ΕιρηνΧαλανδρίου 32/2014: Αμοιβή Δικηγόρων- Αμοιβή για εξώδικες εργασίες- Χρονοχρέωση
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΑΜΟΙΒΩΝ Αριθμός απόφασης 32/2014 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Θεόδωρο Δημητρακόπουλο και από τον Γραμματέα Γεώργιο Μάρδα. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της ενάγουσας: …………., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως φέρουσα την δικηγορική ιδιότητα. Της εναγόμενης: …………., κατοίκου Χαλανδρίου, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της ΠΣ. Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 29-10-2013 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 997/2013 αγωγή της, η συζήτηση της οποίας καθορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, γράφτηκε στο πινάκιο και εκφωνήθηκε νόμιμα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει εκτός από τα άλλα στοιχεία, και σαφή έκθεση των γεγονότων που στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή, έτσι ώστε αφενός μεν το δικαστήριο να είναι σε θέση να εκτιμήσει το περιεχόμενό της, αφετέρου δε ο εναγόμενος να μην στερείται το δικαίωμα άμυνας και αντίκρουσης των αγωγικών ισχυρισμών. Η έλλειψη έκθεσης, με σαφή και ορισμένο τρόπο, των πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και θεμελιώνουν κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα ή η ασαφής και ελλιπής αναφορά αυτών, καθιστούν την αγωγή άκυρη και απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Η αοριστία της αγωγής εξετάζεται τόσο με την προβολή σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου όσο και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αφού το απαράδεκτο αυτής ανάγεται στην προδικασία και αφορά την δημόσια τάξη, δεν μπορεί δε να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 762/2000 ΕλλΔνη 2001, 142, ΑΠ 1073/1993 ΕλλΔνη 1994, 1582, ΕφΑθ 6001/2000 Δ 2001,449). Η σχέση δικηγόρου και του πελάτη του, για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του δικηγόρου, χαρακτηρίζετοα ως αμειβόμενη εντολή και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβή για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη. Η εντολή αυτή, για το κύρος της, δεν υπόκειται σε τύπο και αποδεικνύεται κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις (ΚΠολΔ). Η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως – πελάτη του και περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ` ιδίαν πράξεις της ή άλλες κάθε φύσεως νομικές εργασίες – υποθέσεις, ενώ σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελάχιστων νομίμων ορίων.Ο εντολεύς οφείλει την αμοιβή στο δικηγόρο, εφόσον έδωσε εντολή επ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα αν είναι διάδικος και η συμφωνία αυτή, για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου, καταρτίζεται ατύπως, ήτοι δεν προϋποθέτει, για το κύρος της, την τήρηση έγγραφου τύπου και αποδεικνύεται, κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις. Το δικαστήριο, εάν δεν υπάρχει συμφωνία για την αμοιβή του δικηγόρου ή δεν συντρέχει περίπτωση υπολογισμού της αμοιβής του με βάση συντελεστή, θα προσδιορίσει το ελάχιστο νόμιμο όριο της αμοιβής του (άρθρα 713 ΑΚ, 91 παρ. 1, […]
Read moreΑΠ 705/2015: Στοιχεία εγκλήματος υπεξαίρεσης (375 ΠΚ). Κακουργηματική μορφή. Ευμενέστερος νόμος
Στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ περιλαμβάνονταν, (υπό δ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τις Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, που ισχύει από 7.4.2014, και επανανομοθετήθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4262/2014, που ισχύει από 10.5.2014, όπως είχε προ της καταργήσεώς της, ως περίπτωση ε στο άρθρο 263Α ΠΚ. Την ημέρα που απαγγέλθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 2 του ΠΚ, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του κατηγορουμένου ούτε η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, ούτε και η προϋποθέτουσα αυτήν διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2476/1953, διότι είχε καταργηθεί η άνω περίπτωση δ του άρθρου 263 Α του ΠΚ. Όμως, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ενός μέλος του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος, θα έπρεπε να μην εφαρμοστεί ο επιεικέστερος ν. 4254/7-4-2014, υποπαρ. ΙΕ-12, με τον οποίο απαλείφθηκε η μέχρι τότε υφισταμένη και ισχύουσα περ. δ’ του άρθρου 263 Α του ΠΚ, γιατί το περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης είναι αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 3, 4 και 26 του Συντάγματος. Και αυτό, επειδή εισήχθη νόμος που περιέχει συγκαλυμμένη αμνηστία, έπαυσε την ποινική ευθύνη και κατ’ αποτέλεσμα παρέσχε νομοθετικά άφεση ποινικής ευθύνης αμνηστεύοντας σοβαρές κακουργηματικές πράξεις, κυρίως διαφθοράς υπαλλήλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, ενέργεια που ανήκει στη δικαστική λειτουργία, και ασκείται αποκλειστικά από τα δικαστήρια και όχι από τη νομοθετική εξουσία. (…) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδαφ. α του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Ιδιοποίηση (στο έγκλημα της υπεξαιρέσεως, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενεργείας ή παραλείψεως η οποία εμφαίνει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει […]
Read more"ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΤΗΤΑΣ * – (Με αφορμή τις υπ’ αριθμ. 53/2012 και 597/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών)" [του Γεωργίου Κ. Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.]
Οι πάρα κάτω δημοσιευόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δηλαδή οι υπ’αριθ. 53/2012 (προδικαστική) και 597/2012 (οριστική), με αφορμή το τροχαίο ατύχημα που αναφέρεται σε αυτές και το οποίο συνέβη στην αλλοδαπή, κλήθηκαν να αποφανθούν για ζητήματα τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω των στοιχείων της αλλοδαπότητας που εμφανίζει η υπόθεση με την οποία ασχολήθηκαν. Τα ζητήματα αυτά είναι τα ακόλουθα: Α. 1. Η Διεθνής Δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων όταν το ατύχημα συμβαίνει σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό το καθεστώς της συμβάσεως των Βρυξελλών της 27-9-1968 για τη «Διεθνή Δικαιοδοσία και Εκτέλεση αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις», η οποία κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 1814/1988, υπήρξε αντικείμενο έντονης διαφωνίας τόσο στα πλαίσια του τότε ΔΕΚ (σήμερα ΔΕΕ) όσο και της ελληνικής νομολογίας, ως προς τις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να εναχθεί ο αλλοδαπός ασφαλιστής στον τόπο της κατοικίας του παθόντος[1]. Τομή στην πάρα πάνω διακύμανση αποτέλεσε ο Κανονισμός 44/2001, ο οποίος αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών και άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα από την 1-3-2002, και η ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεών του (αρθ. 9 παρ. 1 στοιχείο β΄και 11 παρ. 2 αυτού) από το ΔΕΚ. Το τελευταίο με την υπ’αριθ. C 463/2006 απόφασή του δέχθηκε ότι ο ασφαλιστής που έχει την έδρα του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο έχει την κατοικία του ο ζημιωθείς. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή αποτελεί ειδικώτερη εκδήλωση της αρχής της εύνοιας προς τον ζημιωθέντα σε τροχαίο ατύχημα που διαπνέει τον πάρα πάνω Κανονισμό, αφού είναι ολοφάνερη η διευκόλυνσή του να εγείρει την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου της χώρας στην οποία κατοικεί σε σύγκριση με τις δυσκολίες που συνεπάγεται γι’αυτόν η έγερση της αγωγής στην αλλοδαπή και μάλιστα στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του ο αλλοδαπός ασφαλιστής. Τη θέση αυτή του ΔΕΚ υιοθέτησε με πάγιο τρόπο ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 584/2014, 419/2012, 37/2012, 487/2011 και 640/2010 δημοσιευμένες όλες σε ΕπιθΣυγκΔικ τόμος 2014 σελ. 562 κ.επ. και 566 κ.επ., τ. 2012 σελ. 85 κ.επ., 304 κ.επ. και τ. 2010 σελ. 176 κ.επ., αντίστοιχα). Εκείνο το οποίο πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η έννοια της κατοικίας, προς συγκρότηση της αρμοδιότητας του ημεδαπού δικαστηρίου και της αντίστοιχης διεθνούς δικαιοδοσίας αυτού σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, προϋποθέτει την απόδειξη από τον ενάγοντα των στοιχείων τα οποία θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του ότι αυτός έχει την κατοικία του στην Ελλάδα. Δηλαδή ο ενάγων πρέπει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τόσο την υλική πλευρά της πραγματικής εγκατάστασής του σε ορισμένο τόπο της ημεδαπής όσο και το βουλητικό στοιχείο αυτής της μόνιμης εγκατάστασης. Αν ο εναγόμενος ασφαλιστής αμφισβητήσει την ιδιότητα του ενάγοντα ότι αυτός είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας και ο ενάγων δεν αποδείξει ότι οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν στο πρόσωπό του, τότε η αγωγή απορρίπτεται λόγω ελλείψεως κατά τόπον αρμοδιότητας και συνακόλουθης διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων (ΑΠ 379/2013 δημοσιευόμενη πάρα κάτω). Τόσο η πρώτη (προδικαστική) όσο και η δεύτερη (οριστική) από τις πάρα πάνω αποφάσεις του ΜονΠρωτΠατρών ακολούθησαν την ερμηνευτική εκδοχή που θέσπισε το ΔΕΚ και οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου, η πρώτη μάλιστα από αυτές με εκτενή αιτιολογία. […]
Read moreΤρόποι είσπραξης διατροφής τέκνου από τον υπόχρεο γονέα
Γράφει η δικηγόρος Αθηνών, Αναστασία Χρ. Μήλιου. Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης, οι σύζυγοι υποχρεούνται σε διατροφή των ανήλικων τέκνων τους και των ενήλικων εφόσον αυτά σπουδάζουν. Διατροφή προβλέπεται και από τον έναν σύζυγο στον άλλο, αλλά εκεί υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται. Εφόσον οι σύζυγοι δεν τακτοποιήσουν μόνοι τους το θέμα της διατροφής, το ποσό που θα καταβάλλεται και το χρόνο καταβολής του, αρμόδια είναι τα αστικά δικαστήρια για να ορίσουν το ύψος της διατροφής. Για τον καθορισμό της διατροφής λαμβάνονται υπ’όψιν ο αριθμός των τέκνων, η ηλικία και τα συνήθη μηνιαία έξοδά τους, τα έξοδα και τα έσοδα του γονέα που έχει την επιμέλεια και τα έξοδα και έσοδα του υπόχρεου προς διατροφή γονέα. Συνήθως υπόχρεος προς διατροφή είναι ο πατέρας των τέκνων καθώς την επιμέλεια έχει συνήθως η μητέρα. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με προσωρινή διαταγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Η διαδικασία της προσωρινής διαταγής είναι σύντομη, το ποσό και η υποχρέωση διατροφής καθορίζονται σε 2-3 ημέρες από την κατάθεση της αίτησης και η υποχρέωση καταβολής διατροφής ξεκινάει άμεσα, με όλες τις νομικές συνέπειες που θα αναλύσουμε κατωτέρω. Εν συνεχεία, δικάζεται κανονικά η αίτηση των ασφαλιστικών και ακολουθεί η συζήτηση της αγωγής που ισχύει για 2 ή και περισσότερα χρόνια αναλόγως με το τι ζητάμε στο δικόγραφο. Αν δεν ασκηθεί ή δεν συζητηθεί η τακτική αγωγή, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, ως προσωρινή λύση παύει να ισχύει και ο υπόχρεος δεν έχει πλέον την υποχρέωση διατροφής. Από την έκδοση της απόφασης που ορίζει την διατροφή είτε αυτή προέρχεται από την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή της τακτικής αγωγής και την γνωστοποίηση αυτής στον υπόχρεο προς διατροφή γονέα, γεννιούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις των δύο πλευρών. Ειδικότερα αν από την στιγμή που έχει κοινοποιηθεί προς τον υπόχρεο γονέα η απόφαση που καθορίζει το ύψος της διατροφής με επιταγή προς πληρωμή επισυναπτόμενη στην απόφαση και δεν καταβάλλει την διατροφή προς το τέκνο ο υπόχρεος γονέας, μπορεί ο έχων την επιμέλεια του τέκνου γονέας, να κινήσει την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Δηλαδή να προβεί σε κατάσχεση της ακίνητης και κινητής περιουσίας του και στη συνέχεια να προβεί σε πλειστηριασμό με σκοπό να ικανοποιηθεί η χρηματική απαίτηση της διατροφής. Πιο σύντομος και οικονομικός τρόπος είναι η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, δηλαδή αν εργάζεται μπορεί να γίνει κατάσχεση στα χέρια του εργοδότη από τον μισθό του υπόχρεου, επίσης αν έχει τραπεζικό λογαριασμό μπορεί να γίνει κατάσχεση του ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό του. Στην περίπτωση που ο γονέας που οφείλει διατροφή δεν έχει εισόδημα ούτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ώστε να γίνει κατάσχεση, δεν παύει να οφείλεται διατροφή. Το δικαστήριο δηλαδή, ακόμα και εάν ο υπόχρεος δηλώσει άνεργος και χωρίς περιουσία, θα επιδικάσει διατροφή έτσι και αλλιώς, αν και μειωμένη, διότι θεωρείται ότι ο υπόχρεος οφείλει να φροντίσει να εξασφαλίσει κάποιο εισόδημα, προκειμένου να διαθρέψει τα παιδιά του. Όμως, ακόμα και με μια δικαστική απόφαση στα χέρια, ο έτερος γονέας δυστυχώς δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτηση για χάρη των τέκνων, όσο δεν υπάρχουν εισοδήματα ή περιουσία για να κατασχέσει. Εάν όμως ο γονέας που είναι υπόχρεος σε διατροφή, αποκτήσει […]
Read moreΠροθεσμία αποποίησης κληρονομίας και ευεργέτημα απογραφής της για τον ανήλικο.
Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου Η προθεσμία αποποίησης κληρονομίας είναι 4 μήνες από τον θάνατο του κληρονομούμενου ή από την δημοσίευση της διαθήκης του αν υπάρχει Η προθεσμία αποποίησης επεκτείνεται στο ένα έτος (με ίδια αφετηρία) στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία τους στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό. Η προθεσμία αυτή ισχύει και για τους ανήλικους, με την διαφορά ότι για τους ανήλικους, η αποποίηση γίνεται μόνο με δικαστική απόφαση, η οποία πρέπει να κατατεθεί στο Δικαστήριο εντός της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης, που τρέχει γι’αυτούς. Μάλιστα, πάγια η νομολογία δέχεται ότι τα γεγονότα της γνώσης της επαγωγής και του λόγου αυτής ερευνώνται στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου του ανηλίκου. Συνεπώς, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει για τον ανήλικο κληρονόμο από τότε που οι ασκούντες τη γονική μέριμνα έλαβαν γνώση της επαγωγής. Οι ανήλικοι έχουν ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους ενήλικους, όταν αποκτούν την ιδιότητα του κληρονόμου, καθώς είναι εκ του νόμου κληρονόμοι με το λεγόμενο ευεργέτημα της απογραφής, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ευθύνονται με την προσωπική τους περιουσία για τα χρέη της κληρονομιάς, τα οποία μπορούν να ικανοποιηθούν μόνον από την ίδια την κληρονομιαία περιουσία. Ο νόμος ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή ο ανήλικος είναι κληρονόμος εξ απογραφής και δικαιούται να συντάξει την απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας (να καταγράψει, δηλαδή, το ενεργητικό και το παθητικό αυτής σε έκθεση που κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο της κληρονομίας) εντός ενός έτους από τότε που θα αποκτήσει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα (δηλ. από την ενηλικίωσή του), αλλιώς χάνει το αναφερθέν ευεργέτημα. Είναι όμως λάθος να πιστεύουμε ότι η προθεσμία αυτή αναφέρεται στην αποποίηση. Η προθεσμία αποποίησης κληρονομίας τρέχει και κατά ανηλίκου. Αν παρέλθει άπρακτη, ο ανήλικος καθίσταται κληρονόμος. Στην περίπτωση αυτή, όμως ο ανήλικος θα πρέπει υποχρεωτικά συντάξει απογραφή εντός έτους από την ενηλικίωσή του. Διαφορετικά χάνει το προνόμιο να μην ευθύνεται για τα χρέη του κληρονομούμενου και με την υπόλοιπη, εκτός της κληρονομίας περιουσίας του. Οι συνέπειες της παρανόησης ενδέχεται να είναι οδυνηρές καθώς οι ανήλικοι καθίστανται κληρονόμοι χωρίς να το γνωρίζουν οι ίδιοι και οι γονείς τους (που νομίζουν ότι η προθεσμία αποποίησης ξεκινά με την ενηλικίωση). Κι αν ξεχάσουν να συντάξουν απογραφή όταν ενηλικιωθούν (ενδεχομένως διότι μεσολαβούν πολλά έτη ή γιατί έχουν αποβιώσει οι γονείς τους και δεν έχουν σχετική ενημέρωση οι ίδιοι οι ενηλικωθέντες κληρονόμοι) τότε βρίσκονται ξαφνικά κατάχρεοι, διότι ο κληρονομούμενος είχε ανεξόφλητες υποχρεώσεις που πλέον εκ του νόμου βαρύνουν τους ίδιους ως απλούς και όχι εξ απογραφής κληρονόμους. Δηλαδή ευθύνονται για τα βάρη της κληρονομιάς που εν αγνοία τους αποδέχθηκαν πολλά χρόνια πριν, με το σύνολο της περιουσίας τους και όχι με την περιουσία που απέκτησε από την κληρονομιά. Oι ανήλικοι κληρονόμοι δεν μπορούν να αποποιηθούν αυτοπροσώπως το κληρονομικό τους δικαίωμα. Οι γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα μπορούν να αποποιούνται κληρονομία ή να παραιτούνται από τη νόμιμη μοίρα κληρονομίας που επάγεται στον ανήλικο εφ’οσον έχουν πάρει προηγουμένως σχετική άδεια δικαστηρίου. Συνεπώς, η δικαστική άδεια αποτελεί απαραίτητο όρο για την ενεργοποίηση των εννόμων συνεπειών ορισμένων πράξεων (αποποίηση) που ενεργούνται από αυτόν που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανηλίκου. Η άδεια δίδεται με απόφαση του δικαστηρίου, […]
Read moreΔΣΑ: “Δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία, απαγορεύεται να οχλεί προφορικά και δή τηλεφωνικά, τον οφειλέτη του εντολέα του πέραν της μίας φοράς.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ομόφωνα αποδοκιμάζει και καταδικάζει τις πρακτικές δικηγόρων και δικηγορικών εταιριών που στο πλαίσιο της δικηγορικής τους εντολής μετέρχονται συμπεριφορές εισπρακτικών εταιρειών, προβαίνοντας σε αλλεπάλληλες αντιδεοντολογικές τηλεφωνικές οχλήσεις προς τους οφειλέτες. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α επισημαίνει προς κάθε κατεύθυνση πως παρόμοιες συμπεριφορές προσβάλουν το σύνολο του δικηγορικού σώματος και δεν θα είναι ανεκτές. Για το λόγο αυτό, αποφάσισε την προσθήκη στα πειθαρχικά παραπτώματα του Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων, ώστε οσάκις δικηγόροι ή δικηγορικές εταιρίες διαπιστωθεί ότι ακολουθούν την πρακτική αυτή, να βρεθούν αντιμέτωποι με την βαρύτατη πειθαρχική διαδικασία του ΔΣΑ. Σύμφωνα με την προσθήκη στον Κώδικα Δεοντολογίας, ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία, απαγορεύεται να οχλεί προφορικά και δή τηλεφωνικά, τον οφειλέτη του εντολέα του πέραν της μίας φοράς, προκειμένου να τον ενημερώσει για την οφειλή του και να διερευνήσει τη δυνατότητα εξώδικης επίλυσης της υφιστάμενης διαφοράς. Σε περίπτωση που στη συνέχεια ο οφειλέτης δεν ανταποκριθεί, δυστροπήσει ή αρνηθεί να εξοφλήσει την οφειλή, ο δικηγόρος οφείλει, τότε, να προβεί σε έγγραφη εξώδικη όχληση ή να ασκήσει τα προβλεπόμενα νόμιμα ένδικα βοηθήματα για λογαριασμό του εντολέα του. Η μη τήρηση της διάταξης αυτής παραβιάζει τον Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων και συνιστά ελεγκτέο πειθαρχικό παράπτωμα.
Read moreΜον.Πρωτ.Λαμ. 17/2016: Παράλειψη αναγραφής ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ διαδίκου, καθώς και διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου.
Μον.Πρωτ.Λαμ. 17/2016 (ασφ.μέτρα/διόρθωση έκθεσης κατάσχεσης) – Η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο (εν προκειμένω ανακοπής), των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν.4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ του ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφ’ όσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η σνακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. (Πηγή: tetravivlos.gr)
Read moreΟλίγα τινά περί ενόρκων βεβαιώσεων, μετά τον Ν. 4335/ 2015.
του Γιάννη Κ. Ψαρομήλιγκου Δικηγόρου στο Εφετείο Αιγαίου Μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες του νέου Κ.Πολ.Δ. , είναι αναμφίβολα η αναβάθμιση του ρόλου των ενόρκων βεβαιώσεων στην πολιτική δίκη, με τον παράλληλα επιδιωκόμενο εξοβελισμό της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο. Και τούτο, παρά την εντονότατη κριτική που έχει δεχθεί ο θεσμός των ενόρκων βεβαιώσεων , κυρίως λόγω της μειωμένης αξιοπιστίας του περιεχομένου τους, το οποίο πάντως ο νομοθέτης προσδοκά ότι επίσης θα αναβαθμισθεί, στο πλαίσιο των νέων διατάξεων των άρθρων 237 και 238 . Στο πλαίσιο αυτό, για πρώτη φορά περιλαμβάνεται στον Κ.Πολ.Δ. ένα ενιαίο σώμα σχετικών διατάξεων, έστω και ολιγάριθμων, ήτοι εκείνων των άρθρων 421 έως και 424, που μάλιστα τυγχάνουν εφαρμοστέες ενιαία, τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες , αντί της μέχρι τότε αποσπασματικής ρύθμισης του θεσμού, με τις οικείες διατάξεις των (πρώην) παρ. 2 του άρθρου 270 και 1 των άρθρων 650 και 671 . Ωστόσο, παρά την ελλειπτική ρύθμιση των ενόρκων βεβαιώσεων στο προϊσχύσαν δίκαιο, ή μάλλον εξαιτίας αυτής, ο θεσμός γνώρισε έντονη θεωρητική και νομολογιακή επεξεργασία, ως αποτέλεσμα της ανάγκης να δοθούν ερμηνευτικές λύσεις σε πολλά στασιαζόμενα ζητήματα. Στο παρόν πόνημα, θα γίνει μια προσπάθεια προσέγγισης των νέων διατάξεων από καθαρά πρακτική οπτική γωνία. Κύριος σκοπός θα είναι να καταδειχθεί, εάν οι λύσεις που έδωσαν υπό το προγενέστερο δίκαιο η επιστήμη και η νομολογία σε μια σειρά προβλημάτων της πράξης αξιοποιήθηκαν (έστω και έμμεσα) από τον νομοθέτη του Ν. 4335/ 2015, κατά την κατάστρωση των νέων διατάξεων, ή, αντίθετα, εάν πα-ραμένουν θέματα εκτός ευθείας νομοθετικής ρύθμισης, στα οποία περαιτέρω τυγχάνει εξεταστέο το εάν και κατά πόσον μπορούν να βρουν έρεισμα εφαρμογής οι κατά το παρελθόν δοθείσες ερμηνευτικές λύσεις. Φυσικά, ο σχετικός κατάλογος δεν διεκδικεί αξιώσεις πληρότητας, εκτιμώ όμως ότι θίγει ένα αρκετά ευρύ πεδίο θεμάτων της πράξης, ο εντοπισμός των οποίων ίσως φανεί χρήσιμος. Τέλος, αυτονόητο βέβαια είναι, ότι κάθε άλλο παρά δεδομένες θεωρώ τις όποιες λύσεις τολμώ (με μεγάλο δι-σταγμό είναι η αλήθεια) να προτείνω και ως εκ τούτου ουδόλως απεύχομαι την κριτι-κή βάσανό τους. 1. Ο τύπος και το περιεχόμενο της κλήσης. Yπό το προγενέστερο δίκαιο, που αδιαστίκτως έκανε λόγο απλώς για προηγούμενη «κλήτευση του αντιδίκου», θεωρείτο αναγκαία η επίδοση κλήσης, που όμως, αφού ο Νόμος δεν διέκρινε, γινόταν δεκτό, ότι μπορούσε να γίνει είτε αυτοτελώς, είτε με άλλο επιδοτέο στον αντίδικο δικόγραφο, όπως λ.χ. εκείνα της αγωγής, της κλήσης επαναπροσδιορισμού ματαιωθείσας συζήτησης κ.λπ. Πάντως, κατά την κρατούσα γνώμη, γινόταν δεκτό, ότι αρκούσε και δήλωση στο ακροατήριο (εφόσον, βέβαια, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προσκόμισης ενόρκων βεβαιώσεων κατά την προθεσμία της προσθήκης), καταχωρούμενη στα οικεία πρακτικά, υπό τον όρο ότι μνημονεύ-ονταν σ’ αυτήν τα απαραίτητα στοιχεία για τον χρόνο και τον τόπο λήψης της βεβαίωσης , με την εξαίρεση, βέβαια, της περίπτωσης που ο αντίδικος είχε υποβάλλει δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση . Παρ’ ότι ήδη το νέο άρθρο 421 προβλέπει ρητά την επίδοση «κλήσης» προς τον αντίδικο, δεν νομίζω ότι συντρέχει αποχρών λόγος να αποστούμε από τα κατά τα ανωτέρω κρατούντα υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, υπολαμβάνοντας ότι μετά τη νέα ρύθμιση απαιτείται η επίδοση αυτοτελούς δικογράφου, αφού κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να εξυπηρετεί οποιοδήποτε χρήζον προστασίας συμφέρον του αντιδίκου του […]
Read moreΑΠ 544/2015: Έννοια λευκής επιταγής – Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφησή της.
Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφησή της και επομένως δεν μπορεί να προταθεί κατά παντός κομιστή. «Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 “περί επιταγής”, εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση συμπληρώθηκε εναντίον αυτών που συμφωνήθηκαν, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, εκτός αν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή αν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση την συμφωνία που έγινε με τον λήπτη. Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα σε περίπτωση που αφέθηκε σε αυτήν (επιταγή) συγκεκριμένο κενό προφανώς με σκοπό μεταγενέστερης συμπλήρωσής της, δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια υπάρχει, αν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της (ΑΠ 738/2006). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 “περί επιταγής”, τα από την επιταγή εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν ν’ αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη. Στον παραπάνω όμως κανόνα του απαραδέκτου των ενστάσεων αυτών που ευθύνονται από επιταγή κατά του κομιστή αυτής, δεν περιλαμβάνονται οι λεγόμενες απόλυτες ενστάσεις, οι οποίες δεν στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εναγόμενου μετά του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών. Τέτοια δε είναι και η ένσταση πλαστογραφίας, η οποία προτείνεται κατά παντός κομιστή, έστω και καλής πίστεως. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφησή της και επομένως δεν μπορεί να προταθεί κατά παντός κομιστή. Κατά του κομιστή της επιταγής στην περίπτωση αυτή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη αυτής η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων, με την σαφή προϋπόθεση ότι αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα (ΑΠ 738/2006, ΑΠ 1202/2006). …Το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 “περί επιταγής”, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν δικαιολογούσαν πλαστογραφία της ένδικης επιταγής η οποία μπορούσε να θεμελιώσει ένσταση απόλυτης ακυρότητας δυνάμενη να προβληθεί κατά παντός τρίτου κομιστή, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ίδιου ως άνω νόμου, αλλά ένσταση αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής αυτής, η οποία μπορούσε να αντιταχθεί κατά της κομίστριας αυτής αναιρεσείουσας υπό την προϋπόθεση ότι αυτή απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα. Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή του ως άνω λόγου της ανακοπής, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλομένης, ότι η συμπλήρωση της ένδικης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας … που ενεργούσε για λογαριασμό της, έγινε, παρά την ύπαρξη της έγγραφης συμφωνίας μεταξύ της εταιρίας αυτής και του ανακόπτοντος και παρά την ματαίωση της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης αγοραπωλησίας, και επί πλέον, της ειδικής συμφωνίας […]
Read moreKανονισμός 1259/2010: Διαζύγιο και Δικαστικός χωρισμός, Εφαρμοστέο δίκαιο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε ως στόχο να αναπτύξει έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, θεσπίζοντας μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις. Ταυτόχρονα, η αύξηση της κινητικότητας των πολιτών στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει, αφενός, περισσότερη ευελιξία και, αφετέρου, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό (ο λεγόμενος κανονισμός Ρώμη ΙΙΙ) διασφαλίζει στους πολίτες ενδεδειγμένες λύσεις από άποψη ασφάλειας δικαίου, προβλεψιμότητας και ευελιξίας, προστατεύει τους ασθενέστερους εταίρους κατά τις διαφορές λόγω διαζυγίων και αποτρέπει την καταχρηστική αναζήτηση της «πλέον ευνοϊκής έννομης τάξης». Επίσης συμβάλλει στην αποφυγή πολύπλοκης, χρονοβόρας και επώδυνης διαδικασίας. Ειδικότερα, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 επιτρέπει στα διεθνή ζευγάρια να συμφωνήσουν εκ των προτέρων το δίκαιο που θα εφαρμοσθεί στη δική τους διαδικασία διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού εφόσον το δίκαιο που επιλέγεται είναι το δίκαιο του κράτους μέλους με το οποίο διατηρούν στενότερο δεσμό. Σε περίπτωση που το ζευγάρι δεν μπορεί να συμφωνήσει, οι δικαστές δύνανται να χρησιμοποιήσουν κοινή μέθοδο για να αποφασίσουν σχετικά με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Ο εν λόγω κανονισμός, εξάλλου, δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα ζητήματα: την ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων, την ύπαρξη, το κύρος ή την αναγνώριση ενός γάμου, την ακύρωση ενός γάμου, το όνομα των συζύγων, τα περιουσιακά αποτελέσματα του γάμου, τη γονική μέριμνα, τις υποχρεώσεις διατροφής και καταπιστεύματα ή κληρονομική διαδοχή. Επίσης δεν επηρεάζει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Ο υπόψη κανονισμός αποτελεί μέσο για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών. Η ενισχυμένη συνεργασία επιτρέπει σε ομάδα αποτελούμενη από εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη να εφαρμόσουν μέτρα σε κάποιον από τους τομείς που υπάγονται στις Συνθήκες στο πλαίσιο των μη αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 331 της ΣΛΕΕ, τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην καθιερωμένη υπό εξέλιξη ενισχυμένη συνεργασία. (ec.europa.eu) Διαβάστε τον Κανονισμό 1259/2010 για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό : http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2010:343:0010:0016:EL:PDF legalnews24.gr
Read more
