Μ.Π.Λαμ. 6/2019 (τακτική)
Κείμενο
Σχολιάστε
Από το αρχείο του συνδρομητή μας κ. Κωνσταντίνου Μπαρούτα
Μ.Π.Λαμ. 6/2019 (τακτική)
ΠΩΛΗΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΜΕ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΩΛΗΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΗ (383, 389, 532 Α.Κ.) – Σε περίπτωση αμφιβολίας η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η γνήσια, εξουσιαστική, αναβλητική ή διαλυτική αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος. Σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή ως οφειλέτη, εν όλω ή εν μέρει, του τιμήματος ο πωλητής που καταρχήν παραμένει όχι μόνο κύριος αλλά και νομέας του κινητού, έχει δικαίωμα α) είτε να απαιτήσει το τίμημα, η είσπραξη του οποίου, σημειωτέον, θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, β) είτε, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση της πώλησης, να ασκήσει τα δικαιώματα του από την κυριότητα (άρθρο 1000 ΑΚ) και συνεπώς και τις αγωγές νομής και τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, γ) είτε να ασκήσει τα από τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας οφειλέτη από αμφοτεροβαρή σύμβαση οικεία ενοχικά δικαιώματα και ιδίως, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης, να ασκήσει κατά του αγοραστή αγωγή για απόδοση του κινητού κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και δ) είτε χωρίς να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση να ζητήσει πλήρες διαφέρον (αποζημίωση) λόγω μη εκτέλεσης της σύμβασης. Η κατά τα ανωτέρω υπαναχώρηση γίνεται με σχετική δήλωση του υπαναχωρούντος, αποτελεί δε μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, που δεν υποβάλλεται σε τύπο και γι’ αυτό μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά με πράξεις που αναμφισβήτητα δηλώνουν το σκοπό αυτό, όπως είναι η από τον πωλητή επιχειρούμενη και στρεφόμενη κατά του αγοραστή δικαστική επιδίωξη της ανάκτησης της κατοχής του κινητού.
ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΝΟΜΗΣ ΤΟΥ ΠΩΛΗΤΗ ΛΟΓΩ ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΥΠΕΡΗΜΕΡΟΥΣ ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ (974, 984 και 987 εδ. α’ ΑΚ)
ΕΝΝΟΙΑ ΑΝΤΙΠΟΙΗΣΗΣ ΝΟΜΗΣ – Από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι όταν η νομή ασκείται μέσω άλλου, δηλαδή διαμέσου ενός κατόχου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση μεταβίβασης κινητού πράγματος με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας, οπότε αυτός που το απέκτησε, τεκμαίρεται όσο το διατηρεί στην κατοχή του και μέχρι να πληρωθεί η αίρεση ότι το κατέχει στο όνομα του νομέα, ως αντιπρόσωπος του, απώλεια αυτής χωρίς την θέληση του νομέα, επέρχεται αν ο κάτοχος είτε χάσει την φυσική εξουσία του πράγματος είτε εκδηλώσει την θέληση του να μην έχει πλέον το πράγμα για τον νομέα, οπότε γίνεται λόγος για αντιποίηση της νομής. Ειδικότερα, αντιποίηση της νομής υπάρχει, όταν ο κάτοχος εξωτερικεύσει τη θέληση του να έχει εφεξής το πράγμα όχι για τον νομέα αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιον τρίτο.
ΑΠΟΒΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΟΜΗ. ΝΟΜΙΜΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ – Το παρεπόμενο όμως αίτημα περί αφαίρεσης της νομής και κατοχής του επίδικου οχήματος από τους εναγόμενους ή από οποιοδήποτε τρίτο αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή το κατέχει επ’ ονόματί τους και για λογαριασμό τους, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθόσον η (άμεση) αναγκαστική εκτέλεση της εκτελεστής απόφασης, που διατάσσει την απόδοση κινητού, συντελείται ευθέως, κατ’ άρθρο 941 § 1 ΚΠολΔ, με την αφαίρεση του κινητού πράγματος και την παράδοσή του σε εκείνον προς όφελος του οποίου γίνεται η εκτέλεση από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή (ο οποίος έχει τις εξουσίες του άρθρου 929 ΚΠολΔ), κατόπιν εντολής του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπέρ ου η εκτέλεση, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, χωρίς να απαιτείται διαταγή του δικαστηρίου.
Επίσης και το παρεπόμενο αίτημα να απαγορευθεί κάθε μελλοντική προσβολή της νομής επί του οχήματος πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο καθόσον επί αποβολής από την νομή, όπως στην ένδικη υπόθεση, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει την απόδοση της νομής από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, και όχι και την παύση της διατάραξης της νομής καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 989 ΑΚ για την προστασία του νομέα σε περίπτωση διατάραξης.
ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΟΤΑΝ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΤΟΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟ ΟΤΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΕΧΕΙ ΑΠΟΣΒΕΣΤΕΙ ΜΕ ΚΑΤΑΒΟΛΗ – Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416 και 422 του ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένων χρεών, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτή την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος διότι τούτο εξυπακούεται, αφού σ’ αυτό αναφέρεται η δίκη. Μόνο δε αν ο δανειστής (ενάγων ή καθ” ου η ανακοπή επί οφειλής από διαταγή πληρωμής) αντιλέγει με αντένσταση ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη, υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους και επί των περισσοτέρων χρεών τη συμφωνία καταλογισμού, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με επανένσταση να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου χρέους με μονομερή απ’ αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 ΑΚ.
ΤΟ 281 Α.Κ. ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΕΠΙ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ – Η εν λόγω ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι οι ορισμοί του άρθρου αυτού δεν ισχύουν επί δικαιωμάτων, που ασκούνται κατ’ εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και το δικαίωμα άσκησης της αγωγής ή των λοιπών ενδίκων βοηθημάτων
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός απόφασης: 6/2019 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Άννα Καρυδά, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Πρόεδρο Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα Ευαγγελία Κάλτσα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 01*1 Μαρτίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ;
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ….., ο οποίος λαμβάνει μέρος στη δίκη με την κατάθεση προτάσεων δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ειρήνης Παληογεώργου, κατοίκου Λαμίας, οδός Αβέρωφ 1 και παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της ιδίου ως άνω πληρεξούσιας δικηγόρου.
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1. ……, 2. ……και 3. …..ς, οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στη δίκη με την κατάθεση προτάσεων δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Μπαρούτα, κατοίκου Λαμίας, οδός Βύρωνος 8 και παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια του ίδιου ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου.
Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 21.12.2016 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε νόμιμα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης 1163/ΤΜ/182/16 και προσδιορίσθηκε με την από 25.04.2017 Πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν κατά τον τρόπο που πιο πάνω σημειώνεται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Φέρεται προς συζήτηση η από 21.12.2016, με αριθμό κατάθεσης 1163/ΤΜ/182/16 αγωγή, που κατατέθηκε στις 21.12.2016 (βλ. έκθεση κατάθεσης δικογράφου της κρινόμενης αγωγής) και επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους εναγόμενους,, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του αρ. 215 § 2 ΚΠολΔ προθεσμίας (βλ. τις νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ’ αριθ. 4272Γ’, 4273Γ’ και 4274Γ/21.12.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας Επαμεινώνδα Παπασυκιώτη μαζί με την κάτω από αυτές από 21.12.2016 σχετική απόδειξη παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αρμόδιου αξιωματικού υπηρεσίας και την από 22.12.2016 βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή περί ταχυδρομικής αποστολής αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου), εν συνεχεία δε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αμφοτέρων των διαδίκων κατέθεσαν προτάσεις εντός της νόμιμης κατ’ αρ. 237 § 1 ΚΠολΔ προθεσμίας (βλ. σχετικές επισημειώσεις της Γραμματείας περί κατάθεσης των προτάσεων τόσο της ενάγουσας όσο και των εναγόμενων στις 31.03.2017) μαζί με τα αποδεικτικά τους μέσα και επομένως τόσο ο ενάγων όσο και οι εναγόμενοι λαμβάνουν κανονικά μέρος στην δίκη.
II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383, 389 § 2 και 532 § 1ΑΚ συνάγονται τα εξής:
Αν στην πώληση κινητού έχει τεθεί ο όρος ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα ωσότου το τίμημα, που εν όλω ή εν μέρει πιστώνεται, αποπληρωθεί, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας ότι η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η γνήσια, εξουσιαστική, αναβλητική ή διαλυτική αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ότι, σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή ως οφειλέτη, εν όλω ή εν μέρει, του τιμήματος ο πωλητής που καταρχήν παραμένει όχι μόνο κύριος αλλά και νομέας του κινητού, έχει δικαίωμα α) είτε να απαιτήσει το τίμημα, η είσπραξη του οποίου, σημειωτέον, θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, β) είτε, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση της πώλησης, να ασκήσει τα δικαιώματα του από την κυριότητα (άρθρο 1000 ΑΚ) και συνεπώς και τις αγωγές νομής και τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, γ) είτε να ασκήσει τα από τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας οφειλέτη από αμφοτεροβαρή σύμβαση οικεία ενοχικά δικαιώματα και ιδίως, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης, να ασκήσει κατά του αγοραστή αγωγή για απόδοση του κινητού κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 22/1987, ΑΠ 165/2006, ΕφΑΘ 6309/2008 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») και δ) είτε χωρίς να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση να ζητήσει πλήρες διαφέρον (αποζημίωση) λόγω μη εκτέλεσης της σύμβασης. Η κατά τα ανωτέρω υπαναχώρηση γίνεται με σχετική δήλωση του υπαναχωρούντος, αποτελεί δε μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, που δεν υποβάλλεται σε τύπο και γι’ αυτό μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά με πράξεις που αναμφισβήτητα δηλώνουν το σκοπό αυτό, όπως είναι η από τον πωλητή επιχειρούμενη και στρεφόμενη κατά του αγοραστή δικαστική επιδίωξη της ανάκτησης της κατοχής του κινητού (ΑΠ 165/2006, ΑΠ 1136/2000, ΕφΑΘ 6309/2008, ΠΠΘεσ 32537/2011 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ιω. Δεληγιάννη – Π. Κορνηλάκη σελ 284 επ., Γεωργιάδη – Σταθόπουλου υπ’αρθρ. 532 σελ. 99 επ.).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 984 και 987 εδ. α’ ΑΚ προκύπτει ότι η νομή προσβάλλεται με αποβολή του νομέα εφόσον αυτή έγινε παράνομα και χωρίς την θέληση του, ο δε νομέας, που αποβλήθηκε παράνομα από την νομή, έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοση της από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντι του. Αποβολή του νομέα υφίσταται στη περίπτωση που εκείνος χάνει τη δυνατότητα να ασκεί τη φυσική εξουσία στο πράγμα είτε συνέπεια αφαίρεσης αυτού είτε λόγω αντιποίησης της νομής του και είναι παράνομη όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα (εμπράγματο ή ενοχικό) ή με υπέρβαση του δικαιώματος που ασκείται (Παπαδόπουλος Κωνσταντίνος, “Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου”, έκδοση 1989, σελ 122 και 159). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι όταν η νομή ασκείται μέσω άλλου, δηλαδή διαμέσου ενός κατόχου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση μεταβίβασης κινητού πράγματος με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας, οπότε αυτός που το απέκτησε, τεκμαίρεται όσο το διατηρεί στην κατοχή του και μέχρι να πληρωθεί η αίρεση ότι το κατέχει στο όνομα του νομέα, ως αντιπρόσωπος του, απώλεια αυτής χωρίς την θέληση του νομέα, επέρχεται αν ο κάτοχος είτε χάσει την φυσική εξουσία του πράγματος είτε εκδηλώσει την θέληση του να μην έχει πλέον το πράγμα για τον νομέα, οπότε γίνεται λόγος για αντιποίηση της νομής. Ειδικότερα, αντιποίηση της νομής υπάρχει, όταν ο κάτοχος εξωτερικεύσει τη θέληση του να έχει εφεξής το πράγμα όχι για τον νομέα αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιον τρίτο (ΑΠ 233/1982 ΝοΒ 30.1273, ΕφΑΘ 6309/2008 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΑΘ 4045/2001 ΕλλΔνη 2001.1401).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι την 06.08.2009 πώλησε στους εναγόμενους το περιγραφόμενο στην αγωγή αυτοκίνητο αντί τιμήματος 43.200 ευρώ. Ότι από το ως άνω τίμημα προκατέβαλλαν οι εναγόμενοι το ποσό των 4.490 ευρώ και το υπόλοιπο τίμημα των 38.710 ευρώ πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, ενώ συγχρόνως συμφωνήθηκε με το από 06.08.2009 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό η παρακράτηση της κυριότητας του αυτοκινήτου μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος. Ότι στη συνέχεια παραχώρησε κατά χρήση στους εναγόμενους το πωληθέν αυτοκίνητο και για το λόγο ότι οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στην πληρωμή των δόσεων και απέμεινε στις 21.08.2012 ανεξόφλητο υπόλοιπο του τιμήματος 28.825 ευρώ αποδέχθηκε η πρώτη των εναγομένων και τριτεγγυήθηκαν οι λοιποί χάριν καταβολής του υπολοίπου τις αναφερόμενες συναλλαγματικές και τελικά παρέμεινε ανεξόφλητο υπόλοιπο 24.480 ευρώ. Ότι με την αναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας, που επιδόθηκε στους εναγόμενους υπαναχώρησε από την σύμβαση πώλησης λόγω της υπερημερίας των αγοραστών περί την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος και παρότι εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 657/2016 απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου με την οποία αναγνωρίστηκε προσωρινά νομέας του αυτοκινήτου και διατάχθηκε η άπόδοσή του στον ίδιο, οι τελευταίοι εξακολουθούν να παρακρατούν το αυτοκίνητο και να μη του το αποδίδουν, προσβάλλοντας έτσι την νομή του επ’ αυτού.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητεί να αναγνωρισθεί νομέας του αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας κατά το χρόνο μεταβίβασης ΜΙΠ 7457 και με νέο αριθμό κυκλοφορίας ΜΙΤ 8524 ή με όποιον άλλο αριθμό κυκλοφορίας φέρει, καθώς και της άδειας κυκλοφορίας, των κλειδιών αυτού και των πινακίδων του, να διαταχθεί η αφαίρεση αυτού από τους εναγόμενους ή από οποιοδήποτε τρίτο αντλεί τα δικαιώματα του από αυτούς ή το κατέχει επ’ ονόματί τους και για λογαριασμό τους και η απόδοση της νομής στο ίδιο, να απαγορευθεί κάθε μελλοντική προσβολή της νομής επ’ αυτού, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 9,14 § 2, 22 ΚΠολΔ) κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 383, 389 § 2, 532 § 1, 974, 984 και 987 εδ. α’ ΑΚ, 176,907,908 § 1 περ. ζ και 941 ΚΠολΔ.
Το παρεπόμενο όμως αίτημα περί αφαίρεσης της νομής και κατοχής του επίδικου οχήματος από τους εναγόμενους ή από οποιοδήποτε τρίτο αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή το κατέχει επ’ ονόματί τους και για λογαριασμό τους, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθόσον η (άμεση) αναγκαστική εκτέλεση της εκτελεστής απόφασης, που διατάσσει την απόδοση κινητού, συντελείται ευθέως, κατ’ άρθρο 941 § 1 ΚΠολΔ, με την αφαίρεση του κινητού πράγματος και την παράδοσή του σε εκείνον προς όφελος του οποίου γίνεται η εκτέλεση από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή (ο οποίος έχει τις εξουσίες του άρθρου 929 ΚΠολΔ), κατόπιν εντολής του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπέρ ου η εκτέλεση, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, χωρίς να απαιτείται διαταγή του δικαστηρίου (ΕΑ 5663/1997 Αρμ 2000.1085, ΜΠρΑΘ 1003/2013 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Επίσης και το έτερο παρεπόμενο αίτημα να απαγορευθεί κάθε μελλοντική προσβολή της νομής επί του οχήματος πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο καθόσον επί αποβολής από την νομή, όπως στην ένδικη υπόθεση, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει την απόδοση της νομής από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, και όχι και την παύση της διατάραξης της νομής καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 989 ΑΚ για την προστασία του νομέα σε περίπτωση διατάραξης. Πρέπει, συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενο της καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθ. 2527/18.04.2017 διπλότυπο της ΔΟΥ Λαμίας).
III. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416 και 422 του ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένων χρεών, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτή την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος διότι τούτο εξυπακούεται, αφού σ’ αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 1965/2014 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Μόνο δε αν ο δανειστής (ενάγων ή καθ” ου η ανακοπή επί οφειλής από διαταγή πληρωμής) αντιλέγει με αντένσταση ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη, υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους και επί των περισσοτέρων χρεών τη συμφωνία καταλογισμού, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με επανένσταση να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου χρέους με μονομερή απ’ αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 ΑΚ (ΑΠ 531/2015, ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 1545/1997, ΑΠ 765/1988. ΜΕφΠειρ 555/2015, ΜΕφΠειρ 221/2015, ΕφΔωδ 61/2014 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).
Στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι η συμφωνία για την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου έγινε την ΙΙ^ Ιουνίου 2008 και όχι την 06*1.08.2009 που αναφέρεται στην προαναφερθείσα έγγραφη σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου, ότι αυτό εκτελωνίστηκε στις 01.08.2008 και η άδεια κυκλοφορίας εκδόθηκε στο όνομα του ενάγοντος οπότε και τους παραδόθηκε η κατοχή του αυτοκινήτου πριν από την έκδοση άδειας κυκλοφορίας επ’ ονόματί τους και ότι η ως άνω έγγραφη σύμβαση καταρτίστηκε μόνο για φορολογικούς λόγους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. 0 παραπάνω ισχυρισμός τους αποτελεί άρνηση των περιστατικών της αγωγής. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι έχουν εξοφλήσει ολοσχερώς την οφειλή τους, καθόσον κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ με την έκδοση από την πρώτη εναγομένη των αναφερόμενων στις προτάσεις τους δύο επιταγών, ποσού 10.000 ευρώ εκάστη σε διαταγή του ενάγοντος, τις οποίες ο τελευταίος εμφάνισε και εισέπραξε στις 27.06.2008 και 01.09.2008, ενώ, με νέα προφορική συμφωνία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής του υπολοίπου τιμήματος των 18.360 ευρώ, η πρώτη εναγομένη εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος και του παρέδωσε 12 μεταχρονολογημένες επιταγές 1.530 ευρώ εκάστη, με τον αναφερόμενο για κάθε μία χρόνο έκδοσης (αρχής γενομένης από 04.02.2009 μέχρι 30.12.2009) εκ των οποίων ο ενάγων εισέπραξε το ποσό των 6.120,00 ευρώ καθόσον εισέπραξε 4 επιταγές των 1.530 ευρώ εκάστη στις 04.02.2009, 04.03.2009, 04.05.2009 και 01.12.2009, ήτοι το ποσό των 6.120 ευρώ(4Χ1530=6..120) και έτσι καταβλήθηκε το ποσό των 26.120 ευρώ. Ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του ισχυρίζεται προς αντίκρουση του παραπάνω ισχυρισμού περί εξόφλησης των εναγομένων ότι οι άνω καταβολές των 20.000,00 ευρώ αφορούν προγενέστερη οφειλή προερχόμενη από την πώληση προς την πρώτη εναγομένη τον Ιούνιο 2008 ετέρου αυτοκινήτου μάρκας Mercedes αντί του ποσού των 22.000 ευρώ, για την καταβολή του οποίου εκδόθηκαν οι δύο επιταγές, ποσού 10.000 εκάστη και δεν συνδέονται με την ένδικη πώληση.
Ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγομένων συνιστά νόμιμη κατ’ άρθρο 416 ΑΚ ένσταση εξόφλησης της οφειλής, ενώ ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εν λόγω καταβολή αφορά άλλο χρέος νόμιμη αντένσταση στην ένσταση εξόφλησης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη και πρέπει να ερευνηθούν ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους.
Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, επικαλούμενοι τον σχετικό 6.α όρο της υπογραφείσας μεταξύ των διαδίκων έγγραφης «Σύμβασης πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας» περί των δικαιωμάτων του ενάγοντος-πωλητή σε περίπτωση υπερημερίας τους ως προς την καταβολή των συμφωνηθεισών δόσεων του τιμήματος, ότι ο ενάγων άσκησε σωρευτικά σε βάρος τους όλα τα δικαιώματά του και ειδικότερα: α) εξέδωσε εναντίον τους την με αριθμό 33/18.07.2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρώτο Γ ‘ Λαμίας, που τους κοινοποιήθηκε την 22α.07.2016, δυνάμει της οποίας υποχρεωθήκαν να καταβάλλουν εις ολόκληρον και αλληλεγγύως έκαστος (ΑΚ 481) το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ευρώ (24.480,00€), β) επέβαλλε την από 18.07.2016 συντηρητική κατάσχεση σε βάρος τους σε όλους τους τηρούμενους τραπεζικούς τους λογαριασμούς για το ως άνω χρηματικό ποσό και γ) άσκησε σε βάρος τους την από 18.07.2016 με αριθμό πράξης κατάθεσης δικογράφου 437/20.07.2016 αίτησή του περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής κινητού (οχήματος), ζητώντας να αναγνωριστεί προσωρινός νομέας και κάτοχος του επιδίκου οχήματος. Ότι για την ικανοποίηση της απαίτησής του ο ενάγων άσκησε σωρευτικά όλα τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα όλως καταχρηστικώς και σε ευθεία αντίθεση τόσο των όρων του από 06.08.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού όσο και του άρθρου 281 ΑΚ. Η εν λόγω ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι οι ορισμοί του άρθρου αυτού δεν ισχύουν επί δικαιωμάτων, που ασκούνται κατ’ εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και το δικαίωμα άσκησης της αγωγής ή των λοιπών ενδίκων βοηθημάτων (ΑΠ 1142/2005 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1006/1999 ΕλλΔνη 40.1717, ΑΠ 211/1999 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 980/1997 ΕλλΔνη 40.295, ΑΠ 116/1997 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1715/1991 ΕλλΔνη 34.584, ΕφΔωδ 81/2008 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1068, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401 ΕφΑΘ 3827/1998 ΕλλΔνη 40.1170).
IV. Από την υπ’ αριθμ. 101/2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λαμίας, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη, πριν δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση των αντιδίκων του κατ’ άρθρο 422 § 1 ΚΠολΔ (βλ τις υπ’ αριθ. 3530Α’, 3529Α’ και 3528Α’/27.03.2017 αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λαμίας με έδρα στο Πρωτοδικείο Λαμίας Ιωάννας Σιώμου), τις υπ’ αριθμ. 9364/29.03.2017 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ευανθίας Χήνα και 12297/30.03.2017 ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαμίας Κωνσταντίνας Τρίγκα-Γκλατζούνη ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι και οι οποίες λήφθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη, πριν δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου τους κατ’ άρθρο 422 § 1 ΚΠολΔ (βλ τις υπ’ αριθ. 2789Γ/23.03.2017 και 2795Γ/27.03.2017 αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας με έδρα στο Πρωτοδικείο Λαμίας Αντωνίου Φαϊτά), την υπ’ αριθμ. 12612/19.10.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαμίας Κωνσταντίνας Τρίγκα- Γκλατζούνη, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι που λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης και δη αυτής των ασφαλιστικών μέτρων νομής επί της από 18.07.2016 αίτησης του ενάγοντος εναντίον των εναγομένων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν προέκυψε ότι λήφθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη (ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988. 87, ΑΠ 688/2002 ΕλλΔνη 44. 725, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 780/2012 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει της από 06.08.2009 έγγραφης σύμβασης πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση της κυριότητας και πίστωση του τιμήματος, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων, που διατηρούσε επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων, πώλησε στους εναγόμενους και κατά τα αναλογούντα στον καθένα εξ αυτών ποσοστά (ήτοι, στην α’ των εναγομένων ποσοστό 10%, στον β’ των εναγομένων ποσοστό 40% και στην γ’ των εναγομένων ποσοστό 50%) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής PORSCHE τύπου BOXSTER CABRIO, με αριθμό πλαισίου WPOZZZ98Z5U723525, χρώματος ασημί και με αριθμό κυκλοφορίας (κατά το χρόνο της μεταβίβασης) ΜΙΡ 7457. Το εν λόγω αυτοκίνητο πριν την πώλησή του είχε εκτελωνισθεί από τον ενάγοντα, ο οποίος εξέδωσε την σχετική άδεια κυκλοφορίας στο όνομά του και το κυκλοφορούσε και στη συνέχεια σήμερα φέρει αριθμό κυκλοφορίας ΜΙΤ 8524. Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των 43.200,00 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, εκδόθηκε δε από τον ενάγοντα το υπ’ αριθ. 92/06.08.2009 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, με πίστωση του τιμήματος και με το όρο παρακράτησης της κυριότητας, με την έννοια της διατήρησης από τον τελευταίο της κυριότητας και νομής αυτού, μέχρι την εμπρόθεσμη και ολοσχερή αποπληρωμή του οφειλόμενου τιμήματος. Κατά την ημεροχρονολία παράδοσης και παραλαβής του μεταβιβαζόμενου αυτοκινήτου, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα, ως προκαταβολή, το ποσό των 4.390,00 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα, ποσού 38.710,00 (43.200,00 – 4.490,00) ευρώ, συμφωνήθηκε να πληρωθεί σε οχτώ (8) δόσεις και συγκεκριμένα: α) ποσό 1.530,00 ευρώ πληρωτέο στις 30.09.2009, β) ποσό 1.530,00 πληρωτέο στις 31.12.2009, γ) ποσό 3.000,00 ευρώ πληρωτέο στις 30.04.2010, δ) ποσό 9.750,00 ευρώ, πληρωτέο στις 30.09.2010), ε) ποσό 500,00 ευρώ, πληρωτέο στις 29.10.2010, στ) ποσό 10.950,00 ευρώ, πληρωτέο στις 30.11.2010, ζ) ποσό 500,00 ευρώ στις 31.12.2010 και η) ποσό 10.950,00 ευρώ στις 31.01.2011.
Τα παραπάνω αποδεικνύονται πλήρως από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 06.08.2009 έγγραφη σύμβασης πώλησης αυτοκινήτου, από την οποία και αποδείχθηκαν τα προαναφερθέντα περιστατικά, όσον αφορά τον χρόνο κατάρτισης της πώλησης και τους όρους της καταβολής του τιμήματος σε δόσεις, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγομένων ως προς τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και της παράδοσης της κατοχής του αυτοκινήτου σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι την 11*1 Ιουνίου 2008, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενόψει μάλιστα του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι η ως άνω έγγραφη σύμβαση καταρτίστηκε μόνο για φορολογικούς, όπως αυτοί αβάσιμα ισχυρίζονται Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι λόγω της μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής από τους εναγόμενους των ως άνω συμφωνηθεισών δόσεων του τιμήματος, δεδομένου ότι κατά το χρόνο αποπληρωμής αυτών, ήτοι στις 31.01.2011, οι τελευταίοι είχαν καταβάλλει μέρος μόνο του οφειλόμενου τιμήματος και εξακολουθούσαν να οφείλουν ποσό 28.825 ευρώ, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, προς περαιτέρω διευκόλυνση των εναγομένων και χάριν καταβολής η έκδοση από τον πωλητή ενάγοντα και αποδοχή από τους αγοραστές-εναγόμενους (της μεν α’ ως αποδέκτη, των δε β’ και γ’ εξ αυτών ως τριτεγγυητών) τριάντα οχτώ (38) συνολικά συναλλαγματικών, έκαστη εξ αυτών λήγουσα την τελευταία ή προτελευταία ημέρα κάθε μηνός, αρχής γενομένης από τις 30.09.2012 και της τελευταίας λήγουσας στις 30.10.2015, ποσού 395,00 ευρώ, πλην των συναλλαγματικών λήξεως στις 30.08.2013, στις 30.12.2013 και στις 30.04.2014 αντίστοιχα, ποσού κάθε μιας εξ αυτών 5.000,00 ευρώ. Οι εναγόμενοι όμως δεν προέβησαν και πάλι στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα πληρωμή των ως άνω συναλλαγματικών, έχοντας καταβάλει στον ενάγοντα εκ του ανωτέρω ποσού των 28.825,00 ευρώ, μόνο το ποσό των 4.345,00 ευρώ και απέμεινε ανεξόφλητο το ποσό των 24.480,00 ευρώ, γεγονός που οδήγησε τον τελευταίο στην έκδοση, σε βάρος των καθ’ ων, της υπ’ αριθ. 33/2016 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλλουν στον αιτούντα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας, το ως άνω ποσό, με τό νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της λήξης μιας εκάστης των ανεξόφλητων συναλλαγματικών και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και παρότι τους επιδόθηκε η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή και πάλι δεν κατέβαλαν το οφειλόμενο ποσό. Δυνάμει δε του υπό στοιχείο 6.α όρου της ως άνω προρρηθείσας και υπογραφείσας μεταξύ των διαδίκων έγγραφης «Σύμβασης πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας» είχε συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση καθυστέρησης από τους αγοραστές (εναγόμενους), ανεξαρτήτως υπαιτιότητας τους ή οχλήσεως, της πληρωμής και μιας ακόμη δόσεως ή σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου του συμβολαίου, ο πωλητής (ενάγων) έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς οποιαδήποτε δηλοποίηση, ασκώντας τα δικαιώματα του από την παρακρατηθείσα κυριότητα, ακόμα και στην περίπτωση που είχε προηγούμενα απαιτήσει τη πληρωμή του τιμήματος, κατ1 άρθρο 532 ΑΚ, να προβεί στην αφαίρεση του αυτοκινήτου από τα χέρια των αγοραστών και οποιουδήποτε τρίτου. Ο ενάγων με την υπ’ αριθμ. κατ. 437/20.07.2016 αίτηση του κατά των ήδη εναγομένων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας, που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 22.07.2016 (βλ. τις υπ’ αριθμ. 3279Γ’, 3280Γ’ και 3281Γ/22.07.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας Ιωάννη Αλεξανδρή) ρητά υπαναχώρησε από την καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης λόγω της υπερημερίας των εναγομένων ως προς την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος των 24.480,00 ευρώ και ζήτησε την απόδοση του αυτοκινήτου εντός τριών ημερών από την επίδοση της αίτησης και συγχρόνως με την παραπάνω αίτησή του ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του αυτοκινήτου και να του αποδοθεί η νομή του. Οι εναγόμενοι, όπως αποδείχθηκε, μολονότι παρέλαβαν από τον πωλητή- ενάγοντα το αυτοκίνητο κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης στις 06.08.2009, αρνήθηκαν να το αποδώσουν παρά την ως άνω υπαναχώρηση του ενάγοντος και συνέχισαν παράνομα και χωρίς την θέλησή του να το παρακρατούν. Μάλιστα δε παρότι εκδόθηκε επί της προαναφερθείσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής η υπ’ αριθμ. 657/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας, με την οποία ο ενάγων και εκεί αιτών αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας του αυτοκινήτου και υποχρεώθηκαν οι ήδη εναγόμενοι και εκεί καθ’ ων η αίτηση να του το αποδώσουν και παρότι επιδόθηκε σ’ αυτούς την 25.11.2016 η από την ίδια ημεροχρονολογία επιταγή προς εκτέλεση (βλ τις υπ’ αριθμ. 4056Γ’, 4058Γ’και 4057Γ’/25.11.2016 αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας Επαμεινώνδα Παπασυκιώτη) και πάλι αρνήθηκαν την απόδοση της νομής του επίδικου αυτοκινήτου.
Δηλαδή, πλήρως αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριών ημερών από την επίδοση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων, που είχε ταχθεί κατά την υπαναχώρηση του ενάγοντος από την σύμβαση πώλησης κατά τα προαναφερθέντα, παράνομα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος δεν απέδωσαν την κατοχή του αυτοκινήτου στον τελευταίο, διατηρώντας το μέχρι και σήμερα στη (συγ)κατοχή τους, αντιποιούμενοι έτσι τη νομή του και αποβάλλοντάς τον από αυτή κατά τον προαναφερθέντα χρόνο.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ολοσχερούς εξόφλησης του τιμήματος της ένδικης πώλησης, πολύ δε περισσότερο ο προταθείς ισχυρισμός τους περί καταβολής μεγαλύτερου από το οφειλόμενο ποσό των 24.480,00 ευρω, που διατείνονται ότι αυτοί κατέβαλλαν ως προκαταβολή, για την αγορά άλλου αυτοκινήτου δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι επιταγές ποσού 10.000 ευρώ εκάστη έκδοσης της πρώτης εναγομένης σε διαταγή του ενάγοντος, τις οποίες ο τελευταίος πράγματι εμφάνισε και εισέπραξε στις 27.06.2008 και 01.09.2008 αντίστοιχα, έγιναν σε χρόνο προγενέστερο της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης πώλησης για την αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου και αφορούσαν την αγορά ετέρου αυτοκινήτου την 19.06.2008 εργοστασίου κατασκευής Mercedes αντί του ποσού των 22.000 ευρώ, για την καταβολή του οποίου εκδόθηκαν οι δύο επιταγές, ποσού 10.000 εκάστη και δεν συνδέονται με την ένδικη πώληση. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι για την πώληση του άνω αυτοκινήτου ο ενάγων εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 76/19.06.2008 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο με τίμημα το ποσό των 22.000 ευρώ, το οποίο φέρει τη σχετική υπογραφή της πρώτης εναγομένης στη θέση «ο παραλαβών». Το εν λόγω αυτοκίνητο μεταβιβάσθηκε στην πρώτη εναγομένη και εκδόθηκε επ’ ονόματι της η σχετική άδεια κυκλοφορίας με αριθμό ΜΙΡ 6941.
Ακολούθως, και προκειμένου να μεταβιβασθεί το παραπάνω αυτοκίνητο σε τρίτο η πρώτη εναγομένη με την από 02.07.2009 υπεύθυνη δήλωση, που φέρει την θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της από το AT Λαμίας, εξουσιοδότησε την Αλεξάνδρα Λοΐζου να το μεταβιβάσει για λογαριασμό της σε τρίτο, στη συνέχεια δε το εν λόγω αυτοκίνητο πωλήθηκε από την πρώτη εναγομένη στον …..
Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι ουδέποτε καταρτίστηκε η πώληση του άνω αυτοκινήτου Mercedes προς την πρώτη εξ αυτών, ότι η υπογραφή στο τιμολόγιο και στην προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση δεν είναι της τελευταίας αλλά είναι πλαστή, για την οποία (πλαστότητα) επικαλούνται και προσκομίζουν την από 25.01.2017 έκθεση γραφολογικής διερεύνησης του Γαρύφαλλου Γιαννακόπουλου, ειδικού δικαστικού και αναλυτικού γραφολόγου, δεν κρίνονται βάσιμοι καθόσον αφ’ ενός μεν αντικρούονται πλήρως από την κατάθεση του μάρτυρα …., αδελφού της πρώτης εναγομένης και φίλου του ενάγοντος, ο οποίος, λόγω της παραπάνω σχέσης του με τα διάδικα μέρη έχει ιδία γνώση των γεγονότων, η αξιοπιστία του οποίου δεν αναιρείται από το ότι η πρώτη εναγομένη υπέβαλλε εναντίον του (και εναντίον του ενάγοντος, όπως θα αναφερθεί παρακάτω) την από 16.03.2017 μήνυση περί ψευδορκίας για όσα κατέθεσε στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και από το γεγονός του ότι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τον χρόνο κατάρτισης των δύο συμβάσεων πώλησης διαταράχθηκαν οι σχέσεις των δύο αδελφών και ρητά κατέθεσε τόσο στη άνω δίκη των ασφαλιστικών όσο και στην προσκομισθείσα από τον ενάγοντα ένορκη βεβαίωση ότι πράγματι η πρώτη εναγομένη είχε αγοράσει προγενέστερα το άνω αυτοκίνητο Mercedes και οι δύο επιταγές αφορούσαν το τίμημα της εν λόγω πώλησης, αφ’ ετέρου δε το συμπέρασμα του προαναφερθέντος γραφολόγου ότι οι τεθείσες υπογραφές στα άνω έγγραφα δεν είναι της πρώτης εναγομένης δεν κρίνεται πειστικό, αφού δεν πρόκειται για δικαστική πραγματογνωμοσύνη και η εν λόγω τεχνική έκθεση, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, καθόσον μάλιστα στην υπεύθυνη δήλωση η τεθείσα υπογραφή φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του AT Λαμίας. Αντίθετη δε από τα παραπάνω κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στις συμπορευόμενες με τους ισχυρισμούς των εναγομένων καταθέσεις των μαρτύρων στις προσκομισθείσες από αυτούς ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον οι μάρτυρες αυτοί δεν έχουν ιδία γνώση και τα όσα καταθέτουν τα γνωρίζουν μόνο από διηγήσεις των εναγομένων, ούτε και στο γεγονός ότι στις σχετικές φορολογικές δηλώσεις των δύο πρώτων εναγομένων- συζύγων των ετών 2007,2008 και 2009 δεν εμφανίζεται ως δηλωθέν το εν λόγω αυτοκίνητο, καθόσον τούτο αφορά τη φορολογική υποχρέωση των εναγομένων και δεν αποδεικνύει ότι δεν καταρτίστηκε η πώληση του εν λόγω αυτοκινήτου. Αν δε πράγματι οι εν λόγω καταβολές και μάλιστα του σχετικά μεγάλου αυτού ποσού των 20.000 ευρώ αφορούσαν το τίμημα της επίδικης πώλησης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα αναφέρονταν στην προαναφερθείσα έγγραφη σύμβαση προς προστασία των συμφερόντων των ιδίων των αγοραστών, η δε από τους εναγόμενους προβαλλόμενη αιτιολογία ότι η μη αναφορά του ποσού αυτού έγινε κατ’ απαίτηση του ενάγοντος και για φορολογικούς και μόνο λόγους δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο και δεν δικαιολογείται η μη αναφορά του ποσού αυτού καθόσον η εξ αυτής της παράλειψης βλάβη των συμφερόντων των εναγομένων θα ήταν μεγάλη. Ενόψει των ως άνω δεκτών γενομένων σχετικά με το ότι πράγματι η καταβολή του ποσού των 20.000 ευρώ αφορούσε την προγενέστερη αγορά από την πρώτη εναγόμενη άλλου ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Mercedes, το υποβληθέν με τις προτάσεις αίτημα των εναγομένων περί αναβολής της προκειμένης δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της από 16.03.2017 μήνυσης που υπέβαλλε η πρώτη εναγομένη κατά του ενάγοντος για χρήση πλαστού εγγράφου και απάτη στο Δικαστήριο πρέπει, κατά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου τούτου, να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα με νόμιμη επίκληση ως άνω αποδεικτικά στοιχεία το Δικαστήριο μόρφωσε εδραία δικανική πεποίθηση για την ουσία της διαφοράς, χωρίς να είναι απαραίτητη η αμετάκλητη κρίση του ποινικού δικαστηρίου ως προς τα άνω αδικήματα και ανεξάρτητα από το ότι δεν προκύπτει ότι η ποινική αγωγή είναι εκκρεμής αφού δεν προσκομίζονται σχετικά έγγραφα περί του ότι έχει ασκηθεί σχετική ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος και διατάχθηκε προανάκριση ή κυρία ανάκριση, καθόσον κατά την πάγια θέση της νομολογίας, εναπόκειται, στην έμφρονα κρίση του πολιτικού δικαστηρίου να εξετάσει, αν με την αναβολή της πολιτικής δίκης, μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική διαδικασία, θα διευκολυνθεί η αποδεικτική διαδικασία για τη βασιμότητα της εκκρεμούς αγωγής (ΑΠ 537/2012, ΑΠ 1366/2011, ΑΠ 58/2011, ΕφΛαρ 15/2013, ΕφΛαμ 56/2013, ΕφΛαρ 351/2012, ΕφΘεσ 1254/2011, ΕφΘεσ 1047/2011, ΕφΘεσ 457/2011, ΕφΑΘ 1504/2010, ΕφΘεσ 52/2009, ΕφΑΘ 3221/2006, ΕφΑΘ 3177/2006 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ» με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία].
Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι το πωληθέν στους εναγόμενους όχημα δεν είχε τις συμφωνηθείσες ιδιότητες και ειδικότερα ότι ενώ η άδεια κυκλοφορίας ανέγραφε ότι ο κυβισμός αυτού ήταν 3179 cc σε γενόμενο έλεγχο τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, που επιβεβαιώθηκε την 06.09.2011 από ιδιωτικό ΚΤΕΟ, διαπιστώθηκε ότι ο κυβισμός αυτού ήταν 2700 cc και ότι με νεότερη προφορική συμφωνία τους ο ενάγων προέβη σε μείωση του τιμήματος κατά το ποσό των 7.800 ευρώ, καθόσον αυτό δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, σε κάθε δε περίπτωση αν πράγματι ήταν αληθής ο εν λόγω ισχυρισμός τους οι εναγόμενοι θα είχαν φροντίσει να εξασφαλίσουν σχετική έγγραφη συμφωνία.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι 24 από τις προαναφερθείσες συναλλαγματικές των 395 ευρώ, σχετίζονταν με την υπομίσθωση από την πρώτη εναγομένη χώρου 20 τ.μ. από το μίσθιο γραφείο του ενάγοντος προκειμένου να στεγάσει την ατομική της επιχείρηση έκδοσης μηνιαίου περιοδικού, η οποία καταρτίστηκε εγγράφως την 20.07.2011 (βλ το με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης) και ότι το ποσό των 95 ευρώ, πέραν του ποσού των 300 ευρώ για το μίσθωμα, αφορούσε την πληρωμή μέρους του υπολοίπου τιμήματος των 9.480 ευρώ της επίδικη πώλησης και προς εξασφάλιση του ενάγοντος εκδόθηκαν από τον τελευταίο 24 συναλλαγματικές ποσού 395 ευρώ εκάστη τις οποίες αποδέχθηκε η πρώτη και τριτεγγυήθηκαν οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, καθόσον κατά τα προαποδειχθέντα οι εν λόγω συναλλαγματικές, αποτελούσαν μέρος των 38 συναλλαγματικών που εκδόθηκαν την 21.08.2012 χάριν καταβολής του υπολοίπου τιμήματος της ένδικης πώλησης και δεν πληρώθηκαν και ουδεμία σχέση έχουν με τα οφειλόμενα μισθώματα, όπως όλως αβάσιμα διατείνονται οι εναγόμενοι.
Ούτε επίσης αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι την 21.08.2012 και ενώ είχαν διακανονίσει την οφειλή και απέμειναν προς εξόφληση 12 συναλλαγματικές έως 30.07.2013 συμφώνησαν με τον ενάγοντα να τους πωλήσει και να ανταλλάξουν το πωληθέν ελαττωματικό όχη μα με έτερο, το οποίο θα τους πωλούσε αυτός, ήτοι ένα άλλο αυτοκίνητο ίδιου τύπου CAYENNE 4.500 cc, αξίας 62.000 ευρώ, καταβάλλοντας επί πλέον το ποσό των 24.480 ευρώ, έναντι του οποίου κατέβαλαν, με διαδοχικές 42 καταθέσεις 100 ευρώ εκάστη από 28.02.2014 μέχρι 24.03.2015 σε τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή, το συνολικό ποσό των 4.200 ευρώ και ότι ο ενάγων δεν τους παρέδωσε το νέο αυτοκίνητο, καθόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί τους ουδόλως επιβεβαιώνονται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσον, αφού οι συμπορευόμενες με τους άνω ισχυρισμούς τους καταθέσεις των μαρτύρων στις προσκομιζόμενες από την πλευρά τους ένορκες βεβαιώσεις, δεν κρίνονται πειστικές καθόσον περί αυτού δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Από τα προαναφερθέντα πλήρως αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενες καταβολές των 20.000,00 ευρώ εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων δεν αφορούσαν το τίμημα της επίδικης πώλησης του ως άνω αυτοκινήτου, αλλά διαφορετικό χρέος της πρώτης εναγομένης από προγενέστερη αγορά άλλου αυτοκινήτου, ότι οι αγοραστές-εναγόμενο ι κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος των 24.480,00 ευρώ και ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το σχετικό δικαίωμα του υπαναχώρησης που επέφερε την αναδρομική κατάλυση της σύμβασης πώλησης και του παρείχε το δικαίωμα να ζητήσει την απόδοση της νομής του επιδίκου αυτοκινήτου, την κατοχή του οποίου δεν εδικαιούντο πλέον να παρακρατούν οι εναγόμενοι, δεδομένου ότι θεμελίωναν το σχετικό δικαίωμα κατοχής του αυτοκινήτου στην ανωτέρω σύμβαση πώλησης, η οποία ανατράπηκε.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, αφού απορριφθεί η προβαλλόμενη από τους εναγόμενους ένσταση περί εξόφλησης της οφειλής ως αβάσιμη κατ’ ουσία κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ’ ουσία της προβληθείσας από τον ενάγοντα αντένστασης ότι η καταβολή αφορά άλλο χρέος κατά τα προαναφερθέντα, να γίνει δεκτή η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί ο ενάγων νομέας του περιγραφόμενου παραπάνω και στο διατακτικό Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, καθώς και της άδειας κυκλοφορίας, των κλειδιών του (τουλάχιστον 2) και των πινακίδων του και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν την νομή των ως άνω κινητών, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Περαιτέρω, η παρούσα απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα (άρθρο 908 § 1 περ. ζ’ ΚΠολΔ).
Τέλος τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων, που ηττήθηκαν, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (176,191§ 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ τον ενάγοντα νομέα ενός Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής PORSCHE τύπου BOXSTER CABRIO, με αριθμό πλαισίου WPOZZZ98Z5U723525, χρώματος κατά το χρόνο μεταβίβασης ασημί και με αριθμό κυκλοφορίας (κατά το χρόνο της μεταβίβασης) ΜΙΡ 7457 και με νέο αριθμό κυκλοφορίας ΜΙΤ 8524, ή με όποιον άλλον αριθμό κυκλοφορίας φέρει, καθώς και της άδειας κυκλοφορίας, των κλειδιών του (τουλάχιστον 2 ) και των πινακίδων του.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να αποδώσουν στον ενάγοντα την νομή των περιγραφέντων στην αμέσως ανωτέρω διάταξη κινητών.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στη Λαμία στις 4 I ^ 2019, με την παρουσία της γραμματέως και απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
tetravivlos.com
