1283/2017 ΑΠ ( 718957)

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Καταγγελία συμβάσεως έργου. Επιφέρει λύση της σύμβασης μόνο για το μέλλον ενώ διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των συμβαλλομένων για το πρότερο χρονικό διάστημα. Διαζευκτικά δικαιώματα εργολάβου σε περίπτωση έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων ή πραγματικών ελαττωμάτων του έργου. Αντιδιαστολή με την περίπτωση παράδοσης έργου από τον εργολάβο που είναι πλήρως διαφορετικό του συμφωνηθέντος ότε και ο εργοδότης δικαιούται να αρνηθεί πλήρως την δική του παροχή. Όροι παραδεκτού λόγου αναίρεσης που βασίζεται σε ισχυρισμό μη προταθέντα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Παράβαση κανόνα δικαίου, ως λόγος αναίρεσης, συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα απορρίπτει ως αόριστη νομική βάση της αγωγής αξιώνοντας περισσότερα απ΄όσα ορίζει ο νόμος για την βάση του επίδικου δικαιώματος. Εν προκειμένω το εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την επίδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως αόριστη κατά την πρώτη νομική της βάση αφού για το ορισμένο της αγωγικής αξίωσης της για αποζημίωση προς αποκατάσταση των πραγματικών ελαττωμάτων του έργου δεν απαιτείτο να αναφέρει πως το τελευταίο είναι άχρηστο. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1319/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει.

Αριθμός απόφασης: 1283/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) A. E. W. (Α. Ε. Γ.) του H. (Χ.), 2) S. J. H. (Σ. Τ. Χ.) του S. (Σ.), κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Βαλτούδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Χ. του Χ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Βογιατζάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/2/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1319/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/6/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση επιδόθηκε νομοτύπως, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. …/14-9-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Δ. Β. Κ., προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για συζήτησή της, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (δια θυροκολλήσεως κατ’ άρθρο 128 αριθμ.1 ΚΠολΔ) στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Γ. Σ. του Κ., αντίγραφο δε του επιδοθέντος εγγράφου την ίδια ως άνω ημέρα παραδόθηκε, λόγω απουσίας του Διοικητού, εις χείρας του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος … Χαλκιδικής Ν. Μ., έγγραφη δε ειδοποίηση απεστάλη την επομένη ημέρα (15-9-2016) δια του ταχυδρομείου από τον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή, προς τον ως άνω αναιρεσίβλητο, νομοτύπως, κατ’ άρθρο 128 αριθμ. 4γ ΚΠολΔ, περί της γενομένης δια θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος όμως, Γ. Σ. του Κ., όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την προαναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος του κατέθεσε έγγραφη δήλωση (κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 και 573 ΚΠολΔ) μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, παρά την απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 568 παρ. 4 εδ. α’ και 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Εξ άλλου, ο εργοδότης έχει, κατά το άρθρ. 700 ΑΚ, το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε, έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται, πλέον, ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της συμβάσεως, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Όμως, εφ’ όσον η σύμβαση λύνεται με την ως άνω καταγγελία μόνον για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται, ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρα 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 762/2006).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ και εκείνων των άρθρων 374, 376 και 688 έως 690 του αυτού Κώδικα, προκύπτει, ότι, αν το έργο που εκτελέστηκε βάσει συμβάσεως έργου, έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο, ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει: α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής (688 ΑΚ), β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή ελλείψεως των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε, αντί αυτών, την αναστροφή της σύμβασης (689 ΑΚ) και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται τόσον σε ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα, όσον και σε συμφωνημένες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, (ο εργοδότης δικαιούται) αντί αναστροφής ή μειώσεως της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος υπαιτίως δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα (ΑΠ 2116/2014, ΑΠ 403/2000).

Σημειωτέον, ότι οι εκ των δικαιωμάτων αυτών αξιώσεις τελούν σε σχέση διαζευκτικής συρροής, με την έννοια ότι η επιλογή ή η άσκηση της μιας αποκλείει την άσκηση της άλλης (ΑΠ 597/2015). Οι γενικές δε διατάξεις του ΑΚ, για την υπαίτια αδυναμία παροχής και την υπερημερία, οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικώς και στις περιπτώσεις της πλημμελούς (ποιοτικά) εκπληρώσεως της παροχής, δεν έχουν εφαρμογή, εκτός αν το έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε ή προσφέρθηκε, εξαιτίας της ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων ή λόγω πραγματικών ελαττωμάτων, είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε να εκτελεστεί ή υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργολάβου που ρυθμίζει τις σχέσεις τους με επιτρεπτή απόκλιση από τις ενδοτικού διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ. Εντελώς δε διαφορετικό είναι το έργο όταν εμφανίζει διαφορετική μορφολογική ταυτότητα από εκείνη του συμφωνημένου και φέρει πολύ σημαντικές ελλείψεις, ποιοτικές ή ποσοτικές, σε βαθμό που να καθιστούν την παροχή του εργολάβου εντελώς διαφορετική από τη συμφωνημένη και άχρηστη για τον σκοπό που συνομολογήθηκε. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει ούτε μερική εκπλήρωση της εργολαβικής παροχής (αναγκαία προϋπόθεση για το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της συμφωνημένης αμοιβής) και παρέχεται στον εργοδότη η γενική προστασία των άρθρων 374 και 376 ΑΚ ( ΑΠ 723/2015, ΑΠ 2054/2013, ΑΠ 877/2013). Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφ’ όσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, τελικώς, ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως (ΟλΑΠ 18/1998 και 16/2013). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 515/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι, ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως δε προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 456/2016, ΑΠ 945/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 23-2-2011 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν, ότι με το από 5-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσαν στον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, εργολάβο οικοδομών, την ανέγερση πετρόκτιστης διώροφης οικοδομής επί οικοπέδου συγκυριότητας τους, με τους όρους που ειδικότερα αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, αντί εργολαβικής αμοιβής ύψους 255.000 ευρώ, η εξόφληση της οποίας συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά. Ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε την επίβλεψη του έργου στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, μηχανικό. Ότι, καίτοι ο πρώτος εναγόμενος εργολάβος δεν είχε ολοκληρώσει το έργο και παρότι οι ίδιοι του είχαν καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής του, ύψους 217.716,42 ευρώ, αυτός με την από 7-2-2007 εξώδικη πρόσκληση, που τους απέστειλε, διαμαρτυρόταν για την μη καταβολή μέρους της αμοιβής του, ύψους 118.000 ευρώ. Ότι, κατά την επιτόπια μετάβασή τους στο ακίνητο, διαπίστωσαν ότι το μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο παρουσίαζε τις εκτιθέμενες στην αγωγή σοβαρές κατασκευαστικές πλημμέλειες, καθώς δεν ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές της μελέτης κατασκευής και εν γένει στους κανόνες τέχνης και επιστήμης, γεγονός που το καθιστούσε ακατάλληλο προς οίκηση. Ότι, λόγω των κακοτεχνιών αυτών, με την από 16-03-2007 εξώδικη δήλωσή τους, που κοινοποιήθηκε στον πρώτο εναγόμενο την 29-3-2007, κατήγγειλαν την εν λόγω σύμβαση έργου. Ότι, αμέσως μετά την καταγγελία, υπέβαλαν (οι ενάγοντες) στο ΤΕΕ αίτηση διορισμού πραγματογνώμονος για την διαπίστωση και τον έλεγχο των κατασκευαστικών πλημμελειών και ότι ο προς τούτο διορισθείς πραγματογνώμονας, με έκθεσή του πιστοποίησε την ύπαρξη των κακοτεχνιών και ελλείψεων, που λεπτομερώς εκτίθενται στην αγωγή, οι οποίες επηρεάζουν την ασφάλεια του κτιρίου, πλην όμως είναι αποκαταστατέες και προς αποκατάσταση εκάστης αυτών απαιτείται το εκτιθέμενο στην αγωγή ποσό. Ότι οι κατασκευαστικές αυτές πλημμέλειες οφείλονται σε πταίσμα των εναγομένων, του μεν πρώτου εναγομένου, ως εργολάβου κατασκευαστή και αντισυμβαλλόμενου τους (των εναγόντων), της δε δεύτερης ως επιβλέπουσας μηχανικού και προστηθείσης στην επίβλεψη του έργου από τον πρώτο εναγόμενο.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επιμερίζοντας το συνολικό ποσό των αξιώσεών τους κατά τα ποσοστά συγκυριότητάς τους, ζήτησαν, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ν’ αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν εις ολόκληρον, ο καθένας, με βάση τόσον τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, όσον και με εκείνες περί αδικοπραξίας, ως αποζημίωση, νομιμοτόκως: α) το ποσό των 183.568,53 ευρώ για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και δη το ποσό των 91.784,27 ευρώ στον καθένα από αυτούς και β) το ποσό των 30.000 ευρώ σε καθένα από αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων. Ζήτησαν, επίσης, να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 5.656,38 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές, τις οποίες δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ, καίτοι όφειλε να καταβάλει. Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε εαυτό αρμόδιο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ’ αριθ. 87/2013 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της (ως προς αμφότερες τις βάσεις της) και ως προς αμφοτέρους τους εναγομένους, ως νόμω αβάσιμη, δεξάμενο, καθ’ όσον μεν αφορά την επί της συμβάσεως έργου ερειδομένη βάση της και αμφοτέρους τους εναγομένους, γιατί δεν εξετίθετο, αν το εκτελεσθέν έργο είχε από υπαιτιότητα του εργολάβου ή της προστηθείσης υπ’ αυτού μηχανικού, ελλείψεις τέτοιες, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρησιμοποίησή του για τη συνέχιση της κατασκευής του από άλλον εργολάβο ήτοι, ότι αυτό κατέστη άχρηστο. Επί πλέον δε, καθ’ όσον δ’ αφορά την δεύτερη αυτών (εναγομένων) και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, γιατί δεν συνεδέετο με συμβατικό δεσμό με τους ενάγοντες. Περαιτέρω απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως μη νόμιμη κατά το αιτούμενο ποσό που αφορούσε υπόλοιπο οφειλόμενων υπ’ αυτών εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ. Καθ’ όσον δ’ αφορά την σωρευόμενη βάση της από την αδικοπραξία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεξάμενο, ως προς αμφοτέρους τους εναγομένους, ότι τα προς θεμελίωσή της εκτιθέμενα περιστατικά δεν συνιστούσαν και αδικοπραξία. Κατά της πρωτοδίκου αυτής αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν την από 23-12-2013 (υπ’ αριθμ. εκθ….2013) έφεσή τους, με λόγο της οποίας την προσέβαλαν εκτός άλλων και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 690 του ΑΚ ως προς την, κατά την κυρία βάση της αγωγής, αξίωσή τους για αποζημίωση, συνισταμένη στην δαπάνη αποκαταστάσεως των επικαλουμένων ελαττωμάτων και ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου. Το δικάσαν Εφετείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά τις εν προκειμένω αναιρετικώς ενδιαφέρουσες παραδοχές του, δέχθηκε τα εξής: “Από την επισκόπηση της επίμαχης αγωγής και την αλληλουχία του ιστορικού της (όλου του περιεχομένου της), προκύπτει ότι τα αιτήματά της έχουν ως υπόβαθρο (επιστηρίζονται) στην ανώμαλη εξέλιξη της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης σύμβασης οικοδομικού έργου (προσάπτουν στον εναγόμενο – εφεσίβλητο εργολάβο πλημμελή εκτέλεση του ανατεθέντος σ’ αυτόν έργου).

Ειδικότερα, με έρεισμα τις πλημμέλειες του έργου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή έλαβε χώρα η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έργου εκ μέρους των εναγόντων – εκκαλούντων – εργοδοτών πριν την παράδοση του έργου από τον εναγόμενο – εφεσίβλητο – εργολάβο, με την επίδοση στις 29.03.2007 της από 16.03.2007 εξώδικης καταγγελίας. Έχοντας, υπόψη τις προεκτεθείσες αιτιολογίες, συνέπεια της καταγγελίας ήταν η λύση της σύμβασης για το μέλλον (αυτή ήταν ισχυρή μόνο για το μέχρι της καταγγελίας χρονικό σημείο). Έτσι, κατά το μέρος που εκνικείται η αναγνώριση της υποχρέωσης των εναγομένων (εργολάβου και ή της επιβλέπουσας μηχανικού) να καταβάλουν αποζημίωση στους ενάγοντες εργοδότες για την αποκατάσταση των ιστορουμένων κακοτεχνιών του, μέχρι την καταγγελία, φερομένου ως ελαττωματικώς κατασκευασθέντος έργου, η αγωγή είναι αόριστη. Τούτο διότι για το τμήμα έργου που διατηρήθηκε έγκυρο και ισχυρό μέχρι την καταγγελία του από τους ενάγοντες – εργοδότες, αυτοί επιστηρίζουν το αίτημα αποζημίωσης στην 690 του ΑΚ, χωρίς όμως όπως απαιτείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες, να εκθέτουν ότι το ημιτελές πλημμελώς κατασκευασθέν έργο από υπαιτιότητα του εργολάβου ή της επιβλέπουσας μηχανικού έχει τέτοιες ελλείψεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρησιμοποίησή του για την συνέχιση της κατασκευής του από άλλο εργολάβο, ήτοι ότι τούτο κατέστη άχρηστο. Τουναντίον, μάλιστα ρητώς εκθέτουν ότι, το υπόψη φερόμενο ως ελαττωματικό, από υπαιτιότητα των εναγόμενων, κατασκευασθέν μέχρι την καταγγελία της σύμβασης, έργο, επιδέχεται διόρθωση με τις αναφερόμενες στην ενσωματούμενη στην αγωγή τεχνική έκθεση επισκευαστικές εργασίες.”. Υπό τις παραδοχές δε αυτές το εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά την ως άνω κυρία βάση της ως αόριστη, ρητώς διαλαβόν, τούτο το μεν στο τελικό συμπέρασμα του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δε στην σχετική διάταξη του διατακτικού της, χωρίς να κάνει διάκριση ως προς τον λόγο απορρίψεως καθ’ όσον αφορά έκαστον των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, παρά το ότι στο σκεπτικό του είχε διαλάβει καθ’ όσον αφορά την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ότι: “ως προς την δεύτερη εναγόμενη, η αγωγή, ερειδόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη (στην ΑΚ 690) είναι παθητικά ανομιμοποίητη, καθόσον, όπως ιστορείται στο δικόγραφο, η ίδια (η δεύτερη εναγόμενη) δεν συνδέεται συμβατικά με τους ενάγοντες – εκκαλούντες (κατά τα ιστορούμενα είναι βοηθός εκπληρώσεως” (334 ΑΚ), του πρώτου εναγομένου – εφεσίβλητου)”. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι διατάξεις της οριστικής αποφάσεως, με την οποία τέμνεται τελειωτικώς η ένδικη διαφορά, όπως και της εν μέρει οριστικής αποφάσεως, στην περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων ή συνεκδίκασης περισσοτέρων αιτημάτων, με την οποία το δικαστήριο έκρινε οριστικώς για όσα αντικείμενα της δίκης (βάσεις ή αιτήματα) ήταν ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα, (άρθρα 308, 309 Κ.Πολ.Δ.), ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνονται υπό ορισμένο τύπο και να παρατίθενται στο διατακτικό αυτής, αλλά μπορεί να υπάρχουν και στο αιτιολογικό της αποφάσεως, αρκεί να μην περιορίζεται το δικαστήριο στην εκφορά απλών σκέψεων για το νόμω βάσιμο ή όχι του καταγομένου σε δίκη δικαιώματος, όμως πρέπει να εκφέρεται σαφώς σ’ αυτό η τελειωτική απόφασή του για την παραδοχή ή απόρριψη τούτου (ΑΠ 2…2014).

Όμως ενόψει των προαναφερομένων, ότι το εφετείο διέλαβε, στο μεν αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως επανειλημμένως, ακόμη και μετά την ανωτέρω αφορώσα την δεύτερη εναγομένη σκέψη του, και επίσης στο διατακτικό αυτής (αποφάσεώς του) ρητώς, ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη, χωρίς να διαλάβει σκέψη και διάταξη περί απορρίψεως της αγωγής ως προς την διάδικο αυτή ως ανομιμοποίητης, σαφώς συνάγεται, ότι η τοιαύτη περί της δευτέρας αναιρεσιβλήτου σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξεφέρθη πλεοναστικώς είναι αλυσιτελής, και δεν επάγεται απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως καθ’ ο μέρος στρέφεται κατ’ αυτής εκ του ότι δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως κατά τούτο η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, όπως αβασίμως επομένως ισχυρίζεται με τις προτάσεις της η αναιρεσίβλητη αυτή. Εξ άλλου, με αυτά που δέχθηκε το εφετείο εσφαλμένως και κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 681, 690 και 700 του ΑΚ αξίωσε για την νομική θεμελίωση της υπό το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγής των αναιρεσειόντων στην συνδέουσα αυτούς και τους αναιρεσιβλήτους σύμβαση έργου, την επίκληση περισσότερων στοιχείων από όσα απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις και δη ότι “το επίδικο ημιτελές και πλημμελώς κατασκευασθέν έργο από υπαιτιότητα του εργολάβου ή της επιβλέπουσας μηχανικού έχει τέτοιες ελλείψεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρησιμοποίησή του για την συνέχιση της κατασκευής του από άλλο εργολάβο, ήτοι ότι τούτο κατέστη άχρηστο”, αφού κατά τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, για την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος αποζημιώσεώς του για την δαπάνη, στην οποία θα υποβληθεί προς αποκατάσταση των οφειλομένων σε υπαιτιότητα του εργολάβου ουσιωδών και μη ελαττωμάτων και ελλείψεων του κατασκευασθέντος μέχρι την καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως έργου, δεν απαιτείται τούτο (έργο) να είναι άχρηστο και αυτό να εκτίθεται στην σχετική αγωγή. Λαμβανομένου δ’ υπόψη, ότι οι αναιρεσείοντες με λόγο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που επίσης είχε, κατά τα εκτεθέντα, απορρίψει την αγωγή τους, κατά την επί της συμβάσεως έργου ερειδομένη κυρία βάση της, ως μη νόμιμη ένεκα μη επικλήσεως και αυτού του στοιχείου, είχαν επικαλεσθεί την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία και εφαρμογή των αυτών ως άνω διατάξεων από το πρωτόδικο δικαστήριο, και ήδη με τον μόνο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραδεκτώς συμφώνως και προς το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι έκρινε ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσειόντων, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του λόγου αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά την κυρία βάση της αγωγής ως προς αμφοτέρους τους αναιρεσιβλήτους, αφού μόνον καθ’ όσον αφορά αυτό προσβάλλεται με την αίτηση και (κατά το κεφάλαιό της αυτό), να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Εφετείου που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 180 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1319/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης κεφάλαιό της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το εν λόγω αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναιρέσεως.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου

Μ.Δ.

nomos