Παύει αναδρομικά η ποινική δίωξη για οφειλές στο δημόσιο μέχρι 50.000 ευρώ.
Με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015, η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.» Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις Προϊσταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων ή ένδικα μέσα κατά αποφάσεων για χρέη κατώτερα αυτών που ορίζονται ανωτέρω, δεν εισάγονται για συζήτηση. Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής. Η παραγραφή του αδικήματος, του οποίου κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν έχει συμπληρωθεί το μετά την πάροδο τετραμήνου χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος
Read moreΚληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου
Μον.Πρωτ.Ρόδου 259/2012 : Κληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου : “Σύµφωνα µε το άρθρο 1711 ΑΚ ο κυοφορούµενος µπορεί να κληρονοµήσει τόσο εκ διαθήκης όσο και εξ αδιαθέτου. Η ρύθµιση βρίσκεται σε αρµονία µε την ΑΚ 36. Συνεπώς ο κυοφορούµενος έχει πλήρη ικανότητα να κληρονοµήσει, υπό την αναβλητική νοµική αίρεση (condition iuris) ότι θα γεννηθεί ζωντανός. Αν η αίρεση πληρωθεί, ο κυοφορούµενος θεωρείται ότι ήταν ήδη κατά το θάνατο του κληρονοµούµενου (ενέργεια ex tunc) γεννηµένος. Συνεπώς είχε κατά τον ίδιο χρόνο την ικανότητα να κληρονοµήσει και γι`αυτό αποκτά και κληρονοµικό δικαίωµα (ΑΚ 36, 1710 παρ.1). Αν όµως η πλήρωση της αίρεσης µαταιωθεί, η συνέπεια είναι, ότι ο κυοφορούµενος δεν είχε ποτέ την ικανότητα να κληρονοµήσει και ούτε έγινε ποτέ κληρονόµος. Γι’ αυτό στην κληρονοµία καλούνται τα πρόσωπα που θα καλούνταν αµέσως µε την επαγωγή αν δεν υπήρχε ο κυοφορούµενος. Ο τελευταίος, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις υπεισέρχεται όχι µόνο στα δικαιώµατα αλλά και στις υποχρεώσεις της κληρονοµίας. Αυτή άλλωστε είναι και η έννοια της καθολικής διαδοχής. Άλλο είναι το ζήτηµα ότι κατ`ανάλογη εφαρµογή της ΑΚ 1912 ο κυοφορούµενος κληρονοµεί πάντοτε µε το ευεργέτηµα της απογραφής (Απόστολου Γεωργιάδη-Μιχαήλ Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ κατ`άρθρο Ερµηνεία Κληρονοµικό δίκαιο Τόµος ΙΧ άρθρο 1711 σελ.50-51)”. (τνπ Nomos)
Read moreΚληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου
Μον.Πρωτ.Ρόδου 259/2012 : Κληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου : “Σύµφωνα µε το άρθρο 1711 ΑΚ ο κυοφορούµενος µπορεί να κληρονοµήσει τόσο εκ διαθήκης όσο και εξ αδιαθέτου. Η ρύθµιση βρίσκεται σε αρµονία µε την ΑΚ 36. Συνεπώς ο κυοφορούµενος έχει πλήρη ικανότητα να κληρονοµήσει, υπό την αναβλητική νοµική αίρεση (condition iuris) ότι θα γεννηθεί ζωντανός. Αν η αίρεση πληρωθεί, ο κυοφορούµενος θεωρείται ότι ήταν ήδη κατά το θάνατο του κληρονοµούµενου (ενέργεια ex tunc) γεννηµένος. Συνεπώς είχε κατά τον ίδιο χρόνο την ικανότητα να κληρονοµήσει και γι`αυτό αποκτά και κληρονοµικό δικαίωµα (ΑΚ 36, 1710 παρ.1). Αν όµως η πλήρωση της αίρεσης µαταιωθεί, η συνέπεια είναι, ότι ο κυοφορούµενος δεν είχε ποτέ την ικανότητα να κληρονοµήσει και ούτε έγινε ποτέ κληρονόµος. Γι’ αυτό στην κληρονοµία καλούνται τα πρόσωπα που θα καλούνταν αµέσως µε την επαγωγή αν δεν υπήρχε ο κυοφορούµενος. Ο τελευταίος, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις υπεισέρχεται όχι µόνο στα δικαιώµατα αλλά και στις υποχρεώσεις της κληρονοµίας. Αυτή άλλωστε είναι και η έννοια της καθολικής διαδοχής. Άλλο είναι το ζήτηµα ότι κατ`ανάλογη εφαρµογή της ΑΚ 1912 ο κυοφορούµενος κληρονοµεί πάντοτε µε το ευεργέτηµα της απογραφής (Απόστολου Γεωργιάδη-Μιχαήλ Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ κατ`άρθρο Ερµηνεία Κληρονοµικό δίκαιο Τόµος ΙΧ άρθρο 1711 σελ.50-51)”. (τνπ Nomos)
Read moreΣτον αέρα προσωπικά δεδομένα
Σύμφωνα με την Οδηγία (2009/136/ΕΚ), και τον αντίστοιχο ελληνικό νόμο (4070/2012), κάθε σάιτ στη χώρα μας οφείλει να ζητεί τη συγκατάθεση των χρηστών για τα «ψηφιακά μπισκότα» που θα αποθηκευτούν στις συσκευές τους. ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οταν «σερφάρετε» στο Ιντερνετ και ανακαλύπτετε ελληνικά σάιτ που σας ήταν άγνωστα, πόσα από αυτά την πρώτη φορά που τα επισκεφθήκατε εμφάνισαν ένα μικρό παράθυρο με πληροφορίες για τα cookies που χρησιμοποιούν, δίνοντάς σας μάλιστα τη δυνατότητα να απορρίψετε ορισμένα ή και όλα τα «ψηφιακά μπισκότα» τους; Θεωρητικά, αυτό θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι ελληνικοί ιστότοποι από τον Ιούλιο του 2012, όταν ενσωματώθηκε στη νομοθεσία μας η πιο πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία για την προστασία της ιδιωτικότητας στο Διαδίκτυο. Ετσι, σύμφωνα με την Οδηγία (2009/136/ΕΚ), και τον αντίστοιχο ελληνικό νόμο (4070/2012), κάθε σάιτ στη χώρα μας οφείλει να ζητεί τη συγκατάθεση των χρηστών για τα «ψηφιακά μπισκότα» που θα αποθηκευτούν στις συσκευές τους. Εντούτοις, αν και έχουν περάσει 2,5 περίπου χρόνια, η θεωρία απέχει ακόμη πολύ από την πράξη, όπως έδειξε η ευρωπαϊκή έρευνα «Cookie Sweep», στην οποία συμμετείχε και η ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. «Στην έρευνα συμπεριλάβαμε τα 30 δημοφιλέστερα ελληνικά σάιτ από τους τομείς του ηλεκτρονικού εμπορίου, του ηλεκτρονικού Τύπου και των δημοσίων υπηρεσιών» λέει στην «Κ» η κ. Γεωργία Παναγοπούλου, Ειδική Επιστήμονας της Αρχής. Η εξέτασή τους έδειξε πως για περίπου έναν στους τρεις ιστότοπους στη χώρα μας η έννοια της προστασίας της ιδιωτικότητας μοιάζει να είναι παντελώς άγνωστη, καθώς το 31% δεν δίνει στους επισκέπτες καμία απολύτως πληροφορία για τα «ψηφιακά μπισκότα» του. «Οσον αφορά τους υπόλοιπους ιστότοπους, αρκετοί απλώς ενημερώνουν τον χρήστη για το ότι χρησιμοποιούν cookies και τον παραπέμπουν στις ρυθμίσεις του browser – χωρίς όμως να του επιτρέπουν να επιλέξει κάποια από αυτά ή ακόμη και κανένα, όπως προβλέπει ο νόμος» σημειώνει η κ. Παναγοπούλου. Επομένως, όπως προσθέτει, «από τα 30 σάιτ του δείγματος, στην πραγματικότητα ελάχιστα ζητούν την άδεια των επισκεπτών για τα cookies που θα εγκαταστήσουν». Τα cookies είναι μικρά αρχεία με πληροφορίες για τους χρήστες και τις προτιμήσεις τους. Μία κατηγορία «ψηφιακών μπισκότων» προέρχονται από τις ίδιες τις ιστοσελίδες (first party cookies), τα οποία συνήθως αξιοποιούνται για τη βελτίωση της λειτουργίας τους ή με σκοπό να διευκολύνουν τον χρήστη – π.χ. ώστε στην επόμενη επίσκεψή του να μη χρειάζεται να πληκτρολογήσει τον κωδικό του ή να ορίσει ξανά σε ποια γλώσσα θέλει να βλέπει το περιεχόμενο. Το «γκρίζο» σημείο, ωστόσο, είναι ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσω του επισκεπτόμενου σάιτ αποθηκεύονται επίσης cookies από online διαφημιστικές εταιρείες (third party cookies). Η συγκεκριμένη κατηγορία χρησιμοποιείται από τις διαφημιστικές για να παρακολουθούν τις κινήσεις των χρηστών στο web. Με αυτό τον τρόπο, όπως και με άλλες τεχνικές, δημιουργούν λεπτομερή καταναλωτικά προφίλ, για να προβάλλουν στοχευμένες καταχωρίσεις. Μαζί με τις υπόλοιπες τεχνολογίες online παρακολούθησης, τα «ψηφιακά μπισκότα» βρίσκονται εδώ και χρόνια στο στόχαστρο αναλυτών και ΜΚΟ, που επικαλούνται στοιχεία τα οποία δείχνουν πως, γύρω από τα καταναλωτικά προφίλ, έχει δημιουργηθεί μια τεράστια βιομηχανία «κατασκοπείας», καταγραφής και αγοραπωλησίας προσωπικών δεδομένων. Προσωπικά δεδομένα τα οποία υποτίθεται πως θα μπορούσε έστω κι εν μέρει να διατηρήσει ένας πολίτης απόρρητα, αν εφαρμοζόταν στην πράξη η ευρωπαϊκή Οδηγία για τα cookies. […]
Read moreΑΠ 277/2014: Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Αριθμός 277/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο – Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Β. Μ. του Σ., κατοίκου …, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα και 2. Γ. Μ. του Ν., κατοίκου …, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 6210/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ. του Ι., κάτοικο … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αρώνη. […] ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ […] Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του (ΑΠ 125, 602/2013, 1621/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που κατ` άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα , αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ` αυτά, οι συνήγοροι και των δύο κατηγορουμένων, όταν τους δόθηκε ο λόγος επί της ενοχής, προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό συνδρομής στο πρόσωπο των κατηγορουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 α` και 2 ε` ΠΚ και συγκεκριμένα α) ο μεν συνήγορος του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Μ. αορίστως, χωρίς παράθεση κανενός πραγματικού περιστατικού και β) οι συνήγοροι του πρώτου κατηγορουμένου Β. Μ. πρόβαλαν και ισχυρίσθηκαν τα παρακάτω: “Στο πρόσωπό μου πρέπει να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α` και ε` του Π.Κ. Ειδικότερα: 1. Όπως αποδεικνύεται και από το υπάρχον στη δικογραφία δελτίο ποινικού μου μητρώου, από τα έγγραφα, που προσκόμισα στο Δικαστήριο Σας και αναγνώστηκαν, αλλά και από την κατάθεση των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιόν Σας, μέχρι την τέλεση της επίδικης πράξης έζησα απολύτως έντιμη προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή και δεν έδωσα ποτέ αφορμή, ως άνθρωπος και υπάλληλος, να αμφισβητηθεί το ήθος και η ακεραιότητά μου. Εχω λευκό ποινικό μητρώο και ουδέποτε έχω απασχολήσει την ποινική ή πειθαρχική δικαιοσύνη για κάποια υπόθεση πέρα από την κρινόμενη ενώπιόν Σας. Η υπηρεσιακή μου συμπεριφορά μέχρι τα επίδικα περιστατικά ήταν άμεμπτη. […]
Read moreAΠ 446/2014 : Αποφαίνεται υπερ της ύπαρξης δεδικασμένου μεταξύ του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο και της μη απόδοσης ΦΠΑ για την ίδια οφειλή. Η εν λόγω απόφαση κινείται στο ίδιο πλαίσιο με την προγενέστερη ΑΠ 357/2013 του ίδιου τμήματος (Έ). Από το Ζ τμήμα εκδόθηκε η αντίθετη ΑΠ 558/2014.
Απόφαση 446 / 2014 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 446/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά – Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Δ. του Θ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Μανουσόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 819/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1240/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 57 παράγραφος 1 του Κ.Ποιν. Δ. “αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διάφορος χαρακτηρισμός”, και κατά την παράγραφο 3 “αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, 2) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο, και 3) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Η “πράξη”, κατά το άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. Για την ταυτότητα της πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως, μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέστηκε. Στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλεια της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διάρκειας στην τέλεση αυτών. Εξ άλλου, η από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή […]
Read moreΠεντΕφΒορΑιγ 86/2013 : Xρήση του "βάρους απόδειξης" και του τεκμηρίου της αθωότητας. Το ΣΔΟΕ δεν έλεγξε τις αποθήκες της εταιρίας, για να διαπιστώσει αν υπήρχαν τα εμπορεύματα.
ΠεντΕφΒορΑιγ 86/2013 (δημ. ΠοινΔικ 2014, σελ. 245) Πρόεδρος Φ. Μανώλαρος Μέλη Β. Χάσκαρη (Εφέτης Πειραιώς), Α. Σιάπκα, Κ. Σιδηρόπουλος, Ε. Ασημακοπούλου Εισαγγελέας Π. Στραγάλης Δικηγόροι Ι. Πετρέλλης, Γ. Αναγνωστόπουλος άρθρο 19 Ν 2523/1997 Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων (…) Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης των κατηγορουμένων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τα πρακτικά συνεδριάσεως και την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα οποία αναγνώσθηκαν και απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και αναφέρονται ανωτέρω, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και απ’ όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην Τ.Σ. και στον Ν.Σ. αποδίδεται η ακόλουθη κατηγορία: Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, εξέδωσαν εικονικά φορολογικά στοιχεία αξίας άνω των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα, στη … Μυτιλήνης, στις 6.9.2004, όντας ομόρρυθμα μέλη, ήτοι διαχειριστής και ταμίας, αντίστοιχα, της εκεί εδρεύουσας εταιρίας με την επωνυμία «…» και αντικείμενο την ανακύκλωση μετάλλων και κατασκευή μεταλλικών αντικειμένων, δρώντας από κοινού, ήτοι μετά συναπόφαση και με κοινό δόλο, εξέδωσαν στο όνομα της ανωτέρω εταιρίας τα κατωτέρω αναφερόμενα, ως προς τον αριθμό και ημερομηνία, καθαρή αξία, ΦΠΑ και συνολική αξία συναλλαγής, αντίστοιχα, φορολογικά στοιχεία (δελτία αποστολής, τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής-τιμολόγια πώλησης), τα οποία παρέδωσαν στη λήπτρια αυτών εταιρία με την επωνυμία «…», με έδρα το Αιγάλεω Αττικής (…) και καταχώρησαν στα λογιστικά βιβλία της ανωτέρω εταιρίας τους, μολονότι αυτά ήταν εικονικά, καθώς: α) Η αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσής τους ήταν προγενέστερη της ημερομηνίας θεώρησής τους από την αρμόδια ΔΟΥ Μυτιλήνης, που πραγματοποιήθηκε στις 6.9.2004, για τα κάτωθι υπό στοιχείο αύξοντα αριθμού 1 έως 50 αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία και β) δεν είναι δυνατόν το θεωρηθέν κατά την ανωτέρω ημερομηνία (6.9.2004) στέλεχος δελτίων αποστολής υπ’ αρ. 200 έως και 349 να βρίσκεται την ίδια ημέρα και 90 λεπτά προ της θεωρήσεως από τη ΔΟΥ Μυτιλήνης στον Ασπρόπυργο Αττικής, ώστε να εκδοθούν τα κάτωθι υπό στοιχείο αύξοντα αριθμού 1-8 αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία. Με τα δελτία αποστολής και τιμολόγια αυτά εμφανίζονταν ότι μεταξύ της λήπτριας και της ως άνω εταιρίας («…») έλαβαν χώρα εμπορικές συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετάλλων και μεταλλικών αντικειμένων), οι οποίες, όμως, ήταν ανύπαρκτες. Η αξία, δε, των εικονικών φορολογικών στοιχείων είναι άνω των 150.000 ευρώ, καθώς ανέρχεται συνολικά σε 221.839,16 ευρώ πλέον ΦΠΑ 39.930,27 ευρώ. Όμως, η ως άνω κατηγορία, που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, δεν αποδείχθηκε. Αυτοί ήσαν ομόρρυθμα μέλη της εταιρίας με την επωνυμία «…», η οποία αγόραζε σκραπ (παλιοσίδερα) από την εταιρία με την επωνυμία «…» και τα πωλούσε στην εταιρία με την επωνυμία «…» για ανακύκλωση. Επειδή, η εταιρία «…», που αγόραζε σκραπ (παλιοσίδερα) για ανακύκλωση από την εταιρία των κατηγορουμένων, βρισκόταν στην Αθήνα και η εταιρία «…», η οποία αγόραζε τα ως άνω σκραπ (παλιοσίδερα) από την εταιρία των κατηγορουμένων, βρισκόταν στο Αιγάλεω Αττικής, τα εν λόγω εμπορεύματα η εταιρία «…» αντί να τα μεταφέρει στη Μυτιλήνη Λέσβου, αφού τα παρελάμβανε από την εταιρία «…» και στη συνέχεια, να τα μεταφέρει πάλι στην εταιρία «…», στο Αιγάλεω Αττικής, τα μετέφερε απ’ ευθείας από την εταιρία, που τα αγόραζε, στην εταιρία, που τα πωλούσε. Οι εταιρίες ανακύκλωσης απαλλάσσονταν από το ΦΠΑ και γι’ αυτό στην ως άνω τριγωνική συναλλαγή η εταιρία […]
Read moreC‑436/13, Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 — Άρθρα 8, 12 και 15 — Διεθνής δικαιοδοσία σε ζητήματα γονικής μέριμνας — Διαδικασία σχετική με την επιμέλεια παιδιού
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα) της 1ης Οκτωβρίου 2014 (*) «Προδικαστική παραπομπή — Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 — Άρθρα 8, 12 και 15 — Διεθνής δικαιοδοσία σε ζητήματα γονικής μέριμνας — Διαδικασία σχετική με την επιμέλεια παιδιού που έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος της διαμονής της μητέρας του — Παρέκταση δικαιοδοσίας υπέρ δικαστηρίου του κράτους μέλους της διαμονής του πατέρα του παιδιού αυτού — Περιεχόμενο» Στην υπόθεση C‑436/13, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την οποία υπέβαλε το Court of Appeal (England & Wales) (Civil division) (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 2ας Αυγούστου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την ίδια ημέρα, στο πλαίσιο της δίκης E. κατά B., ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα), συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου που ασκεί καθήκοντα δικαστή του δεύτερου τμήματος, J. L. da Cruz Vilaça, J.-C. Bonichot και A. Arabadjiev (εισηγητή), δικαστές, γενικός εισαγγελέας: N. Wahl γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοίκησης, έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 15ης Μαΐου 2014, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν: – ο E., εκπροσωπούμενος από την C. Marín Pedreño, solicitor, τον D. Williams, QC, και τον M. Gration, barrister, – η B., εκπροσωπούμενη από την N. Hansen, solicitor, τον H. Setright, QC, και τους E. Devereaux και R. Genova Alquacil, advocates, – η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τις V. Kaye καθώς και M. Gray, barrister, – η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και την J. Kemper, – η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. García-Valdecasas Dorrego, – η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Wilderspin και την A.‑M. Rouchaud-Joët, κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων, εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση 1 Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία των άρθρων 8, 12 και 15 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (ΕΕ L 338, σ. 1). 2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ του E. (που θα αναφέρεται στο εξής ως πατέρας) και της B. (που θα αναφέρεται στο εξής ως μητέρα), αντικείμενο της οποίας είναι το ζήτημα αν τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν διεθνή δικαιοδοσία για να προσδιορίσουν, μεταξύ άλλων, αφενός τον τόπο της συνήθους διαμονής του παιδιού των διαδίκων, το οποίο θα αναφέρεται στο εξής ως S., δηλαδή με το αρχικό γράμμα του ονόματός του, και αφετέρου το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με το παιδί. Το νομικό πλαίσιο Το δίκαιο της Ένωσης 3 Η αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 2201/2003 προβλέπει τα εξής: «Οι κανόνες αρμοδιότητας που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού περί γονικής μέριμνας επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού, ειδικότερα δε του κριτηρίου της εγγύτητας. Αυτό σημαίνει ότι κατά πρώτο λόγο θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής της διαμονής του παιδιού ή ύστερα από συμφωνία μεταξύ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας.» 4 Στο τμήμα 2, που επιγράφεται «Γονική μέριμνα», του κεφαλαίου II του κανονισμού 2201/2003, το οποίο επιγράφεται «Δικαιοδοσία», το άρθρο 8, που […]
Read moreKαταχρηστικές μονομερείς τροποποιήσεις όρων συμβολαίων από εταιρίες τηλεπικοινωνιών επισημαίνει ο Συνήγορος του Καταναλωτή
Το θέμα της μονομερούς τροποποίησης όρων σε συμβάσεις παροχής ηλεκτρονικών επικοινωνιών από πλευράς των εταιριών θίγει σε επιστολή του προς την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων ο Συνήγορος του Καταναλωτή. Το περιεχόμενο της επιστολής έχει ως εξής: «Ένα θέμα που απασχόλησε την Αρχή μας, ιδιαιτέρως τους τελευταίους μήνες, είναι αυτό της μονομερούς τροποποίησης συμβατικών όρων σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τους παρόχους των εν λόγω δικτύων ή και υπηρεσιών. Ι. Η Αρχή μας, πιο συγκεκριμένα, δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται μεγάλο αριθμό καταγγελιών από συνδρομητές παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τις οποίες η μονομερής τροποποίηση συμβατικών όρων – κυρίως των οικονομικών – από πλευράς παρόχων τούς φέρνει σε δυσχερή θέση, επιβαρύνοντας απροσδόκητα τον οικονομικό τους σχεδιασμό. Ο καταναλωτής κατά τη σύναψη της σύμβασης έχει λάβει ως δεδομένο το συμφωνηθέν ποσό του οικονομικού πακέτου με αντάλλαγμα την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη χρονική διάρκεια του συναφθέντος συμβολαίου. Αυτό, άλλωστε, είναι και το νόημα της επιλογής ενός συγκεκριμένου οικονομικού πακέτου και της σύναψης σύμβασης γι’ αυτό. Από τις αναφορές – καταγγελίες που υποβάλλονται στην Αρχή μας είναι προφανές ότι αρκετοί πάροχοι επιλέγουν συστηματικά την τακτική της μονομερούς τροποποίησης συμβατικών όρων, παρά το ότι δεν υπάρχει σημαντική μεταβολή των συνθηκών της αγοράς ούτε οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν τέτοια διάρκεια ικανή να δικαιολογήσει, κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, τη μονομερή τροποποίηση των συμβατικών όρων (πρόκειται για ετήσιες, το πολύ για διετείς συμβάσεις). Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι ο τομέας των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρουσιάζει αυξημένη κινητικότητα από πολλές απόψεις, σε σύγκριση ιδίως με άλλους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας. Πολύ συχνά ωστόσο, οι αναφορές προς την Αρχή μας αναδεικνύουν τακτικές, στο πλαίσιο των οποίων εταιρίες, αφού κατορθώσουν να προσελκύσουν νέους συνδρομητές με κάποιο ανταγωνιστικό οικονομικό πρόγραμμα, πολύ σύντομα (συχνά μέσα στο πρώτο τρίμηνο) προβαίνουν σε μονομερή τροποποίηση των συμβατικών όρων. Η μονομερής αυτή ενέργεια συνεπάγεται την οικονομική επιβάρυνση των καταναλωτών, εγκλωβίζοντάς τους, όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, σε μια σύμβαση την οποία υπέγραψαν, έχοντας υπόψη την πλέον συμφέρουσα προσφορά που τους έγινε κατά το χρόνο υπογραφής της. Συνήθως, η οικονομική επιβάρυνση συνδυάζεται με την παροχή μιας πρόσθετης υπηρεσίας, την οποία, πάντως, ο καταναλωτής δεν ζήτησε και, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν του είναι καν χρήσιμη. ΙΙ. Ο αντίλογος που διατυπώνουν οι εκπρόσωποι παρόχων στο πλαίσιο εξωδικαστικών συμβιβασμών που έχουν γίνει από τον Συνήγορο του Καταναλωτή είναι ότι η πρακτική αυτή είναι επιτρεπτή απο το Γενικό Κανονισμό Αδειών της ΕΕΤΤ. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 2.1.8 σημείο v του παραρτήματος Β του Γενικού Κανονισμού Αδειών, “(…)Σε περίπτωση τροποποίησης των τιμολογίων των παρεχόμενων υπηρεσιών προσδιορίζεται κατά σαφή τρόπο η τροποποίηση η οποία πραγματοποιείται. Επίσης παρέχεται η δυνατότητα στο Χρήστη να αντιταχθεί σε αυτήν και να καταγγείλει τη σύμβαση αζημίως εντός ενός (1) μηνός από τη σχετική ενημέρωσή του (…)”. Εξάλλου, με παράγραφο 2.1.15 περίπτωση (ζ) του ίδιου Κανονισμού “Σε περίπτωση τροποποίησης των συμβατικών όρων μονομερώς από τα πρόσωπα (παρόχους) που παρέχουν Δίκτυα ή/και Υπηρεσίες Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, οι συνδρομητές έχουν το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, είτε είναι ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, αζημίως εντός ενός (1) μηνός από τη σχετική κοινοποίηση. Ο πάροχος υποχρεούται να ενημερώνει τους συνδρομητές σχετικά με τις […]
Read moreAΠ 145/2014 – Συγχώνευση Ποινών
AΠ 145/2014 – Συγχώνευση Ποινών: «Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 του Κ.Π.Δ., αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού νόμου για τη συρροή, δηλαδή τα άρθρα 94 επ. αυτού και κατά της αποφάσεως που καθορίζει συνολική ποινή επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασμένο και τον Εισαγγελέα, για τους περιλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. λόγους. Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Π.Κ. κατά του υπαίτιου δύο η περισσότερων εγκλημάτων, που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται μετά την επιμέτρηση τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, επαυξημένη από τις άλλες συντρέχουσες ποινές. Η επαύξηση όμως αυτή δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των συντρεχουσών αυτών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για κάθειρξη, τα δέκα έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση και τους έξι μήνες όταν πρόκειται για κράτηση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 97 του ίδιου κώδικα η παραπάνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εφαρμόζεται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαρισθεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε και αν αυτή τελέσθηκε. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του Π.Κ. η υπό τον όρο της ανακλήσεως χορηγούμενη απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ.Α.Π. 106/1991). Επομένως μπορεί η ποινή στην οποία αυτή αναφέρεται, να συγχωνευθεί με άλλες ποινές αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφόσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς. Το δικαστήριο υποχρεούται κατά νόμο να προβεί στον καθορισμό συνολικής ποινής και στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία συναντώνται στην εκτέλεση στερητικές της ελευθερίας ποινές των οποίων ζητείται η προσμέτρηση, κατ’ άρθρο 551 ΚΠΔ, με άλλες συρρέουσες ποινές για τις οποίες έχει καθορισθεί συνολική ποινή που εξαντλεί το ανώτατο όριο των 25 ετών επί καθείρξεως ή των δέκα ετών επί φυλακίσεως. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο πρέπει να προβεί στον καθορισμό νέας συνολικής ποινής με ποινή βάση εκείνη των 25 ετών κάθειρξης η δέκα ετών φυλάκισης, που δεν θα διασπασθεί γιατί είναι η βαρύτερη, στην οποία θα προσμετρήσει και τις λοιπές μη προσμετρηθείσες ποινές που φέρονται προς εκτέλεση. Η συνολική ποινή όμως που θα επιβληθεί τελικά, παρά τις προσαυξήσεις, δεν μπορεί και πάλι να υπερβαίνει το ανώτατο όριο των 25 ετών κάθειρξης ή δέκα ετών φυλάκισης, που προβλέπεται από το άρθρο 94 παρ 1 Π Κ, γιατί απαγορεύεται ρητά κάθε υπέρβαση ταυ ορίου αυτού επί συρροής εγκλημάτων, χωρίς διάκριση της βαρύτητας ή του αριθμού αυτών. Ο τρόπος αυτός καθορισμού συνολικής ποινής επιβάλλεται από το νόμο και δεν μπορεί να τον αρνηθεί το δικαστήριο, αφού δεν αναγνωρίζεται η συνέκτιση των ποινών, ενώ εξάλλου αντίκειται στις […]
Read more
