Περίληψη: Ενστάσεις κατά κομιστή επιταγής – Κακή πίστη κομιστή – Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής – Αοριστία ανακοπής – Συμπλήρωση αοριστίας με τις προτάσεις ή την έφεση -. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η προβολή ενστάσεων που πηγάζουν από τις προσωπικές σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, με την προϋπόθεση ότι ο κομιστής, κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός γνώριζε την ύπαρξη των ενστάσεων αυτών και αφετέρου ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη. Η κακή πίστη του κομιστή πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση του. Δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, αφού νέοι λόγοι, που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά, παρά μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός 203/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσούλα Πλατιά, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (δ.τ. «PROBANK»), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αρχοντία Βογιατζάκη – Πολύδωρα.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1)…, κατοίκου …Πειραιώς και 2) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι εφεσίβλητοι …και εταιρεία με την επωνυμία «…», άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 2-7-2009 και με αριθ. εκθ. καταθ. 6644/ 2009 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 45/ 2010 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με την από 5-3-2012 και με αριθ. εκθ. καταθ. 385/ 2012 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις υπ’ αριθμ. 8062 Β΄/29-11-2012 και 8107 Β΄/6-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νομίμως η εκκαλούσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με την αντίστοιχη πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εφεσίβλητους (άρθρα 126 παρ. 1 α΄ και δ΄, 128 παρ. 4 ΚΠολΔ). Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και, συνεπώς, πρέπει να δικασθούν ερήμην. Η συζήτηση, ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α΄ ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η υπό κρίση από 5-3-2012 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 385/30-3-2012) έφεση της ηττηθείσας καθ’ ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρίας κατά της υπ’ αριθμ. 45/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρα 635 έως 646 ΚΠολΔ) και δέχθηκε την από 2-7-2009 ανακοπή των …και εταιρίας «….» (ήδη εφεσίβλητων), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ούτε παρήλθε τριετία από τη δημοσίευσή της (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/25-7-2011 σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 13 του ιδίου ως άνω νόμου). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Οι ανακόπτοντες (ήδη εφεσίβλητοι) με την από 2-7-2009 (με αριθμ. εκθ. κατάθ. 6644/6-7-2009) ανακοπή τους, που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), ζήτησαν, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 978/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί (ανακόπτοντες) να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» (ήδη εκκαλούσα) το ποσό των 41.883,59 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, δυνάμει της αναφερόμενης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής της Τράπεζας «EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.», εκδόσεως του πρώτου αυτών (ανακοπτόντων) στον Πειραιά, σε διαταγή της δεύτερης αυτών, εταιρίας με την επωνυμία «….», την οποία (επιταγή) η ως άνω λήπτρια εταιρία οπισθογράφησε στην εταιρία με την επωνυμία «…», η οποία, στη συνέχεια, την οπισθογράφησε λόγω ενεχύρου στην καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία, που κατέστη έτσι νόμιμη κομίστρια της εν λόγω επιταγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη η καθ’ ης η ανακοπή με την κρινόμενη έφεσή της για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η ως άνω ανακοπή και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», τα εναγόμενα από επιταγή πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές σχέσεις τους με τον εκδότη ή προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει για να βλάψει τον οφειλέτη. Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από επιταγή, συνάγεται ότι τα από επιταγή υπόχρεα πρόσωπα, εναγόμενα από τον κομιστή της επιταγής, δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να αντιτάξουν ενστάσεις που πηγάζουν από τις προσωπικές σχέσεις τους με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές. Κατ’ εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων, με την προϋπόθεση ότι ο κομιστής, κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός γνώριζε την ύπαρξη των ενστάσεων αυτών και αφετέρου ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη, ήτοι ότι με τη μεταβίβαση του τίτλου επιτυγχάνεται η είσπραξή του, η οποία, διαφορετικά, θα ήταν αδύνατη. Τα στοιχεία αυτά της γνώσης και της βλάβης (αμφότερα, αφού μόνη η γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων δεν αρκεί) πρέπει να αναφέρονται κατά την προβολή της σχετικής ένστασης, που μπορεί να συνιστά και λόγο ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, γιατί διαφορετικά ο σχετικός ισχυρισμός είναι αόριστος και απορριπτέος. Εξάλλου, η κακή πίστη του κομιστή πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση του (ΑΠ 1100/2011 και ΑΠ 1521/2010 δημοσιευμένες σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 298/2010 ΝοΒ 2011.979, ΑΠ 433/2006 ΝοΒ 2006.1119, ΕφΑθ 3820/2011 ΔΕΕ 2011. 1159, ΕφΑθ 6519/2009 ΔΕΕ 2010.336, ΕφΑθ 492/2006 ΕλλΔικ 2007.282, ΕφΘεσ. 39/2008 ΕπισκΕμπΔ 2008.236, βλ. Ιωάννης Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, έκδ. 2007, άρθρο 22, σελ. 207-208 και 214-215).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους κατά της υπ’ αριθμ. 978/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ισχυρίσθηκαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, ότι η ένδικη υπ’ αριθμ. 20072435-5 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της Τράπεζας «EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.», ποσού 41.883,59 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 11-3-2009, εκδόσεως του πρώτου αυτών (ανακοπτόντων) σε διαταγή της δεύτερης αυτών, εταιρίας με την επωνυμία «….», μεταβιβάστηκε στις αρχές Φεβρουαρίου 2009 με οπισθογράφηση από την ως άνω λήπτρια εταιρία στην εταιρία με την επωνυμία «…» για εξασφάλιση των μελλοντικών απαιτήσεων της τελευταίας από τις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές (συγκεκριμένα παράδοση καυσίμων από την τελευταία αυτή εταιρία στη δεύτερη ανακόπτουσα εταιρία, που διατηρεί επιχείρηση-πρατήριο εμπορίας καυσίμων). Ότι, στη συνέχεια, η εταιρία «…» οπισθογράφησε, την 8-2-2009, την επιταγή αυτή, λόγω ενεχύρου, στην καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία. Ότι στις αρχές Μαρτίου του ιδίου έτους (2009) η εταιρία αυτή έπαυσε την λειτουργία της και ουδέποτε παρέδωσε στη δεύτερη αυτών (ανακοπτόντων) τα εμπορεύματα, για τα οποία είχε εκδοθεί και οπισθογραφηθεί σ’ αυτήν η ένδικη επιταγή, πλην όμως, παρά ταύτα, η καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία έσπευσε, την 11-3-2009, να εμφανίσει παράνομα την επιταγή αυτή και μετά την «σφράγισή» της, να ζητήσει την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, με σκοπό να στερήσει από αυτούς (ανακόπτοντες) τη δυνατότητα να προβάλουν την ανωτέρω προσωπική ένσταση, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), περί έκδοσης και οπισθογράφησης της επιταγής για αιτία μη επακολουθήσασα και με συνέπεια να προκαλέσει σ’ αυτούς οικονομική βλάβη. Ο λόγος, όμως, αυτός της ανακοπής, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, ελέγχεται απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν γίνεται επίκληση από τους ανακόπτοντες στο δικόγραφο της ανακοπής ότι η καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία, κομίστρια της ένδικης επιταγής, κατά το χρόνο κτήσης της, αφενός γνώριζε την ανυπαρξία οφειλής των ανακοπτόντων προς την εταιρία «…» και αφετέρου ενήργησε προς βλάβη αυτών, ήτοι ότι η μεταβίβαση του τίτλου είχε σκοπό να επιτευχθεί η είσπραξή του, η οποία, διαφορετικά, θα ήταν αδύνατη, στοιχεία τα οποία είναι θεμελιωτικά για το επιτρεπτό, κατ’ άρθρο 22 του Ν. 5960/1933, της προβολής της ως άνω ένστασης, που δεν αφορά προσωπικές σχέσεις των ανακοπτόντων με την καθ’ ης η ανακοπή, κομίστρια της επιταγής. Σημειώνεται, ότι οι ανακόπτοντες με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. το προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα-καθ’ ης η ανακοπή, αντίγραφο αυτών) απαραδέκτως επιχείρησαν να συμπληρώσουν τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής τους, επικαλούμενοι το πρώτον ότι η καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία γνώριζε από τις αρχές του έτους 2009 την οικονομική αφερεγγυότητα της προηγούμενης οπισθογράφου, εταιρίας «…» και, παρά ταύτα, έλαβε από την τελευταία, την 8-2-2009, την ένδικη επιταγή, ενεργώντας εν γνώσει της και προς βλάβη αυτών (ανακοπτόντων). Και τούτο, γιατί η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ιδίου Κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, αφού νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά, παρά μόνο με τον τρόπο του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ 1229/2007 ΧρΙΔ 2008.840, ΑΠ 192/2005 ΕλλΔνη 2006.458, ΑΠ 1025/2003 ΕλλΔνη 2004.115). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής ως ορισμένο και, στη συνέχεια, ως ουσιαστικά βάσιμο, και, κατόπιν τούτου, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά τα προεκτεθέντα. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η υπό κρίση έφεση, κατά παραδοχή του σχετικού (έκτου) λόγου αυτής. Κατόπιν τούτου, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, το οποίο θα την εκδικάσει περαιτέρω (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει δε να απορρίψει τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο της ανακοπής ως αόριστο και να προχωρήσει στην έρευνα της (νομικής και ουσιαστικής) βασιμότητας του δεύτερου λόγου της ανακοπής, αφού αυτός δεν ερευνήθηκε.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 5960/ 1933, ο κομιστής μπορεί να στραφεί αναγωγικά, κατ` επιλογήν του, κατά των οπισθογράφων, του εκδότου και των άλλων υπόχρεων από την επιταγή, εάν η τελευταία εμφανίσθηκε εγκαίρως προς πληρωμή και δεν πληρώθηκε, η βεβαίωση δε της εμφάνισης και της μη πληρωμής της επιταγής έγινε με έναν από τους περιοριστικά αναγραφόμενους στο άρθρο αυτό τρόπους, δηλαδή είτε με τη σύνταξη δημοσίου εγγράφου (διαμαρτυρικού), είτε με δήλωση του πρώτου επί της επιταγής, η οποία φέρει την υπογραφή του και την ημέρα εμφάνισης, είτε με δήλωση του γραφείου συμψηφισμού, η οποία φέρει χρονολογία και βεβαίωση ότι η επιταγή εγχειρίσθηκε ή εμφανίσθηκε προς πληρωμή εγκαίρως και δεν πληρώθηκε. Επίσης, κατά το άρθρο 44 του ως άνω Ν. 5960/1933, όλοι οι εξ επιταγής υπόχρεοι ευθύνονται αλληλεγγύως προς τον κομιστή, ενώ ο κομιστής δικαιούται να εναγάγει όλα τα πρόσωπα αυτά ατομικώς ή ομαδικώς μη υποχρεούμενος να τηρήσει τη σειρά, κατά την οποία αυτοί είναι υπόχρεοι. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο (τελευταίος) κατά τον χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής της επιταγής κομιστής αυτής έχει την ευχέρεια να εναγάγει είτε όλους τους υπόχρεους, συγχρόνως ή διαδοχικώς, είτε ένα ή ορισμένους από αυτούς από κοινού ή χωριστά (ΕφΑθ 2009/2009 ΕλλΔνη 2010.154, βλ. Ιωάννης Μάρκου ό.π., άρθρο 40, σελ. 299).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες, με το δεύτερο λόγο της ως άνω ανακοπής τους, ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενοι ότι, παρά το γεγονός ότι την ένδικη επιταγή είχε μεταβιβάσει στην καθ` ης, με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, η εταιρία «…», η καθ` ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής εναντίον τους, καθόσον δεν επεδίωξε να εισπράξει την απαίτησή της από την τελευταία αυτή εταιρία (προηγούμενη οπισθογράφο), αλλά, αντ’ αυτού, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της διαταγής πληρωμής μόνο κατ’ αυτών (ανακοπτόντων) προξενώντας τους έτσι ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, όμως, ο ισχυρισμός αυτός, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή και αληθή ακόμα υποτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνει την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αφού η καθ` ης η ανακοπή, ως τελευταία κομίστρια της ένδικης επιταγής, επεδίωξε νομίμως την είσπραξή της από τον πρώτο ανακόπτοντα-εκδότη αυτής και από τη δεύτερη ανακόπτουσα-πρώτη οπισθογράφο αυτής, χωρίς να συνάγεται υποχρέωσή της, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, να αναζητήσει με οποιονδήποτε τρόπο το οφειλόμενο ποσό από την τελευταία οπισθογράφο αυτής, ήτοι από την εταιρία «…», η οποία της την μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου. Εξάλλου, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, το δικαίωμα της καθ` ης η ανακοπή να επιδιώξει την είσπραξη της επιταγής αυτής μόνο από τους ανακόπτοντες και όχι και από την, παραλλήλως και εις ολόκληρον με έκαστο αυτών ευθυνόμενη, τελευταία οπισθογράφο αυτής, έχει νομίμως ανατεθεί στην διακριτική της ευχέρεια και, συνεπώς, η, κατά τον επιλεγέντα από αυτήν τρόπο, άσκηση των δικαιωμάτων της καθ` όλων ή καθ` ενός μόνο εκ των (πλειόνων) ενεχομένων από την επιταγή προσώπων δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της και, επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.

VI. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής (άρθρο 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εφεσίβλητων-ανακοπτόντων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας-καθ’ ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ καθώς και 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 110 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας για τους εφεσίβλητους, για την περίπτωση άσκησης από αυτούς ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501, 502 παρ 1, 505 παρ 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην των εφεσίβλητων.

Ορίζει το παράβολο, για την περίπτωση άσκησης από τους εφεσίβλητους ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ για έκαστο από αυτούς.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 30-3-2012 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 385/30-3-2012) έφεση της καθ’ ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ».

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 45/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασίας πιστωτικών τίτλων).

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 2-7-2009 (με αριθμ. εκθ. κατάθ. 6644/6-7-2009) ανακοπής.

Απορρίπτει αυτήν.

Επικυρώνει την ανακοπτόμενη υπ’ αριθμ. 978/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας-καθ’ ης η ανακοπή σε βάρος των εφεσίβλητων-ανακοπτόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 4 Απριλίου 2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και της πληρεξουσίας δικηγόρου της εκκαλούσας.