ΕφΛαρ 502/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πώληση με παρακράτηση κυριότητας – Αίρεση – Υπερημερία οφειλέτη – Υπαναχώρηση – Αδικαιολόγητος πλουτισμός.

Πώληση με παρακράτηση κυριότητας. Αίρεση αποπληρωμής του τιμήματος. Επί υπερημερίας του αγοραστή, ο πωλητής έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει το τίμημα, ή, υπαναχωρώντας από τη σύμβαση, να ασκήσει τα εκ της κυριότητας δικαιώματα, ή να ασκήσει τα από τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας οφειλέτη ενοχικά δικαιώματα και δη, υπαναχωρώντας, να ασκήσει κατά του αγοραστή αγωγή για απόδοση του κινητού κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383, 389 παρ. 2, 455, 458, 460, 461, 462, 470, 532 παρ. 1, 976, 977, 1034, 1035, 1094 και 1095 ΑΚ συνάγεται ότι, αν στην πώληση κινητού έχει τεθεί ο όρος ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα, ωσότου το τίμημα, που εν όλω ή εν μέρει πιστώνεται, αποπληρωθεί, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ότι επί υπερημερίας του αγοραστή ως οφειλέτη, εν όλω ή εν μέρει, του τιμήματος, ο πωλητής, που κατ’ αρχήν παραμένει όχι μόνον κύριος αλλά και νομέας του κινητού, έχει δικαίωμα α) είτε να απαιτήσει το τίμημα, η είσπραξη του οποίου, σημειωτέον, θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, β) είτε, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση να ασκήσει τα δικαιώματά του από την κυριότητα όπως είναι η άσκηση διεκδικητικής ως προς το κινητό αγωγής κατά του αγοραστή, ο οποίος ως κάτοχος του κινητού δεν μπορεί πια να αρνηθεί την απόδοσή του με την από το άρθρο 1095 ΑΚ ένσταση, γ) είτε να ασκήσει τα από τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας οφειλέτη από αμφοτεροβαρή σύμβαση οικεία ενοχικά δικαιώματα και ιδίως αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως, να ασκήσει κατά του αγοραστή αγωγή για απόδοση του κινητού κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Ολ.ΑΠ 22/1987 ΕΔ. 29.91, ΑΠ 1136/2000 ΕΔ. 42.1349). Η δήλωση υπαναχωρήσεως είναι μονομερής δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, που δεν υποβάλλεται σε τύπο και μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά με πράξεις που αναμφισβήτητα δηλώνουν τον προς τούτο σκοπό, όπως είναι η από τον πωλητή επιχειρούμενη και στρεφομένη κατά του αγοραστή δικαστική επιδίωξη της ανάκτησης του κινητού (ΑΠ 1136/2000 ΕΔ. 42.1349, 897/1979 ΝοΒ 28.262).

Σύμβαση πώλησης με παρακράτηση κυριότητας – μη καταβολή του τιμήματος – δικαιώματα του πωλητή

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383, 389 παρ. 2, 455, 458, 460, 461, 462, 470, 532 παρ. 1, 976, 977, 1034, 1035, 1094 και 1095 ΑΚ συνάγεται ότι, αν στην πώληση κινητού έχει τεθεί ο όρος ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα, ωσότου το τίμημα, που εν όλω ή εν μέρει πιστώνεται, αποπληρωθεί, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ότι επί υπερημερίας του αγοραστή ως οφειλέτη, εν όλω ή εν μέρει, του τιμήματος, ο πωλητής, που κατ’ αρχήν παραμένει όχι μόνον κύριος αλλά και νομέας του κινητού, έχει δικαίωμα :
α) είτε να απαιτήσει το τίμημα, η είσπραξη του οποίου, σημειωτέον, θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή,
β) είτε, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση να ασκήσει τα δικαιώματά του από την κυριότητα όπως είναι η άσκηση διεκδικητικής ως προς το κινητό αγωγής κατά του αγοραστή, ο οποίος ως κάτοχος του κινητού δεν μπορεί πια να αρνηθεί την απόδοσή του με την από το άρθρο 1095 ΑΚ ένσταση,
γ) είτε να ασκήσει τα από τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας οφειλέτη από αμφοτεροβαρή σύμβαση οικεία ενοχικά δικαιώματα και ιδίως αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως, να ασκήσει κατά του αγοραστή αγωγή για απόδοση του κινητού κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Ολ.ΑΠ 22/1927 ΕΔ. 29.91, ΑΠ 1136/2000 ΕΔ. 42.1349).

Κατά το άρθρο αυτό συρρέουν υπέρ του πωλητή δύο δικαιώματα διαζευκτικώς, η επιλογή δε του ενός απ” αυτά, αφότου η δήλωση γι” αυτή περιέλθει στον αγοραστή, δεν δύναται να ανακληθεί μονομερώς, αποκλείει δε την άσκηση του άλλου, κατά τα άρθρα 306 και 307 ΑΚ, απλοποιουμένης έτσι της ενοχής υπό την έννοια ότι εφεξής περιορίζεται αυτή αποκλειστικά στην παροχή που επιλέχτηκε, η οποία και μόνο είναι εκπληρωτέα από τον οφειλέτη.
Συνεπώς εάν ο πωλητής επέλεξε το δικαίωμα να απαιτήσει το υπόλοιπο του οφειλόμενου τιμήματος, επήλθε συγκέντρωση στο δικαίωμα αυτό και απώλεια γι” αυτόν του δικαιώματος για υπαναχώρηση, η οποία εάν μόλον τούτο γίνει, δεν επιφέρει έννομο αποτέλεσμα. Έχει κριθεί νομολογιακά (βλ. ΑΠ 525/1992, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) ότι η έκδοση και κοινοποίηση διαταγής πληρωμής εκ μέρους του πωλητή προς τον υπερήμερο αγοραστή, έχει την έννοια ότι επέλεξε το δικαίωμα να απαιτήσει το υπόλοιπο τίμημα και όχι να υπαναχωρήσει από την σύμβαση. Αντιστρόφως, έχει επίσης κριθεί ότι εφόσον ο πωλητής υπαναχώρησε από την πώληση δεν έχει αξίωση για το τίμημα (η οποία άλλωστε προϋποθέτει ενεργό σύμβαση), καθόσον τα εκ του 532 ΑΚ δικαιώματα συρρέουν διαζευκτικά και η επιλογή ενός, αφότου η δήλωση περιέλθει στον αγοραστή, δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς και αποκλείει την άσκηση του άλλου (βλ. ΕφΛαρ 46/2009).
Με βάση τα ανωτέρω συνάγεται ότι μόνη η υπερημερία του αγοραστή ως προς την καταβολή του τιμήματος παρέχει στον πωλητή δικαίωμα υπαναχώρησης, το οποίο ασκείται χωρίς να απαιτείται να ταχθεί στον αγοραστή εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, κατά παρέκκλιση από τη ρύθμιση της ΑΚ 383. Η υπαναχώρηση είναι άτυπη (390 ΑΚ) και αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα. Εφόσον δεν υποβάλλεται σε τύπο μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις που αναμφισβήτητα δηλώνουν τον προς τούτο σκοπό, όπως είναι η από τον πωλητή επιχειρούμενη και στρεφόμενη κατά του αγοραστή δικαστική επιδίωξη της ανάκτησης του κινητού (ΑΠ 1136/2000 ΕΔ. 42.1349, 897/1979 ΝοΒ 28.262). Με την υπαναχώρηση ματαιώνεται η αναβλητική αίρεση αποπληρωμής του τιμήματος και η πώληση καταλύεται αναδρομικά και δημιουργείται μία σχέση εκκαθάρισης (389 παρ. 2 ΑΚ), που ως περιεχόμενο έχει την εκατέρωθεν αναζήτηση των παροχών κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ενόψει της κατά τα ανωτέρω κατάλυσης της πώλησης και μάλιστα αναδρομικά, παρέχεται στον πωλητή το δικαίωμα άσκησης κατά του αγοραστή των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κυριότητα και τη νομή (1094 επ., 984 επ ΑΚ, 733, 734 ΚΠολΔ).

ΕιρΑθ 5286/17
Κατά τη διάταξη του άρθρου 535 ΑΚ, ο πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του για παράδοση πράγματος με τις συνομολογημένες ιδιότητες και απαλλαγμένου από πραγματικά ελαττώματα, όταν το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση. Η ίδια, ως άνω, διάταξη, μάλιστα, ορίζει εν συνεχεία ενδεικτικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται μαχητό τεκμήριο μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση. Τέτοιο μαχητό τεκμήριο μη ανταπόκρισης του πωληθέντος πράγματος στη σύμβαση υφίσταται, μεταξύ άλλων, όταν το πωληθέν δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή … (περ. 1), όταν δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως πράγματα της ίδιας κατηγορίας (περ. 3), καθώς και όταν δεν έχει την ποιότητα ή την απόδοση που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά από πράγματα της ίδιας κατηγορίας λαμβάνοντας υπόψη και τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου του, στο πλαίσιο ιδίως της σχετικής διαφήμισης ή της επισήμανσης εκτός αν ο πωλητής δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει τη σχετική δήλωση.

Οι υποχρεώσεις του αγοραστή
Παράδοση του πράγματος
Παράδοση κυριότητας, νομής και κατοχής:

Κατά το άρθρο 547 Α.Κ., με τη συντέλεση της υπαναχώρησης, ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον πωλητή την κυριότητα και νομή του πράγματος. Ο αγοραστής υποχρεούται να παραδώσει, ακόμη, τα σχέδια, δικαιώματα χρήσης και άδειες, εφόσον αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή μαζί με το πράγμα και είναι αναγκαία για τη χρήση του σύμφωνα με το προορισμό του. Όπως ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 547 § 1 Α.Κ., ο αγοραστής υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του. Αν ο αγοραστής είχε, κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, μόνο την κατοχή του πράγματος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση πώλησης με παρακράτηση κυριότητας (532 Α.Κ.), τότε υποχρεούται να παραδώσει στον πωλητή την κατοχή αυτού.
Άρνηση αγοραστή ή πωλητή: Αν ο αγοραστής αρνείται την απόδοση του πράγματος στον πωλητή, περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη και ο πωλητής μπορεί να ασκήσει εναντίον του αγωγή για την απόδοση του πράγματος.

Αν ο πωλητής αρνείται την παραλαβή του πράγματος, περιέρχεται οπωσδήποτε σε υπερημερία δανειστή, ενδεχομένως δε και σε υπερημερία οφειλέτη, κατά τους ίδιους όρους κατά τους οποίους οριοθετείται η υποχρέωση του αγοραστή να παραλάβει το πράγμα, λόγω της σύναψης της σύμβασης πώλησης.
Αυτό σημαίνει ότι, αν ο πωλητής αρνείται να παραλάβει το πράγμα και έτσι τίθεται σε υπερημερία δανειστή, ο αγοραστής δικαιούται, κατά τους όρους των άρθρων 427 επ. Α.Κ., είτε να προβεί σε δημόσια κατάθεση του πράγματος, είτε, αν τούτο δεν είναι εφικτό, να το πουλήσει σε δημόσιο πλειστηριασμό, και να προβεί στη δημόσια κατάθεση του εκπλειστηριάσματος.

Τόπος παράδοσης
Ο τόπος στον οποίο ο αγοραστής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα δεν προσδιορίζεται στο νόμο. Κατά μία άποψη, πρόκειται για χρέος Αρσιμο (320 Α.Κ.) και κατά συνέπεια τόπος παράδοσης είναι η κατοικία του αγοραστή ή ο Τόπος όπου κατά τη σύμβαση βρίσκεται το πράγμα. Κατ’ άλλη άποψη, ο αγοραστής δικαιούται, σε περίπτωση υπερημερίας του πωλητή, να θέσει σ’ αυτόν εύλογη προθεσμία για την παραλαβή του και, εφόσον η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, έχει δικαίωμα να αποστείλει το πράγμα στο πωλητή, με κίνδυνο και με δαπάνες του τελευταίου.
Οι υποχρεώσεις τουπωλητή
Επιστροφή του τιμήματος που καταβλήθηκε
Κατά τη διάταξη του άρθρου 547 § 1 Α.Κ., ο πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει στον αγοραστή το τίμημα. Στο τίμημα που επιστρέφεται περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α. που κατέβαλε ο αγοραστής στον πωλητή.

Εκτός από το χρήμα, ως τίμημα νοείται και οτιδήποτε έλαβε ο πωλητής αντί καταβολής (419 § 2 Α.Κ.- ΠΠρΚαβ 64/1995, Αρμ 1995 σελ.884). Έτσι, ο πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει τις επιταγές, που εκδόθηκαν ή τις συναλλαγματικές, που έγιναν αποδεκτές από τον αγοραστή για το τίμημα, με την εξής διάκριση: Αν πρόκειται για αξιόγραφα που Εκδόθηκαν αντί καταβολής, η αξίωση επιστροφής τους, θεμελιώνεται στο άρθρο 547 § 1 Α.Κ. Το ίδιο γίνεται δεκτό και όταν πρόκειται για αξιόγραφα που, κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, είχαν ήδη πληρωθεί, οπότε, με την πληρωμή των αξιογράφων, καταβλήθηκε εκείνο το μέρος του τιμήματος που είναι αντίστοιχο με την ονομαστική αξία τους. Αντίθετα, η αξίωση επιστροφής των αξιογράφων που δόθηκαν στον πωλητή χάριν καταβολής, τα οποία δεν λογίζονται ως τίμημα που καταβλήθηκε, Θεμελιώνεται στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και μάλιστα, μετά την ανατροπή της πώλησης με τη συντέλεση της υπαναχώρησης, για αιτία λήξασα (Α.Κ. Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 547, αρ. 12, σελ. 195, ΠΠρΚαβ 64/1995, Αρμ 1995 σελ. 884, Βλ. όμωςτηνΕφΑθ 520/2002, ΕλΔνη 2002 σελ. 1496 (πρ.δ.), με ην οποία αναγνωρίζεται υποχρέωση του πωλητή να επιστρέψει τις συναλλαγματικές, χωρίς διάκριση ως προς το αν εδόθη σαναντίκαταβολή ή χάριν καταβολής.

Σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ των εκατέρωθεν αξιώσεων

Οι αξιώσεις των συμβαλλομένων περί επιστροφής των παροχών που καταβλήθηκαν, όπως αυτές διαμορφώνονται στο πλαίσιο της σχέσης εκκαθάρισης, είναι ίδιες και αυτοτελείς613.
Κατά συνέπεια, η προσφορά του αγοραστή προς επιστροφή του πράγματος και των εξαχθέντων ωφελημάτων, δεν αποτελεί στοιχείο της αξίωσής του για απόδοση του τιμήματος που καταβλήθηκε, ούτε στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής του. Εντούτοις, γίνεται δεκτό, ότι ο πωλητής δικαιούται, ως εναγόμενος, να αρνηθεί την εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτόν παροχής, προβάλλοντας την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 Α.Κ.) ή την ένσταση επίσχεσης (325 Α.Κ.), με αποτέλεσμα, και στις δύο περιπτώσεις, την καταδίκη του πωλητή σε παροχή, υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκμέρους του αγοραστή εκπλήρωσης της αντιπαροχής που τον βαρύνει, σύμφωνα με τα άρθρα 329 και 378 Α.Κ.
Αναδρομικότητα των αποτελεσμάτων ή ισχύς για το μέλλον
Κρατούσα στη νομολογία άποψη: Γίνεται δεκτό από την κρατούσα στη νομολογία άποψη, ότι η υπαναχώρηση από την πώληση ενεργεί αναδρομικά (ex tunc), με την έννοια ότι η περιέλευση της σχετικής δήλωσης στον πωλητή επιφέρει ανατροπή της σύμβασης πώλησης από συστάσεως αυτής (ΑΠ 1730/2001, ΕλΔνη 2002/1424, ΧρΙΔ 2002 σελ. 27, Τριάντο σε Καράκωστα, ΑστικόςΚώδικας, άρθρ. 540, αρ. 26. Επίσης, ΑΠ 574/2005, Αρμ 2006 σελ. 67, ΑΠ 524 /2001, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1720/1999, ΕλΔνη 2000 σελ. 1037, ΕφΑθ 520/2002, ΕλΔνη 2002 σελ. 1496, ΕφΠειρ 10/1998, ΠειρΝομ 1998 σελ. 54, ΕφΘεσ 656/1985, Αρμ 1986 σελ. 314, ΠΠρΗλ 114/1998, Αρμ 1999 σελ. 662, ΜΠρΗρακλ 832/1998, ΑρχΝ 2001 σελ. 652, ΕφΘεσ 1085/1995, Αρμ 1995 σελ. 760, ΕφΑθ 848/1989, ΑρχΝ 1992 σελ. 390).

Δόλια απόκρυψη ή αποσιώπηση 8.1.
Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 557 Α.Κ., ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την παραγραφή των δικαιωμάτων του αγοραστή, αν απέκρυψε ή αποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας.

Άσκηση των δικαιωμάτων κατ’ ένσταση
Γενικά
Σύμφωνα με το άρθρο 558 Α.Κ., αν ο αγοραστής, μέσα στο χρόνο παραγραφής, ειδοποίησε τον πωλητή για την ύπαρξη της συγκεκριμένης έλλειψης ανταπόκρισης και επιφυλάχθηκε για τα σχετικά δικαιώματά του, δικαιούται να προβεί στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, κατ’ ένσταση, ακόμη και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής (ΑΠ 551/2000, ΕλΔνη 2000, σελ. 1658, ΕφΑθ 10451/1999, ΕλΔνη 2000 σελ. 1426, ΕφΑθ 8914/1996, ΕλΔνη 2000 σελ. 188, ΜονΠρΗλ 914/1997, Αρμ 1999 σελ. 38). Γίνεται δεκτό ότι τα δικαιώματα που μπορεί να προβληθούν κατ’ ένσταση από τον αγοραστή, είναι δυνατό να απορρέουν από τα άρθρα 540 και 543 Α.Κ. ή να αφορούν σε δευτερογενείς ή σε παρεπόμενες αξιώσεις (Βλ. ΔωρήσεΑ.Κ. Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρ. 554-558, αρ. 34).

Προϋποθέσεις
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης είναι οι εξής: α) ο αγοραστής να έχει τα δικαιώματα των άρθρων 540 και 543 Α.Κ.• β) ο αγοραστής να ειδοποίησε τον πωλητή για τα ελαττώματα ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας• γ) ο αγοραστής να ειδοποίησε τον πωλητή μέσα στο χρόνο της παραγραφής• δ) ο αγοραστής να ασκεί με ένσταση τα δικαιώματά του από τα άρθρα 540 και 543 Α.Κ.
Προβολή της ένστασης χωρίς χρονικό περιορισμό:
Ο αγοραστής δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματά του κατ’ ένσταση – εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 558 Α.Κ. – χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό.

Προβολή της ένστασης
Ο αγοραστής, εναγόμενος από τον πωλητή για καταβολή του τιμήματος, προβάλλει ένσταση σχετική με κάποιο από τα αναφερόμενα στα άρθρα