ΜονΕφΘεσ 488/2015: Η ανάρτηση ενός οπτικοακουστικού έργου (βίντεο) από το δημιουργό του σε διαδικτυακά κανάλια όπως το Youtube δε συνιστά παραίτηση εκ μέρους του από οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής εκμετάλλευσης του εν λόγω έργου.

16 Ιανουαρίου, 2016

«[…][Ο] ενάγων με την αγωγή του εξέθετε ότι είναι φωτογράφος και δημιουργός καλλιτεχνικών βίντεο (ταινιών τύπου «βίντεο – αρτ»). Ότι στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς του δημιούργησε ως σκηνοθέτης και παραγωγός, μία καλλιτεχνική ταινία μικρού μήκους, διάρκειας έξι λεπτών περίπου, για την πόλη των Αθηνών, περιλαμβάνουσα πλάνα από τα αναφερόμενα στην αγωγή αξιοθέατα και μνημεία της πόλης, με τον τίτλο «……..», με την τεχνική που είναι διεθνώς γνωστή ως «tilt – shift», δηλαδή μία τεχνική με την οποία ο θεατής αντιλαμβάνεται ψευδαισθητικά όλα τα πλάνα και τα καταγραφόμενα αντικείμενα σαν μινιατούρες. Ότι η ταινία αυτή έτυχε μεγάλης αποδοχής από το κοινό και προβλήθηκε σε γνωστά διαδικτυακά κανάλια, με τα στοιχεία του ίδιου του δημιουργού, καθώς επίσης και στη δημόσια τηλεόραση, στα πλαίσια παραχώρησης συνεντεύξεών του, πάντοτε κατόπιν σχετικής αδείας του. […] [Η] εναγομένη εταιρία, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού «ARTTV» και της ιστοσελίδας «http://teleasty.site50.net» έκανε κατά το χρονικό διάστημα από […] και με συχνότητα καθημερινώς από Δευτέρα έως Πέμπτη, κάθε εβδομάδα, δημόσια χρήση της εν λόγω ταινίας του (ενάγοντος), χωρίς την άδειά του και συγκεκριμένα δια της αναπαραγωγής στο διαφημιστικό σποτ και στο σήμα έναρξης της προβαλλόμενης στον ανωτέρω τηλεοπτικό σταθμό ενημερωτικής εκπομπής με τον τίτλο «….», καθώς και στην ανωτέρω ιστοσελίδα της, πλάνων από την προπεριγραφείσα ταινία του ενάγοντος και μάλιστα παραμορφωμένων, προσβάλλοντας έτσι παράνομα και υπαίτια (με πρόθεση) την πνευματική ιδιοκτησία επί του βίντεο. […] […] Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 2121/1993 «πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα» συνάγεται ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία [που περιλαμβάνει το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα)] εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Η «πρωτοτυπία», η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από τον νόμο, είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο «δημιουργικού ύψους», έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα. […] Η φωτογραφία […] συνιστά πνευματικό δημιούργημα που, εφόσον είναι πρωτότυπο, θεωρείται «έργο» ο δημιουργός του οποίου αποκτά επ’ αυτού πνευματική ιδιοκτησία κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2121/1993. Σκόπιμα δε στο άρθρο αυτό χρησιμοποιείται ο όρος «φωτογραφίες» και όχι «φωτογραφικά έργα», επειδή πρόθεση του νομοθέτη ήταν η προστασία κάθε φωτογραφίας. Ακόμη το άρθρο 2 του ν. 2121/1993 είναι σύμφωνο με το άρθρο 6 της Οδηγίας 93/98 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη αυτή δέχεται μεν τη προϋπόθεση της «δημιουργίας», αλλά επιβάλλει ως μοναδικό κριτήριο της πρωτοτυπίας να είναι η φωτογραφία «προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού της», δηλ. ουσιαστικά να μην είναι αντιγραφή, αποκλείοντας κάθε άλλο αυστηρότερο κριτήριο[…] Ηπρωτοτυπία εντοπίζεται στην επιλογή του τόπου και χρόνου, την γωνία φωτογράφησης, τον φωτισμό, τη σχέση φωτογραφιζόμενου αντικειμένου με τον περιβάλλοντα χώρο, τις […]

Read more

Πολιτική αγωγή: εφαρμογή του νέου άρθρου 261 ΑΚ και επί εγκλημάτων που τελέστηκαν πριν την ψήφιση του Ν. 4139/2013.

9 Ιανουαρίου, 2016

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη, 2015, σελ. 673 επ.) Χαράλαμπος Θ.Σεβαστίδης Πρόεδρος Πρωτοδικών Α. Τοποθέτηση του προβλήματος. Μετά την ψήφιση του Ν. 4139/2013, που τροποποίησε το άρθρο 261 ΑΚ, τα δικαστήρια της ουσίας προβληματίζονται σχετικά με την εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ επί εκκρεμών υποθέσεων. Κύρια αιτία του προβληματισμού είναι η τυχόν απαγόρευση της εφαρμογής αυτής στο άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ , αλλά και στο άρθρο 7 παρ. 1 Συντ. Για την κατανόηση του προβληματισμού θα φέρουμε ένα παράδειγμα: ο Α τελεί ένα πλημμέλημα τον Μάιο του 2008. Ο Β, ζημιωθείς από το πλημμέλημα αυτό, υποβάλλει άμεσα (τον Μάιο του 2008) έγκληση, δηλώνοντας ταυτόχρονα καθ’ όλα σύννομα και παράσταση πολιτικής αγωγής. Τελικά, η υπόθεση προσδιορίζεται να συζητηθεί στο ακροατήριο για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2013, χωρίς μέχρι τότε να επαναληφθεί η δήλωση παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος. Ερωτάται, λοιπόν, με δεδομένο ότι ο χρόνος έναρξης ισχύος του Ν. 4139/2013 τοποθετείται στις 20.3.2013 (ημερομηνία δημοσίευσής του στο ΦΕΚ), αν ο πολιτικώς ενάγων πρέπει (μετά από σχετική ένσταση του κατηγορουμένου) να αποβληθεί από τη διαδικασία ή όχι. Και τούτο διότι υπό την προγενέστερη μορφή του άρθρου 261 ΑΚ η αξίωση του ζημιωθέντος θα είχε παραγραφεί, ενώ υπό το νέο καθεστώς η διακοπή της παραγραφής διαρκεί μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Β. Η τροποποίηση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και η επίδρασή της στην ποινική δίκη. Με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 αντικαταστάθηκε το άρθρο 261 ΑΚ, το οποίο προβλέπει πλέον στην παρ. 1 ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ υπό τη νέα της μορφή εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση(1). Με βάση τη νέα αυτή διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι μετά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία, η οποία συνιστά άσκηση αγωγής(2) και μάλιστα ανεξάρτητα αν η δήλωση αυτή γίνεται στην προδικασία ή στο ακροατήριο, διακόπτεται η παραγραφή, χωρίς να ξαναρχίζει όπως συνέβαινε υπό το προγενέστερο καθεστώς. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς σε αντίθεση με την πολιτική δίκη η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από τη βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων(3). Επομένως, εφόσον ο ζημιωθείς από το έγκλημα δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας είτε στην προδικασία είτε στη διαδικασία στο ακροατήριο, η παραγραφή της αξίωσής του διακόπτεται και […]

Read more

Πολιτική αγωγή: εφαρμογή του νέου άρθρου 261 ΑΚ και επί εγκλημάτων που τελέστηκαν πριν την ψήφιση του Ν. 4139/2013.

9 Ιανουαρίου, 2016

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη, 2015, σελ. 673 επ.) Χαράλαμπος Θ.Σεβαστίδης Πρόεδρος Πρωτοδικών Α. Τοποθέτηση του προβλήματος. Μετά την ψήφιση του Ν. 4139/2013, που τροποποίησε το άρθρο 261 ΑΚ, τα δικαστήρια της ουσίας προβληματίζονται σχετικά με την εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ επί εκκρεμών υποθέσεων. Κύρια αιτία του προβληματισμού είναι η τυχόν απαγόρευση της εφαρμογής αυτής στο άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ , αλλά και στο άρθρο 7 παρ. 1 Συντ. Για την κατανόηση του προβληματισμού θα φέρουμε ένα παράδειγμα: ο Α τελεί ένα πλημμέλημα τον Μάιο του 2008. Ο Β, ζημιωθείς από το πλημμέλημα αυτό, υποβάλλει άμεσα (τον Μάιο του 2008) έγκληση, δηλώνοντας ταυτόχρονα καθ’ όλα σύννομα και παράσταση πολιτικής αγωγής. Τελικά, η υπόθεση προσδιορίζεται να συζητηθεί στο ακροατήριο για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2013, χωρίς μέχρι τότε να επαναληφθεί η δήλωση παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος. Ερωτάται, λοιπόν, με δεδομένο ότι ο χρόνος έναρξης ισχύος του Ν. 4139/2013 τοποθετείται στις 20.3.2013 (ημερομηνία δημοσίευσής του στο ΦΕΚ), αν ο πολιτικώς ενάγων πρέπει (μετά από σχετική ένσταση του κατηγορουμένου) να αποβληθεί από τη διαδικασία ή όχι. Και τούτο διότι υπό την προγενέστερη μορφή του άρθρου 261 ΑΚ η αξίωση του ζημιωθέντος θα είχε παραγραφεί, ενώ υπό το νέο καθεστώς η διακοπή της παραγραφής διαρκεί μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Β. Η τροποποίηση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και η επίδρασή της στην ποινική δίκη. Με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 αντικαταστάθηκε το άρθρο 261 ΑΚ, το οποίο προβλέπει πλέον στην παρ. 1 ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ υπό τη νέα της μορφή εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση(1). Με βάση τη νέα αυτή διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι μετά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία, η οποία συνιστά άσκηση αγωγής(2) και μάλιστα ανεξάρτητα αν η δήλωση αυτή γίνεται στην προδικασία ή στο ακροατήριο, διακόπτεται η παραγραφή, χωρίς να ξαναρχίζει όπως συνέβαινε υπό το προγενέστερο καθεστώς. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς σε αντίθεση με την πολιτική δίκη η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από τη βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων(3). Επομένως, εφόσον ο ζημιωθείς από το έγκλημα δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας είτε στην προδικασία είτε στη διαδικασία στο ακροατήριο, η παραγραφή της αξίωσής του διακόπτεται και […]

Read more

ΑΠ 637/2014: Χρησιδάνειο κατοικίας, Καταγγελία σύμβασης χρησιδανείου, άσκηση αγωγής για την απόδοση της χρήσεως.

2 Ιανουαρίου, 2016

Περίληψη Παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης – Ένσταση απαραδέκτου αναίρεσης – Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα έφεσης – Παραγραφή αξιώσεων – Χρησιδάνειο κατοικίας -. Καταγγελία σύμβασης χρησιδανείου ακινήτου. Αποδείχθηκε ότι η συναφθείσα σύμβαση ήταν σύμβαση χρησιδανείου και δεν υπέκρυπτε κάποια άλλη σύμβαση. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν το χρησιδανεισθέν σ’ αυτούς από τους ενάγοντες διαμέρισμα, χωρίς όμως να καταβάλουν κατά τα συμφωνηθέντα τις συνήθεις για τη συντήρηση αυτού δαπάνες. Οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν το χρησιδανεισθέν διαμέρισμα και πριν από τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου, καταγγέλλοντας την σχετική σύμβαση με την άσκηση αγωγής και ζητώντας την απόδοση της χρήσεως αυτού. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κείμενο Απόφασης Αριθμός 637/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2′ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Σ. του Κ., κατοίκου …, 2.Μ. συζ. Ε. Σ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου …, οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Γαμπαρόλη . Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Σ. του Ν., κατοίκου …, 2. Σ. συζ. Ι. Σ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιους δικηγόρους του Αριστοτέλη Παπαγεωργίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2011 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την ανάκληση αίτησης της για τους λόγους που ανέπτυξε, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294,297, 298 και 299 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, [όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου], δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή όμως δεν ενέχει καθ’εαυτήν η εκούσια συμμόρφωσή του αναιρεσείοντος προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, αφού αυτή γίνεται προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτελέσεως καθώς και των επαγομένων από την εν λόγω απόφαση εννόμων συνεπειών [προβλ.ΑΠ 1358/2009].Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ., προτείνουν την ένσταση του απαραδέκτου της […]

Read more

Η ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ Ν. 4335/2015.

28 Δεκεμβρίου, 2015

Η ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ Ν. 4335/2015, γράφει ο Βασίλειος Α. Χατζηιωάννου, Λέκτορας Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ. *Μνεία γίνεται πως το εν λόγω κείμενο αποτελεί σημείωσεις για το μάθημα “Αστικό Δικονομικό Δίκαιο Ι” στη Νομική Σχολή ΔΠΘ. Αναγνωρίζοντας την αξία του κειμένου ζητήσαμε την αναδημοσίευση και ο κ.καθηγητής ευγενώς μας το διέθεσε. Ένορκη βεβαίωση είναι το επώνυμο αποδεικτικό μέσο με το οποίο πρόσωπο το οποίο έχει την ιδιότητα του μάρτυρα και υπό τις ίδιες με τους μάρτυρες νόμιμες προϋποθέσεις βεβαιώνει ενόρκως αλλά εγγράφως την γνώση του επί πραγματικών περιστατικών. Η ένορκη βεβαίωση, σε αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρα, αποτελεί επώνυμο αποδεικτικό μέσο που παράγεται κατά παρέκκλιση της αρχής της αμεσότητας των αποδείξεων, υπό την έννοια ότι αυτή συντάσσεται και η σχετική γνώση του μάρτυρα εξωτερικεύεται σε χρόνο και υπό συνθήκες που δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές από το δικάζον δικαστήριο. Τα ήσσονα εχέγγυα αξιοπιστίας, που οφείλονται ακριβώς στην κατά παρέκκλιση της αμεσότητας παραγωγή της, αποδέχεται η δικονομική έννομη τάξη προς τον σκοπό επιτάχυνσης της αποδεικτικής διαδικασίας, εφόσον τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Μετά το ν. 4335/2015 οι ένορκες βεβαιώσεις αναβαθμίσθηκαν, καθώς ειδικώς στην τακτική διαδικασία υποκαθιστούν την προαιρετική για τον δικαστή εξέταση μάρτυρα. Εφόσον έχουν υποβληθεί με τις προτάσεις, δημιουργούν υποχρέωση του δικαστηρίου, αν διατάξει την εξέταση μαρτύρων, να δεχθεί/διατάξει με την πράξη του ως μάρτυρα έναν ανά πλευρά (396), οπωσδήποτε όμως κάποιον από τους ενόρκως βεβαιούντες (νέο 237 § 6 ΚΠολΔ). Οι προϋποθέσεις υποστατού και παραδεκτού Με το ν. 4335/2015 προστίθενται οι νέες διατάξεις των άρθ. 421-424 ΚΠολΔ οι οποίες, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 237 και 591 ΚΠολΔ προβλέπουν τους εξής όρους του υποστατού/παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης: (α) Κλήτευση των αντιδίκων [αλλά και των ομοδίκων του κλητεύοντος[1]] με επιμέλεια του διαδίκου που επισπεύδει την λήψη ένορκης βεβαίωσης. (β) Τήρηση προθεσμίας κλήτευσης δύο εργασίμων ημερών πριν την προσδιορισμένη από τον επισπεύδοντα διάδικο ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης [βλ. νέο 237 §1 για το χρονοδιάγραμμα: π.χ. 1η Μαρτίου κατάθεση αγωγής, Πέμπτη 9 Ιουνίου κατάθεση προτάσεων, Τετάρτη 8 Ιουνίου ορισμός από τον διάδικο λήψης ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Χ ειρηνοδίκη, κλήτευση αντιδίκου [κι ομοδίκων κλητεύοντος] μέχρι την Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016 [διότι Κυριακή 5 Ιουνίου επίδοση κλήσης απαγορεύεται: 125 § 1 ΚΠολΔ] (γ) πλήρες περιεχόμενο κλήσης σύμφωνα με το νέο άρθ. 422 § 1 ΚΠολΔ: Ημερομηνία και ώρα λήψης, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση του συμβολαιογράφου ή αναφορά στον ειρηνοδίκη (ή στον πρόξενο) ενώπιον του οποίου θα λάβει χώρα, αγωγή (ή ένδικο βοήθημα ή μέσο), που αφορά η βεβαίωση, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα[2]. (δ) Λήψη ενώπιον (τουλάχιστον λειτουργικά)[3] αρμόδιου οργάνου [ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου]. (ε) Ιδιότητα μάρτυρα (τρίτο πρόσωπο ως προς τους διαδίκους, ικανό και μη εξαιρεθέν). (στ) Ορκοδοσία. (ζ) Εμπρόθεσμη υποβολή της βεβαίωσης με τις προτάσεις [κι εφόσον αφορά σε αντίκρουση προηγηθείσης ένορκης βεβαίωσης, με την προσθήκη]. Αν δεν πληρούται κάποιο από τους ανωτέρω όρους (ή δεν αναφέρονται στην κλήση τα λοιπά στοιχεία του άρθρ. 118 ΚΠολΔ), η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη [στην περίπτωση ζ’ απαράδεκτη] και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε καν για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων[4]. Ωστόσο, τα ελαττώματα που σχετίζονται με την κλήτευση (υπό α,β,γ ανωτέρω) θεραπεύονταν εμπράκτως δια της παραστάσεως του αντιδίκου […]

Read more

Εφετείο Κέρκυρας 82 / 2013 : Το domain name ως σήμα/διακριτικό γνώρισμα.

26 Δεκεμβρίου, 2015

Απόφαση υπ’αριθμ. 82 / 2013 Εφετείου Κέρκυρας Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ. α΄, β΄ και γ΄, 18 παρ. 1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλο μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστου, σύγχυση υπό την έννοια θεώρησης, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος. Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης ή μη απομίμησής του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα. Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές, τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1227/2008 Τρ.Νομ.Πληρ. Δ.Σ.Α. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Εξ άλλου βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το «domain name» (όνομα περιοχής), το οποίο κατ’ ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ’ επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, με τον τρόπο δε αυτό καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών ακόμη και η κατάρτιση συναλλαγών. Το «domain name» αποτελείται από σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων (τουλάχιστον τριών και όχι περισσότερων των είκοσι τεσσάρων), χωρίς ή με λογικό ειρμό, σε μια ή περισσότερες λέξεις που χωρίζονται από διάφορα σημεία. Η τελευταία από τις λέξεις (κατά κανόνα συγκεκριμένη), αποτελεί και το σημείο αναφοράς, συνήθως της […]

Read more

ΦΕΚ 181 Α / 24-12-2015 Νόμος 4356 24/12/2015: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

26 Δεκεμβρίου, 2015

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ Άρθρο 20 Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 56 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται, ως εξής: «2. Εκείνος που έχει υπερβεί το εβδομηκοστό πέμπτο (75ο) έτος της ηλικίας του εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη που του επιβλήθηκε στην κατοικία του, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κριθεί ότι η έκτισή της σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων. Τα παραπάνω ισχύουν και για καταδικασθείσα μητέρα που έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου της μέχρι αυτό να συμπληρώσει την ηλικία των 8 ετών. Στην τελευταία περίπτωση, λαμβάνεται ιδίως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου. Εάν οι προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου υπάρχουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών μετά από αίτηση του καταδικασμένου. 3. Οι εκτίοντες ποινή στην κατοικία τους δύνανται να λαμβάνουν άδεια εξόδου από αυτήν από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης για λόγους εκπαίδευσης, εργασίας ή νοσηλείας. Οι ίδιοι υποχρεούνται να εμφανίζονται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας τους. Αν παραλείψουν την υποχρέωσή τους αυτή, ο εισαγγελέας έκτισης της ποινής, εκτιμώντας τη συχνότητα των παραλείψεων και τους λόγους στους οποίους οφείλονται, μπορεί: α) να προβαίνει σε συστάσεις, β) να διατάξει την έκτιση μέρους της ποινής τους που δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα στο κατάστημα κράτησης ή γ) να διατάξει την έκτιση της ποινής τους στο κατάστημα κράτησης. Η διάταξη του άρθρου 105 έχει και εδώ ανάλογη εφαρμογή.» Άρθρο 21 Το άρθρο 81Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 81Α Έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά Εάν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι έχει τελεστεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου το πλαίσιο ποινής διαμορφώνεται ως εξής: α) Στην περίπτωση πλημμελήματος, που τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, το κατώτερο όριο της ποινής αυξάνεται στους έξι (6) μήνες και το ανώτερο όριο αυτής στα δύο (2) έτη. Στις λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά ένα (1) έτος. β) Στην περίπτωση κακουργήματος, που το προβλεπόμενο πλαίσιο ποινής ορίζεται σε πέντε (5) έως δέκα (10) έτη, το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο (2) έτη. Στις λοιπές περιπτώσεις κακουργημάτων το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά τρία (3) έτη. γ) Στην περίπτωση εγκλήματος, που τιμωρείται με χρηματική ποινή, το κατώτερο όριο αυτής διπλασιάζεται. Σε περίπτωση μετατροπής της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί κατά τα παραπάνω, το ποσό της μετατροπής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το διπλάσιο του κατώτατου ορίου του προβλεπόμενου ποσού μετατροπής.» Άρθρο 22 Η περίπτωση θ΄ της παρ. 3 του άρθρου 100 του Ποινικού Κώδικα καταργείται. Άρθρο 23 Η παρ. 4 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «4. Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρατούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των […]

Read more

ΑΠ 886/2012 – Τμ. Z΄ (Ποιν.) : Αναίρεση αθωωτικής απόφασης λόγω συνδρομής νομικής πλάνης για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων φωτογραφιών.

20 Δεκεμβρίου, 2015

Στο άρθρο 31 §2 ΠΚ, για τη νομική πλάνη, ορίζεται ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι περίπτωση νομικής πλάνης συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει αλλά είτε αγνοείται ότι η πράξη του είναι κατ’ αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σε αυτή και η πλάνη συνιστάται σε εσφαλμένη αντίληψη ταυ κανόνα δικαίου, συντρέχει δε, υπό ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά, περίπτωση αποκλείουσα το αξιόποινο. Επιβάλλεται δε να είναι συγγνωστή η πλάνη προς αποκλεισμό του αξιοποίνου με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και να κατέβαλε ο δράστης δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης, το δικαστήριο δε συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούν την ατομικότητα του φερομένου ως δράστη. Αναιρείται, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 31 §2 ΠΚ, η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση για παράβαση των άρθρων 29 και 30 του Ν.5060/1931, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ν.2234/1994 «περί καταργήσεως των ειδικών ποινικών διατάξεων περί Τύπου», πράξη συνιστάμενη στο ότι ο κατηγορούμενος μέσω της ιστοσελίδας του έθετε σε κυκλοφορία στο διαδίκτυο φωτογραφίες γυμνών γυναικών, σε άσεμνες στάσεις ή σε σεξουαλική δραστηριότητα, και βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση: 1.ταυτίζεται η πλάνη περί το αξιόποινο με την πλάνη περί τον άδικο χαρακτήρα του αδικήματος, 2.χαρακτηρίζεται ως συγγνωστή η πράξη και όχι η τυχόν νομική πλάνη, και 3.για να καταφαθεί το συγγνωστό της νομικής πλάνης γίνεται μνεία στην «κοινωνική ανεκτικότητα» στην εκτεταμένη παραβίαση του νόμου περί ασέμνων δημοσιευμάτων και την ατιμωρησία των υπαιτίων και όχι στην άγνοια του κατηγορουμένου σχετικά με την αντίθεση της πράξης του προς την ελληνική έννομη τάξη, δεν αρκεί δε η κρίση ότι «η πλάνη του ήταν συγγνωστή λόγω του γενικότερα επικρατούντος ανεκτικού κλίματος, σε σχέση με το άσεμνο υλικό». Το λεγόμενο αυτό, είναι όχι μόνο απρόσφορο να δημιουργήσει το συγγνωστό του άρθρου 31 §2 του ΠΚ, αλλά είναι και παντελώς αόριστο. Έτσι όμως που έκρινε, το άνω Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 περ.Ε’ ΚΠΔ, αφού εσφαλμένως ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 31 §2 ΠΚ περί νομικής πλάνης, προσέτι δε εσφαλμένως υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στην έννοια της συγγνωστής νομικής πλάνης. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 49405/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, ο παραπάνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών δήλωσε, ότι συμφώνως προς τα άρθρα 509 §1, 507 §1, 506 περ.β’ 505 §1 περ.δ’, 504 §1, 473 §§1, 3, και 474 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά της υπ’ αριθμόν 49.405/2011 αποφάσεως του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατ’ έφεσιν της υπ’ αριθμόν 11.5161/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας γενομένου δεκτού σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου Φ. Α. του Σ.- Ν., αθωώθηκε ο κατηγορούμενος αυτός για το αδίκημα της παραβάσεως άρθρων 29 §1 και 30 του Ν.5060/1931, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ν.2234/1994 «περί καταργήσεως των ειδικών ποινικών διατάξεων περί Τύπου» και ζήτησε την παραδοχή της παρούσης αναιρέσεως, την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατ’ άρθρον 510 §1 περ.Ε’ ΚΠΔ για […]

Read more

ΑΠ 1632/2014 : Υιοθεσία, Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ως προς το ζήτημα του συμφέροντος του υιοθετούμενου.

20 Δεκεμβρίου, 2015

Οι αιτούντες σύζυγοι, με την από 3-8-2010 αίτησή τους, ζήτησαν να κηρυχθεί θετό τέκνο τους το ανήλικο αγόρι που γεννήθηκε στη Λάρισα στις 5-4-2010 από την Μ. Σ., Βουλγαρικής υπηκοότητας, εκτός γάμου. Με την υπ’ αριθ. 10473/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, λόγω του ότι οι αιτούντες υποψήφιοι γονείς υπερέβαιναν τη ανώτατη διαφορά ηλικίας των πενήντα ετών που ορίζει ως προϋπόθεση υιοθεσίας το άρθρο 1544 A.K. (ο αιτών ήταν μεγαλύτερος από το παιδί κατά 53 έτη και 7 μήνες και η αιτούσα κατά 59 έτη και 7 μήνες). Κατά της αποφάσεως αυτής οι αιτούντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού έκρινε ότι το ανώτατο όριο ηλικίας των αιτούντων μπορεί να μην αποτελεί εμπόδιο στην υιοθεσία, εφόσον συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1544 Α.Κ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, ερεύνησε κατ’ ουσίαν την αίτηση και την απέρριψε ως αβάσιμη, δεχόμενη ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την υπέρβαση της διαφοράς ηλικίας των 50 ετών, με επάλληλη δε σκέψη δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση η υιοθεσία δεν είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα, αν η αιτούμενη υιοθεσία είναι ή όχι προς το συμφέρον του υιοθετουμένου, το οποίο και να δικαιολογεί την παράκαμψη του κριτηρίου της διαφοράς ηλικίας μεταξύ των υιοθετούντων και του υιοθετουμένου, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των παραπάνω άρθρων του Α.Κ. και της Διεθνούς Σύμβασης για την υιοθεσία ανηλίκων, που κυρώθηκε με τον Ν.1049/1980. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι οι αιτούντες είχαν μακρόχρονη ερωτική σχέση που κατέληξε σε γάμο, ότι παρά την επιθυμία τους και την προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης δεν κατάφεραν να αποκτήσουν δικό τους τέκνο, ότι το ανήλικο από ηλικίας δύο μηνών διαβιώνει με τους αιτούντες, οι οποίοι το περιβάλλουν με αγάπη και φροντίδα, είναι υγιείς και διαθέτουν ικανή περιουσία που εξασφαλίζει την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και εν γένει το μέλλον του, παρά ταύτα καταλήγει ότι η «αιτούμενη υιοθεσία δεν προβλέπεται ότι θα παράσχει στον υιοθετούμενο σταθερή και αρμονική εστία και ότι θα του εξασφαλίσει ομαλές για την ψυχοσωματική του ανάπτυξη συνθήκες μελλοντικής διαβίωσης στους κόλπους της θετής οικογένειας, ώστε να καμφθεί η διαφορά ηλικίας μεταξύ των αιτούντων και του υιοθετουμένου που για την υποψήφια θετή μητέρα εγγίζει τα εξήντα σχεδόν έτη», χωρίς να αξιολογεί το γεγονός ότι ανήλικο, ηλικίας σήμερα 4 ετών, διαμένει από ηλικίας δύο μηνών με τους αιτούντες υποψήφιους θετούς γονείς του και έχει εγκλιματιστεί σε σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, ούτε το γεγονός ότι οι γονείς του ανηλίκου είναι άγνωστης διαμονής και ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτό, περαιτέρω δε παραλείπει να συγκρίνει τις εν γένει συνθήκες υπό τις οποίες διαβιώνει σήμερα το ανήλικο με εκείνες που θα αναγκαστεί να βιώσει αν απορριφθεί η αίτηση υιοθεσίας και ανατεθεί η επιμέλειά του σε ίδρυμα, αλλά προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ηλικία των αιτούντων, η οποία κατά τα αναφερόμενα παραπάνω δεν αποτελεί το αποφασιστικό κριτήριο για την εξεύρεση του συμφέροντος του ανηλίκου. Αναιρεί την υπ’ […]

Read more