Eφ.Θεσ/νίκης 92/2013, Εκδοση Διαταγής Πληρωμής σε βάρος οφειλέτη Τράπεζας ενόσω ήταν ενεργής η περί διακανονισμού συμφωνία

2 Μαΐου, 2013

Κρίση ότι το δικαίωμα ασκήθηκε πρόωρα. Δεκτός ο σχετικός λόγος ανακοπής. «(…) Η καθ` ης (τράπεζα) αποδέχθηκε την πρόταση αυτή για διακανονισμό της οφειλής με απόφαση του συμβουλίου της, αξιώνοντας την άμεση καταβολή ποσού 2.300 € και κατόπιν την εβδομαδιαία καταβολή ποσού 800 €, όπως αποδεικνύεται από την από 22-6-09 έγγραφη απάντησή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα την αμέσως επόμενη ημέρα, τάσσοντας της συγχρόνως πενθήμερη προθεσμία για να υλοποιηθεί η έγκριση του διακανονισμού, διαφορετικά θα προχωρούσε σε έναρξη δικαστικών ενεργειών, η αποτροπή των οποίων επιδιώκονταν με τη σύναψη της συμφωνίας του διακανονισμού. Μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία ολοκληρώθηκε η συμφωνία μεταξύ των μερών, για τη ρύθμιση του χρέους και στα πλαίσια αυτής και προς υλοποίηση των όρων της η ανακόπτουσα εταιρεία συμμορφούμενη απολύτως σ` αυτούς κατέβαλε στις 2-7-09 το ποσό των 2300 ευρώ, το οποίο έλαβε χωρίς επιφύλαξη η καθ` ης τράπεζα, γεγονός από το οποίο συνάγεται σαφώς ότι ήθελε να εμμείνει στην τήρηση της συμφωνίας και τα αποτελέσματα της, παρά την ολιγοήμερη καθυστέρηση (εννέα ημέρες αντί της ταχθείσας εκ μέρους της πενθήμερης προθεσμίας) αφού ούτως ή άλλως η συμφωνία είχε μεταξύ των διαδίκων μερών «κλείσει» προγενέστερα. Στη συνέχεια η ανακόπτουσα κατέβαλλε σε τακτά χρονικά διαστήματα το ποσό το 800 ευρώ, δόσεις τις οποίες εισέπραττε κάθε φορά η καθ` ης αδιαμαρτύρητα και χωρίς επιφύλαξη. Παρά ταύτα, η καθ` ης κατά παράβαση των συμφωνηθέντων κατέθεσε την 1-7-09 την από 19-6-09 αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ενόσω δηλ. η περί διακανονισμού συμφωνία ήταν ενεργής και παρήγαγε έννομα αποτελέσματα και κατά τη διάρκεια των περιοδικών καταβολών εκ μέρους της ανακόπτουσας, αφού αυτή την τελευταία δόση την κατέβαλε στις 20-8- 09, αγνοώντας ότι είχε ήδη εκδοθεί η ανακοπτομένη, καθώς όπως καταθέτει ο μάρτυράς της – σύζυγος της νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας, έλαβε γνώση για πρώτη φορά με την επίδοση της προς αυτήν (3-9-09) σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρος της καθ` ης- υπαλλήλου της, η οποία αορίστως αναφέρει ότι η ανακόπτουσα ήταν ήδη ενημερωμένη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, χωρίς να καταθέτει παράλληλα και το ακριβές χρονικό σημείο της πληροφόρησης της. Επομένως, το δικαίωμα που άσκησε η καθ` ης προς ικανοποίηση της απαίτησης της από τις προαναφερόμενες επιταγές με την υποβολή της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτομένης ασκήθηκε εκ μέρους της πρόωρα, διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-7-09) υποβολής της αίτησης αλλά και έκδοσης της διαταγής πληρωμής (3-7-09) δεν είχε εκπνεύσει η προθεσμία, που παρείχε στην ανακόπτουσα προς πληρωμή του χρέους εξ αυτών, αντίθετα ήταν σε ισχύ παράγουσα έννομα αποτελέσματα η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για τη μη δικαστική επιδίωξη τους, αποκλείοντας αυτήν από τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης είσπραξης των επίδικων επιταγών. Δε διαφοροποιεί εξάλλου την κρίση του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός της ότι όσον αφορά στις πρώτες τουλάχιστον των ανωτέρω επιταγών ελλόχευε ο κίνδυνος της παραγραφής, τον οποίον όφειλε να είχε συνεκτιμήσει η ίδια κατά την κατάρτιση της συμφωνίας και των όρων της περί σταδιακής εξόφλησης του χρέους, πλέον του ότι ο χρόνος παραγραφής διακόπτονταν με την αναγνώριση της οφειλής δια της καταβολής των περιοδικών δόσεων, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρεί το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης της με τακτική αγωγή από αδικοπραξία. Εφόσον επομένως αποδείχθηκε ότι η […]

Read more

Μέχρι 10 Απριλίου η υποβολή των εκκαθαριστικών δηλώσεων ΦΠΑ

31 Μαρτίου, 2013

Η υποβολή της εκκαθαριστικής δήλωσης Φ.Π.Α. για βιβλία β’ κατηγορίας θα γίνεται από 1η Απριλίου ως 10 Απριλίου 2013 ανεξαρτήτως ΑΦΜ. Για βιβλία γ΄ κατηγορίας οι ημερομηνίες υποβολής είναι από 1/5/2013 – 20/5/2013. Οι εμπρόθεσμες εκκαθαριστικές δηλώσεις υποβάλλονται αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου μέσω του ειδικού δικτύου TAXISnet.

Read more

Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών 674/2013, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων στην αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου

31 Μαρτίου, 2013

Με την 674/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα υποθέσεων ν.1406 και αναστολών) κρίθηκε ότι στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, ως διαφορές ουσίας, και οι περί την κοινή αναγκαστική εκτέλεση (κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) διαφορές, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται από ιδιώτη ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε βάρος του Δημοσίου με βάση τις κατά την παρ.1 του άρθρου 199 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας καταψηφιστικές αποφάσεις είτε με βάση τις αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ή αιτήσεων ακυρώσεως και αποτελούν τίτλο εκτελεστό. Κατά την εκδίκαση δε των διαφορών αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Με την απόφαση 35/2013 της Επιτροπής Αναστολών της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η ρύθμιση του άρθρου 209Α του ΚΔΔ που προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν.3900/2010, η οποία προβλέπει προκειμένου περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, ως λόγο αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, μόνο την πρόδηλη βασιμότητα του ένδικου μέσου, δεν παραβιάζει τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ. Όμοια και η ΕΑ ΣΤΕ 36/2013. (πηγή: defeteio-ath.gr / dprotodikeio-ath.gr)

Read more

ΜΠρΧαλκιδικής 123/2013, Επαγγελματική μίσθωση – Αναπροσαρμογή μισθώματος – Προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης

31 Μαρτίου, 2013

Επαγγελματική μίσθωση – Αναπροσαρμογή μισθώματος – Προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης – Προσωρινή παράλειψη καταγγελίας μίσθωσης -.   Το δικαστήριο μπορεί, ώσπου να εκδώσει στο πλαίσιο της κύριας δίκης την τελεσίδικη ή οριστική δικαστική απόφασή του για την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος στο μέτρο που αρμόζει ή στο μέτρο που απαιτείται, να διατάξει την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, επιλέγοντας το κατά την κρίση του προσφορότερο ασφαλιστικό μέτρο. Διαταγή προσωρινής παράλειψης καταγγελίας της μίσθωσης. Δεν πρόκειται για την αντίθετη περίπτωση της προσωρινής καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως (σε ενέργεια νομικής πράξεως) με ασφαλιστικά μέτρα, η οποία απαγορεύεται.   ΑΠΟΦΑΣΗ 123/2013 (Αριθμός κατάθεσης αίτησης 3/2013)   TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ     ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Μαρία Γιαννούλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών.   ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση με αριθμό καταθέσεως 3/2013 και αντικείμενο ρύθμιση κατάστασης, μεταξύ:   ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: …. κατοίκου Ουρανούπολής Χαλκιδικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου.   ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) …   κατοίκων Ουρανούπολης Χαλκιδικής, που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης.   ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.     ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ     Όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 388 παρ. 1, 288 ΑΚ συνδ. 682 παρ. 1 εδ. α’, 731 και 732 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί, ώσπου να εκδώσει στο πλαίσιο της κύριας δίκης την τελεσίδικη ή οριστική (διαπλαστική ή μη) δικαστική απόφαση του για τη μείωση ή όχι της παροχής «στο μέτρο που αρμόζει» στην περίπτωση του άρθρου 388 παρ. 1 ΑΚ ή στο μέτρο που απαιτείται για την άρση του ουσιώδους της διαφοράς μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και για την αποκατάσταση της διαταραχθείσας καλής πίστης στην περίπτωση του άρθρου 288 ΑΚ, να διατάξει την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης και συγκεκριμένα της απορρέουσας από τη σύμβαση έννομης σχέσης, επιλέγοντας το κατά την κρίση του προσφορότερο ασφαλιστικό μέτρο σύμφωνα με τα άρθρα 731 και (ιδίως) 732 ΚΠολΔ [Μπέης, Πολιτική Δικονομία τ. 16 (1990), υπό το άρθρο 732 παρ. 3.12 σελ. 809], Ειδικότερα, ώσπου να εκδοθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης η τελεσίδικη ή οριστική (διαπλαστική ή μη) δικαστική απόφαση για τη μείωση ή όχι του (αρχικά συμφωνημένου ή κατ’ αναπροσαρμογή διαμορφούμενου) καταβαλλόμενου μισθώματος (της παροχής) «στο μέτρο που αρμόζει» στην περίπτωση του άρθρου 388 παρ. 1 ΑΚ ή στο μέτρο που απαιτείται για την άρση του ουσιώδους της διαφοράς μεταξύ του καταβαλλόμενου μισθώματος (της παροχής) και της αληθούς αξίας της παραχωρούμενης χρήσης του μισθίου (της αντιπαροχής) και για την αποκατάσταση της διαταραχθείσας καλής πίστης στην περίπτωση του άρθρου 288 ΑΚ, το δικαστήριρ μπορεί, σύμφωνα μετά άρθρα 731 και 732 ΚΠολΔ να διατάξει την προσωρινή ρύθμιση της απορρέουσας από τη σύμβαση μισθώσεως διαρκούς μισθωτικής ενοχικής σχέσης και συγκεκριμένα μπορεί να διατάξει τον εκμισθωτή α) να παραλείπει προσωρινά (μέχρι τελεσιδίκου ή οριστικής αποφάνσεως για μείωση ή όχι του μισθώματος) την καταγγελία της μισθώσεως που τον συνδέει με το μισθωτή για το λόγο της καθυστερήσεως καταβολής από τον τελευταίο αυτού ακριβώς του μισθώματος αμείωτου και […]

Read more

ΣτΕ 5/2012: Αποζημίωση οδηγού από το δημόσιο λόγω ατυχήματος που προκλήθηκε από ανωμαλίες του οδοστρώματος

25 Μαρτίου, 2013

 Ευθύνη νπδδ για αποζημίωση. Μη λήψη μέτρων από τα κρατικά όργανα για την αποτροπή ατυχήματος, όπως είναι η εξάλειψη των ανωμαλιών του οδοστρώματος της επαρχιακής οδού, η τοποθέτηση προειδοποιητικών πινακίδων κινδύνου σε ικανή απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, ώστε οι οδηγοί να αντιλαμβάνονται εγκαίρως τις ανωμαλίες του οδοστρώματος και να τις αποφεύγουν. «(…)  Με βάση τα ανωτέρω, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικά υπεύθυνη για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ήταν η αναιρεσείουσα Ν.Α., η οποία δεν είχε φροντίσει να λάβει με τα αρμόδια όργανά της μέτρα για την αποτροπή του ατυχήματος, με την εξάλειψη των ανωμαλιών που υπήρχαν στο οδόστρωμα αρκετό χρόνο πριν από το ατύχημα ή έστω με τη λήψη άλλων μέτρων, όπως είναι η τοποθέτηση προειδοποιητικής πινακίδας σε αρκετή απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, προκειμένου να αντιλαμβάνονται οι οδηγοί εγκαίρως τις ανωμαλίες αυτές και να τις αποφεύγουν. Οι πιο πάνω παραλείψεις είχαν, κατά το διοικητικό εφετείο, ως συνέπεια την πρόσκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος στις ανωμαλίες του οδοστρώματος, τις οποίες δεν είχε αυτός αντιληφθεί εγκαίρως για να τις αποφύγει, αφού στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχαν προειδοποιητικά σήματα, με αποτέλεσμα να υποστεί από την εκτροπή του αυτοκινήτου του σοβαρό τραυματισμό. Με τας σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ως αποκλειστικά υπεύθυνη για την πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος την αναιρεσείουσα και ότι οι ισχυρισμοί της τελευταίας περί αμελείας του αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση του οχήματος και περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων των οργάνων της αναιρεσείουσας και της επελθούσας στον αναιρεσίβλητο ζημίας έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η κρίση αυτή είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο δε, διότι η κρίση αυτή στηρίζεται στο πρωτοδίκως προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό, όπως είναι η έκθεση αυτοψίας και το αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του αρμόδιου Αστυνομικού Τμήματος. Από τα στοιχεία αυτά προέκυψε, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, ότι τα όργανα της αναιρεσείουσας δεν είχαν λάβει μέτρα για την αποτροπή του πιο πάνω ατυχήματος, όπως είναι η εξάλειψη των ανωμαλιών του οδοστρώματος της επαρχιακής οδού Προτορίων Χάρακα, η τοποθέτηση προειδοποιητικών πινακίδων κινδύνου σε ικανή απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, ώστε οι οδηγοί των κινουμένων επί της οδού αυτής οχημάτων να αντιλαμβάνονται εγκαίρως τις ανωμαλίες του οδοστρώματος και να τις αποφεύγουν και, τέλος, ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είχε παραβιάσει το προβλεπόμενο όριο ταχύτητας». (δημοσίευση: τ.ν.π. Nomos)

Read more

Άρειος Πάγος αρ. απ. 2/2011: Eφαρμογή των επιεικέστερων διατάξεων του ΠΚ για την παραγραφή του εγκλήματος της φοροδιαφυγής

25 Μαρτίου, 2013

 Όσο αφορά στο εγκλήμα της φοροδιαφυγής, με την καθυστέρηση καταβολής χρεών στο Δημόσιο (άρθρο 25 ν. 1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί), μετά την ισχύ του ν. 3220/2004 την 1-1-2004, με το άρθρο 34 παρ. 2 του οποίου αντικαταστάθηκε εκ νέου η παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, εφαρμόζονται σχετικά με το θέμα της παραγραφής ως επιεικέστερες, οι γενικές διατάξεις του Π.Κ. (άρθρα 111 – 113), έναντι των δυσμενέστερων ειδικών διατάξεων για την παραγραφή του εγκλήματος αυτού, του αναφερόμενου άρθρου 25 του ν. 1882/1990: «(…)Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω σε βαθμό πλημμελήματος διωκόμενου ειδικού αδικήματος καθυστέρησης καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παρ.7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδάφ.α) και η υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση(εδάφ. β), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ.2 του ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί έναρξης παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση “Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής.” Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, ενώ δε μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ, διαλαμβάνει μόνον περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο». legalnews24.gr

Read more

Ηλεκτρονικό εμπόριο & δίκαιο

25 Μαρτίου, 2013

του Κοκκινογένη Ιωάννη           Ι. Εισαγωγή και Ηλεκτρονικό Εμπόριο Δεδομένου της ραγδαίας ανάπτυξης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στον τομέα της τεχνολογίας και την μετακίνηση της μεταβιομηχανικής οικονομίας των υπηρεσιών στην ψηφιακή οικονομία, εμφανίζεται ένα ενδιαφέρον εμπόριο, αυτό του ηλεκτρονικού εμπορίου. Ως ηλεκτρονικό ορίζεται το εμπόριο που αφορά αφενός μεν στην ηλεκτρονική διεξαγωγή συναλλαγών, ήτοι την παροχή προϊόντων και υπηρεσιών, συνήθως έναντι αμοιβής, αφετέρου δε στην χρήση εξοπλισμών ηλεκτρονικής επεξεργασίας για την επικοινωνία από απόσταση, δηλαδή με ηλεκτρονική επεξεργασία και μεταφορά δεδομένων που περιλαμβάνουν κείμενα, ήχο και εικόνα. Το ηλεκτρονικό εμπόριο φαίνεται ιδανικότερο να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες για συνεχή ανανέωση, ταχύτατους ρυθμούς και δυνατότητα διαρκούς προσαρμογής στις καθημερινές απαιτήσεις των εμπορικών συναλλαγών[1]. Στην ευρεία έννοια του ηλεκτρονικού εμπορίου[2] περιλαμβάνονται όλες εκείνες οι εμπορικές εφαρμογές που λειτουργούν μέσα από τις υπηρεσίες του παγκόσμιου ιστού. Η αναγωγή του κλασικού εμπορίου σε ηλεκτρονικό οφείλεται αποκλειστικά στη χρήση του διαδικτύου. Εξάλλου, η βάση του εμπορίου ως νομική έννοια δεν μεταβάλλεται. Οι διαφοροποιήσεις που προκύπτουν εντοπίζονται στη μεταβολή των συνθηκών, αφού το διαδίκτυο αποτελεί μια ιδιαίτερη αγορά. Ως εκ τούτου, η ηλεκτρονική διενέργεια του εμπορίου στις συνθήκες της ηλεκτρονικής αγοράς οδηγούν στην υπό εξέταση μορφή εμπορίου. ΙΙ. Διεθνής Επισκόπηση Α. Διεθνής Πρωτοβουλία(Ο.Η.Ε, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) Διεθνείς οργανισμοί έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες για την εξάλειψη των σχετικών προβλημάτων και την εξασφάλιση του βασικού ζητούμενου στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, την ασφάλεια των χρηστών. Θεωρείται, ότι από την έως τώρα εφαρμογή των ποικίλων κανονιστικών πλαισίων μπορούν να προκριθούν τα βέλτιστα σημεία και ακριβώς από αυτή την πολυτυπία να συζευχθούν τα επιμέρους θετικά στοιχεία, ώστε να διασφαλιστεί ομοιομορφία με ολοκληρωμένες λύσεις. Κοινή διαπίστωση αποτελεί, η ύπαρξη πολυνομίας με εθνική κυρίως εμβέλεια, γεγονός που συνιστά τροχοπέδη των όποιων κοινών προσπαθειών βελτίωσης των χαρακτηριστικών του ηλεκτρονικού εμπορίου. Ο ΟΗΕ έχει συμβάλλει προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ηλεκτρονικού εμπορίου με τη θέσπιση δύο κύριων νομοθετημάτων[3]. Κρίνουμε ότι η αποδοχή του νόμου πλαισίου για το ηλεκτρονικό εμπόριο του 1996 συνιστά την καταλληλότερη βάση για σύνθεση ή τροποποίηση των επιμέρους νομοθετικών κειμένων[4]. Αναμφίβολα, φαίνεται και το μειονέκτημα του να επιβάλλει νομοθεσία στα κράτη μέλη του. Από την άλλη  πλευρά, στην Οδηγία 1999/93/ΕΚ προτείνεται διεθνής συνεργασία σε θέματα που άπτονται του ηλεκτρονικού εμπορίου[5], στοιχείο που επαναλαμβάνεται και στην Οδηγία 2000/31/ΕΚ. Με αυτό, κρίνεται ότι η συνεργασία της Ε.Ε. με άλλα κράτη μπορεί να προαχθεί για την επίτευξη κοινών στόχων παγκόσμιας αποδοχής. Σε κάθε περίπτωση, η συμμετοχή σε διεθνή διάλογο υπό το φώς του Ο.Η.Ε. μπορεί να αποδώσει τα βέλτιστα με απώτερο σκοπό ιδιώτες και κράτη να αναδείξουν τις θετικές εμπειρίες τους και να εξαλείψουν όσα αρνητικά έχουν διαγνώσει για να ωφεληθούν από τις καινοτομίες της τεχνολογίας, ακόμη και στις απλές καθημερινές εφαρμογές της. Β. Uniform Electronic Transactions Act 1999[6] Ο νόμος πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές ψηφίσθηκε για να ομογενοποιηθεί η νομοθεσία σχετική με το ηλεκτρονικό εμπόριο σε ομοσπονδιακό επίπεδο στις Η.Π.Α.. Κεντρικό σημείο του νόμου αποτελεί η πλήρης εξομοίωση των ηλεκτρονικών εγγράφων και των ηλεκτρονικών υπογραφών με τα αντίστοιχα κλασικά. Στο άρθρο 7 γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο θέμα και καταργείται κάθε γενική απαγόρευση αναγνώρισης των ηλεκτρονικών συμβάσεων. Προβλέπεται όμως αποκλεισμός στη χρήση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας ειδικά για την κατάρτιση διαθηκών […]

Read more

Ν. 4138/2013: Τροποποιήσεις σε διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

25 Μαρτίου, 2013

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ Άρθρο 1 Το άρθρο 268 του ν.δ. 86/1969 (Δασικός Κώδικας) αντι− καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 268 Παράνομη υλοτομία και μεταφορά δασικών προιόντων − Παράνομη κλαδονομή − Παράβαση αστυνομικών διατάξεων 1. α) Ο οπωσδήποτε βλάπτων δάσος ή δασική έκταση ή προξενών οποιαδήποτε φθορά, β) ο υλοτομών, κατασκευάζων ή συλλέγων δασικά προϊόντα χωρίς άδεια υλοτομίας ή έγκριση ατελούς υλοτομίας ή εγκατάσταση από τη δασική αρχή, προκειμένου δε περί μη δημοσίων δασών, και χωρίς αδεία του ιδιοκτήτη ή του διακατόχου του δάσους, όπου απαιτείται τέτοια άδεια, γ) ο υλοτομών, κατασκευάζων ή συλλέγων δασικά προϊόντα δυνάμει αδείας ή έγκρισης ατελούς υλοτομίας της δασικής αρχής ή αδείας και του ιδιοκτήτη, προκειμένου περί μη δημοσίου δάσους, κατά τρόπο αντιβαίνοντα στις περί του τρόπου υλοτομίας, κατασκευής ή συλλογής δασικών προϊόντων διατάξεις, δ) ο μεταφέρων δασικά προϊόντα πριν την εξέλεγξη ή μετά από αυτήν από τον τόπο της εξέλεγξης στον τόπο της πρώτης αποθήκευσης ή από αυτόν αλλού χωρίς θεώρηση ή εξόφληση του πρωτοκόλλου εξελέγξεως του δελτίου μεταφοράς δασικών προϊόντων ή της αδείας υλοτομίας, στις περιπτώσεις όπου δεν συντάσσεται πρωτόκολλο εξέλεγξης, για το μεταφερόμενο ποσό, ε) ο μεταφέρων δασικά προϊόντα, πλέον των επιτρεπομένων να μεταφερθούν, σύμφωνα με τα ως άνω έγγραφα μεταφοράς, καθώς και ο κάτοχος των παρανόμως μεταφερόμενων δασικών προϊόντων, εφόσον ειδικές διατάξεις του παρόντος κώδικα δεν ορίζουν άλλως, τιμωρούνται με πρόστιμο ή κράτηση ή και με αμφότερες τις ποινές αυτές, εάν από την παράβαση δεν επήλθε καμία ζημία ή η προξενηθείσα δεν υπερβαίνει τα 300 ευρώ. 2. Εάν η ζημία υπερβαίνει τα 300 ευρώ, ο παραβάτης τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 381 και 382 του Ποινικού Κώδικα. Ως επιβαρυντική περίπτωση θεωρείται, εάν το δάσος είναι δημόσιο. Σε όσους αγοράζουν την παρανόμως υλοτομημένη ξυλεία για περαιτέρω εμπορία επιβάλλεται από την αρμόδια οικονομική αρχή πρόστιμο ίσο με την πενταπλάσια αξία μεταπώλησης του προϊόντος, το οποίο εισπράττεται κατά τα ισχύοντα για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Σε περίπτωση υποτροπής αφαιρείται η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης για 2 μήνες. 3. Ο υπαίτιος των πράξεων των περιπτώσεων β΄ έως και ε΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τιμω− ρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη αν η προξενηθείσα από την τέλεση αυτών στο δάσος ζημία υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ. 4. Οι παραβάτες των δασικών αστυνομικών διατάξεων τιμωρούνται με πρόστιμο ή κράτηση, εκτός εάν η από την παράβαση των ως άνω διατάξεων προκύψασα ζημία είναι μεγαλύτερη των 300 ευρώ, οπότε τιμωρούνται με τις ποινές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. 5. Με τις ποινές των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου τιμωρούνται και οι παραβάτες των περί κλαδονομής διατάξεων του άρθρου 112. Η κλαδονομή εντός δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών δασών θεωρείται ως επιβαρυντική αιτία. 6. Οποιαδήποτε διάταξη ρυθμίζει τα θέματα του παρόντος άρθρου κατά διάφορο τρόπο καταργείται.» Άρθρο 2 Το άρθρο 271 του ν.δ. 86/1969 (Δασικός Κώδικας) (Α΄ 7) τροποποιείται ως ακολούθως: α) To πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 271 του ν.δ. 86/1969 (Δασικός Κώδικας) (Α΄ 7) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Κατάσχονται και δημεύονται από τα δασικά ή αστυνομικά όργανα τα δασικά προϊόντα:». β) Το εδάφιο στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 271 του ν.δ. 86/1969 (Δασικός Κώδικας) (Α΄ […]

Read more

ΜονΠρωτΚορ 175/2013: Αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικότητας επιτοκίου

25 Μαρτίου, 2013

Αριθμός Απόφασης 175/2013 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Αικατερίνη Γ. Μπετσικώκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14-1-2013, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, γι να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αιτούντων: [1] Λ.B. και [2] Κ.Μ., κατοίκων Βραχατίου Κορινθίας, οδός Θ. Βασιλείου, αρθ 5, η εκ των οποίων η πρώτη εμφανίστηκε ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Μάριο Μαρινάκο. Της καθ’ ης η αίτηση: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αιόλου, αρ. 86 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γκότση. Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 21-5-2012 αίτησή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου έλαβε αριθμό 781/ΑΣΦ781/2012 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 1-10-12. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το έκθεμα, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθμ 207/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 21-5-2012 και με αριθμό καταθέσεως 373/ΤΜ373/2012 ανακοπής, που άσκησαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ αυτής της διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην καθ’ ης το ποσό των 22.690,69 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτησή της από την αναφερόμενη στην αίτηση σύμβαση δανείου, επικαλούμενοι περαιτέρω ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής θα τους προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Η αίτηση αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ του ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 632 παρ 2 του ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν. Από τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, αυτά που ανέπτυξαν προφορικά και με τα σημειώματά τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και γενικά από την όλη συζήτηση της υποθέσεως, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Μετά από σύμβαση μεταξύ της καθ’ ης Τράπεζας και του δευτέρου των αιτούντων ως οφειλέτη και της πρώτης αυτών ως εγγυήτριας καταρτίστηκε η από 28-7-2004 σύμβαση χορήγησης δανείου-ανοικτού εθνοδιακοπών ποσού ανώτατης πίστωσης 12.000 ευρώ. Η καθ’ ης η παρούσα Τράπεζα την 29-10-2007 κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση, λόγω μη τηρήσεως των υποχρεώσεων-συμβατικών όρων αυτής εκ μέρους των αιτούντων, καταγγελία την οποία επέδωσε στους τελευταίους την 7-11-2007 (σχετ. οι υπ’ αριθμ 3574 και 3535/2007 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου Αθανασίου Καρακώστα]. Εν συνεχεία, με την από 13-3-2012 αίτηση της πιστώτριας και ήδη καθ’ ης τράπεζας εκδόθηκε η 207/2012 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία οι αιτούντες, οφειλέτης και εγγυήτρια, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ’ ης το ποσό των 22690,69 ευρώ, έντοκα από 3-2-2012, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, πλέον εξόδων ήτοι συνολικά το ποσό των 23.282,50 ευρώ. Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής, επικυρωμένο αντίγραφο της οποίας από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στους αιτούντες την 3-5-2012, άσκησε η τελευταία νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 12-5-2012 και με αριθμό κατάθεσης 373/373/2012 ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ζητούν […]

Read more

ΑΕΔ 25/12 – Οφειλές Δημοσίου , ύψος επιτοκίου υπερημερίας και συνταγματικότητα προνομιακής μεταχείρισης

25 Μαρτίου, 2013

ΑΕΔ 25/12 – Οφειλές Δημοσίου , ύψος επιτοκίου υπερημερίας και συνταγματικότητα προνομιακής μεταχείρισης υπέρ του Δημοσίου   ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΡΙΘΜΟΣ 25/2012 (ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 100 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ)   ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, ως Πρόεδρο, (κωλυομένου του Προέδρου του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου Παναγιώτη Πικραμμένου), Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Καραβοκύρη, Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Κωνσταντίνο Μενουδάκο, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, (κωλυομένου του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας), Αριστόβουλο – Γεώργιο Βώρο, Κίμωνα – Παναγιώτη Ευστρατίου – Εισηγητή, Γεώργιο Τσιμέκα, Παναγιώτα Καρλή, Συμβούλους της Επικρατείας, Γεώργιο Γιαννούλη, Αντώνιο Αθηναίο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες, Γεώργιο Αρχανιωτάκη, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου του τακτικού Νικολάου Παρασκευόπουλου), Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεόδωρο Φορτσάκη, Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ως μέλη, και τη Γραμματέα Μαριάνθη Παπασαράντη, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας, στις 23 Μαΐου 2012, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των: ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ……. , ο οποίος ήδη απεβίωσε, κατοίκου εν ζωή Αθηνών και τη δίκη συνεχίζει ως κληρονόμος αυτού η σύζυγός του….. , κάτοικος Αθηνών, η οποία παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γεωργίου Στεφανάκη, (Α.Μ. 4198). ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο παρέστη με τους: 1) Χρυσαφούλα Αυγερινού και 2) Κωνσταντίνο Κατσούλα, Νομικούς Συμβούλους του Κράτους. Η παραπάνω υπόθεση εισήχθη στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ύστερα από την υπ΄αριθμ. 2812/2011 παραπεμπτική απόφαση της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (αριθμ. καταθέσεως 1/27-1-2012). Επειτα ο Εισηγητής, Κίμων-Παναγιώτης Ευστρατίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, ανέγνωσε την έκθεσή του. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας καθώς και τους Νομικούς Συμβούλους του Κράτους, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους. Μελέτησε τη δικογραφία Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο 1. Επειδή, με την 2812/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, κατά τα άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και 48 παρ. 2 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944), η οποία ανέκυψε με την έκδοση αντίθετων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Αρείου Πάγου. 2. Επειδή, η υπόθεση νομίμως φέρεται προς συζήτηση, εφόσον, όπως προκύπτει από τα σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως και έγγραφα, έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με τις δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2, 49 παρ. 2 και 50 παρ. 1 και 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΦΕΚ Α΄ 141). 3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και 48 παρ. 2 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Α.Ε.Δ.) έχει δικαιοδοσία προς άρση αμφισβητήσεως ως προς την έννοια ή την ουσιαστική συνταγματικότητα διατάξεως τυπικού νόμου, όταν υπάρχει αφενός μεν ταυτότητα της διατάξεως του τυπικού νόμου που ερμηνεύθηκε από τα ανώτατα δικαστήρια και αφετέρου αντίθεση στις ερμηνείες που δόθηκαν ή αντίθεση ως προς την κρίση ότι η νομοθετική αυτή διάταξη είναι ή όχι σύμφωνη προς συνταγματικές διατάξεις […]

Read more