Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών
– Σήμα. Δικαιώματα δικαιούχου σήματος. Σήματα φήμης. Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη έγκρισης ή διαγραφής του. Domain name.
– Σύμφωνα με το άρθρο 125 παρ. 3 εδ. α’ και β’ του Ν. 4072/2012 «Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδεια του α. σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί, β. σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης». Ταυτότητα σήματος αποτελεί η πιστή, κατά τα κύρια σημεία, αντιγραφή του, ενώ, ομοιότητα σήματος αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση του προς άλλο προγενέστερο σήμα συμπεριλαμβανομένου του κοινοτικού, η οποία, σε συνάρτηση με την όλη οπτική και ηχητική εντύπωση που προκαλεί και ασχέτως από επί μέρους ομοιότητες ή διαφορές των δύο σημάτων, μπορεί να προκαλέσει στον κοινό καταναλωτή σύγχυση ως προς την προέλευση των διακρινομένων από αυτά προϊόντων από ορισμένη επιχείρηση. Ομοιότητα, δε, προϊόντων συντρέχει όταν αυτά προορίζονται για σκοπούς ή χρήσεις παρεμφερείς και απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών (βλ. ΣτΕ 425/2007, ΔΕφΑθ 541/2009). Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων). Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος θεωρείται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, πού είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση. Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων (βλ. ΑΠ 62/2013). Κίνδυνος σύγχυσης υπό στενή έννοια συντρέχει όταν το συναλλακτικό κοινό λόγω της ομοιότητας των σημάτων και των προϊόντων, υπολαμβάνει ταυτότητα της επιχείρησης από την οποία προέρχονται τα προϊόντα. Και αν η εντύπωση αυτή (ταυτότητα επιχείρησης) δημιουργείται από την ομοιότητα των σημάτων γίνεται λόγος για άμεσο κίνδυνο σύγχυσης, ενώ για έμμεσο, όταν η παραπάνω εντύπωση οφείλεται όχι στην ομοιότητα των σημάτων, αλλά στη διαπίστωση ότι το ένα σήμα αποτελεί μεταβολή ή εξέλιξη του άλλου. Κίνδυνος σύγχυσης υπό ευρεία έννοια γίνεται δεκτό ότι συντρέχει και όταν λόγω της ομοιότητας των σημάτων δύο διαφορετικών επιχειρήσεων, δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι ανάμεσα στις επιχειρήσεις αυτές υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (βλ. ΑΠ 1604/2003 ΧρΙΔ 2004.371, ΕφΑθ 840/2012 ΔΕΕ 2012.457, ΕφΑθ 873/2010 ΔΕΕ 2010.551, ΕφΑθ 4008/2006 ΔΕΕ 2007.183, ΕφΑθ 866/2004 ΕλΔνη 2005.596). Επιπρόσθετα, ως παράμετροι κρισιολόγησης του κατά τα ανωτέρω κινδύνου σύγχυσης γίνονται δεκτές οι εξής τρεις: α) η ομοιότητα των σημείων. Αυτή αναλύεται σε οπτική, ακουστική ή εννοιολογική και αρκεί η αποδοχή μίας εκ των τριών αυτών κατευθύνσεων για την κατάφαση του κινδύνου σύγχυσης, κατόπιν συνολικής εκτίμησης, όμως, όλων των σχετικών παραγόντων της οικείας υπόθεσης, με καθοριστική σημασία να προσλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, η γενική εντύπωση που δημιουργείται στον αποδέκτη των προϊόντων ή υπηρεσιών (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 06.10.2005 στην υπόθεση C-120/04, Medion, ΧρΙΔ 2006, σελ. 741 επ., σκέψη 26 ΔΕΚ, απόφαση της 22.06.2000 στην υπόθεση C-425/98, Marca Moda, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 40, και Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, Αθήνα 2007, σελ. & 178 έως 181, παρ. 381, 382, 384 και 3JB7). β) Η ομοιότητα των ι προϊόντων ή υπηρεσιών, η οποία και προσδιορίζει την κανονιστική εμβέλεια του σήματος στις συναλλαγές. Για τη σχετική αξιολογική εκτίμηση βαρύνουσα σημασία προσλαμβάνει η φύση και ο προορισμός των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, χαρακτηριστικά στα οποία οι καταναλωτές αποδίδουν τη μεγαλύτερη σημασία. Υπό το πρίσμα αυτό, παρόμοια είναι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες όταν προορίζονται για σκοπούς ή χρήσεις παρεμφερείς, απευθύνονται
στον ίδιο κύκλο καταναλωτών και διανέμονται στα ίδια κανάλια διανομής (βλ. ΣτΕ 914/2001, ΕΕμπΔ 2002.439 και ΔΕφΑθ 3407/2002, ΕΕμπΔ 2003, 917). Εντούτοις, η ένταξη ενός προϊόντος ή μίας υπηρεσίας στην ίδια κλάση δεν έχει αποφασιστική σημασία για την κατάφαση της ομοιότητας των συγκρινόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως και αντίστροφα, η υπαγωγή δύο εμπορευμάτων ή υπηρεσιών σε διαφορετικές κλάσεις δεν οδηγεί αναγκαστικά στη^ άρνηση της ομοιότητας (και τούτο, επειδή η ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με τον Διακανονισμό της Νίκαιας εξυπηρετεί αποκλειστικώς διοικητικούς σκοπούς, βλ. σχετικά ΠΕΚ, απόφαση της 13.12.2004 στην υπόθεση Τ-8/03, Emilio Pucci, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 40 και Μαρίνο, ό.π., σελ. 190, παρ. 403 και 404). γ) Η διακριτική δύναμη του σήματος που προσβάλλεται, η οποία εκτιμάται υπό μία σφαιρική προσέγγιση σε σχέση με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση του και με την αντίληψη των καταναλωτών των συγκεκριμένων προϊόντων και υπηρεσιών. Έτσι, όσο σημαντικότερη είναι η διακριτική ισχύς τού προσβαλλόμενου σήματος τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος σύγχυσης από τη χρήση του παραποιητικού ή απομιμητικού αυτού στις συναλλαγές (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 22.Q6.2000 στην υπόθεση C-425/98, Marca Moda, ό.π., σκέψεις 38 και 39, και Μαρίνο, ό.π., σελ. 191, παρ. 405 και 406). Σε κάθε περίπτωση, για την κρίση αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης λαμβάνεται υπόψη η δημιουργούμενη εντύπωση σε σημαντικό τμήμα των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, με συνεπακόλουθο η παραπλάνηση ενός μικρού τμήματος των καταναλωτών να μην αρκεί για την κατάφαση αυτού (βλ. Ρόκα, Σήματα – ερμηνεία του Ν. 4072/2012, Αθήνα 2013, σελ. 53, παρ. 16). Ο κίνδυνος σύγχυσης, εξάλλου, περικλείει και τον κίνδυνο συσχέτισης (νοητικής σύνδεσης) μεταξύ δύο σημείων, ο οποίος αφορά την περίπτωση κατά την οποία μολονότι τα δύο σημεία, συγκρινόμενα αυτοτελώς μεταξύ τους, δεν επιφέρουν κίνδυνο σύγχυσης, δημιουργείται πάντως από αυτά η εντύπωση είτε ότι τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες που φέρουν το σήμα προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, είτε από διαφορετικές μεν, που έχουν όμως σχέση συνεργασίας (βλ. Ρόκα, ό.π. σελ. 55, παρ. 27). Ακόμα, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά πάγια κοινοτική νομολογία, η έννοια του μέσου καταναλωτή της αντίστοιχης κατηγορίας προϊόντων, η αντίληψη του οποίου αναδεικνύεται σε κύρια παράμετρο της στάθμισης περί συνδρομής κινδύνου σύγχυσης ή μη από την παραποίηση ή απομίμηση προϊόντων, συγκεκριμενοποιείται στον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 20.03.20U3 στην υπόθεση O291/0U, LTJ Diffusion SA, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 52, ΔΕΚ, απόφαση της 08.04.2004 στην υπόθεση C-53/01, Linde, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 41, ΓΔΕΕ, απόφαση της 09.03.2012 στην υπόθεση Τ-32/10, Ella Valley Vineyards, ΤΝΠ Νόμος, σκέψη 25 και Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, ό.π., σελ. 1J85, παρ. 395).
– Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 6, 9 παρ. 1 περ. γ, 2 και 3, 14 παρ. 1, 97 παρ. 1, 98 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26ής Φεβρουαρίου 2009 «για το κοινοτικό σήμα» (εφεξής «Κανονισμός»), και 121, 122, 124 παρ. 1 περ. γ’ , 125 παρ. 1 και 3 και 150 παρ. 1 του Ν. 4072/2012, συνάγονται τα εξής: α) Στα σήματα που χαίρουν φήμης στην Κοινότητα ή στην Ελλάδα παρέχεται ευρύτερη προστασία από την προβλεπόμενη στις διατάξεις των περ. α’ και β’ της παρ. 1 του άρθρου 9 του Κανονισμού ή αντίστοιχα σε εκείνες των άρθρων 124 παρ. 1 περ. α’ και β’ του Ν. 4072/2012. Γενικές προϋποθέσεις παροχής της προστασίας ενός φημισμένου σήματος συνιστούν: i) η χρήση του μεταγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με το καταχωρηθέν σήμα σημείου χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου, ii) η χρήση του σημείου στις συναλλαγές, ήτοι στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας με σκοπό την άντληση οικονομικού οφέλους, και iii) η χρήση του σημείου «για προϊόντα ή υπηρεσίες», δηλαδή η επίθεση του στα προϊόντα που εμπορεύεται ο τρίτος μη δικαιούχος ή η χρήση του κατά τρόπο ώστε να θεμελιώνεται σύνδεσμος μεταξύ του εν λόγω σημείου και των προϊόντων που εμπορεύεται ή των υπηρεσιών που παρέχει ο τρίτος. Ως ειδική προϋπόθεση της προστασίας τίθεται η άνευ εύλογης αιτίας χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σημείου η οποία επιφέρει ή θα μπορούσε να επιφέρει έστω μία από τις κατωτέρω τρεις διαζευκτικά αναφερόμενες προσβολές τον προγενέστερου σήματος; i) βλάβη στο διακριτικό χαρακτήρα του, ii) βλάβη στη φήμη του και iii) άντληση αθέμιτου οφέλους είτε από το διακριτικό χαρακτήρα είτε από τη φήμη του (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 18.06.2009 στην υπόθεση C-487/07, V Qreal, ΧρΙΔ 2010, 355, σκέψεις 34, 42- ΔΕΚ, απόφαση της 27.11.2008 στηγ υπόθεση C-252/07, Intel, ΧρΙΔ 2010, 365, σκέψεις 26-28- ΔΕΚ απόφαση της 10.04.2008 στην υπόθεση C-102/07, Adidas Π, ΧρΙΔ 2008, 942, σκέψη 40- ΔΕΚ, απόφαση της 23.10.2003 στην υπόθεση C-408/01, Adidas I, ΧρΙΔ 2004, 273, σκέψη 27- ΑΠ 1030/2008, ΧρΙΔ 2009, 264 και ΠΠρΑθ 313/2010, ΧρΙΔ 2011, 218). β) Για να χαρακτηρισθεί ένα σήμα ως φημισμένο απαιτείται επαρκής βαθμός γνώσης του από το κοινό το οποίο αυτό αφορά, δηλαδή, ανάλογα με το διατιθέμενο στο εμπόριο προϊόν ή υπηρεσία, είτε το ευρύ κοινό είτε ένα πλέον εξειδικευμένο κοινό, π.χ. συγκεκριμένος επαγγελματικός κύκλος, χωρίς παράλληλα να απαιτείται όπως είναι γνωστό σε συγκεκριμένο ποσοστό του κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδιορισμένου κοινού. Ο απαιτούμενος βαθμός γνώσης υφίσταται όταν το προγενέστερο σήμα είναι γνωστό σε σημαντικό μέρος του οικείου κοινού. Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής, το δικάζον δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα ασκούντα εν προκειμένω επιρροή στοιχεία, δηλαδή, μεταξύ άλλων, το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, την έκταση, τη γεωγραφική έκταση και τη διάρκεια της χρησιμοποίησης του, καθώς και το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει ο σηματούχος για την προβολή του. Από άποψη εδαφικής έκτασης, εξάλλου, δεν απαιτείται η φήμη να υφίσταται «σε ολόκληρο» το έδαφος της Ελλάδας ή της Κοινότητας. Αρκεί να υφίσταται σε σημαντικό τμήμα τους. Η δε φήμη ενός κοινοτικού σήματος που εκτείνεται σε ολόκληρο το έδαφος ενός κράτους – μέλους, όπως της Ελλάδας, είναι δυνατόν υπό προϋποθέσεις να θεωρηθεί ότι πληροί την εδαφική απαίτηση του άρθρου 9 παρ. 1 περ. γ’ του Κανονισμού. Περαιτέρω, άλλες παράμετροι αξιολόγησης ενός σήματος ως έχοντος φήμη είναι η μοναδικότητα αυτού, υπό την έννοια ότι τούτο δεν έχει φθαρεί χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, η ύπαρξη ιδιαίτερης θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού αναφορικά με τα προϊόντα που διακρίνει, το καλυπτόμενο από το αυτό μερίδιο αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησης του και το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του (βλ. ΑΠ 1030/2008).
– Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη έγκρισης ή διαγραφής του (βλ. ΑΠ 344/2013). Προς προστασία όμως των συναλλαγών και του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης περί της προέλευσης προϊόντων ή υπηρεσιών ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια (που έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν για την αστική προστασία του σήματος του δικαιούχου από παράνομες προσβολές, τρίτων) ο κίνδυνος σύγχυσης που μπορεί να προκληθεί από τη χρήση δύο σημάτων στον μέσο καταναλωτή του σχετικού συναλλακτικού, κύκλου είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης που προσφέρει τα προϊόντα (κίνδυνος σύγχυσης υπό στενή έννοια) είτε σε σχέση με τις σχέσεις της με άλλη επιχείρηση [κίνδυνος σύγχυσης υπό ευρεία έννοια (ΑΠ 1751/2011)]. Εξάλλου βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το “domain name” (όνομα χώρου), το οποίο κατ’ ουσίαν επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού διαχείρισης και εκχώρησης ονομάτων χώρου (κανονισμός ΕΕΤΤ 750/02/19.02.2015, ΦΕΚ Β 412/2015) όνομα Χώρου (domain name) είναι ένα αλφαριθμητικό στοιχείο το οποίο εκχωρείται προς χρήση σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο με σκοπό την χρήση, από το συγκεκριμένο πρόσωπο ή με την συναίνεση του, πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου. Έτσι, φορέας ονόματος χώρου με κατάληξη .gr είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο γίνεται εκχώρηση ονόματος χώρου με κατάληξη .gr, ενώ καταχωρητής είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο είναι δυνατό να υποβάλλονται δηλώσεις καταχώρησης από ενδιαφερόμενους να τους εκχωρηθεί όνομα χώρου με κατάληξη .gr, όπως επίσης δηλώσεις μεταβίβασης, μεταβολής επωνυμίας/ονοματεπώνυμου, ενεργοποίησης δεσμευμένου ονόματος, διαγραφής, ανανέωσης, μεταβολής στοιχείων, αλλαγής καταχωρητή, ενεργοποίησης υπηρεσίας αυξημένης ασφάλειας σχετικά με ονόματα χώρου με κατάληξη .gr. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο τηρεί τις ελάχιστες προϋποθέσεις του Παραρτήματος Β του ανωτέρω κανονισμού της ΕΕΤΤ, δύναται να λειτουργεί ως καταχωρητής, σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό και ιδίως το άρθρο 17 αυτού. Οι δηλώσεις καταχώρησης υποβάλλονται από τον καταχωρούμενο σε κάποιον εκ των καταχωρητών οι οποίοι περιλαμβάνονται σε κατάλογο καταχωρητών τον οποίο τηρεί, δημοσιεύει και κατά καιρούς τροποποιεί η ΕΕΤΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού, (άρθρο 7 παρ. 7 Κανονισμού ΕΕΤΤ 750/02/19.02.2015, ΦΕΚ Β 412/2015). Σύμφωνα με το άρθρο 1 – 10 του κανονισμού αυτού ένα όνομα χώρου με κατάληξη .gr διαγράφεται οριστικά οσάκις συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις εξής περιοριστικά οριζόμενες περιπτώσεις: αν το ζητήσει ο φορέας με δήλωση του (Παράρτημα ΙΑ), μέσω του καταχωρητή που διαχειρίζεται το όνομα χώρου με κατάληξη .gr, στο Μητρώο. Αυτεπάγγελτα ή μετά από καταγγελία τρίτου έχοντος προς τούτο έννομο συμφέρον, στις εξής περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις: 1. Αν η Δήλωση Καταχώρησης δεν ήταν ακριβής ως προς τα υποχρεωτικά πεδία αυτής και ιδίως σε περίπτωση που: […] το μεταβλητό πεδίο ονόματος χώρου με κατάληξη .gr είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση με όνομα για το οποίο υφίσταται δικαίωμα βάσει εθνικής ή κοινοτικής νομοθεσίας και το εν λόγω όνομα χώρου με κατάληξη .gr: α. καταχωρήθηκε από φορέα, ο οποίος δεν έχει δικαιώματα ή έννομο συμφέρον επί του ονόματος ή/και β. καταχωρήθηκε ή χρησιμοποιείται με κακή πίστη. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έλθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα; δεδομένα και κατ’ επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, με τον τρόπο δε αυτό καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών ακόμη και η κατάρτιση συναλλαγών. Το “domain name” δεν μπορεί κατ’ αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία» το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σ΄ αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμέν
η και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο “domain name” μια οιονεί λειτουργία διακριτικοί) τίτλου και4 σήματος. Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι “domain name” στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής “domain name” για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος κ.λ.π. και “domain name” θα αρθεί κατ’ αρχάς, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας κατά τα εν γένει ισχύοντα. Έτσι το ομοειδές του “domain name” αλλά και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα κ.λ.π., σαφώς συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Ο κίνδυνος σύγχυσης, ωστόσο, πρέπει να νοηθεί ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμα και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει η εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα η προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας. Απαιτείται, όμως, στην περίπτωση αυτή, να υπάρχει τουλάχιστον κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις, και τούτο διότι η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης (ΑΠ 1609/2014).
– Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για διαφορές που δημιουργούνται από την παράνομη προσβολή του σήματος, δηλαδή για τις, κατ’ άρθρο 150, αστικές αξιώσεις για αναγνώριση του δικαιώματος του σηματούχου, για άρση και παράλειψη της προσβολής και αποζημίωση, ενώ οι διοικητικές αρχές για την παραδοχή και τη διαγραφή του σήματος (ΕφΘεσ 626/2014 ). Τα πολιτικά δικαστήρια, όταν εκδικάζουν αγωγές προσβολής καταχωρισθέντος σήματος, δεσμεύονται από τις αποφάσεις της Υπηρεσίας Σημάτων και της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (ΔΕΣ) που αποφαίνονται επί των ανωτέρω ζητημάτων (βλ. Μ. – Θ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, 2007, σελ. 143) και δεν έχουν την εξουσία να εξετάσουν, ούτε παρεμπιπτόντως, θέματα αναγόμενα στην κτήση, μεταβίβαση και απώλεια του δικαιώματος στο σήμα, δηλαδή θέματα για τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι αποκλειστικά αρμόδια η ΔΕΣ ή τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Συνακόλουθα, δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν, ούτε παρεμπιπτόντως, τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου έκπτωσης ή διαγραφής του (ΑΠ 344/2013, ΑΠ 1477/2011 ΕπισκΕΔ 2012.85, ΑΠ 335/1994 ΝοΒ 43.243, ΑΠ 1585/1991 ΕλΔνη 34.323, ΕφΑθ 6157/2012 ΔΕΕ 2013/316, Μ. – Θ. Μαρίνος, ό.π., σελ. 297.351).
http://inlaw.gr/content.aspx?id=255
