ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
– Ασφάλιση αυτοκινήτων. Παραγραφή αξιώσεων κατά της ασφαλιστικής εταιρείας.
– Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του Ν. 489/1976 όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007 “το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής”. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ. Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 Α.Κ. (ΑΠ 1368/2010). Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (Α.Κ. 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (Α.Κ. 260 επ.). Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (Α.Κ. 261).
– Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 8/2007). Στην προαναφερθείσα ειδική διετή παραγραφή ισχύει και η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ ΑΚ κατά την οποία κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται ύστερα από 20 χρόνια και αν ακόμα η αξίωση υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, με την προϋπόθεση ότι η οποιαδήποτε αξίωση της οποίας επιμηκύνεται η παραγραφή δεν έχει υποπέσει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 33/2013).
– Η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 Ν. ΓΠΝ/1911) ή πενταετή (άρθρο 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται. Για την αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή ίσχυε, κατά τον κρίσιμο στη παρούσα δίκη χρόνο, η ειδική ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, που όριζε, πριν την τροποποίηση του ως άνω άρθρου με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007, ότι “η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με την επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων για αναστολή και διακοπή της παραγραφής”. Δεν ισχύει όμως η τελευταία αυτή παραγραφή όταν ο παθών θεμελιώνει την κατά του ασφαλιστή αγωγή του για αποζημίωση στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που προβάλλεται παραδεκτά και αποδεικνύεται. Στην περίπτωση αυτή η έκταση ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ, άρα ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση με εκείνη του οφειλέτη ζημιώσαντος. Έτσι αν η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή (άρθρο 937 ΑΚ), ο συμβατικός αναδοχέας ασφαλιστής αυτή την παραγραφή της απαίτησης μπορεί να προτείνει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που είναι πανομοιότυπη με την ταυτάριθμη του άρθρου 43 παρ. 6 του Ν. 614/1977 (παλιού Κ.Ο.Κ), συνάγεται, ότι η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της εταιρείας, η οποία εξέδωσε τη βεβαίωση, με την αποδοχή της οποίας (που μπορεί να γίνει και με την έγερση της αγωγής από τον ενδιαφερόμενο), καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχομένου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του ασφαλιστικού ποσού (σχ. ΟλΑΠ 516/ 2005, ΑΠ 1168/2004).
http://inlaw.gr/content.aspx?id=262