ΑΠ 988/2013: Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα νόμιμου εκπροσώπου ή μέλους διοικήσεως διάδικου νομικού προσώπου

17 Φεβρουαρίου, 2014

Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα νόμιμου εκπροσώπου ή μέλους διοικήσεως διάδικου νομικού προσώπου ΑΠ 988/2013: Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα νόμιμου εκπροσώπου ή μέλους διοικήσεως διάδικου νομικού προσώπου : “Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ συνάγεται, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι’ αυτό να έχει (κατ’ αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για τη ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου – λύση προδήλως άτοπη (Ολ.ΑΠ 1328/1977). Συνεπώς, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να λαμβάνει υπόψη, κατά την ως άνω διαδικασία, και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α’ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ανεξάρτητα αν είχε προβληθεί ή όχι οποτεδήποτε προηγουμένως σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται περί ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 882/2009‚ 1386/2006)”. (areiospagos.gr)

Read more

ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ζ1-798/2008 – ΦΕΚ 1353/Β’/11.7.2008 Απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών

16 Φεβρουαρίου, 2014

ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ζ1-798/2008 – ΦΕΚ 1353/Β’/11.7.2008 Απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.   Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ   Έχοντας υπόψη: Τις διατάξεις:   1. Του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98/Α’/2005) «Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα».   2. Του άρθρου 13 παρ. 21 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚ 152/Α’/10.7.2007) «Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2251/1994 «Προστασία των Καταναλωτών», όπως ισχύει, Ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L149)».   3. Του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ 191/Α’/1994) «Προστασία των Καταναλωτών», όπως ισχύει.   4. Του π.δ. 397/1998 «Οργανισμός του Υπουργείου Εμπορίου», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.   5. Του π.δ. 27/1996 «Συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης» (ΦΕΚ 19/Α’/1.2.1996), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά την έκδοση του π.δ. 122/2004 (ΦΕΚ 85/ Α’/17.3.2004).   6. Του π.δ. 59/1996 «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης και καθορισμός των αρμοδιοτήτων της» (ΦΕΚ 51/Α’/18.3.1996).   7.  Του π.δ. 197/1997 «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή και καθορισμός των αρμοδιοτήτων της» (ΦΕΚ 156/Α’/30.7.1997).   8. Του π.δ. 206/2007 «Διορισμός Υπουργών και Υφυπουργών» (ΦΕΚ 232/Α’/19.9.2007).   9. Τις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 430/2005 και 1219/2001 του Αρείου Πάγου, 5253/2003, και 6291/2000 του Εφετείου Αθηνών καθώς και 1119/2002 και 1208/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ’ αριθμ. 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη.   10. Το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών.   11. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:     Την απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους καταναλωτές, ως ακολούθως:   1) Σε συμβάσεις στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου: α) όρος που προβλέπει την είσπραξη από το Πιστωτικό Ίδρυμα εξόδων «χρηματοδότησης», «προέγκρισης δανείου», ή «εξέτασης αιτήματος δανείου», κλιμακούμενων ανάλογα με το ποσόν του δανείου, β) όρος που προβλέπει την επιβολή ποσού «προμήθειας» ή «εξόδων φακέλου», γ) όρος που προβλέπει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής εκ μέρους του καταναλωτή οποιασδήποτε δόσης, ή μέρους αυτής, ή των τόκων, ή των εξόδων το Πιστωτικό Ίδρυμα δύναται να καταγγείλει την σύμβαση δανείου και να ζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού μαζί με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας. δ) όρος που προβλέπει ως πρόσθετη ασφάλεια την εκχώρηση και μεταβίβαση στο Πιστωτικό Ίδρυμα των μισθωμάτων επί εκμισθωμένου από τον καταναλωτή ακινήτου, εφόσον το Πιστωτικό Ίδρυμα απαιτεί επιπλέον από τον καταναλωτή να εγγράψει υπέρ αυτού προσημείωση υποθήκης για ποσό που υπερκαλύπτει το ύψος του δανείου, να διατηρεί το ακίνητο ασφαλισμένο με δικαιούχο του ασφαλίσματος το ίδιο το Πιστωτικό ίδρυμα και να συνυπογράψει τη σύμβαση δανείου ως εγγυητής τρίτο πρόσωπο, ε) όρος που προβλέπει την παραίτηση του εγγυητή από τα ευεργετήματα και τις ενστάσεις που του αναγνωρίζουν τα άρθρα 862  868 Α.Κ., όπως εκάστοτε ισχύουν, στ) όρος που […]

Read more

ΑΕΔ 1/2010, Χρέη προς το δημόσιο – Προσωπική κράτηση – Προστασία της αξίας του ανθρώπου – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης .

16 Φεβρουαρίου, 2014

ΑΕΔ 1/2010   ΠΕΡΙΛΗΨΗ   Χρέη προς το δημόσιο – Προσωπική κράτηση – Προστασία της αξίας του ανθρώπου – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης -.   Αίρεται η αμφισβήτηση που ανέκυψε από τις αποφάσεις 1/2009 του Αρείου Πάγου και 250 και 251/2008 του Συμβουλίου της Επικρατείας περί την ουσιαστική συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 1 και επόμενα του ν. 1867/1989, όπως τροποποιήθηκαν με τους ν. 2065/1992 και 2214/1994, που αφορούν στην προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο και γίνεται δεκτό ότι οι ανωτέρω διατάξεις αντίκεινται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (Ειδικότερη γνώμη – Αντίθετη μειοψηφία).   ΚΕΙΜΕΝΟ   Αριθμός 1/2010 Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)   Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Γεώργιο Καλαμίδα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρο, Παναγιώτη Πικραμμένο, Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιωάννη Καραβοκύρη, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (κωλυομένου του Προέδρου και του αρχαιοτέρου του Αντιπροέδρου), Χρίστο Ράμμο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, ΙωάννηΜαντζουράνη-Εισηγητή, Συμβούλους της Επικρατείας, Χρήστο Αλεξόπουλο, αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος τακτικού), Βασίλειο Λυκούδη, αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος τακτικού), Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες, Βασίλειο Γρατσία, Σύμβουλο της Επικρατείας, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτη, Νικόλαο Νίκα, Κωνσταντίνο Φινοκαλιώτη, Καθηγητές Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ως μέλη και τη Γραμματέα Μηλιά Αθανασοπούλου, Προϊσταμένη Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 18η Νοεμβρίου 2009, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των: ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τους: 1)Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και 2) Προϊστάμενο της Β’ Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, το οποίο παρέστη με την Στυλιανή Χαριτάκη, Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: …, κατοίκου Κέρκυρας ο οποίος δεν παρέστη. Η παραπάνω υπόθεση εισήχθη στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ύστερα από την υπ’ αριθμ. 1/2009 παραπεμπτική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (αριθμ. καταθέσεως 65/4-3-2009). Η εκδίκαση της υποθέσεως άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Ιωάννη Μαντζουράνη, Συμβούλου της Επικρατείας. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τις προτάσεις της.   Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά νόμο.   1. Επειδή, με την 1/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε προς άρσιν στο Ανώτατο Ειδικό, κατά τα άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε’ του Συντάγματος και 6 περ. ε’ και 48 παρ. 2 του Κώδικα Α.Ε.Δ. (ν. 345/1976, Α’ 141) η αμφισβήτηση που ανέκυψε ως προς την συνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 1867/1989 που αφορούν στην προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο, λόγω αντίθεσης της ως άνω αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκαν οι διατάξεις αυτές σύμφωνες προς το Σύνταγμα, προς τις 250 και 251/2008 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες οι ίδιες διατάξεις κρίθηκαν αντισυνταγματικές. 2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με τις δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 παρ. 2, 49 παρ. 2 και 50 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Α.Ε.Δ. και, συνεπώς, η κρινόμενη υπόθεση παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. 3. Επειδή, ο Ν. 1867/1989 «προσωπική κράτηση κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων και άλλες διατάξεις» (φ. 227), όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε τα ακόλουθα: «Αρθρο 1. Η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των δημόσιων εσόδων που αποφασίζεται με διοικητική πράξη, καταργείται. 2. Από την έναρξη […]

Read more

ΣτΕ 29/2014 Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός

10 Φεβρουαρίου, 2014

ΣτΕ 29/2014 Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες. Κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός Περίληψη Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 78 του συντάγματος Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994), ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα  δηλαδή, αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών  απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος  λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του  φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή  που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός  υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και  αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο  εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (Σ.τ.Ε. 3150/1999  επταμ., 1324/2012 επταμ., 2972/2011, 670/2012 επταμ. – πρβλ. ΣτΕ 3544/2008, ΣτΕ 1432/2003,  ΣτΕ 125/1995, ΣτΕ 746/1993, ΣτΕ 3396/1991, ΣτΕ 374/1983, ΣτΕ 4289/1980 Ολομ.). Εξάλλου, από 1.1.1997 με το  άρθρο 1 περ. 15 του ν. 2459/1997 «Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις» (Α  17) καταργήθηκε το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994 που όριζε ότι «Προκειμένου για αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, που  παρέχονται με διάταξη νόμου κατ’ αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει  ανατεθεί, εξαιρείται της φορολογίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εκτός εάν ο δικαιούχος  αποδεικνύει δαπάνες μεγαλύτερου ποσού με βάση στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων». Η  κατάργηση όμως της ανωτέρω διάταξης δεν συνεπάγεται από μόνη της τη φορολόγηση όλων  αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς, δηλαδή και εκείνων που κατά το  νόμο ή από τη φύση τους δεν αποτελούν εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του  Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά δίνονται για να  καλύψουν δαπάνες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή για την καλλίτερη  διεξαγωγή της. Τέλος, η απαρίθμηση των περιπτώσεων παροχών, που αναφέρονται στα εδάφια α΄-  ε΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και οι οποίες, κατά  ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε  φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως  εισόδημα παροχών δεν αποκλείει το νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από  το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των  διοικητικών δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί  κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του  μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή […]

Read more

Ανακοπή κατά του νόμιμου τίτλου εκτελέσεως που χορηγεί στο Δημόσιο το δικαίωμα να προβεί στην είσπραξη φόρων, τελών, εισφορών κλπ

4 Φεβρουαρίου, 2014

Κατά το στάδιο της λήψεως συγκεκριμένων μέτρων εκτελέσεως (κατασχετήριο έκθεση κλπ) τίθεται επιτακτικά το ερώτημα, αν θα μπορούσε ο οφειλέτης του δημοσίου, με ανακοπή που τυχόν ασκήσει να προσβάλει τον νόμιμο τίτλο, ή/και να προβάλει αντιρρήσεις ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και να  αμφισβητήσει το κατ’ ουσίαν βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου. Δεδομένου μάλιστα ότι η ατομικές ειδοποιήσεις  και οι καταλογιστικές πράξεις γνωστοποιούνται στον οφειλέτη του δημοσίου δια απλού ταχυδρομείου και άρα μπορεί ο τελευταίος να λάβει γνώση αυτών δια της επιδόσεως της έκθεσης κατασχέσεως (σε χρόνο δηλ μεταγενέστερο, κατά τον οποίο έχει εκπνεύσει η προθεσμία για την άσκηση ενδικοφανούς ή/και δικαστικής προσφυγής), τίθεται ο προβληματισμός αν  θα μπορούσε ο οφειλέτης του δημοσίου στο στάδιο αυτό της επιδόσεως της έκθεσης κατασχέσεως, με ανακοπή που τυχόν ασκήσει, να προβάλει αντιρρήσεις ουσιαστικούδικαίου και να αμφισβητήσει το κατ’ ουσίαν βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου. Επίσης, αν στην περίπτωση αυτή, για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή, θα μπορούσε να υποβληθεί αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. Κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις του ΚΕΔΕ όπως ίσχυαν πριν την ψήφιση και θέση σε εφαρμογή της λεγόμενης «μνημονιακής νομοθεσίας, με την ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ επιτρεπόταν η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση του κατ’ ουσίαν βάσιμου της απαίτησης του Δημοσίου. Οι από το άρθρο 73 ΚΕΔΕ λόγοι ανακοπήςήταν απεριόριστοι υπό την έννοια ότι οποιοδήποτε ελάττωμα της απαίτησης (δημόσιου εσόδου) της βεβαιωτικής διαδικασίας και γενικά του φερόμενου ως νόμιμου τίτλου, της ατομικής ειδοποίησης κ.λ.π, ήταν δυνατό να αποτελέσει λόγο της ανακοπής του άρθρου 73 ΚΕΔΕ [ΑΠ 1549/1998]. Ωστόσο, με το άρθρο 216 Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει, μετά  της τροποποιήσεώς του με τουςν.3659/2008, 3900/2010 και 4055/2012, προβλέφθηκε ότι “στις υπό τον πρώτο τίτλο, ρυθμίσεις του Τμήματος τούτου υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται κατά τη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), είσπραξη των δημόσιων εσόδων, εκτός αν τα έσοδα αυτά αναφέρονται σε απαιτήσεις ιδιωτικού δικαίου”. Έτσι από θεσπίσεως του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, τα δικονομικά ζητήματα παροχής δικαστικής προστασίας κατά την εκτέλεση διέπονται πλέον από τα άρθρα 216 επ. αυτού και όχι από τα άρθρα 73 επ. του ΚΕΔΕ. Τα σχετικά άρθρα του ΚΕΔΕ παραμένουν εν ισχύει και εφαρμόζονται μόνον από τα πολιτικά δικαστήρια στις διαφορές που ανακύπτουν από τις ιδιωτικές απαιτήσεις του Δημοσίου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα η ανακοπή να μην είναι πλέον ενιαία για τις δύο δικαιοδοσίες. Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο ανακοπές διαφορετικής δικονομικής λογικής (Τσιρώνας Α: Η δικαστική προστασία κατά την έναρξη διοικητικής εκτελέσεως υπό το φως των δυο δικαιοδοσιών, Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου 2008, σελ. 596-597). Περαιτέρω, το άρθρο 217 Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει, μετά  της τροποποιήσεώς του με τουςν.3659/2008, 3900/2010 και 4055/2012 του Κ.Δ.Δ. απαριθμεί ενδεικτικά τις πράξεις διοικητικής εκτελέσεως κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί το ένδικο βοήθημα της ανακοπής: ι) ταμειακή βεβαίωση εσόδου, ιι) κατασχετήριο έκθεση, ιιι) πρόγραμμα πλει­στηριασμού, ιν) έκθεση πλειστηριασμού και ν) πίνακα κατατάξεως [από της τροποποιήσεώς του απουσιάζουν από την απαρίθμηση αυτή η ατομική ειδοποίηση και ο νόμιμος τίτλος]. Ακόμη, στο άρθρο 224 του ανωτέρω Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. . . . 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην […]

Read more

Τριμ.Πλημ.Θεσ. 14813/2013: Αθώωση φορολογούμενου για μη καταβολή Φ.Π.Α. ελλείψει δόλου – Αντικειμενική αδυναμία καταβολής λόγω ανείσπρακτων τιμολογίων

28 Ιανουαρίου, 2014

Τριμ.Πλημ.Θεσ. 14813/2013: “Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 β’ του Ν. 2523/1997 «1. Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται: β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Στην ως άνω διάταξη περιγράφεται με σαφήνεια, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, κατά την οποία η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε “προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας ή να πληρώσει λιγότερο φόρο. Από τη χρήση της λέξης “προκειμένου” στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης  αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του  άρθρου 18 του ανωτέρω νόμου. Επομένως, θα πρέπει στην καταδικαστική απόφαση για την  ανωτέρω πράξη να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός της αντικειμενικής υπόστασης που θεμελιώνει το άνω αδίκημα, κυρίως όμως, να αιτιολογείται ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου προστιθέμενης αξίας), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύετε και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 18 του ως άνω ν. 2523/1997 (Α.Π. 267/2013 και ΑΠ 1231/2011 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του παρόντα κατηγορουμένου, καθώς και τις εξηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011 και 1-5-2011 έως 31-12-2011, δεν απέδωσε Φ.Π.Α. που υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρίας ……………. με έδρα στη …….. , δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας θεσσαλονίκης κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1- 1-2011 έως 30-4-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 35.408,83 ευρώ και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2011 έως 31-12-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 37.684,86 ευρώ. Περαιτέρω προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος […]

Read more

ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, Πρακτικά ζητήματα στο ακροατήριο άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997.

20 Ιανουαρίου, 2014

Πρακτικά ζητήματα στο ακροατήριο άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997 ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ: α) παράλειψη υποβολής δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης (αρθρ.17 Ν.2523/1997), β) μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ και λοιπών φόρων (αρθρ. 18 Ν. 2523/1997) (αναφερόμαστε σε πράξεις, που τελούνται από 1-1-1998 και μετά)     Στο κείμενο, που ακολουθεί επιχειρείται μία συστηματοποίηση των σχετικών διατάξεων των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997 (ποινικές διατάξεις, διαχρονικό δίκαιο, άσκηση ποινικής διώξεως, παραγραφή κλπ.) άμεσης πρακτικής σημασίας. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω να εκφράσω στον κ. Νικόλαο Αντωναράκο, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για τις πολύτιμες παρατηρήσεις του.   Α) Άρθρο 17 Ν.2523/1997 (έναρξη ισχύος από 1-1-1998 δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 38 παρ.4 Ν. 2523/1997) Παράλειψη υποβολής (φορολογικής) δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς (φορολογικής) δήλωσης με απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων από κάθε πηγή εισοδήματος προκειμένου να αποφευχθεί η πληρωμή φόρου εισοδήματος. Οι ποινές ορίζονται στην παρ.2 του άρθρου 17: α)  ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών (σημείωση: με το άρθρο 21 παρ. 1 περ.η΄ Ν.2948/2001 τα προβλεπόμενα όρια σε δραχμές από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του Ν. 2523/1997, καθορίζονται από 1.1.2002 σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ και εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ αντίστοιχα). Επομένως, στην αρχική μορφή του άρθρου 17 από 1-1-1998 τυποποιείται το ανωτέρω αδίκημα, τόσο υπό μορφή πλημμελήματος, όσο και υπό μορφή κακουργήματος Άρθρο 17 ( μετά την αντικατάσταση με το Ν. 3943/2011, ισχύς από 31-3-2011): παρ.2 α) ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνεισε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των  δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β) «με κάθειρξη» , εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και η διάρκεια της απόκρυψης. Β) Άρθρο 18 (έναρξη ισχύος από 1-1-1998 δυνάμει άρθρου 38 παρ.4 Ν. 2523/1997) Φοροδιαφυγή για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ, παρακρατούμενων φόρων, τελών και εισφορών: α) φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών και β) κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εφόσον το ως άνω ποσόυπερβαίνει σε ετήσια βάση τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές. Σε περίπτωση συρροής περισσότερων τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών τα ως άνω ποσά υπολογίζονται ξεχωριστά για κάθε μερικότερο φόρο, τέλος ή εισφορά (σημείωση: με το άρθρο 21 παρ. 1 περ.θ΄ Ν.2948/2001, τα προβλεπόμενα όρια σε δραχμές από τις διατάξεις  της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997,καθορίζονται από 1.1.2002 σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ αντίστοιχα). Επομένως, στην αρχική μορφή του άρθρου 18 από 1-1-1998 τυποποιείται το ανωτέρω αδίκημα, τόσο υπό μορφή πλημμελήματος, όσο και υπό μορφή κακουργήματος, ενώ εάν το ποσό υπολείπεται σε ετήσια βάση του ποσού των 3.000 ευρώ δεν θεμελιώνεται αξιόποινο.     Άρθρο 18 παρ.1 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 […]

Read more

Ποινικό αδίκημα μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο

20 Ιανουαρίου, 2014

Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο Α) Ν. 1882/1990 (22/23-3-1990). Το άρθρο 25 παρ.1 Ν.1882/1990 στην αρχική του μορφή (ισχύς από 23-3-1990 μέχρι 31-12-1997) είχε ως εξής: α) Άρθρο 25 (Ν. 1882/1990 αρχική μορφή) 1. Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ` όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) Τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά. β) Έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά γ) Ενός τουλάχιστον έτους προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, είναι μεγαλύτερο από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτόμενων φόρων και του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά. Η παραβίαση της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής δύναται να κριθεί ατιμώρητος εφ` όσον η καθυστέρηση οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και το οφειλόμενο ποσό καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Κατά το χρόνο ισχύος της άνω διατάξεως στην αρχική της μορφή, η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ (κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα) είχε ως εξής: ΄΄Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.΄΄ Δεν ήταν επομένως δυνατόν σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του άρθρου 98 ΠΚ να ληφθεί υπόψη το σύνολο των επιμέρους ληξιπρόθεσμων οφειλών για την στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου ποσού της κάθε περίπτωσης (αν λ.χ. υπήρχαν 10 οφειλές 105.000 δρχ. η κάθε μία δεν μπορούσε να γίνει υπαγωγή στην περ.γ΄ αρθρ. 25 παρ.1 αλλά υπήρχε τέλεση του ποινικού αδικήματος της ανωτέρω περιπτώσεως α΄ κατ΄ εξακολούθηση ή εάν υπήρχαν 10 οφειλές των 12.000 δρχ. η κάθε μία δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα ). Το ίδιο επίσης ισχύει για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 (έναρξη ισχύος άρθρου 23 παρ.1 Ν. 2523/1997 που αντικατέστησε την παρ.1 άρθρου 25 Ν. 1882/1990) μέχρι και 2-6-1999. Με το νόμο 2721/1999 (αρθρ.14), […]

Read more

Ποιες ποινές εγγράφονται στο Ποινικό Μητρώο και ποιες από αυτές «διαγράφονται» μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος;

20 Ιανουαρίου, 2014

 Εισαγωγικά στοιχεία  Ως ποινικό μητρώο ορίζεται το σύστημα καταγραφής ορισμένων ποινών στις οποίες έχει καταδικαστεί κάποιος, ώστε να διαφαίνεται η γνώση της ποινικής κατάστασής του. Κατά κάποιον τρόπο, το ποινικό μητρώο αποτελεί την «ποινική βιογραφία» ενός προσώπου. Σύμφωνα με το ισχύον σύστημα (και μέχρι να καθιερωθεί το μηχανογραφικό σύστημα) το ποινικό μητρώο αποτελείται από δελτία που συντάσσονται επί εντύπου και είναι ατομικά τόσο για κάθε καταδικασθέντα όσο και για κάθε καταδίκη. Καταρχήν, υπάρχουν περιπτώσεις (οριακές και αριθμητικά λίγες βεβαίως) όπου μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου επέρχεται πλήρης «διαγραφή» των ποινών από το ποινικό μητρώο και καταστροφή των εντύπων επί των οποίων αναγράφονται, με αποτέλεσμα οι διαγραφείσες ποινές να μην υφίστανται καν και επομένως να μη διαφαίνονται σε καμία περίπτωση. Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ποινικό μητρώο δεν είναι μια υπηρεσία στεγαζόμενη σε ένα χώρο όπου έχει πρόσβαση στα στοιχεία της ο κάθε ενδιαφερόμενος και πληροφορείται για το ποινικό μητρώο του οποιουδήποτε. Τα στοιχεία που αφορούν το ποινικό μητρώο των πολιτών έχουν στη διάθεσή τους μόνον οι αρμόδιες υπηρεσίες και η πληροφόρηση του οποιουδήποτε (ακόμα και του εισαγγελέα) γίνεται κατόπιν έκδοσης αντιγράφου ποινικού μητρώου το οποίο και παραδίδεται στον αιτούντα. Κρίσιμο στοιχείο είναι το γεγονός ότι υφίστανται δύο είδη αντιγράφων. Πρώτον το αντίγραφο δικαστικής χρήσης στο οποίο αναγράφονται όλες οι ποινές που έχουν επιβληθεί σε κάποιον, με εξαίρεση όσες διαγράφονται επί οριακών περιπτώσεων, όπως είδαμε αμέσως παραπάνω (π.χ. θάνατος του προσώπου, συμπλήρωση 80 ετών, αμνηστεία, χάρη κλπ) και δεύτερο τοαντίγραφο γενικής χρήσης στο οποίο, μολονότι οι ποινές δεν έχουν διαγραφεί ολοσχερώς από το ποινικό μητρώο, μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος αποκρύπτονται και δεν εγγράφονται σε αυτό το είδος αντιγράφου με αποτέλεσμα, ο αποδέκτης του εν λόγω αντιγράφου να μην μπορεί να δει ορισμένες από τις ποινές στις οποίες καταδικάστηκες κάποιος. Δε γίνεται σε αυτή την περίπτωση λοιπόν λόγος για «διαγραφή» αλλά για παράλειψη εγγραφής. Ο νόμος παραθέτει περιοριστικά, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται για ορισμένους λόγους αντίγραφο το οποίο περιέχει πλήρη απαρίθμηση των ποινών. Ζωτικής λοιπόν σημασίας αποτελεί το πρόσωπο το οποίο αιτείται τη χορήγηση αντιγράφου ποινικού μητρώου, καθώς και για το σκοπό που το αιτείται (πχ. για διορισμό, για χρήση στα πλαίσια δίκης κλπ.) Συμπερασματικά, στα πλαίσια της παρούσας εργασίας, αφού αναφερόμαστε στις εγγραπτέες ποινές, παραθέτουμε κατόπιν τις περιπτώσεις ολοσχερούς διαγραφή των ποινών. Η γνωμοδότηση ολοκληρώνεται με την παράθεση αφενός των περιπτώσεων κατά τις οποίες χορηγείται πλήρες αντίγραφο ποινικού μητρώου (αντίγραφο δικαστικής χρήσης) αφετέρου εκείνων στις οποίες χορηγείται αντίγραφο στο οποίο μολονότι κάποιες ποινές (τις οποίες και παραθέτουμε) υφίστανται ως εγγεγραμμένες στο ποινικό μητρώο, ωστόσο πρακτικά «δεν τις βλέπουν», δε λαμβάνουν δηλαδή γνώση τους εκείνοι για τους οποίους προορίζεται το αντίγραφο αυτής της μορφής (αντίγραφο γενικής χρήσης). Α΄ μέρος) Εγγραφή ποινών στο ποινικό μητρώο  Σύμφωνα με το άρ. 574 παρ. 2 ΚΠΔ1, πέρα από τα στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου, εγγράφονται οι ακόλουθες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ή βουλεύματα:  α) Κάθε απόφαση για κακούργημα ή πλημμέλημα για το οποίο έχει επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, με τις παρεπόμενες ποινές και τα μέτρα ασφάλειας που έχουν επιβληθεί.  β) Κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται περιορισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα ή αναμορφωτικό μέτρο σε ανήλικο.  γ) Κάθε απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που ανακοινώθηκε επίσημα, αν […]

Read more

Γενικά για τους δύο νέους Κώδικες, Φορολογίας Εισοδήματος και Φορολογικής Διαδικασίας

19 Ιανουαρίου, 2014

Για τους δύο νέους Κώδικες που πρόσφατα ψηφίστηκαν και δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ: Τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Νόμος 4172, ΦΕΚ 167 Α/ 23-07-02013) και Τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Νόμος  4174, ΦΕΚ170 Α/ 26-07-2013). Τα δύο νομοθετήματα είναι εξαιρετικής σημασίας καθώς ο Νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος ρυθμίζει από 1/1/2014 τον τρόπο φορολόγησης, δήλωσης και απόδοσης των φόρων, προκαταβολής και παρακράτησης του φόρου για τις κατηγορίες των εισοδημάτων και ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας καθορίζει τη διαδικασία προσδιορισμού, βεβαίωσης και είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου, καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις. Γενικές Διατάξεις Εγγραφή στο Φορολογικό Μητρώο και Α.Φ.Μ. Φορολογική Ενημερότητα Τήρηση Βιβλίων και Στοιχείων Πληροφορίες από τον φορολογούμενο και από τρίτους Υποβολή Δηλώσεων Φορολογικοί Έλεγχοι Επιλογή υποθέσεων προς έλεγχο Διενέργεια φορολογικού ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση Πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία Είσοδος σε εγκαταστάσεις Αποτελέσματα φορολογικού ελέγχου Αμοιβαία Διοικητική Συνδρομή Κρατών – Μελών στον τομέα της φορολογίας Προσδιορισμός του Φόρου Άμεσος, Διοικητικός, Εκτιμώμενος, Διορθωτικός, Προληπτικός προσδιορισμός φόρου Παραγραφή Δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας Είσπραξη του Φόρου Αρμόδια όργανα Πληρωμή και Επιστροφή φόρου Πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών – τμηματικής καταβολής σε δόσεις Σειρά εξόφλησης Ενδοομιλικές Συναλλαγές Φάκελος Τεκμηρίωσης Προέγκριση Μεθοδολογίας Ενδοομιλικής Τιμολόγησης Τόκοι και Πρόστιμα Τόκοι και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής Διαδικαστικές παραβάσεις Παραβάσεις Φοροδιαφυγής Διαδικασίες Προσφυγής Ενδικοφανής προσφυγή   Τι περιέχει ο νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος Τέλος στο καθεστώς της συγκέντρωσης αποδείξεων από μισθωτούς και συνταξιούχους, κατάργηση της έκπτωσης φόρου 1,5% λόγω παρακράτησης, αύξηση του συντελεστή φορολόγησης στα ενοίκια από 10% σε 11% για εισπράξεις έως 12.000 ετησίως με ταυτόχρονη όμως κατάργηση του συμπληρωματικού φόρου 1,5% ή 3%, εφαρμογή πόθεν έσχες για αγορά οποιουδήποτε ακινήτου (πρώτη, εξοχική κτλ.), μετοχών, εταιρειών κλπ., προβλέπει μεταξύ άλλων ο Νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (68 σελίδων) που δόθηκε στη δημοσιότητα. Παράλληλα, μειώνεται ο φόρος υπεραξίας στη μεταβίβαση ακινήτων από το 20% σήμερα στο 15%, ενώ αντίθετα αυξάνεται η φορολογία των αποζημιώσεων απόλυσης από το 20% στο 25% για αποζημίωση από 100 έως 150 χιλιάδες ευρώ. Ο νέος Κώδικας περιλαμβάνει τις μεγάλες ανατροπές στο φορολογικό σύστημα που θεσπίστηκαν στις αρχές του έτους για μισθωτούς, συνταξιούχους, αγρότες, επαγγελματίες, εισοδηματίες, εμπόρους και επιχειρήσεις, περιλαμβάνει ο νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών και Νομικών προσώπων. Αλλη φορολογική κλίμακα θα ισχύει για τη φορολογία μισθωτών και συνταξιούχων και άλλη για εισοδηματίες, ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ για πρώτη φορά απο το 2014 θα φορολογηθούν ουσιαστικά και οι αγρότες με συντελεστή 13%. Ο νέος Κώδικας, ξεκαθαρίζει ποιο είναι το φορολογητέο εισόδημα και ποιο όχι, καταγράφει τις λιγοστές φοροαπαλλαγές που θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, το νέο καθεστώς φορολογικής έκπτωσης που λειτουργεί ως αφορολόγητο για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα μετά την πλήρη κατάργηση του αφορολογήτου για τα παιδιά. Μάλιστα αυτό που ξεκαθαρίζει ο νέος Κώδικας είναι ότι η έκπτωση των 2.100 ευρώ για εισοδήματα έως 21.000 ευρώ δεν απαιτεί τη συγκέντρωση αποδείξεων. Το όριο ετήσιου εισοδήματος μέχρι το οποίο παραμένει εξαρτώμενο μέλος οικογένειας νέος άνω των 18 ετών καθορίζεται πάνω από τις 3.000 ευρώ, στο ύψος δηλαδή του τεκμηρίου διαβίωσης του άγαμου. Μέχρι τώρα το όριο είναι 2.900 ευρώ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα κάθε νέος ηλικίας άνω των 18 ετών, μόνο με το τεκμήριο του άγαμου έπαυε να αποτελεί προστατευτόμενο μέλος της οικογένειας και να μην μπορεί ο υπόχρεος να διεκδικήσει […]

Read more