475/2017 ΑΠ ( 701953)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Άδικη εκτέλεση. Ακύρωση της διαταγής πληρωμής που εκτελέστηκε. Το «αμετάκλητο» της ακύρωσης αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο περιστατικό για τη θεμελίωση της αξίωσης προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αρ. 940 ΚΠολΔ. Αδικοπραξία. Έναρξη του χρόνου της παραγραφής για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Αφετήριος χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, δεν ήταν αυτός της ολοκλήρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού, αλλά εκείνος της εκδόσεως της αμετάκλητης απόφασης περί ακύρωσης του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 260/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει.
Αριθμός 475/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε.” που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαδάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την …/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35006/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 260/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 9-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.260/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ.260/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ’ αριθμ.35006/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 11-11-2009 αγωγή αποζημίωσης της αναιρεσείουσας και υποχρέωσε την εναγομένη αναιρεσίβλητη να της καταβάλλει νομιμοτόκως το ποσό των 75193,44 ευρώ, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή της από 21-6-2012 έφεσης της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή ως παραγεγραμμένη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε ο’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Εξάλλου στο άρθρο 940 ΚΠολΔ ορίζονται τα εξής: Αν εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, και εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, μόνον αν αυτός ήξερε ή αγνοούσε από βαριά του αμέλεια ότι το δικαίωμα δεν υπήρχε. (§ 1). Αν εξαφανιστεί, ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου, τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος. (§2). Αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα. (§3). Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 940 ΚΠολΔ – από τις οποίες, οι μεν δύο πρώτες παράγραφοι έχουν εφαρμογή μόνον επί εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως, η δε τρίτη έχει εφαρμογή επί εκτελέσεως οιουδήποτε εκτελεστού τίτλου – προκύπτει ότι όμοια, κατ’ αναλογία, ρύθμιση ισχύει αν, αντί εξαφανίσεως τελεσίδικης απόφασης, ή εκείνης που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ή ακυρώσεως αμετακλήτως αναγκαστικής εκτέλεσης, ακυρωθεί αμετάκλητα, ύστερα από άσκηση ένδικου βοηθήματος διαφορετικού της από το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής, εκτελεστός τίτλος- διαφορετικός της απόφασης-που εκτελέστηκε, και ειδικότερα αν ακυρωθεί αμετακλήτως διαταγή πληρωμής που εκτελέστηκε, ύστερα από άσκηση του ένδικου βοηθήματος της, από τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, ανακοπής. Έτσι, και στην περίπτωση αυτή, κατ’ αναλογία, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση, με βάση τον υστέρως αμετακλήτως ακυρωθέντα εκτελεστό τίτλο, αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, ήτοι σε συνδυασμό προς το άρθρο 330 ΑΚ, εφόσον η κατά τα ανωτέρω ζημιογόνος συμπεριφορά αυτού ήταν υπαίτια και ειδικότερα ήταν είτε από πρόθεση, πολύ δε περισσότερο από πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, είτε από αμέλεια (ΑΠ 2044/2014, ΑΠ 1457/2006, ΑΠ 219/2003). Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ. Δίδεται, έτσι, αναγνωριστική ή καταψηφιστική αγωγή, με αίτημα την αποζημίωση ή επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπέρ του καθού η εκτέλεση κατά εκείνου που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση και η δίκη αυτή δεν είναι περί την εκτέλεση, ώστε δεν έχουν εφαρμογή επ’ αυτής οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933, 934 και 937 του ΚΠολΔ. (Ολ.ΑΠ 49/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ.4, 216 παρ.1 κα 940 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το νομικά ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης από το άρθρο 940 ΚΠολΔ, (σε συνδυασμό με τις ΑΚ 297, 298, 330 και 914 ή 919), σε περίπτωση ακύρωσης της διαταγής πληρωμής που εκτελέστηκε, θα πρέπει να εκτίθεται σ’ αυτή, ότι η εν λόγω ακύρωση κατέστη αμετάκλητη, αφού το “αμετάκλητο” της ακύρωσης αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο περιστατικό για την δημιουργία του αγωγικού δικαιώματος από την ΚΠολΔ 940 (ΑΠ 1457/2006). Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ. Α.Π. 24/2003, 100/2005, ΑΠ 2143/2007).
Στην συγκεκριμένη υπόθεση, από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την από 11- 11-2009 (αριθμ.κατ…./13-11-2009), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, ανέφερε, όπως δέχτηκε και το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήν άλλων, τα εξής: Κατόπιν παράκλησης του φίλου και κουμπάρου της, Γ. Μ. (νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “… Ο.Ε.”), τον Ιούνιο του 1995, εξέδωσε την υπ’ αριθ…. λευκή τραπεζική επιταγή (ευκολίας), σε χρέωση λογαριασμού της στην … Τράπεζα, με τη ρητή δήλωσή της να μην συμπληρωθεί αυτή χωρίς την έγκρισή της και την προηγούμενη ενημέρωσή της ως προς την ημερομηνία, τον τόπο έκδοσης και το ποσό της, σε κάθε περίπτωση δε το ανώτερο ποσό, που θα μπορούσε να θέσει στην επιταγή, ήταν αυτό των 500.000 δρχ. Ότι ο Γ. Μ., παρά τη συμφωνία τους, εν αγνοία της συμπλήρωσε ως ημερομηνία έκδοσης της επιταγής την 30η.10.1995, ως τόπο έκδοσης τη Θεσσαλονίκη και ως λήπτη της επιταγής την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία “… Ο.Ε.” (ατομική του επιχείρηση, της οποίας είναι ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος), καθώς και το ποσό των δρχ. 26.248.766. Ότι, στην συνέχεια, ο ίδιος (ο Γ. Μ.), θέτοντας, στην θέση του πρώτου οπισθογράφου της εν λόγω επιταγής, την υπογραφή του και την σφραγίδα της, φερομένης ως λήπτριας της επιταγής, εταιρείας με την επωνυμία “… Ο.Ε.”, την μεταβίβασε, με οπισθογράφηση, σε άλλη, ελεγχόμενη από τον ίδιο, εταιρεία με την επωνυμία “… Ε.Ε.”. Ότι, ακολούθως, η παραπάνω επιταγή οπισθογραφήθηκε, από την Α. Μ. εκ νέου, εν λευκώ, στην προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρεία (“… Ο.Ε.”) και η τελευταία στην εναγομένη, προς κάλυψη υποχρεώσεών της, έναντι αυτής, προερχόμενες από άλλες τρείς (3) επιταγές της τότε Τράπεζας … Α.Ε., πληρωτέες, επίσης, εις διαταγή της εναγομένης, συνολικού ποσού δρχ. 24.000.000. Συμφωνήθηκε δε, περαιτέρω, μεταξύ των ως άνω δύο τελευταίων συνεργαζόμενων εταιρειών, ότι τα σώματα των εν λόγω τριών επιταγών θα επιστραφούν στην ομόρρυθμη εταιρεία, μόνο εάν εξοφλούνταν η επίδικη επιταγή. Ότι η εναγομένη, στη συνέχεια, προεξόφλησε την επίδικη επιταγή στην … Τράπεζα, προς την οποία την οπισθογράφησε “λόγω ενεχύρου”, στις 10.7.1995. Ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε κατά την φερομένη στο σώμα της ημερομηνία έκδοσης, πλην όμως ούτε σφραγίστηκε από την … Τράπεζα, οπότε η εναγόμενη, αφού κατέβαλε το ποσό της στην εν λόγω τράπεζα, την ανέλαβε εκ νέου και, ακολούθως, προέβη στην έκδοση της υπ’ αριθ. …../1997 διαταγής πληρωμής, μεταξύ των υπολοίπων υπόχρεων προσώπων και εις βάρος της, χρησιμοποιώντας την επιταγή ως χρεωστικό μεταξύ εμπόρων ομόλογο (άρθρο 76 του ν.δ. 17.7/23.8.1923) προς το σκοπό βλάβης της, καθόσον τελούσε σε γνώσει της πλαστότητας αυτής (της επιταγής). Ότι, στην συνέχεια, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, στο πλαίσιο της οποίας κατέσχεσε αναγκαστικώς το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, συνιδιοκτησίας της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, το οποίο την 19η.11.1997 εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε στην εναγομένη, αντί του ποσού των δρχ. 7.501.000. Ότι κατά της διαταγής αυτής πληρωμής η ίδια η ενάγουσα στρεφόμενη κατά της εναγομένης, άσκησε ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την εκ του άρθρου 632 επ. ΚΠολΔ ανακοπή της και τους πρόσθετους λόγους αυτής, το οποίο (δικαστήριο) με την υπ’ αριθ.12.237/2005 απόφασή του ακύρωσε την διαταγή πληρωμής, δεχόμενο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της περί απόσβεσης της απαίτησης της εναγομένης λόγω ανανέωσης χρέους. Ότι η έφεση που άσκησε η εναγόμενη κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, με την υπ’ αριθ. 584/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ με την υπ’ αριθ. 1191/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε και η ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, ότι η εναγόμενη επέσπευσε σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση και κατέσχεσε αναγκαστικώς το αναφερόμενο στην αγωγή ακίνητό της παρανόμως και δολίως, τελούσα σε γνώση ότι δεν είχε καμία απαίτηση και κανένα δικαίωμα σε βάρος της (της ενάγουσας), με έρεισμα την ένδικη επιταγή, με αποτέλεσμα να υποστεί ίδια την αναφερόμενη σ’ αυτή θετική και αποθετική ζημία, καθώς και ηθική βλάβη. Ζήτησε δε, κατόπιν τούτων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση: α) 129.725 ευρώ, όση η πραγματική αξία του ακινήτου που πλειστηριάσθηκε, άλλως ποσό 44.020,54 ευρώ, όση η αξία του ακινήτου, όπως αυτή εκτιμήθηκε με την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, άλλως ποσό 22.013,20 ευρώ, αντί του οποίου το εν λόγω ποσοστό συγκυριότητας κατακυρώθηκε υπέρ της εναγομένης, β) 44.263,44 ευρώ που συνιστά την αποθετική της ζημία από την απώλεια των μισθωμάτων που θα απεκόμιζε από την εκμίσθωση του ακίνητου της, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε και γ) 75.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή αυτή αρχικά έγινε εν μέρει δεκτή με την 35006/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και μετά την άσκηση κατ’ αυτής αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού απέρριψε την υπ’ αριθμ…./2- 4-2012 έφεση της αναιρεσείουσας και δέχτηκε την 1997/21-6-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την υπ’ αριθμ.καταθ…./2009 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων σχετικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο συγκεκριμένα τα εξής: “….η εναγομένη – εφεσίβλητη και εκκαλούσα ΑΕ, τόσο πρωτοδίκως, όσο και δευτεροβαθμίως, με την έφεσή της αρνήθηκε τη συνδρομή στην προκείμενη περίπτωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της ειδικής αδικοπραξίας της Κ.Πολ.Δικ. 940 παρ. 3 κατά τη μοναδική αγωγική βάση της ένδικης αγωγής (βλ. προοίμιο της αγωγής), καθόσον δεν ιστορείται σ’ αυτήν (την αγωγή) ότι επήλθε αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά από άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Προσέτι, με σχετικό λόγο έφεσης (3ος εφετηρίου), υπέβαλε ένσταση περί πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξίωσης από αδικοπραξία της ενάγουσας, κατ’ άρθρον 937 Α.Κ.”. Ειδικότερα προέβαλε αυτολεξεί “Ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης κατά τα άρθρα 914 και 919 Α.Κ. της αντιδίκου καθόσον από την επικαλούμενη και σε γνώση αυτής [αντιδίκου] συντέλεση της φερόμενης αδικοπραξίας από μέρους της εταιρίας μας, με την διενέργεια πλειστηριασμού ακινήτου της στις 19.11.1997, μέχρι τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής της [13.11.2009 ημερομηνία κατάθεσης αυτής] πράγματι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας με αποτέλεσμα να παραγραφεί η σχετική αξίωσή της κατ’ άρθρο 937 Α.Κ.”. Κατά τον ισχυρισμό η αξίωση ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη από την ημερομηνία συντέλεσης (ολοκλήρωσης) του πλειστηριασμού, ήτοι από 19.11.1997 και ως εκ τούτου, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (13.11.2009) οι αξιώσεις αυτές είχαν προ πολλού υποκύψει στην πενταετή παραγραφή της Α.Κ. 937 (παρήλθε δωδεκαετία), χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό γεγονός.
Η ένδικη αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο, κατά τη δέουσα εκτίμηση της, εισάγει αξίωση επιστηριζόμενη αποκλειστικά και μόνο στην αδικοπραξία των Α.Κ. 914 και 919, με έρεισμα τις ιστορούμενες υπερβάσεις εκ μέρους της εναγομένης των επιταγών των άρθρων αυτών κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της ενάγουσας. Έχοντας υπόψη τις προεκτεθείσες αιτιολογίες, στην προκείμενη περίπτωση η αξίωση αυτή της ενάγουσας είναι ανεξάρτητη και δεν έχει καμιά σχέση με την ειδική αδικοπραξία της Κ.Πολ.Δικ. 940 παρ.3, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η ενάγουσα και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του.
Τούτο επειδή, σύμφωνα με τα κελεύσματα της Κ.Πολ.Δικ. 940 παρ.3 πρώτα πρέπει να ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση και μετέπειτα να εγερθεί η αγωγή για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση, με την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση της συνδρομής των όρων της Α.Κ. 914 και 919. Αν συνέτρεχε η περίπτωση αυτή, που όμως στην αγωγή δεν ιστορείται (αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά από άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ), ασφαλώς και βεβαίως δεν θα είχε αρχίσει να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής πριν από την κατά τα άνω ακύρωση του εκτελεστού τίτλου με την υπ’ αριθ. 1191/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού, η δικαστική επιδίωξη της, εκ της ειδικής αδικοπραξίας αυτής (της Κ.Πολ.Δικ. 940 παρ.3), αξίωσης, είναι δυνατή μόνον μετά την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην περίπτωση, όμως, της ένδικης αγωγής, η αξίωση αυτής ήταν δικαστικά επιδιώξιμη, από τότε που εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός και έλαβε γνώση αυτού η ενάγουσα, με την ολοκλήρωση του αναγκαστικού πλειστηριασμού (19.11.1997) καθόσον, για την αξίωση αυτή, σε αντίθεση με την αξίωση της ειδικής αδικοπραξίας της Κ.Πολ.Δικ. 940 παρ.3, δεν υπήρχε νομικό κώλυμα, που να εμπόδιζε τη δικαστική της επιδίωξη. Συνεπές, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Α.Κ., εν προκειμένω, δεν επιτρέπεται η αφετηρίαση του χρόνου παραγραφής από το γεγονός της, με την υπ’ αριθ. 1191/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, ακύρωσης (αμετακλήτως) του εκτελεστού τίτλου (της διαταγής πληρωμής), η οποία (ακύρωση) στη συνέχεια απετέλεσε, όπως προειπώθηκε, τη βάση της ένδικης αγωγής, αφού η εκκρεμότητα αυτή, αναφορικά με την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου, δεν επιδρά ούτε στη δικαστική επιδίωξη της ένδικης αξίωσης, ούτε και στην έναρξη του χρόνου της παραγραφής. Πράγματι, η καθ’ ης η εκτέλεση – ενάγουσα – εκκαλούσα και εφεσίβλητη και προ της περάτωσης ακόμη της δίκης περί την εκτέλεση (για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής μετά την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ), μπορούσε, αντί να αναμένει άπρακτη την παραδοχή της ανακοπής της κατά της διαταγής πληρωμής (του προρρηθέντος άρθρου 632 ΚΠολΔ), να εγείρει την αγωγή της για τη διάγνωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της ενάγουσας ΑΕ, δηλαδή αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, διακόπτοντας συγχρόνως και την παραγραφή. Ειδικότερα, η ενάγουσα, μπορούσε να ασκήσει την παρούσα αποζημιωτική εξ αδικοπραξίας αγωγή της αμέσως από τότε που έλαβε γνώση του άνω σε βάρος της πλειστηριασμού κατά την 19η.11.1997, με τον οποίο ολοκληρώθηκε η σε βάρος της φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης. Εάν δε πάλι ήθελε την έκδοση πρώτα τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης επί της ανακοπής της (άρθρου 632 ΚΠολΔ), είχε τη δυνατότητα, αφού ασκούσε τη σχετική αποζημιωτική αγωγή, να ζητήσει με την Κ.Πολ.Δικ. 249 την αναστολή της δίκης, αναφορικά με την αγωγή, μέχρι την τελεσίδικη ή αμετάκλητη δικαστική κρίση επί της ασκηθείσας ανακοπής της.
Συνεπώς, συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις, αναφορικά με την έναρξη και συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 937 παρ. 1 και 251 Α.Κ., το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αντιθέτως, υπολαμβάνοντας ότι η αγωγή επιστηρίζεται στην ειδική αδικοπραξία της Κ.Πολ.Δικ. 940 παρ. 3 και εντεύθεν ως χρόνο έναρξης της παραγραφής την έκδοση της αμετάκλητης υπ’ αριθ. 1191/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου περί ακύρωσης (αμετακλήτως) του εκτελεστού τίτλου (της διαταγής πληρωμής), απόφασης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και συνεπώς, ο τρίτος λόγος της δεύτερης έφεσης είναι βάσιμος.” Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έκρινε αντίθετα, δικάζοντας επί της ανωτέρω αγωγής, απέρριψε αυτή ως παραγεγραμμένη.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 940, 933, 632 – 633 ΚΠολΔ, 251 937. 914 και 919 ΑΚ, όπως βασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγο της υπό κρίση αίτησης της. Τούτο διότι, συμφωνά με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής της, οι ασκούμενες με αυτή αξιώσεις στηρίζονται, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 940 ΚΠολΔ ειδική αδικοπραξία, απαραίτητη προϋπόθεση της οποίας ήταν η προηγούμενη αμετάκλητη ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής που εκτελέστηκε, οπότε αφετήριος χρόνος παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεών της κατά της αναιρεσίβλητης, δεν ήταν αυτός της ολοκλήρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού, στις 19-11-1997, αλλά εκείνος της εκδόσεως της υπ’ αριθμ. 1191/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου περί ακύρωσης (αμετακλήτως) του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, εκφερόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, που αφορά πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑΧ.ΔΙΚ., όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ….-7-2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ.260/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτήν.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
nomos
