( 724109)

(Α΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Πλειστηριασμός ακινήτου. Ανακοπή κατά αναγγελίας. Διαπλαστικό το αίτημά της. Η άσκηση της ειδικής αυτής μορφής ανακοπής κατά της εκτέλεσης ασκείται έως και την ημέρα διανομής του πλειστηριάσματος. Πότε δε συντάσσεται πίνακας κατάταξης. Η πρόσθετη παρέμβαση έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, καθώς ο παρεμβαίνων δεν εισάγει δική του αξίωση προς διάγνωση. Η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης προϋποθέτει εκκρεμή δίκη. Σε περίπτωση επανάληψης της συζήτησης διάδικος που παρίσταται νόμιμα σε ένα από τα δύο στάδια (πρώτη ή επαναλαμβανόμενη συζήτηση), ενώ απουσιάζει από το άλλο δικάζεται κατ’ αντιμωλία. Προσήκουσα διαδικασία. Η ανακοπή κατά της εκτέλεσης δικάζεται πλέον (ν. 4055/2012) κατά την ειδική και όχι την τακτική διαδικασία. Για λόγους οικονομίας της δίκης, το παρόν Δικαστήριο δεν παραπέμπει αλλά κρατεί και δικάζει. Απορριπτέα ως απαράδεκτη η ανακοπή λόγω εκπρόθεσμης άσκησης.

Αριθμός απόφασης: : Μ 1/2018

(αριθ. έκθεσης κατάθεσης ανακοπής και κλήσης: 5208/ΤΜ/361/20-12-2006 αριθ. έκθεσης κατάθεσης πρόσθετης παρέμβασης: 367/ΤΜ/73/04-03-2014)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Βασιλική Γεωργιάδου, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο …. Πρόεδρο Πρωτοδικών και τη Γραμματέα Κωνσταντίνα Βαρλάμη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2017, για να δικάσει αφενός την από 04-11-2010 κλήση, με την οποία επαναφέρεται νόμιμα προς συζήτηση η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5208/ΤΜ/361/20-12-2006 ανακοπή, και αφετέρου τη με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 367/ΤΜ/73/04-03-2014 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ – ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …. του … και της …, κατοίκου … Αττικής, οδός …αρ. .., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…. .», με έδρα στο … Αττικής, ..χλμ. Εθνικής Οδού … και όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 3) …. του …, κατοίκου … Αττικής, ..χλμ. Εθνικής Οδού …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ – ΚΛΗΣΗ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «…..», με έδρα στη Θεσσαλονίκη, οδός … αρ. .. και … και όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Κωνσταντίνου Μπαρούτα (Δ.Σ. Λαμίας), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «….», με έδρα στην Αθήνα, οδός … αρ. .. και όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Κωνσταντίνου Μπαρούτα (Δ.Σ. Λαμίας), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΥΠΕΡ’ ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «…. », με έδρα στη … Κύπρου (Λεωφ. .. αρ. ..) και όπως εκπροσωπείται νόμιμα (όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα με την επωνυμία «….») και έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία (trading name) / διακριτικό τίτλο «….» και «….», με διέυθυνση φορολογικής εγκατάστασης επί της οδού … αρ. .. και … στη Θεσσαλονίκη και διεύθυνση αλληλογραφίας επί της … αρ. .. στο … Αττικής, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…. » (καθολικής διαδόχου της τράπεζας με την επωνυμία «…..»), συνεπεία συγχώνευσης δια απορρόφησης των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία «….», «…. » και «….», με απορρόφηση της δεύτερης και της τρίτης εταιρείας από την πρώτη, η οποία, κατά τροποποίηση των άρθρων 1, 6 και 7 παρ. 1 του καταστατικού της μετονομάσθηκε σε «….» (ΦΕΚ … 07-2007 ΦΕΚ τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε.), κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης δια απορρόφησης της «….» από την «….».

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΜΕΒΑΣΗ: 1) …. του … και της …, κατοίκου … Αττικής, οδός … αρ…, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…..», με έδρα στο … Αττικής, .. χλμ. Εθνικής Οδού … και όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 3) …. του .., κατοίκου … Αττικής, .. χλμ. Εθνικής Οδού …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Οι ανακόπτοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 04-12-2006 ανακοπή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5208/ΤΜ/361/20- 12-
2006, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 06-12-2007 και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 07-02-2008, οπότε και συζητήθηκε και εκδόθηκε η με αριθμό 89/2008 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία το Δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της επ’ ακροατηρίω συζήτησης της ανακοπής για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους. Στη συνέχεια, προσδιορίσθηκε εκ νέου η συζήτηση της ανακοπής τους με την από 04-11-2010 κλήση τους, η οποία κατατέθηκε νόμιμα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, αρχικά για τη δικάσιμο της 01-03- 2012 και, κατόπιν αναβολών, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, γράφτηκε στο πινάκιο, οπότε και εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου.

Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 04-03-2014 εκούσια αυτοτελής πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της καθ` ης η ανακοπή, που κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 367/ΤΜ/73/04-03-2014, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 02-04-2015 και, κατόπιν αναβολών, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, γράφτηκε στο πινάκιο, οπότε και εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ` ης η ανακοπή και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και στις προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ «το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων». Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους (ΑΠ 1355/2004, δημ. σε ΤΝΠ – ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ «Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση που έχει ασκηθεί, στηριζόμενη στο άρθρο 80 του ΚΠολΔ (το ίδιο, δε, ισχύει και για τη στηριζόμενη στο άρθρο 83 του ΚΠολΔ) δεν έχει αυτοτελή και ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά παρακολουθηματικό χαρακτήρα, διότι ο παρεμβαίνων δεν εισάγει δική του αξίωση προς διάγνωση και απόφαση στην κύρια δίκη, αλλά προσέρχεται σε αυτή για να υποστηρίξει τις αιτήσεις κάποιου από τους αρχικούς διαδίκους. Δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη κατ` άρθρο 85 ΚΠολΔ. Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι, εκτός των άλλων, απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης. Έτσι δεν μπορεί να ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, ούτε πριν από την έναρξη της δίκης ούτε μετά την περάτωσή της, με την έκδοση οριστικής ή τελειωτικής απόφασης, με την παραίτηση από την αγωγή ή την αποδοχή της. Ακόμη αν περατωθεί η κύρια δίκη, με την απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου χωρίς να έχει δικασθεί και η πρόσθετη παρέμβαση, τότε πρέπει να απορριφθεί και η πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο, γιατί δεν υπάρχει στάδιο συζήτησης αυτής, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, η δίκη που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που έχει ανοιχτεί με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν χωρίζεται και η περάτωσή αυτής (κυρίας) επιφέρει και την περάτωσή της δίκης που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1426/2013, ΕφΠειρ 710/2014, δημ. σε ΤΝΠ – ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στην ίδια δικάσιμο (α) η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5208/ΤΜ/361/20-12-2006 ανακοπή και (β) η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 367/ΤΜ/73/04-03-2014 εκούσια αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ`ης η ανακοπή, που, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, εφόσον αφορούν στο ίδιο, κατά βάση, ιστορικό γεγονός, πρόκειται για διαφορές μεταξύ των ιδίων διαδίκων, υπαγόμενες στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με τη συνεκδίκασή τους, επιταχύνεται και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης με ταυτόχρονη μείωση των εξόδων (31 και 246 ΚΠολΔ), πέραν του ότι η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης, από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της ανακοπής, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοΐχθηκε με την ανακοπή, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί.

Με την από 04-11-2010 κλήση των ανακοπτόντων, νόμιμα επαναφέρεται για συζήτηση η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5208/ΤΜ/361/20-12-2006 ανακοπή τους μετά την έκδοση της με αριθμό 89/2008 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία το Δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της επ` ακροατηρίω συζήτησης της ανακοπής για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους, προκειμένου να κριθεί η εμπρόθεσμη ή μη άσκηση της κρινόμενης ανακοπής.

Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται κατ` αρ. 254 εδ. β` ΚΠολΔ συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο, ως εκ τούτου δε και, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 254, 271 επ., 280 ΚΠολΔ, εάν κάποιος παρέστη κανονικά κατά την προηγουμένη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, όπως και στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλ. δεν παρέστη στην αρχική αλλά μόνο στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δικάζεται κατ` αντιμωλία (ΕφΔωδ 212/2009 με τις εκεί παραπομπές σε ΤΝΠ – ΝΟΜΟΣ, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος I, άρθρο 254, αριθ. 9, σελ. 530, όπου αναφέρεται ότι ο διάδικος που παρίσταται νόμιμα σε ένα από τα δύο στάδια, ενώ απουσιάζει από το άλλο, δικάζεται κατ’ αντιμωλία, με σχετικές παραπομπές στη νομολογία). Στην προκειμένη περίπτωση, δυνάμει της με αριθ. 89/2008 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας αποφασίστηκε η επανάληψη της επ’ ακροατηρίω συζήτησης της κρινόμενης ανακοπής. Ωστόσο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας οι ανακόπτοντες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, μολονότι οι τελευταίοι άσκησαν την από 04-11-2010 κλήση για επαναφορά προς συζήτηση της υπό κρίση ανακοπής τους, κατόπιν της έκδοσης της ως άνω μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, πλην όμως οι ανακόπτοντες είχαν παρασταθεί νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο της 07-
02-2008, και ειδικότερα οι μεν δύο πρώτοι δια ο δε τρίτος μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους …. (Δ.Σ. Αθηνών), την οποία νομιμοποίησε η δικηγόρος Δ.Σ. Λαμίας …. και κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη με αριθμ. 89/2008 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού. Επομένως, παρά την απουσία των ανακοπτόντων στην παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση και, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν συντρέχει περίπτωση ερημοδικίας τους, αλλά οι παραπάνω διάδικοι θεωρούνται ότι δικάζονται κατ’ αντιμωλία στην παρούσα δίκη.

Με την παρ. 2 του άρθρου 971 ΚΠολΔ παρέχεται η δυνατότητα στον καθ’ ου η εκτέλεση να ασκήσει ανακοπή των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ εναντίον οποιοσδήποτε αναγγελίας. Η ανακοπή αυτή αποτελεί ειδική μορφή ανακοπής κατά της εκτέλεσης και με αυτή παρέχεται το δικαίωμα στον οφειλέτη να αμφισβητήσει την απαίτηση των δανειστών που αναγγέλθηκαν. Η άσκηση της ανακοπής αυτής, κατ` απόκλιση του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ασκείται σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, έως και την ημέρα διανομής του πλειστηριάσματος, δηλαδή την εικοστή ημέρα από τον πλειστηριασμό, χωρίς να αποκλείεται η άσκηση αυτής αμέσως μετά την αναγγελία. Το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 971 ΚπολΔ έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και είναι πάντοτε η ακύρωση της αναγγελίας ως διαδικαστικής πράξης της εκτέλεσης, ώστε να μη ληφθεί υπόψη στη διανομή (βλ. σχετ. σε Χαρούλα Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2π έκδοση, άρθρο 971 ΚΠολΔ, αριθ. 2, σελ. 1937). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 970 ΚπολΔ, εφαρμοζόμενη και στον πλειστηριασμό ακινήτων, αν το πράγμα κατακυρωθεί στον επισπεύδοντα και δεν αναγγελθεί άλλος δανειστής, καταβάλλεται από αυτόν το υπόλοιπο του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, αφού αφαιρεθεί το ποσό της απαίτησής του, για την οποία επισπεύθηκε η εκτέλεση, με τους ως τότε τόκους και τα έξοδα της εκτέλεσης. Επιπλέον, πίνακας κατάταξης δεν συντάσσεται αν το πλειστηρίασμα αρκεί για την ικανοποίηση του επισπεύδοντος και των αναγγελθέντων δανειστών, αλλά συντάσσεται πράξη διανομής πλειστηριάσματος μη δεκτική προσβολής με την κατ’ άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή. Η επάρκεια του πλειστηριάσματος εξαρτάται από την απαίτηση του επισπεύδοντος και από τις αναγγελίες, χωρίς να ερευνάται η ύπαρξη τίτλων αποδεικτικών των απαιτήσεων αυτών. Πίνακας δεν συντάσσεται επίσης και όταν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για την ικανοποίηση του επισπεύδοντος, δεν υπάρχουν όμως αναγγελθέντες δανειστές, οπότε μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης το υπόλοιπο καταβάλλεται σε αυτόν (βλ. σχετ. σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος II, άρθρο 970 – 971 αριθ. 1, σελ 1866 – 1868). Ως προς τη διαδικασία συζήτησης της ανακοπής αυτής κατά την ακριβή διατύπωση του άρθρου 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 3 προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, (η ισχύς της οποίας εκκινεί από τις 02-04-2012) ορίζεται ότι «Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 643 και 591 παράγραφος 1 περίπτωση σ`». Κατ` άρθρο δε 591 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι` αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η δικαστική διαταγή για την εκδίκαση της υπόθεσης με την προσήκουσα διαδικασία, δεν παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση προς εκδίκαση με την αρμόζουσα διαδικασία, αλλά παρέχει την ευχέρεια στο δικαστήριο να παραπέμψει την υπόθεση ή να την κρατήσει και να τη δικάσει με την προσήκουσα διαδικασία, με γνώμονα την αρχή της οικονομίας της δίκης, εφόσον βεβαίως δεν επιβάλλεται από άλλη δικονομική αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της η παραπομπή σε ιδιαίτερη συζήτηση, για προπαρασκευή των διαδίκων. Το δικαστήριο πρέπει να ερευνά το περιεχόμενο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, για να κρίνει αν η διαδικασία, στην οποία έχει εισαχθεί, καλύπτει τις προϋποθέσεις της διαδικασίας που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε σε καταφατική περίπτωση προβαίνει σε εφαρμογή της και εκδικάζει την υπόθεση με την προσήκουσα διαδικασία (ΕφΠειρ(Μον) 132/2014 με τις εκεί παραπομπές, δημ. ΤΝΠ – ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπό κρίση δικόγραφο ανακοπής, οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση της από 03-08-2006 αναγγελίας της καθ`ης, η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 01-09-2006 και με την οποία η τελευταία ζητούσε να πληρωθεί η απαίτησή της προνομιακά από το εκπλειστηρίασμα, που προέκυψε από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε σε βάρος ακινήτου του πρώτου εξ αυτών, επικαλούμενοι ότι η καθ’ ης προέβη σε εκκαθάριση της απαίτησής της με την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης αναγγελίας, στην οποία δεν υποχρεούταν να προβεί ως επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό, ότι ο τελευταίος διενεργήθηκε χωρίς να εκδοθεί εν νέου επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, ότι η απαίτηση που ενσωματώνει ο εκτελεστός τίτλος είναι μη εκκαθαρισμένη και τελούσε υπό αίρεση κατά το χρόνο που διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, διότι η συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης εξαρτήθηκε από τον όρο της τμηματικής εξόφλησης ποσού 3.000 ευρώ μηνιαία, αλλά δεν προσκομίστηκε κανένα σχετικό έγγραφο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι πληρώθηκε η εν λόγω αίρεση, ότι η επισπευδόμενη σε βάρος τους εκτέλεση χωρίς να εκδοθεί νέα επαναληπτική περίληψη και με την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης αναγγελίας, που ενσωματώνει δήθεν εκκαθαρισμένη απαίτηση, είναι αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση ανακοπή αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 933 παρ. 1, 2 και 971 παρ. 2 ΚΠολΔ), πλην, όμως, απαράδεκτα εισάγεται για συζήτηση κατά την τακτική διαδικασία, για το λόγο ότι η ανακοπή κατά της εκτέλεσης (όπως εν προκειμένω η ανακοπή κατά της προσβαλλόμενης αναγγελίας) εκδικάζεται πλέον (από 02-04-2012) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 643 και 591 παράγραφος 1 περίπτωση σ` ΚΠολΔ (937 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το Δικαστήριο, ωστόσο, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη μείζονα σκέψη, χάριν και της οικονομίας της δίκης, δεν παραπέμπει αυτήν, για να δικαστεί με την ειδική διαδικασία, αλλά κρατεί και τη δικάζει το ίδιο με την προσήκουσα διαδικασία, καθόσον τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις της προδικασίας και της επ’ ακροατηρίου συζήτησης που επιβάλλουν οι διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας. Να σημειωθεί εδώ ότι επί της κρινόμενης ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 89/2008 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία το Δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της επ` ακροατηρίω συζήτησης της ανακοπής, προκειμένου να προσκομιστεί από τον επιμελέστερο των διαδίκων έγγραφο της Συμβολαιογράφου Λαμίας …., ως υπαλλήλου του διενεργηθέντος στις 26-07- 2006 πλειστηριασμού σε βάρος του ακινήτου του πρώτου ανακόπτοντος, από το οποίο (έγγραφο) να προκύπτει αν αναγγέλθηκαν σε αυτόν άλλοι δανειστές και ποιοι, αν συντάχθηκε πίνακας διανομής του πλειστηριάσματος και πότε ή αν συντάχθηκε πίνακας κατάταξης και πότε και πώς διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα, σε περίπτωση δε που έχει συνταχθεί πίνακας διανομής ή πίνακας κατάταξης να προσκομιστούν και αυτοί, ώστε να κριθεί η εμπρόθεσμη ή μη άσκηση της κρινόμενης ανακοπής. Από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι δυνάμει της με αριθμ. …/26-07-2006 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της Συμβολαιογράφου Λαμίας …. εκπλειστηριάσθηκε το ακίνητο που περιγράφεται στην κρινόμενη ανακοπή και κατακυρώθηκε στην καθ` ης – επισπεύδουσα, η οποία ζήτησε να μην καταβάλει το εκπλειστηρίασμα, αλλά να γίνει συμψηφισμός του με τη μεγαλύτερη αυτού απαίτησή της που διατηρούσε σε βάρος του οφειλέτη ως ενυπόθηκη δανείστρια, την πρόταση δε αυτή η υπάλληλος του πλειστηριασμού την αποδέχθηκε, ενώ στη συνέχεια η ίδια ως άνω Συμβολαιογράφος συνέταξε τη με αριθμ. …/22-09-2006 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, στην οποία αναφέρεται ότι εκπληρώθηκαν όλες οι οικονομικές υποχρεώσεις που ορίζουν οι διατάξεις του νόμου. Περαιτέρω, από τη με αριθμ. πρωτ. …/21-09-2016 βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Λαμίας …. προκύπτει ότι δεν είχαν κατατεθεί άλλες αναγγελίες που αφορούσαν τον πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του …. του …, ο οποίος πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 26-
07-2006 με επίσπευση της καθ` ης η ανακοπή, νόμιμα εκπροσωπουμένης, πλην της από 03-08-2006 αναγγελίας της τελευταίας. Επομένως, δεδομένου ότι ο πλειστηριασμός σε βάρος του ακινήτου του πρώτου ανακόπτοντος διενεργήθηκε στις 26-07-2006, ότι δεν αναγγέλθηκαν άλλοι δανειστές στον εν λόγω πλειστηριασμό πλην της επισπεύδουσας – καθ`ης η ανακοπή, η οποία κατέθεσε την προσβαλλόμενη από 03-08-2006 αναγγελία της, ότι το πλειστηριασμό που επιτεύχθηκε δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της καθ’ης, για την οποία επισπεύθηκε και έλαβε χώρα ο ως άνω πλειστηριασμός, προκύπτει, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι δε συντάχθηκε πίνακας διανομής ούτε πίνακας κατάταξης, οι οποίοι άλλωστε δεν προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Συνεπώς, εφόσον οι ανακόπτοντες κατέθεσαν τη υπό κρίση ανακοπή στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 20- 12- 2006 και επέδωσαν αυτή στην καθ’ ης στις 04-01-2007 (βλ. σχετ. την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της κρινόμενης ανακοπής), δηλαδή σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του προβλεπόμενου στο άρθρο 971 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής. Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση της συνεκδικαζόμενης και συναφούς με την ανακοπή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με την οποία η παρεμβαίνουσα τραπεζική εταιρεία παρενέβη υπέρ της καθ`ης η ανακοπή, με την ιδιότητα της ειδικής διαδόχου της τελευταίας, αιτούμενη την απόρριψη της υπό κρίση ανακοπής και την καταδίκη των ανακοπτόντων στα δικαστικά της έξοδα, καθόσον η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση αποτελεί διαμορφωτική και όχι επιτευκτική διαδικαστική πράξη, μη περιέχουσα ίδιον αίτημα για παροχή δικαστικής προστασίας, εξαρτώμενη από την έκβαση της κύριας δίκης, η περάτωση της οποίας συγκαταργεί τη δίκη και ως προς την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής, ενώ δεν είναι αναγκαίο στην παρούσα να περιληφθεί διάταξη για την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή, δεδομένου ότι παρέλκει η εξέτασή της για το λόγο που αναφέρθηκε ανωτέρω. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από αυτή, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ανακοπτόντων λόγω της ήττας των τελευταίων στην παρούσα δίκη (άρθρα 176 εδ. α’, 191 παρ. 2 και 591 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5208/ΤΜ/361 /20-12-2006 ανακοπή και τη με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 367/ΤΜ/73/04-03-2014 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 643 και 591 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠολΔ, αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των ανακοπτόντων τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Λαμία, στις 29 Ιανουάριου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μ.Δ.

nomos.gr