ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Σ. του Σ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πρωτέκδικο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 9647/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2015 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 232Α ΠΚ, όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος τούτου απαιτείται μη συμμόρφωση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία ο δράστης υποχρεώθηκε σε πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του, υποκειμενικούς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβιάσεως της διατάξεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, η δικαστική απόφαση, που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέως και τέκνου, είναι διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, και συνεπώς για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τούτου δεν απαιτείται η παραβιαζόμενη αυτή απόφαση να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα (άρθρα 946, 947 ΚΠολΔ) ή να έχει επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση της κατά τον ΚΠολΔ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ’ είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στη προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα πλήττει την με αριθμό 9647/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 232 Α’ ΠΚ, αλλά και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκθέτοντας ότι το δικαστήριο την έκρινε ένοχη παραβιάσεως δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να έχει προηγηθεί επίδοση σε αυτήν, [πέραν της με αριθμό 5611/2009 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών] και επιταγής προς εκτέλεση της [παραβιασθείσης κατά την κατηγορία] αποφάσεως αυτής. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, 1] διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο εκπροσωπών την εκκαλούσα-κατηγορουμένη συνήγορος ουδόλως προέβαλε στο δικαστήριο σχετικό ισχυρισμό, για έλλειψη στο επιδοτήριο της ως άνω τελευταίας αποφάσεως και επιταγής προς εκτέλεση, η οποία άλλωστε, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείτο, 2] ως αντιφατικοί και απαράδεκτοι, διότι ενώ η αναιρεσείουσα επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, στη συνέχεια πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, [το οποίο, αφού δέχθηκε νόμιμη επίδοση της προαναφερθείσης αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την έκρινε ένοχη], χωρίς να έχει [όπως ισχυρίζεται] επιδοθεί προηγουμένως σ’ αυτήν και επιταγή προς εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ , Ε’ ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, στη συνέχεια δε πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2015 αίτηση της Α. Σ. του Σ., για αναίρεση της με αριθμό 9647/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
http://www.areiospagos.gr/