ΔΕΕ υπόθ. C-312/14 : MiFID και δάνεια σε ελβετικό φράγκο – Απορριπτικές οι Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα .
(Banif Plus Bank) ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ NIILO JÄÄSKINEN της 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (1) Υπόθεση C‑312/14 Banif Plus Bank Zrt. κατά Márton Lantos και Mártonné Lantos [αίτηση του Ráckevei Járásbíróság (Ουγγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] «Παραδεκτό — Προστασία των επενδυτών — Σύμβαση δανείου που έχει συνομολογηθεί σε ξένο νόμισμα — Έννοια του χρηματοπιστωτικού μέσου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 17, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ — Έννοια των επενδυτικών υπηρεσιών κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2004/39 — Περιστάσεις υπό τις οποίες οι πάροχοι τέτοιων υπηρεσιών υποχρεούνται να αξιολογούν την καταλληλότητα αυτών για τους πελάτες — Κύρος συμφωνιών που παραβιάζουν τις εν λόγω υποχρεώσεις — Κυρώσεις δυνάμει του άρθρου 51 της οδηγίας 2004/39» I – Εισαγωγή Με την παρούσα διάταξη περί παραπομπής, το Ráckevei Járásbíróság, Ουγγαρία (περιφερειακό δικαστήριο Ráckeve), ζητεί, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί ποια είδη χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/39 (2). Επίσης ερωτά εάν απορρέει από την ως άνω οδηγία υποχρέωση αξιολογήσεως της καταλληλότητας επενδυτικών υπηρεσιών και χρηματοπιστωτικών προϊόντων για κάθε πελάτη χωριστά. Τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα υπεβλήθησαν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο δίκης που αφορά σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, η οποία συνήφθη για τη χρηματοδότηση αγοράς αυτοκινήτου. Ωστόσο, φρονώ ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας κατά την περιγραφή τόσο των επίμαχων πραγματικών περιστατικών όσο και του εθνικού νομικού πλαισίου. Πάντως, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θίγει ένα δυσχερές κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα που είναι μείζονος σημασίας σε πολλά κράτη μέλη. Δυστυχώς, η διάταξη περί παραπομπής και η κύρια δίκη δεν παρέχουν την κατάλληλη ευκαιρία για την ανάπτυξη της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, καθόσον το πλέον ενδεδειγμένο πλαίσιο συναφώς θα ήταν εκείνο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, και ειδικότερα της οδηγίας 2008/48 (3), και όχι του δικαίου προστασίας των επενδυτών. II – Νομικό πλαίσιο Α — Δίκαιο της Ένωσης Οδηγία 2004/39 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 και 31 της οδηγίας 2004/39 έχουν ως εξής: «(2) Ο αριθμός των επενδυτών που συμμετέχουν ενεργά στις χρηματοπιστωτικές αγορές αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια και το φάσμα των υπηρεσιών και των μέσων που τους προσφέρονται διευρύνθηκε και έγινε πιο πολυσύνθετο. Ενόψει των εξελίξεων αυτών, το νομοθετικό πλαίσιο της Κοινότητας θα πρέπει να καλύψει όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που απευθύνονται στους επενδυτές. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να εξασφαλιστεί ο απαιτούμενος βαθμός εναρμόνισης που θα προσφέρει στους επενδυτές υψηλό επίπεδο προστασίας και θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε όλη την Κοινότητα, ως ενιαία αγορά, βάσει της εποπτείας της χώρας καταγωγής. Για τους λόγους αυτούς, η οδηγία 93/22/ΕΟΚ θα πρέπει να αντικατασταθεί από νέα οδηγία. […] (31) Ένας από τους στόχους της παρούσας οδηγίας είναι η προστασία των επενδυτών. Τα μέτρα προστασίας των επενδυτών θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες καθεμιάς από τις διάφορες κατηγορίες επενδυτών (ιδιώτες, επαγγελματίες και αντισυμβαλλόμενοι).» Το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/39 ορίζει τα εξής: «1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στις ρυθμιζόμενες αγορές. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης σε πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, όταν τα εν λόγω ιδρύματα παρέχουν/ασκούν μία ή πλείονες επενδυτικές υπηρεσίες/δραστηριότητες: […] […]
Read moreΔΕΕ Υποθέσεις C‑509/09 και C‑161/10 : Σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας μέσω πληροφοριών που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, μπορεί να ασκηθεί αγωγή, είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του φορέα μεταδόσεως των επίμαχων πληροφοριών, είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του θιγομένου. Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 .
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 25ης Οκτωβρίου 2011 (*) «Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Δικαιοδοσία σε περίπτωση “ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας” –Οδηγία 2000/31/ΕΚ– Δημοσίευση πληροφοριών στο διαδίκτυο – Προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας – Τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός – Δικαίωμα που εφαρμόζεται στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας» Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑509/09 και C‑161/10, με αντικείμενο δύο αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλαν το Bundesgerichtshof (Γερμανία) (C‑509/09) και το tribunal de grande instance de Paris (Γαλλία) (C‑161/10), με αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2009 και της 29ης Μαρτίου 2010, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 9 Δεκεμβρίου 2009 και στις 6 Απριλίου 2010, στο πλαίσιο των δικών eDate Advertising GmbH κατά X, και Olivier Martinez, Robert Martinez κατά MGN Limited, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, J.-C. Bonichot, U. Lõhmus και M. Safjan (εισηγητή), προέδρους τμήματος, E. Levits, A. Ó Caoimh, L. Bay Larsen και T. von Danwitz, δικαστές, γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως, έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Δεκεμβρίου 2010, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν: – η eDate Advertising GmbH, εκπροσωπούμενη από τους H. Graupner και M. Dörre, Rechtsanwälte, – ο X, εκπροσωπούμενος από τον A. Stopp, Rechtsanwalt, – η MGN Limited, εκπροσωπούμενη από τον C. Bigot, avocat, – η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Möller και την J. Kemper, – η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την B. Beaupère-Manokha, – η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C. Vang, – η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Σ. Χαλά, – η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την W. Ferrante, – η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C. Schlitz, – η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer και τον E. Riedl, – η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την F. Penlington, επικουρούμενη από την J. Stratford, QC, – η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Wilderspin, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 2011, εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση 1 Οι αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001 L 12, σ. 1, στο εξής: κανονισμός), και του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ L 178, σ. 1, στο εξής: οδηγία). 2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο διαφορών, αφενός, μεταξύ του ενάγοντος Χ και της εναγόμενης eDate Advertising GmbH (στο εξής: eDate Advertising) και, αφετέρου, μεταξύ των εναγόντων Olivier και Robert Martinez και της εναγομένης MGN Limited (στο εξής: MGN) σχετικά με την αστική […]
Read moreΠολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 25552/2010 : Προσβολή προσωπικότητας μέσω του διαδικτύου σε ιστολόγιο (blog). Ανάρτηση υβριστικών και αναληθών σχολίων κατά της προσωπικότητας κάποιου προσώπου σε ιστολόγιο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις περί αδικοπραξιών και προσβολής της προσωπικότητας του ΑΚ και όχι οι διατάξεις περί ευθύνης του τύπου.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Προσβολή προσωπικότητας μέσω του διαδικτύου σε ιστολόγιο (blog). Ανάρτηση υβριστικών και αναληθών σχολίων κατά της προσωπικότητας κάποιου προσώπου σε ιστολόγιο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις περί αδικοπραξιών και προσβολής της προσωπικότητας του ΑΚ και όχι οι διατάξεις περί ευθύνης του τύπου. […] Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α` και β` της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (που κυρώθηκε με το Ν 53/1974) «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων». Περαιτέρω, ο τύπος κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. α` Συντ. περιλαμβάνει όλα τα έντυπα που είναι κατάλληλα και προορισμένα για διάδοση. Κατά το άρθρο 1 εδ. α` του ΑΝ 1092/1938 περί τύπου «τύπος και έντυπον» είναι «παν ό,τι εκ τυπογραφίας ή οιουδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμόν ή διάδοσιν χειρογράφων, εικόνων ή παραστάσεων μετά ή άνευ σημειώσεων …». Ο ορισμός που κρατεί πλέον είναι ότι έντυπο είναι κάθε κείμενο, κάθε όχι απλώς διακοσμητική εικαστική παράσταση, κάθε εγγραφή μουσικού έργου με κείμενο ή επεξηγήσεις και κάθε ηχητικό αποτύπωμα απλού ή μελωδικού λόγου, εφόσον έχει παραχθεί με μηχανική ή φυσικοχημική ή ηλεκτρονική διαδικασία κατάλληλη για παραγωγή σημαντικού αριθμού αντιτύπων και προορίζεται για διάδοση (βλ. Δαγιόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, έκδ. 1991, τόμ. 1 σελ. 451 επ.). Π. Κατά το άρθρο μόνο του Ν 1178/1981 ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, οι οποίες υπαιτίως προξενήθηκαν με δημοσίευμα που θίγει την τιμή ή την υπόληψη παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός ήταν άγνωστος, στον εκδότη ή το διευθυντή σύνταξης του εντύπου. […] III. Με το άρθρο 681 ΚΠολΔ καθιερώνεται ειδική διαδικασία εκδίκασης των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. […] IV. Οσον αφορά τα προβλήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου στον κυβερνοχώρο, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Το διαδίκτυο (internet) αποτελεί στο σύγχρονο κόσμο το πιο εξελιγμένο μέσο μαζικής επικοινωνίας και μάλιστα αμφίδρομης. Συνδυάζει το στοιχείο της μαζικότητας, καθώς απευθύνεται σε μεγάλο και κατ` αρχήν απροσδιόριστο αριθμό προσώπων, αλλά και το στοιχείο της ενημέρωσης, αφού παρέχει γνώμες, πληροφορίες, γνώσεις και ψυχαγωγία στους αποδέκτες. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι ιστοσελίδες (sites) περιέχουν συνήθως κείμενα που παράγονται με ένα συνδυασμό μηχανικής, φυσικοχημικής και ηλεκτρονικής διαδικασίας και προορίζονται για διάδοση μέσω του διαδικτύου καθώς και το ότι κάθε ανάκληση του συγκεκριμένου υλικού από κάποιον χρήστη ουσιαστικά συνιστά «αντίτυπο» (θεωρία του εικονικού αντίτυπου), γίνεται σαφές ότι ένα σημαντικό τμήμα του υλικού που διακινείται στο διαδίκτηο συνιστά τύπο (βλ. […]
Read moreΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ16790/2009 (ΑσφΜετρ) : Προστασία προσωπικών δεδομένων. Ανάρτηση στο facebook εγγράφων που είχε δώσει η αιτούσα χωρίς την άδεια και συναίνεσή της. Αρνητικά σχόλια με σκοπό να πληγεί επαγγελματικά.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: (ΔΙΜΕΕ 2009/400) Προστασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα η προστασία μέσω ασφαλιστικών μέτρων. Νομοθετικό καθεστώς που διέπει την προστασία αυτήν. Ανάρτηση στο facebook εγγράφων που είχε δώσει η αιτούσα χωρίς την άδεια και συναίνεσή της. Αρνητικά σχόλια με σκοπό να πληγεί επαγγελματικά. Η συγκεκριμένη πράξη συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και προσβολή προσωπικότητας. (Βλ. Σημ. Λ. Μήτρου, ΔΙΜΕΕ 2009/403). ΜΠρθεσ 16790/2009 (Ασφαλιστικά μέτρα) Πρόεδρος: Γ. Ευστρατιάδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δικηγόροι: Ι. Ιγγλεζάκης, Β. Σωτηρόπουλος, Χ. Αποστολίδης Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 18 παρ. 2 του Ν 3741/2006: “Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων… δ) Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (“επεξεργασία”), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (“αρχείο”), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια”. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ιδίου νόμου “επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του”. Ομως η ανωτέρω προϋπόθεση (για τη νομιμότητα) της επεξεργασίας και οι συνέπειες που η παραβίαση της επισύρει κατά τα άρθρα 13 (δικαίωμα αντιρρήσεως του υποκειμένου), 14 (δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας), 21 (διοικητικές κυρώσεις), 22 παρ. 6, 8 (ποινικές κυρώσεις) και 23 (αστική ευθύνη) δεν εφαρμόζονται ανεξαιρέτως σε κάθε δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, αλλά μόνο σε εκείνα που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του Ν 2472/1997, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 3 αυτού. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, “οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο”, όπως η έννοια του τελευταίου αποσαφηνίζεται στο άρθρο 2 εδ. ε` του νόμου αυτού. Επομένως, όσον αφορά τη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καλύπτονται μόνο τα αρχεία και όχι τα μη διορθωμένα στοιχεία. Το περιεχόμενο ενός αρχείου πρέπει να είναι διαρθρωμένο σύμφωνα με ειδικά κριτήρια, ώστε να επιτρέπεται η ευχερής πρόσβαση των ατόμων στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Τα διάφορα κριτήρια για τον καθορισμό των στοιχείων ενός διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων και τα διάφορα κριτήρια που διέπουν την πρόσβαση στο σύνολο αυτό μπορούν να θεσπίζονται από κάθε μέλος-κράτος (βλ. Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αποτελεί τη ratio της ψηφίσεως του Ν 2472/1997 άρθρο 32 της Οδηγίας). Ετσι καθίσταται σαφές ότι, όταν γίνεται επεξεργασία αυτοματοποιημένη, δηλαδή με τη χρήση ηλεκτρονικών και άλλων τεχνικών μηχανικών συστημάτων επεξεργασίας, τότε […]
Read moreΕΔΔΑ (CASE OF DELFI AS v. ESTONIA – Application no. 64569/09) : Μια ιστοσελίδα μπορεί να φέρει ευθύνη για ανώνυμα υβριστικά ή δυσφημιστικά σχόλια που δημοσιεύονται σε αυτήν από τους αναγνώστες της.
Ιστορικό Η Delfi είναι μια επαγγελματικά ειδησεογραφική ιστοσελίδα που δημοσίευε πάνω από 330 νέα άρθρα την ημέρα, όταν ασκήθηκε η προσφυγή, όντας μία από τις μεγαλύτερες ιστοσελίδες αυτού του είδους στην Εσθονία. Όπως συνηθίζεται, στο κάτω μέρος κάθε νέου υπήρχε πεδίο για την καταχώρηση σχολίων από τους αναγνώστες, η δημοσίευση του οποίου γινόταν αυτόματα, χωρίς επεξεργασία από την ιστοσελίδα, αφού ο χρήστης είχε εισάγει όνομα και, προαιρετικά, email, ενώ υπήρχε σημείωση ότι οι απόψεις των σχολίων δεν εκφράζουν την ιστοσελίδα και διαθέσιμος οδηγός για την πολιτική διαχείρισης σχολίων. Στη σελίδα καταχωρούνταν ημερησίως πάνω από 10.000 σχόλια από χρήστες που στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμο, τα οποία μπορούσαν να αφαιρεθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας, έπειτα από την αναφορά τους από κάποιον χρήστη ή σε περίπτωση που περιείχαν συγκεκριμένες λέξεις οι οποίες περιλαμβάνονταν σε ένα προκαθορισμένο φίλτρο. Στις 24 Ιανουαρίου η Delfi δημοσίευσε ένα άρθρο για την επίδραση που είχε η πρακτική μιας ναυτιλιακής εταιρίας, της SLK, στο οδικό δίκτυο που χρησιμοποιείτο παραδοσιακά για την επικοινωνία του ηπειρωτικού με το νησιωτικό μέρος της χώρας. Το άρθρο συγκέντρωσε 185 σχόλια, 20 από τα οποία κρίθηκαν από την SLK υβριστικά ή επιθετικά για τον μέτοχο L της SLK και τα οποία αφαιρέθηκαν από την ιστοσελίδα άμεσα κατόπιν αιτήματος της εταιρίας. O L ζήτησε επίσης από την Delfi αποζημίωση ύψους 32.000€ την οποία η ιστοσελίδα αρνήθηκε να καταβάλει. Το εθνικό πρωτοδικείο έκρινε πως η Delfi δεν φέρει ευθύνη για αποζημίωση της L αλλά το εφετείο έκρινε το αντίθετο, θεωρώντας πως η Delfi ως εκδότης των σχολίων φέρει ευθύνη. Αφού η ιστοσελίδα εξάντλησε τα εθνικά ένδικα μέσα προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ισχυριζόμενη ότι παραβιάζεται το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης της (άρθρο 10 ΕΣΔΑ). Απόφαση Το Δικαστήριο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, συντασσόμενο με την άποψη των εθνικών δικαστηρίων περί ευθύνης της ιστοσελίδας ως εκδότη των σχολίων. Πιο αναλυτικά, το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε το ότι η ιστοσελίδα απέσυρε άμεσα τα υβριστικά σχόλια αλλά εξέτασε το αν η αναγνώριση αστικής ευθύνης της Delfi για τα υβριστικά σχόλια θα ήταν δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος της στην ελεύθερη έκφραση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ιστοσελίδα θα μπορούσε να έχει υποθέσει ότι η είδηση θα μπορούσε να προκαλέσει αρνητικές αντιδράσεις κατά της ναυτιλιακής εταιρείας και των διαχειριστών της και να αναγνωρίσει ότι έχει υψηλότερο από τον του μέσο όρο κίνδυνο τα αρνητικά σχόλια να ξεπεράσουν το όριο της αποδεκτής κριτικής και να φθάσουν το επίπεδο της αδικαιολόγητης προσβολής ή της ρητορικής μίσους. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Delfi θα έπρεπε να έχει επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια για να μην της αναγνωρισθεί ευθύνη από τα σχόλια, συνυπολογίζοντας τον επαγγελματικό χαρακτήρα της ιστοσελίδας. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε πως η πρόβλεψη δυνατότητας αφαίρεσης σχολίων μετά από αναφορά και η μη δημοσίευση σχολίων που περιέχουν συγκεκριμένες λέξεις βάσει ενός φίλτρου δεν επαρκούν ως μέσα πρόληψης, καθώς το φίλτρο είναι ανεπαρκές για την πρόληψη βλάβης σε τρίτους ενώ η αφαίρεση μετά από αναφορά δεν αποτρέπει την προβολή υβριστικών σχολίων για το διάστημα μέχρι την αφαίρεση τους. Τέλος, το Δικαστήριο θεώρησε ότι, δεδομένου ότι η εφημερίδα δίνει τη δυνατότητα στους αναγνώστες […]
Read moreH ευθύνη για τα "σχόλια" χρηστών σε διαδικτυακούς τόπους.
Υπάρχει σημαντική σύγχυση στον νομικό κόσμο, αλλά και στους διαχειριστές διαδικτυακών τόπων σχετικά με την ευθύνη που έχει ο φορέας μιας ιστοσελίδας για τα σχόλια που αναρτούν οι επισκέπτες. Το ζήτημα είναι ότι οι χρήστες αυτοί κυρίως θα είναι ανώνυμοι ή ψευδώνυμοι, οπότε ανακύπτει το κλασικό πρόβλημα της ανωνυμίας και του εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις επιτρέπεται η άρση του απορρήτου. Η σύγχυση όμως οφείλεται στον παραλληλισμό που παρουσιάζεται ανάμεσα στην διαδικασία ανάρτησης σχολίων προς την γνωστή πρακτική των εφημερίδων για δημοσιεύσεις “επιστολών αναγνωστών”. Ή και προς την πιο σύγχρονη πρακτική της live αναμετάδοσης τηλεφωνημάτων τηλεθεατών ή ακροατών από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Στα παραδοσιακά έντυπα μέσα, οτιδήποτε δημοσιεύεται περνάει μέσα από το φίλτρο του διευθυντή σύνταξης, ο οποίος φέρει και την ευθύνη. Ένα χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τα παραδοσιακά μέσα από τα διαδικτυακά είναι ότι η αποκατάσταση μπορεί να επέλθει μόνο με νέα δημοσίευση αποκατάστασης ή με νέα εκπομπή, ενώ στα διαδικτυακά μέσα είναι τεχνικά ευχερής η απόσυρση των τυχόν προσβλητικών ισχυρισμών. Ενώ δηλαδή στα παραδοσιακά μέσα δεν μπορείς πρακτικά να αποσύρεις όλες τις εφημερίδες ή να ξε-πεις όσα ήδη ακούστηκαν σε μια εκπομπή (κι αυτό πρέπει να το πληρώσεις ακριβά στον θιγόμενο), στο Διαδίκτυο μπορείς με μεγάλη ευχέρεια να αφαιρέσεις υλικό που έχει αναρτηθεί (το ότι μπορεί με ψάξιμο μετά να βρεθεί σε διάφορες “μνήμες” κλπ δεν έχει -νομικά- καμία σχέση με το να υπάρχει κάτι αναρτημένο φάτσα-φόρα). Αυτή η ουσιαστική διαφορά της φύσης και λειτουργίας ανάμεσα στα παραδοσιακά media και στα διαδικτυακά έχει αποτυπωθεί και στην νομοθεσία που καθορίζει την ευθύνη για το φιλοξενούμενο περιεχόμενο που αναρτουν τρίτοι. Σύμφωνα με την εντελώς πρόσφατη νομολογία των δικαστηρίων (του 2009 και 2010), στα παραδοσιακά μέσα υπάρχει η υποχρέωση γενικού προληπτικού ελέγχου του περιεχομένου και φυσικά ευθύνη ακόμα και για ανώνυμα δημοσιεύματα, λόγω της σχέσης εξάρτησης που υπάρχει ανάμεσα στην ιδιοκτησία και τον ανώνυμο συντάκτη: αφού ως εφημερίδα επιλέγεις να καλύψεις την ανωνυμία του συντάκτη που εσύ έχεις επιλέξει, έχεις και την ευθύνη, σύμφωνα με το νόμο περί τύπου. Όσον αφορά τις επιστολές αναγνωστών και πάλι, έχεις την ευθύνη αφού δημοσιεύεται μόνο ό,τι περνάει από το φίλτρο σου. Για τα τηλεφωνήματα τηλεθεατών-ακροατών, έχεις την ευθύνη αφού παίρνεις το ρίσκο, ενώ ξέρεις ότι αν ξεφύγει κάτι μετά δεν μπορείς να το πάρεις εύκολα πίσω – όπως με αφαίρεση διαδικτυακής ανάρτησης. Στο Διαδίκτυο όμως τα πράγματα διαφοροποιούνται. Ενώ οι διατάξεις του νόμου περί τύπου μπορεί να τυγχάνουν εφαρμογής για τα κείμενα που έχουν αναρτήσει αρθρογράφοι που τελούν σε σχέση εξάρτησης με την ιδιοκτησία (δηλαδή που έχουν επιλεγεί εκ των προτέρων από τον ιδιοκτήτη ή ταυτίζονται με αυτόν), η ελεύθερη ανάρτηση σχολίων δεν διέπεται από την γενική υποχρέωση ελέγχου του φορέα. Η νομοθεσία για την παροχή υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας λαμβάνοντας υπόψη την εντελώς διαφορετική φύση του συμμετοχικού διαδικτύου από αυτή των παραδοσιακών μέσων, έχει απαλλάξει τους υπεύθυνους των διαδικτυακών τόπων από την υποχρέωση προληπτικού ελέγχου του περιεχομένου. Το αντιστάθμισμα είναι βέβαια ότι τους επιβάλλει να λειτουργούν με μεγάλη αμεσότητα (όπως επιβάλλεται από τη φύση του Διαδικτύου) όταν έχουν ενημερωθεί ότι υπάρχει παράνομο υλικό, στο πλαίσιο της υποχρέωσής τους για κατασταλτικό έλεγχο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 13 (“Φιλοξενία”) του προεδρικού διατάγματος 131/2003 αναφέρει ότι […]
Read moreΔυσχεραίνοντας τις αγωγές εναντίον των ΜΜΕ
Μπορεί η γενική τάση του νομοθέτη αυτή την περίοδο να στοχοποιεί την λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, υπάρχουν όμως και προτεινόμενες νομικές διατάξεις που επιχειρούν το αντίστροφο αποτέλεσμα. Ορισμένες από αυτές βρίσκονται στο νομοσχέδιο για … το σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο βρίσκεται στο στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης. Το άρθρο 38 που έχει περάσει απαρατήρητο ακόμη από τους σχολιαστές, έχει ορισμένες ενδιαφέρουσες ρυθμίσεις, υπερ των ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης. Οι ευνοϊκές διατάξεις για τα ΜΜΕ που έχουν δοθεί προς δημόσια διαβούλευση αφορούν την τροποποίηση του Ν.1178/1981 περί αστικής ευθύνης του τύπου, σε συνδυασμό με τον “τυποκτόνο” Ν.2328/1995, ο οποίος καταργείται μόνο ως προς τις υψηλές αποζημιώσεις που ορίζει για τα μέσα ενημέρωσης σε υποθέσεις προσβολής προσωπικότητας. Στην πρώτη παράγραφο, η προτεινόμενη διάταξη εναρμονίζει με την νομολογία του Αρείου Πάγου την διάταξη για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάζουν οι δικαστές κατά την εκδίκαση αγωγών αποζημίωσης από προσβολές προσωπικότητας των μέσων ενημέρωσης. Ουσιαστικά οι δικαστές το κάνουν από μόνοι τους, αλλά καλό είναι που ο νόμος κωδικοποιεί αυτό που ακολουθείται στην πράξη: το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θα εξαρτάται όχι μόνο από την φύση και την εμβέλεια του μέσου ενημέρωσης, αλλά και από μια σειρά άλλων κριτηρίων, όπως οι επιπτώσεις του δημοσιεύματος στον αδικηθέντα και το περιβάλλον του, η βαρύτητα των αποδιδόμενων στον αδικηθέντα πράξεων ή χαρακτηρισμών, το είδος της προσβολής, η ένταση του πταίσματος, οι συνθήκες τέλεσης, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Στην δεύτερη παράγραφο, όμως, ο εν δυνάμει νομοθέτης παρεμβαίνει με αυστηρό τρόπο, θέτοντας ένα σημαντικό ανάχωμα στην άσκηση αγωγής εναντίον ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης. Όποιος σκοπεύει να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης, οφείλει πριν το κάνει, επί ποινή απαραδέκτου της αγωγής του, να στείλει ένα εξώδικο στο έντυπο και να υποδείξει την αποκατάσταση της προσβολής που υπέστη με την καταχώριση στο έντυποι “σύντομου επεξηγηματικού κειμένου που του υποδεικνύει”. Στο κείμενο αυτό προσδιορίζονται και οι λέξεις και φράσεις που θεωρήθηκαν προσβλητικές και πρέπει να ανακληθούν και οι λόγοι για τους οποίους η συγκεκριμένη αναφορά κρίθηκε προσβλητική. “Η αποκατάσταση θεωρείται ότι επήλθε”, σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη, αν μέσα σε 20 ημέρες ο υπεύθυνος: “α) ανακαλέσει ρητά την προσβολή με την παραπάνω δημοσίευση, που γίνεται στην ίδια ή, αν δεν υπάρχει αυτή, σε ανάλογη θέση και φύλλο της αντίστοιχης ημέρας κυκλοφορίας της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύματος, και σε έκταση και μέγεθος ανάλογο με το τελευταίο, και β) κοινοποιήσει στον αδικηθέντα το ως άνω δημοσίευμα αποκατάστασης. Η παρέλευση άπρακτου διαστήματος είκοσι (20) ημερών θεωρείται άρνηση εκ μέρους του ιδιοκτήτη ή εκδότη του εντύπου. Η παράλειψη της παραπάνω διαδικασίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Η αγωγή αποζημίωσης της παραγράφου 2 πρέπει να ασκηθεί εντός 6 μηνών από την πάροδο της προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών ή της ρητής αρνητικής απάντησης, εφόσον αυτή έχει δοθεί νωρίτερα. Εάν λάβει χώρα η δημοσίευση της ανάκλησης της προσβολής όπως περιγράφεται παραπάνω δεν μπορεί να υπάρξει αστική αξίωση κατά την παράγραφο 2. Αν παρά τη δημοσίευση της ανάκλησης έχει αποδεδειγμένα προκληθεί στον αδικηθέντα περιουσιακή ζημία που οφείλεται στο επιλήψιμο δημοσίευμα, ο ενάγων δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο μόνο για την αξίωση αυτή.” Η διατύπωση (“εφημερίδα”, “ιδιοκτήτη […]
Read moreΑΠ 528/2015 : Τρόπος υπολογισμού της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (αρ.1400 ΑΚ.
ΑΠ 528/2015 (πολ.) Τρόπος υπολογισμού της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (αρ.1400 ΑΚ). «Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Από την ίδια επίσης διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει αναγκαίως: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση ή ακύρωση του γάμου ή τριετή διάσταση των συζύγων που απαιτείται να είναι συμπληρωμένη, γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος. Ως αύξηση όμως νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου που γεννήθηκε η αξίωση, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για το ορισμένο άρα της αγωγής πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μείωσης) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση, καθώς και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση. Περαιτέρω, η συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών, είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΚ 1390). Το είδος της συμβολής μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε υλική παροχή, η οποία εξέρχεται από τα όρια της υποχρέωσης για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και στην παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, μετά όμως την αποτίμηση της υποχρέωσης για συνεισφορά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών (ΑΚ 1389). Επομένως, όταν ο ενάγων σύζυγος επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου δια παροχών, οι οποίες συνιστούν ειδικότερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής […]
Read moreΜονΠρωτΡόδου (ΑσφΜετρ) 108/2013 : Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός – Όρος αρ. 2 Ν. 5638/1932 – Προσβολή νόμιμης μοίρας κληρονόμου – Μέμψη άστοργης δωρεάς – Συντηρητική κατάσχεση.
Ασφαλιστικά Μέτρα. Κοινοί Προθεσμιακοί Τραπεζικοί Λογαριασμοί. Ανάληψη ολόκληρου του ποσού των καταθέσεων από τη συνδικαιούχο του λογαριασμού μετά το θάνατο του έτερου συνδικαιούχου. Όρος αρ. 2 Ν. 5638/1932. Μη δικαίωμα κληρονόμου του κληρονόμου του θανόντος συνδικαιούχο να απαιτήσει από την έτερη συνδικαιούχο το μέρος της κατάθεσης που αντιστοιχεί σε αυτόν βάσει της εσωτερικής έννομης σχέσης που συνέδεε αυτήν με το θανόντα συνδικαιούχο. Κρίση ότι η κατάθεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό αποτελεί δωρεά. Μέμψη άστοργης δωρεάς κατά το άρθρο 1835 ΑΚ. Προσβολή της νόμιμης μοίρας του κληρονόμου του θανόντος συνδικαιούχου. Επείγουσα περίπτωση. Επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης σε βάρος της επιζήσασας συνδικαιούχου των τραπεζικών λογαριασμών. Αριθμός απόφασης 108/2013 Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Αποτελούμενο από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Ελένη Σκριβάνου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14-01-2013 χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ του αιτούντος Μ.Τ. του Λ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Γεωργίου Ν. Λαμπαδάκη, δικηγόρου Ρόδου και των καθών 1) Α.Μ. του Ν., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Α.Θ., Δικηγόρου Αθηνών, 2) Σ.Τ.Δ., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. (…..) Ως προς τη δεύτερη των καθών η αίτηση θεωρείται μη ασκηθείσα, καθώς … ο αιτών έχει ήδη παραιτηθεί του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως ως προς αυτήν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932 συνάγεται ότι ως προς την τύχη κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε περίπτωση θανάτου ενός από τους συγκαταθέτες, πρέπει να διακριθούν οι ακόλουθες περιπτώσεις: α) Αν δεν έχει τεθεί ο όρος του αρ. 2, ότι δηλαδή μετά το θάνατο κάποιου συγκαταθέτη η κατάθεση και ο λογαριασμός θα περιέλθει αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, οι κληρονόμοι του καταθέτη δεν υπεισέρχονται στη θέση της Τράπεζας στη θέση του συνδικαιούχου της κατάθεσης με βάση το κληρονομικό τους δικαίωμα, λόγω της σχετικής απαγόρευσης του αρ. 3 Ν. 5638/32, αλλά απλώς έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τους υπόλοιπους συγκαταθέτες το μέρος εκείνης της κατάθεσης που αντιστοιχεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση την εσωτερική σχέση, β) Αν αντίθετα έχει τεθεί ο όρος του αρ. 2 οι κληρονόμοι αποξενώνονται πλήρως από το ποσό της κατάθεσης, το οποίο εξαιρείται από την κληρονομιά και περιέρχεται αυτοδίκαια στους επιζώντες συγκαταθέτες, χωρίς να μπορούν οι κληρονόμοι να αντλήσουν δικαιώματα από την εσωτερική σχέση των τελευταίων με τον κληρονομούμενο. Ωστόσο, για την προστασία των δικαιωμάτων των νομίμων μεριδούχων, ο νομοθέτης διόρθωσε τις δυσμενείς αυτές συνέπειες με το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέσθηκε δωρεά, κρίνεται ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά. Έτσι, προστίθεται στην κληρονομιά για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας κατά τους όρους του άρθρου 1831 ΑΚ, υπόκειται δε σε ανατροπή ως άστοργος δωρεά κατά το άρθρο 1835 ΑΚ. Αν δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των περί νόμιμης μοίρας διατάξεων, οι κληρονόμοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα πάνω σε ένα τέτοιο λογαριασμό του δικαιοπαρόχου τους (ΑΠ 1393/2011 τνπ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 855/2002, ΑΠ 540/1998, ΑΠ 539/1992 κ.α.) (………….) Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης ενώπιον του ακροατηρίου της μάρτυρας του αιτούντος (η πρώτη καθής δεν εξέτασε μάρτυρα) Σ.Π. του Ι., καθώς και των εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι και την εν […]
Read moreΣτΕ 4155/2012 : Ένορκες βεβαιώσεις σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 147 παρ. 1, 150 παρ. 1 και 185 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκύπτει ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου είναι αποδεικτικά μέσα τα οποία λαμβάνονται προαποδεικτικώς και όχι με το υπόμνημα μετά τη συζήτηση, από δε τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 185 του Κ.Δ.Δ. προκύπτει ότι, κατά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ο αντίδικος μπορεί να παρίσταται και να υποβάλλει ερωτήσεις (ΣτΕ 1483/2010). Για να μπορεί να ληφθεί νομίμως μία ένορκη πρέπει να τηρείται η προβλεπόμενη διαδικασία (ΣτΕ 691/2010), δηλαδή να κλητεύονται όλοι οι διάδικοι σε αυτήν δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση, η οποία κλήση πρέπει να αναφέρει το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η κατάθεση, τον τόπο και την ημέρα διεξαγωγής, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα καθώς και το θέμα της κατάθεσης. Η κλήση αυτή πρέπει να επιδοθεί στους λοιπούς διαδίκους από τον διάδικο που επιδιώκει τη λήψη της μαρτυρικής κατάθεσης. Επιπροσθέτως, ένορκη κατάθεση που προέρχεται από πρόσωπα τα οποία αποκλείεται να εξεταστούν ως μάρτυρες (κατά το άρθρο 183 παρ. 1 του ΚΔΔ, π.χ. συγγενείς του διαδίκου εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό, σε ευθεία ή πλάγια γραμμή) ή για την οποία δεν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους εξώδικες δηλώσεις, επιστολές ή βεβαιώσεις δεν είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δεν επιτρέπεται να ληφθούν νομίμως υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γιατί αποτελούν μαρτυρίες, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον ΚΔΔ προϋποθέσεις για την εγκυρότητά τους. Αποτελούν όμως οι εν λόγω δηλώσεις ή βεβαιώσεις νόμιμα αποδεικτικά μέσα, αν είναι προγενέστερες της προσφυγής και δεν έχουν συνταγεί ενόψει ή επ’ ευκαιρία της διοικητικής δίκης ή με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της δίκης αυτής, ή αν έχουν τεθεί υπόψη της διοίκησης, στο πλαίσιο του ελέγχου που ενδεχομένως διενήργησε πριν από την έκδοση της προσβληθείσης με την προσφυγή πράξης, ώστε να καταστούν στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης (ΣτΕ 4155/2012, 1327/2012, 1349/2011, 3042/2004). http://efotopoulou.gr/
Read more
