ΑΠ 636/2013: Κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποίησης επί παραβίασης προσωπικών δεδομένων
Περίληψη: Το κατώτατο όριο που μπορεί να επιδικαστεί αν διαπιστωθεί παραβίαση προσωπικών δεδομένων ανέρχεται στο ποσό των 5870, 67 ευρώ και όχι στο ποσό των 5.000 ευρώ εκτός αν ζητηθεί μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Συνεπώς αναιρείται εν προκειμένω η απόφαση του εφετείου. Αριθμός 636/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2′ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη,για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γάτσιου και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αστικού Σωματείου με την επωνυμία “ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ”, που εδρεύει στην …ι εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Σ. του Κ., 3) Λ. Κ. του Φ., 4) Χ. Α. του Χ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2730/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 559/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 5/12/2011 αίτησης του Κ. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 559/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 23 του Ν. 2472/1997, για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, “φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου, προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για παράβαση του παρόντος νόμου, ορίζεται, κατ’ ελάχιστο όριο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός εάν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται, ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη”. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τον ήδη αναιρεσείοντα ασκήθηκε κατά των αναιρεσιβλήτων η από 6-2-2007 αγωγή, με την οποία και μετά από περιορισμό του σχετικού αιτήματος, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι αυτοί του οφείλουν, εις ολόκληρον ο […]
Read moreΑντισυνταγματική η τραπεζική εγγυητική επιστολή για εκτέλεση αποφάσεων κατά του δημοσίου
Μονομερή παραβίαση υπέρ του δημοσίου της συνταγματικά κατοχυρωμένης ισότητας ανάμεσα στους διαδίκους, συνιστά, μεταξύ… άλλων, η νομοθετική διάταξη που προβλέπει ότι για να εκτελεστεί σε βάρος του μη τελεσίδικη δικαστική απόφαση απαιτείται τραπεζική εγγυητική επιστολή. Αυτό έκρινε η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ασχολήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 326 του νόμου 4072/2012, η οποία απαιτεί την ύπαρξη τραπεζική εγγυητικής επιστολής προκειμένου να εκτελεστούν αποφάσεις που υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Με το νόμο του 2012, που τροποποίησε παλαιότερο νομοθέτημα (Ν. 3068/2002), και συγκεκριμένα με το άρθρο 326 ορίζεται ότι η εκτέλεση αποφάσεων που δεν είναι αμετάκλητες και μπορούν να δικαστούν σε επόμενο, ανώτερο, βαθμό, από την οποία απορρέει χρηματική υποχρεώση του δημοσίου σε πολίτη, επιχείρηση κ.λ.π, γίνεται μόνο κατόπιν προσκόμισης εγγυητικής επιστολής Τράπεζας. Η ίδια διάταξη ορίζει ότι η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού έκδοσης αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Με την 9/2013 απόφασή της η Διοικητική Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι η επίμαχη νομοθετική διάταξη είναι αντισυνταγματική. Χαρακτηριστικά, στην απόφαση αναφέρονται τα εξής: «Οι ρυθμίσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα. Τούτο, διότι, κατά την κρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη, με τις ρυθμίσεις αυτές εισάγονται, κατά παράβαση των άρθρων 94 παράγραφος 4 και 95 παράγραφος 5 του Συντάγματος, άσχετα με την δίκη εμπόδια στην συνταγματικώς κατοχυρούμενη υποχρέωση εκτέλεσης τελεσίδικης, και άρα εκτελεστής, δικαστικής αποφάσεως, με συνέπεια να μην παρέχεται στον νικήσαντα διάδικο η δυνατότητα να επιδιώξει αποτελεσματικά, χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις, την ικανοποίηση της τελεσιδίκως αναγνωρισθείσης αξιώσεώς του. Η αξίωσή του δε αυτή, καίτοι δικαστικώς αναγνωρισθείσα, θα ικανοποιείται πάντοτε σε μικρότερο, κατ’ αποτέλεσμα, ποσό, αφού θα επιβαρύνεται από την, όχι ασήμαντου ύψους, δαπάνη για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, της οποίας δαπάνης δεν προβλέπεται η επιστροφή ούτε σε περίπτωση που η προς εκτέλεση απόφαση καταστεί στη συνέχεια αμετάκλητη. Επί πλέον, η ρύθμιση αυτή θεσπίζεται κατά παράβαση της αρχής της ισότητος των διαδίκων, μονομερώς υπέρ του δημοσίου. Εξ άλλου, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για νομοθετική παρέμβαση στην εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, με έννομο αποτέλεσμα απαγγελλόμενο απ’ ευθείας από τον νομοθέτη, ενώ η εν προκειμένω δυνατότητα διορθωτικής παρεμβάσεως του δικαστηρίου περιορίζεται μόνον στο 50% του αμφισβητούμενου ποσού, ακόμη και α ο ιδιώτης τυχόν επικαλείται και αποδεικνύει ότι είναι πλήρως αξιόχρεος». Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι αποφάσεις της Διοικητικής Ολομέλειας του ΣτΕ δεν είναι δεσμευτικές, αλλά έχουν ερμηνευτικό χαρακτήρα προς τους δικαστές του δικαστηρίου, τους νομικούς, κ.λπ. directNEWS.gr
Read moreΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Δυνάμει του άρθρου 70Β του Ν. 2238/1994 (Κώδικας Φορολογίας Εισιοδήματος), όπως ισχύει μετά το Ν. 4152/2013 (Φ.Ε.Κ. τ. Α’, 107, 9-5-2013) «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής των νόμων 4046/2012, 4093/2012 και 4127/2012», ο υπόχρεος στο φόρο, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Αρχή, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων. Εισήχθη δηλαδή υποχρεωτικό στάδιο διοικητικής επίλυσης στις φορολογικές διαφορές εν γένει, σε αντίθεση με το προγενέστερο καθεστώς, στο οποίο η άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 25 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ενώπιον του διοικητικού (φορολογικού) οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ήταν υποχρεωτική για τις περιπτώσεις μόνο όπου το προέβλεπε ρητώς ο νόμος. Με την ως άνω διάταξη του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όμως, και την Απόφασης του Γεν.Γραμματέα της Γ.Γ. Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ (1209/6.09.2013), που καθόρισε τις λεπτομέρειες για την εξέταση των προσφυγών αυτών, θεσπίστηκε υποχρεωτικό στάδιο διοικητικής επίλυσης για τις φορολογικές διαφορές καθιστώντας αφενός την άσκηση οποιασδήποτε άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των υποκειμένων στην ενδικοφανή προσφυγή πράξεων των φορολογικών αρχών απαράδεκτη και αφετέρου την προσφυγή στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια απαράδεκτη αν παραλειφθεί το διοικητικό αυτό προστάδιο σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 63 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Η υποχρέωση αυτή για άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής εκκινεί για ρητές φορολογικές πράξεις που εκδόθηκαν από 01/08/2013 και εφεξής, ακόμη δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος (στις 01-01-2014) του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Ν.4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170/26-07-2013) που στο άρθρο 63 θέτει την ενδικοφανή προσφυγή ως αναγκαία προδικασία κάθε φορολογικής διαφοράς και αμφισβήτησης. Η αίτηση-προσφυγή πρέπει να υποβάλλεται από τον υπόχρεο εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σ’ αυτόν. Η ενδικοφανής προσφυγή στην αρμόδια φορολογική αρχή από τον υπόχρεο και πρέπει να αναφέρει τους λόγους, τους ισχυρισμούς και τα έγγραφα στα οποία βασίζει το αίτημά του, να περιέχει τα ακριβή του στοιχεία, την προσβαλλόμενη πράξη, τη διεύθυνση στην οποία θα συντελούνται οι κοινοποιήσεις των αποφάσεων, των πράξεων και των λοιπών εγγράφων της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τα εν γένει στοιχεία επικοινωνίας του υπόχρεου. Με το έγγραφο της ενδικοφανούς προσφυγής ο υπόχρεος οφείλει να διορίζει αντίκλητο και να αναφέρει τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας με αυτόν (όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, επάγγελμα, διεύθυνση επικοινωνίας, τηλέφωνο, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Ο υπόχρεος ταυτόχρονα με την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής, συνυποβάλλει στην αρμόδια φορολογική αρχή και ηλεκτρονικό φάκελο (σε οπτικό δίσκο – CD ή USB κ.λπ.), στον οποίο περιλαμβάνονται σε μαγνητική μορφή και σε οποιαδήποτε αναγνώσιμη μορφή αρχείου: α) η υποβληθείσα ενδικοφανής προσφυγή, β) η αίτηση αναστολής σε περίπτωση αυτοτελούς υποβολής, γ) τα έγγραφα και δικαιολογητικά που επικαλείται (σε ηλεκτρονικά αρχεία), συνοδευόμενα από υπεύθυνη δήλωση άρθρου 8 ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνεται το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του ηλεκτρονικού φακέλου. Η Φορολογική Διοίκηση, στην οποία κατατίθεται η προσφυγή, αποστέλλει την ενδικοφανή αυτή προσφυγή του υπόχρεου, συνοδευόμενη από σχετικά έγγραφα και τις απόψεις αυτής, εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή, στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης (Τμήμα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εξόδων), προκειμένου […]
Read moreΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ-ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ
Κοινός λογαριασμός ή κατάθεση σε κοινό λογαριασμό είναι μόνο η διεπόμενη από το Ν. 5638/1932 συμβατική χρηματική κατάθεση- πλέον και η κατάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και άυλων τίτλων- σε τράπεζα, η οποία συνδυαζόμενη με «ανοικτό» (τρέχοντα) λογαριασμό, έχει πλείονες δικαιούχους, έκαστος των οποίων από μόνος του ή μαζί με άλλους δύναται- δικαιούται έναντι της τράπεζας- να κάνει εν όλω ή εν μέρει χρήση του λογαριασμού, χωρίς τη σύμπραξη των υπολοίπων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 ν. 5638/1932 συνάγεται ότι, ως προς την τύχη κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε περίπτωση θανάτου ενός από τους συγκαταθέτες, πρέπει να διακριθούν οι ακόλουθες περιπτώσεις: α) Αν δεν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2, ότι δηλαδή μετά το θάνατο κάποιου συγκαταθέτη η κατάθεση και ο λογαριασμός θα περιέλθει αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, οι κληρονόμοι του καταθέτη δεν υπεισέρχονται έναντι της τράπεζας στη θέση συνδικαιούχου της κατάθεσης με βάση το κληρονομικό τους δικαίωμα, λόγω της σχετικής απαγόρευσης του άρθρου 3 ν. 5638/1932, αλλά απλώς έχουν τo δικαίωμα να απαιτήσουν από τους υπόλοιπους συγκατεθέτες το μέρος εκείνο της κατάθεσης που αντιστοιχεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση την εσωτερική σχέση, β) Αν, αντίθετα έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, οι κληρονόμοι αποξενώνονται πλήρως από το ποσό της κατάθεσης, το οποίο εξαιρείται από την κληρονομιά και περιέρχεται αυτοδίκαια στους επιζώντες συγκαταθέτες, χωρίς να μπορούν οι κληρονόμοι να αντλήσουν δικαιώματα από την εσωτερική σχέση των τελευταίων με τον κληρονομούμενο. Ωστόσο, για την προστασία των δικαιωμάτων των νομίμων μεριδούχων, ο νομοθέτης διόρθωσε τις δυσμενείς αυτές συνέπειες με το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέσθηκε δωρεά, κρίνεται (προκειμένου για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ) ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά. Έτσι, προστίθεται στην κληρονομία για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας κατά τους όρους του άρθρου 1831 ΑΚ, υπόκειται δε σε ανατροπή ως άστοργος δωρεά κατά το άρθρο 1831 ΑΚ. Αν δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των περί νόμιμης μοίρας διατάξεων, οι κληρονόμοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα πάνω σε ένα τέτοιο λογαριασμό του δικαιοπαρόχου τους (ΑΠ 1393/2011 ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ” ΑΠ 855/2002 ΕλλΔνη 43 (2002) σελ 1700, ΑΠ 540/1998 ΕλλΔνη 40 (1999) σελ. 148, ΑΠ 539/1992 ΕλλΔνη 35 (1994) σελ. 78, ΕφΑθ 7530/1997 ΕλλΔνη 39 (1998) σελ. 1685, ΜΠρΒολου 1215/2003,τνπ “ΝΟΜΟΣ`, Κ. Φουντεδάκη, “Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό και προστασία του νόμιμου μεριδούχου”, Αρμ 1997 σελ. 593-601 ιδίως 595, Σ, Ψυχομάνη, “Τραπεζικό δίκαιο Δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων”, σελ. 189,1. Βελέντζα, Τραπεζικά δίκαιο, σελ. 135). Μαρία Τζαβέλα
Read moreΑΠ 743/2013 – Εικονικότητα πώλησης και τίμημα
Για το κύρος της καταρτισθείσης συμβάσεως πωλήσεως δεν ασκεί επιρροή το αν και πως κατέβαλε ο αγοραστής το τίμημα που συμφωνήθηκε, ούτε η μη καταβολή του τιμήματος καθιστά, αυτή και μόνη, την πώληση εικονική, όπως δεν ασκεί επιρροή και το αν το συμφωνηθέν τίμημα ανταποκρινόταν ή όχι στην αγοραία αξία του πωληθέντος. Απλώς τα γεγονότα αυτά μπορεί να αποτελέσουν δικαστικά τεκμήρια για την εικονικότητα της συμβάσεως κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων. Αριθμός 743/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Λ. και 2) Β. Γ. του Λ., κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σαρηγιάννη. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Γ. του Η., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 172/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/10/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 19/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 138§1 του ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πωλήσεως είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των μερών για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος, η οποία προκειμένου για ακίνητο πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρ. 366 ΑΚ). Παρέπεται ότι για το κύρος της καταρτισθείσης συμβάσεως πωλήσεως δεν ασκεί επιρροή το αν και πως κατέβαλε ο αγοραστής το τίμημα που συμφωνήθηκε, ούτε η μη καταβολή του τιμήματος καθιστά, αυτή και μόνη, την πώληση εικονική (ΑΠ 1534/2001, 483/2005), όπως δεν ασκεί επιρροή και το αν το συμφωνηθέν τίμημα ανταποκρινόταν ή όχι στην αγοραία αξία του πωληθέντος. Απλώς τα γεγονότα αυτά μπορεί να αποτελέσουν δικαστικά τεκμήρια για την εικονικότητα της σύμβασης κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν εφαρμόζει κανόνα, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, όπως δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών από την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την […]
Read moreΠΟΛ.1132/3.12.2003, Διαδικασία χορήγησης προσωρινής άδειας κυκλοφορίας.
ΠΟΛ.1132/3.12.2003 Διαδικασία χορήγησης προσωρινής άδειας κυκλοφορίας. Αθήνα, 3 Δεκεμβρίου 2003 Αριθμ.Πρωτ.: 1109354/1188/Τ.&Ε.ΦΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΕΛΩΝ & ΕΙΔ. ΦOPOΛOΓΙΩN ΤΜΗΜΑ ΒΆΠΟΛ 1132ΘΕΜΑ: Διαδικασία χορήγησης προσωρινής άδειας κυκλοφορίας.Με αφορμή ερωτήματα που τέθηκαν στην Υπηρεσία μας σχετικά με το ανωτέρω θέμα σας γνωρίζουμε τα εξής1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 22 του Ν.2367/1953 , όπως ισχύει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας με προσωρινή άδεια κυκλοφορίας και μέχρι δύο (2) μέρες το μήνα. Η προσωρινή άδεια χορηγείται αποκλειστικά και μόνο από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ αφού καταβληθούν τέλη κυκλοφορίας 1,90 Ευρώ για κάθε μέρα, ανεξάρτητα από το είδος του αυτοκινήτου ή της μοτοσικλέτας. Μέχρι τώρα η κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. προσωρινή άδεια θεωρείται από τις κατά τόπους Υπηρεσίες Τροχαίας, οι οποίες εκδίδουν Ειδική πινακίδα από χαρτόνι «Μ». 2. Για την απλοποίηση της διαδικασίας χορήγησης των ανωτέρω προσωρινών αδειών και την αποφυγή άσκοπων μετακινήσεων των ενδιαφερομένων κρίνεται αναγκαίο η διαδικασία χορήγησης των αδειών αυτών να ολοκληρώνεται σε μια υπηρεσία του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ., η οποία σύμφωνα με ης ανωτέρω διατάξεις είναι αρμόδια για τη χορήγησή της. Για το λόγο αυτό, από 1ης Μαρτίου 2004 οι Δ.Ο.Υ. οι οποίες χορηγούν τις προσωρινές άδειες θα χορηγούν και ης ειδικές πινακίδες από χαρτόνι «Μ», χωρίς καμία ανάμιξη των Υπηρεσιών της Τροχαίας για θεώρηση ή άλλη ενέργεια. 3. Με την ευκαιρία αυτή υπενθυμίζουμε ότι: α) Με τα έγγραφά μας Μ 739/122/ ΠΟΛ.33/25.2.1982 , Μ 794/248/ ΠΟΛ.87/6.3.1986 , Α 8302/387/ ΠΟΛ.245/17.8.1987 , 1108539/1276/Τ. & Ε.Φ./ ΠΟΛ.1238/25.9.1998 και 1012746/29Τ. & Ε.Φ./ ΠΟΛ.1055/7.2.2002 , έχει διευκρινισθεί, από τη Διοίκηση ότι εξαιρετικές περιπτώσεις για τη χορήγηση της προσωρινής άδειας είναι: Για τα ανάριθμα αυτοκίνητα μόνο για τη μεταφορά τους: – Από τον τόπο αγοράς ή τελωνισμού στον τόπο ταξινόμησης. – Για έλεγχο από το K.T.E.Ο. και – Για μετάβαση σε ειδικά συνεργεία για μετατροπή προσθήκη αμαξωμάτων ή άλλων τεχνικών στοιχείων. Για τα ενάριθμα αυτοκίνητα που βρίσκονται σε ακινησία. – Για δοκιμή, επισκευή ή πώληση αυτών. β) Η προσωρινή άδεια κυκλοφορίας .θα χορηγείται αποκλειστικά και μόνο για μεν τα ανάριθμα αυτοκίνητα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η επιχείρηση του πωλητή ή ο τελωνειακός χώρος εκτελωνισμού ή ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος του οχήματος, για δε τα ενάριθμα αυτοκίνητα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. στον οποίο έχει κατατεθεί δήλωση ακινησίας. γ) Το χρονικό διάστημα για το οποίο χορηγείται η προσωρινή άδεια κυκλοφορίας (δύο μέρες το ανώτερο το μήνα) αρχίζει να μετρά από την έναρξη της ημερολογιακής ημέρας για την οποία χορηγείται η άδεια και λήγει με τη συμπλήρωση μίας ή δύο ημερολογιακών ημερών, κατά περίπτωση. δ) Με την επιφύλαξη τυχόν άλλων διατάξεων αρμοδιότητας Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών η οδήγηση του οχήματος, για το οποίο χορηγήθηκε προσωρινή άδεια κυκλοφορίας, επειδή από το νόμο, ( παρ. 7 άρθρο 22 του ν.2367/1953 ) δε γίνεται διάκριση, είναι δυνατή όχι μόνο από τον κύριο του οχήματος αλλά και από τρίτο πρόσωπο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι το αυτοκίνητο κυκλοφορεί αποκλειστικά για τους λόγους τους οποίους εκδόθηκε η προσωρινή άδεια κυκλοφορίας. 4. Από την έκδοση της παρούσας παύει να ισχύει κάθε προηγούμενη αντιθέτου περιεχομένου. judex
Read moreΤο σχέδιο Νόμου για την Αναστολή πλειστηριασμών
Αναστολή πλειστηριασμών 1. α. Από 01.01.2014 και μέχρι 31.12.2014 απαγορεύονται οι πλειστηριασμοί ακινήτων οφειλετών, που χρησιμεύουν ως κύρια κατοικία τους δηλωθείσα ως τέτοια στην τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματός τους, εφόσον η αντικειμενική αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της υποπαραγράφου 1β. Το παρόν άρθρο δεν καταλαμβάνει τις οφειλές που α) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε β) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α` 151). β. Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας εμπίπτουν οι οφειλέτες που πληρούν τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις: βα) το ετήσιο οικογενειακό τους εισόδημα, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης, είναι μικρότερο ή ίσο των τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€35.000) ββ) η συνολική αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους είναι μικρότερη ή ίση των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (€270.000) και εξ αυτής το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δεν υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), ρητώς εξαιρουμένων καταθέσεων και κινητών αξιών από συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά προγράμματα. Ειδικά για i) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω, και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 ν. 2238/1994, τα παραπάνω όρια των σωρευτικών προϋποθέσεων προσαυξάνονται έκαστο κατά ποσοστό 10%. 2. α. Κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού οι οφειλέτες έχουν υποχρέωση υποβολής στο δανειστή με κάθε πρόσφορο μέσο υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/86 (Α΄ 75), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67), στην οποία αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του οφειλέτη, λεπτομερή και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας, περιγραφή της πλήρωσης των παραπάνω προϋποθέσεων και λεπτομερής αναγραφή των κινήσεων λογαριασμού που ξεπερνούν το ποσό των χιλίων ευρώ (€1.000) τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης της παρούσας υποπαραγράφου μέχρι 31.01.2014, ή εντός δύο μηνών από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού. β. Ο δανειστής κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού μπορεί να καλεί τον οφειλέτη να προσκομίσει βα) αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί μετά την 01.01.2007 και φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί πριν την 01.01.2007 ββ) βεβαίωση συγκριτικών στοιχείων της αρμόδιας φορολογικής αρχής με αναφορά επί του ποσού του ακινήτου για ακίνητα εκτός του αντικειμενικού προσδιορισμού, βγ) αντίγραφο τελευταίων δηλώσεων Ε1 και Ε9 και βδ) αποδεικτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας με νωρίτερη ημερομηνία την 20η Νοεμβρίου 2013 σχετικά με το ύψος των καταθέσεων και των κινητών αξιών και, όπου απαιτούνται, βε) βεβαίωση ανεργίας από τον ΟΑΕΔ είτε αντίγραφο της επικαιροποιημένης κάρτας ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, βστ) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, βζ) πιστοποιητικό Α΄/βάθμιας […]
Read moreΤο σχέδιο Νόμου για την Αναστολή πλειστηριασμών
Αναστολή πλειστηριασμών 1. α. Από 01.01.2014 και μέχρι 31.12.2014 απαγορεύονται οι πλειστηριασμοί ακινήτων οφειλετών, που χρησιμεύουν ως κύρια κατοικία τους δηλωθείσα ως τέτοια στην τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματός τους, εφόσον η αντικειμενική αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της υποπαραγράφου 1β. Το παρόν άρθρο δεν καταλαμβάνει τις οφειλές που α) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε β) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α` 151). β. Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας εμπίπτουν οι οφειλέτες που πληρούν τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις: βα) το ετήσιο οικογενειακό τους εισόδημα, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης, είναι μικρότερο ή ίσο των τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€35.000) ββ) η συνολική αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους είναι μικρότερη ή ίση των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (€270.000) και εξ αυτής το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δεν υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), ρητώς εξαιρουμένων καταθέσεων και κινητών αξιών από συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά προγράμματα. Ειδικά για i) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω, και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 ν. 2238/1994, τα παραπάνω όρια των σωρευτικών προϋποθέσεων προσαυξάνονται έκαστο κατά ποσοστό 10%. 2. α. Κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού οι οφειλέτες έχουν υποχρέωση υποβολής στο δανειστή με κάθε πρόσφορο μέσο υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/86 (Α΄ 75), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67), στην οποία αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του οφειλέτη, λεπτομερή και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας, περιγραφή της πλήρωσης των παραπάνω προϋποθέσεων και λεπτομερής αναγραφή των κινήσεων λογαριασμού που ξεπερνούν το ποσό των χιλίων ευρώ (€1.000) τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης της παρούσας υποπαραγράφου μέχρι 31.01.2014, ή εντός δύο μηνών από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού. β. Ο δανειστής κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού μπορεί να καλεί τον οφειλέτη να προσκομίσει βα) αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί μετά την 01.01.2007 και φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί πριν την 01.01.2007 ββ) βεβαίωση συγκριτικών στοιχείων της αρμόδιας φορολογικής αρχής με αναφορά επί του ποσού του ακινήτου για ακίνητα εκτός του αντικειμενικού προσδιορισμού, βγ) αντίγραφο τελευταίων δηλώσεων Ε1 και Ε9 και βδ) αποδεικτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας με νωρίτερη ημερομηνία την 20η Νοεμβρίου 2013 σχετικά με το ύψος των καταθέσεων και των κινητών αξιών και, όπου απαιτούνται, βε) βεβαίωση ανεργίας από τον ΟΑΕΔ είτε αντίγραφο της επικαιροποιημένης κάρτας ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, βστ) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, βζ) πιστοποιητικό Α΄/βάθμιας […]
Read moreΑστική μη κερδοσκοπική εταιρεία του Αστικού Κώδικα 741 επ. – Παραδείγματα φορολογίας
αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία Σύμφωνα με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Εσόδων οι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες του ΑΚ φορολογούνται ως εξής: 1. Σύμφωνα με την 1013044/222/Α0012/ ΠΟΛ.: 1031/7.2.2001 διαταγή μας, ως ακαθάριστο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ή ελευθέρια επαγγέλματα των αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών υποκείμενο σε φόρο θεωρείται μόνο αυτό που προέρχεται από καθαρά εμπορικές δραστηριότητες ή την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος (π.χ. τέλεση δημόσιων θεαμάτων, έκδοση εφημερίδων, προβολή κινηματογραφικών ταινιών, ενοίκια, τόκοι καταθέσεων κτλ.). Αντίθετα, οι συνδρομές \και εγγραφές των μελών, καθώς και οι χορηγίες ή δωρεές προς αυτές, επειδή αποτελούν εισροές κεφαλαιουχικού χαρακτήρα, δηλαδή στερούνται τα εννοιολογικά γνωρίσματα του εισοδήματος, δεν εμπίπτουν στην έννοια των ακαθάριστων εσόδων, για να φορολογηθούν με το άρθρο 10 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Επίσης, τα ποσά των χορηγιών που παρέχονται για την τέλεση δραστηριοτήτων που εκτελούνται από τις εταιρείες αυτές μειώνουν το κόστος αυτών. 2. Κατά τη λειτουργία τους οι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες βαρύνονται με δαπάνες που συνδέονται με τη γενικότερη λειτουργία τους και δεν μπορούν να βαρύνουν αποκλειστικά την δραστηριότητα (κλάδο) για την οποία φορολογούνται. Οι δαπάνες αυτές όπως για παράδειγμα το ενοίκιο της έδρας, η κατανάλωση ρεύματος, μισθοί προσωπικού γραμματείας – λογιστηρίου κλπ., πρέπει να μερίζονται σε μέρη ανάλογα των αφορολόγητων εσόδων και των ακαθάριστων εσόδων που υπόκεινται σε φορολογία. 3. Περαιτέρω, κατά τον προσδιορισμό των φορολογητέων καθαρών κερδών της εταιρείας, από τα ακαθάριστα έσοδα που υπόκεινται σε φορολογία αφαιρούνται οι δαπάνες που βαρύνουν αποκλειστικά τη φορολογητέα δραστηριότητα της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, καθώς και από τις υπόλοιπες δαπάνες αυτές που με βάση τον παραπάνω μερισμό αντιστοιχούν επί των φορολογητέων ακαθαρίστων εσόδων. 4. Όσον αφορά τις δαπάνες που με βάση τον παραπάνω μερισμό αντιστοιχούν επί των μη φορολογητέων εσόδων, αυτές καλύπτονται από τα έσοδα αυτά, ωστόσο, μόνο κατά το μέρος που τυχόν δεν καλύπτονται από τα έσοδα αυτά θα συμμετέχουν στο αποτέλεσμα (κέρδος ή ζημιά) της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας. Δηλαδή, αν οι δαπάνες που αντιστοιχούν επί των αφορολόγητων εσόδων της εταιρείας είναι μικρότερες από τα έσοδα αυτά, εννοείται δεν θα λαμβάνονται καθόλου υπόψη για τον προσδιορισμό του κέρδους ή της ζημιάς της εταιρείας. 5. Για τη καλύτερη κατανόηση των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα: Έστω η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «Ψ» με φορολογητέα ακαθάριστα έσοδα 21.000 ευρώ, έσοδα από συνδρομές -εγγραφές 2.000 ευρώ, δαπάνες εμπορικής δραστηριότητας 15.000 ευρώ και λοιπές κοινές δαπάνες 26.000 ευρώ. Μερισμός δαπανών με βάση φορολογούμενα και αφορολόγητα ακαθάριστα έσοδα: 26.000 Χ 2.000/23.000 = 2.261 ευρώ 26.000 Χ 21.000/23.000 = 23.739 ευρώ Προσδιορισμός κερδών ή ζημιών: Ακαθάριστα Έσοδα φορολογητέα (21.000) – Δαπάνες (15.000 + 23.739 = 38.739) = Ζημία από εμπορική δραστηριότητα 17.739 ευρώ. Επισημαίνεται ότι, επειδή τα αφορολόγητα έσοδα από συνδρομές – εγγραφές (2.000 ευρώ) είναι μικρότερα από το ποσό των δαπανών που αναλογούν σ΄ αυτά (2.261 ευρώ), συνεπώς μόνο η διαφορά των 261 ευρώ θα προστεθεί στη ζημιά που προέρχεται από την εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας, δηλαδή, Σύνολο Ζημιών 17.739 + 261 = 18.000 ευρώ. siamakis
Read moreΝέος Φορολογικός Νομος – Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος – Αρμοδιότητα – Έδρα – Εξουσίες
Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ορίζεται με τον αναπληρωτή του, εισαγγελικός λειτουργός με βαθμό αντεισαγγελέα εφετών, από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Η τοποθέτηση τους διενεργείται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος εκτελεί τα καθήκοντα του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και συνεπικουρείται από τρεις, τουλάχιστον, εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και ένας από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών θεσσαλονίκης. Οι τελευταίοι ορίζονται από τους διευθύνοντες τις οικείες Εισαγγελίες. Το έργο των αρμόδιων για τα οικονομικά εγκλήματα Εισαγγελέων εποπτεύει και συντονίζει Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που ορίζεται με πλήρη ή μερική απασχόληση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στα καθήκοντα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, η κατά τόπο αρμοδιότητα του οποίου επεκτείνεται σε όλη την Επικράτεια, ανήκει η εποπτεία, η καθοδήγηση και ο συντονισμός των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παράγραφος 1 περίπτωση α” του Κ.Π.Δ. και ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, ιδίως δε υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), των Τελωνείων, της Ε.Λ.Υ.Τ. και των φοροελεγκτικών υπηρεσιών, εν γένει, του Υπουργείου Οικονομικών, κατά τη διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τελέσεως κάθε είδους φορολογικών και οικονομικών εγκλημάτων και οποιωνδήποτε άλλων συναφών, εφόσον αυτά διαπράττονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ή βλάπτουν σοβαρά την εθνική οικονομία. Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ενημερώνεται για όλες τις καταγγελίες και τις πληροφορίες που περιέχονται στις υπηρεσίες της παραγράφου 3 για εγκλήματα της αρμοδιότητας του, αξιολογεί δε και διερευνά τις πληροφορίες αυτές, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του, σχετικά με αυτά, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Για τη διερεύνηση των υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα του ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης από τους κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου γενικούς ή ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους. Η δικογραφία που σχηματίζεται μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης διαβιβάζεται στους κατά τόπο αρμόδιους για την ποινική δίωξη εισαγγελείς πρωτοδικών, με την παραγγελία άμεσης άσκησης ποινικής δίωξης. Με σύμφωνη γνώμη του εποπτεύοντος Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που έχει ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από τον κατά τόπο αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, χωρίς να στερείται τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, μετά το πέρας της οποίας ενημερώνεται εγγράφως για την πορεία της. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παραγράφου 1 έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Για τη διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και των εισαγγελικών λειτουργών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, συστήνεται στο Υπουργείο Οικονομικών Γραφείο Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, το οποίο διευθύνεται από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος. Υπηρεσιακή Μονάδα του Γραφείου Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να συστήνεται με απόφαση του […]
Read more
