οποίο εξασφαλίζε¬ται η λειτουργία της κλειδαριάς με μειωμένο κόστος και υψηλά στάνταρντ λειτουργικότητας και ασφάλειας, καθώς και η ύπαρξη εναλλάξιμων φορείων γλώσσας και, συγκεκριμένα αφενός φορείου, στο οποίο η γλώσσα προορίζεται για μία ορισμένη σειρά προφίλ και ρυθμίζε¬ται μόνον κατά τη διεύθυνση έκτασης της και αφετέρου φορείου στο οποίο η γλώσσα προορίζεται για διάφορες εναλλακτικές σειρές προφίλ, καθόσον έχει τη δυνατότητα ρύθμισης και κατά την κάθετο της διεύθυνσης κατά μήκος της γλώσσας, η οποία βαίνει κάθετα στη διεύθυνση παλινδρόμησης του φορέα της κλειδαριάς. Τα παρα¬πάνω «επινοήματα» της ενάγουσας, όπως αναφέρεται στο ιστορικό που συνοδεύει τα διπλώματα αυτά, κλήθη¬καν να επιλύσουν διάφορες δυσκολίες και μειονεκτήματα της προηγούμενης τεχνολογίας, σε ό,τι αφορά το βαθμό ασφαλείας, τη λειτουργικότητα και την αντοχή, που προ¬σφέρουν και, ειδικότερα, το μειονέκτημα ότι στις κλειδα¬ριές συρομένων της προηγούμενης τεχνολογίας εύκολα ανατρέπεται η ασφάλιση τους, δηλαδή το μανδάλωμα της γλώσσας στο αντίκρυσμα του κουφώματος, το μειο¬νέκτημα της μη συμβατότητας της κλειδαριάς με διάφο¬ρους τύπους προφίλ, τη δυσκολία που αντιμετώπιζε, κατά την προηγούμενη τεχνολογία, ο τεχνίτης, ο οποίος θα έπρεπε να χρησιμοποιεί την εμπειρική του δεινότητα για να πετύχει τη σύμπτωση του μέσου ασφάλισης στην κλειδαριά, μαντάροντας και ξεμοντάροντας πολλές φορές τμήμα της κλειδαριάς κλπ. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εναγόμενη με αρ. 176940/2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εται¬ρείας με επωνυμία «Γ.Χ.Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ», σε συνδυασμό με την κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα ανταπόδειξης Χρ.Γ, αποδείχθηκε ότι το κύριο στοιχείο του ενδίκου «επινοήματος» είναι το σύστημα κλειδώματος με πείρο
και δακτύλιο, σύστημα το οποίο «σα βασική ιδέα» και με διάφορες παραλλαγές υπήρχε ήδη, χρησιμοποιούμενο γενικά σε κλειδαριές, από πολλά έτη και, πάντως, πριν την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση των ενδίκων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όπως και τα ανωτέρω ανα¬φερόμενα σχετικά με τη λειτουργία της γλώσσας της κλει¬δαριάς, λειτουργία η οποία, με αφετηρία τη βασική αυτή ιδέα, εφάρμοσε κάθε κατασκευαστής με το δικό του τρόπο. Ειδικότερα, κατά την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρος, μηχανολόγου-μηχανικού, κατέχοντος επομέ¬νως ειδικές τεχνικές γνώσεις, τα ένδικα αντικείμενα παραγωγής της ενάγουσας, που αξιοποίησαν την περι¬γραφόμενη στα ένδικα διπλώματα «επινόηση», αποτε¬λούν μία μετεξέλιξη στις κλειδαριές συρομένων, με τη χρήση, με συγκεκριμένο συνδυασμό, ήδη γνωστών μέσων (πείρος, δακτύλιος, θηλυκάκι), μετεξέλιξη η οποία, κατά το μάρτυρα, συνέβη σε όλη τη σχετική αγορά, σε πανευρωπαϊκό μάλιστα επίπεδο και αποτελεί απόρροια της εξέλιξης και ανάπτυξης της αγοράς των προφίλ αλου¬μινίου, η οποία επέβαλε, σταδιακά, την ανάγκη προσθή¬κης διαφοροποιήσεων στις μέχρι τότε κατασκευαζόμενες κλειδαριές, ώστε αυτές να ταιριάζουν σε όλες τις παραλ¬λαγές πλέον των προφίλ και, ειδικότερα, τη ρύθμιση του «κλεισίματος» της κλειδαριάς κατά πλάτος και κατά βάθος, αλλά και τη ρύθμιση της χειρολαβής, ώστε να προσαρμόζεται στους, στο μεταξύ προκύψαντες και κυκλοφορούντες πλέον στην αγορά διάφορους τύπους κουφωμάτων αλουμινίου. Η παραπάνω κατάθεση του μάρτυρος ενισχύεται από τα περιγραφόμενα στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με την επισύναψη σ` αυτήν και των σχεδίων τους, αλλά και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα και από την εναγομένη διπλώματα άλλων κατασκευαστών. Ειδικότερα, από το με αρ. ………………… δίπλωμα με ημερομηνία έκδοσης την 31.1.1997 και κατάθεσης της σχετικής αίτησης την 29.12.1995, το οποίο απονεμήθηκε από τον 0Β1 στον ΑΘ.Λ., προγενέ¬στερο δηλαδή των ενδίκων, που φέρει τίτλο «κλειδαριά συρομένων φύλλων Θυρών/παραθύρων με σπανιολέτα ή κομβίο κίνησης πείρου ασφαλίσεως οριζόντιας παλιν-δρομήσεως», προκύπτει ότι αυτό περιγράφει και αφορά σε κλειδαριά συρόμενων φύλλων θυρών ή παραθύρων, η οποία χαρακτηρίζεται από το ότι λειτουργεί με πείρο ορι¬ζόντιας παλινδρόμησης, ο οποίος μανταλώνει σε αντίκρι¬σμα, το οποίο μπορεί να φέρει διάφορους τύπους, μεταξύ των οποίων είναι και ο δακτύλιος, ενώ η κλειδαριά προ¬σφέρεται εναλλακτικά για λειτουργία με χειρολαβή με κομβίο, έχει, δε, τέτοια ρύθμιση, ώστε να προσαρμόζεται σε δεξιό αλλά και σε αριστερό κλείσιμο του φύλλου, εξα-λείφοντας την ανάγκη ύπαρξης διαφορετικών τύπων χει¬ρολαβής και περιορίζοντας τα μειονεκτήματα της μέχρι τότε γνωστής τεχνολογίας. Επίσης, μετά την κατάθεση της από 9.7.1998 αίτησης, απονεμήθηκε από τον ΟΒΙ στον Κ.Φ. το με αρ. …………. Α δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, που φέρει ως τίτλο «χωνευτή κλειδαριά ασφαλείας με λαβή και διπλό γωνιακό πείρο ασφάλισης/κλειδωμάτων» καθώς και το με αρ. …………. Α δίπλωμα, με τίτλο «χωνευτή κλειδαριά ασφαλείας με διπλό πείρο ασφάλι¬σης», στο οποία περιγράφονται, αντίστοιχα, κλειδαριά, η οποία λειτουργεί με δύο πείρους, που μανδαλώνουν σε αντικρίσματα τύπου συμπαγούς δακτυλίου και κλειδαριά που λειτουργεί με έναν πείρο, ο οποίος μανδαλώνει σε αντίκρισμα τύπου συμπαγούς δακτυλίου. Από τη σύγκριση των περιγραφών και των σχεδίων που συνο¬δεύουν τα παραπάνω διπλώματα και αυτών της ενάγου¬σας εταιρείας, από το συνδυασμό των συμπερασμάτων των ως άνω πραγματογνωμοσυνών, … αποδεικνύεται ότι το αντικείμενο των ενδίκων διπλωμάτων ευρεσιτε¬χνίας της ενάγουσας, ήτοι η μέθοδος κατασκευής των αντιστοίχων προϊόντων της αποτελεί προσαρμογή και εφαρμογή ήδη γνωστών στοιχείων και μέσων, τα οποία είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί εν μέρει, με λιγότερο ή περισ¬σότερο ομοιάζοντες με της ενάγουσας συνδυασμούς, με βάση την ίδια, όμως, ιδέα και από άλλους κατασκευα¬στές, η ενάγουσα δε προέβη σε επιμέρους τροποποιή¬σεις και συνδυασμούς, χωρίς, όμως, η προσαρμογή αυτή να αποτελεί ιδιαίτερη αξιόλογη πρωτοτυπία έναντι της στάθμης της τεχνικής στον οικείο κλάδο της επιχειρηματι¬κής δραστηριότητας, αλλά επιτεύχθηκε εντός της φυσιο¬λογικής και διαρκούς εξέλιξης της τεχνικής και της δρα-στηριότητας του μέσου εξειδικευμένου τεχνικού, στηριζό¬μενη στη γνωστή, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτε¬ρικό, στάθμη αυτής. Έτσι, όμως, τα επίδικα διπλώματα δεν προστατεύουν κατασκευές ενσωματωμένες σε αντι-κείμενο και, κατ` επέκταση, προϊόντα της ενάγουσας φέροντα την έννοια του «νέου», αφού αυτά αφορούν σε επί μέρους βελτιώσεις και τροποποιήσεις, προς εξάλειψη ατελειών κατά την εφαρμογή των ήδη γνωστών μεθόδων, οι οποίες (τροποποιήσεις) κινούνται μέσα στα όρια της διαρκούς επιστημονικής εξέλιξης, που παρακολουθεί τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς… Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση ακυ¬ρότητας των διπλωμάτων αυτών και, ακολούθως, να απορριφθεί η στηριζόμενη στην προστασία αυτών βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή και ως προς τη σωρευόμενη σ` αυτή βάση και τις ασκούμενες αξιώσεις της από τις περί αθέμιτου ανταγωνισμού διατά¬ξεις, διότι, αφενός μεν η περιγραφόμενη από την ενά¬γουσα συμπεριφορά της εναγομένης, για την οποία εκθέ¬τει ότι συνιστά πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού, συνίστα¬ται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην παραγωγή και κυκλοφορία προϊόντων που βασίζονται στην κατοχυρω¬μένη με τα ένδικα διπλώματα εφευρετική της ιδέα, με σκοπό απόσπασης πελατείας και σύγχυσης του κατανα¬λωτικού κοινού, έχει, δηλαδή, ως προϋπόθεση την ύπαρξη νομίμου και άξιου προστασίας δικαιώματος από τα ένδικα διπλώματα, προϋπόθεση, όμως, που δε συντρέχει σε σχέση με την εναγομένη, μετά την αποδοχή της παραπάνω ένστασης ακυρότητας τους, αφετέρου δε, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο –
έγγραφο ή εμμάρτυρο μέσο- ότι η εκ μέρους της εναγομέ¬νης παραγωγή και εμπορία των επιδίκων προϊόντων έγινε με τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Μετά ταύτα πρωτίστως απορριπτέος ως άνευ αντι¬κειμένου πλέον κρίνεται και ο σχετικός με την απόρριψη του αιτήματος επίδειξης εγγράφων προβαλλόμενος λόγος έφεσης, καθώς αυτός συνέχεται με το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής περί απόδοσης της ωφέλειας από την επικαλούμενη αθέμιτη εκμετάλλευση των ευρεσιτεχνιών της. Επομένως και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσια¬στικά αβάσιμη.

Ν.Σ.

nomos.gr