Διαδικασία κοινοποίησης κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων

6 Δεκεμβρίου, 2013

 ΦΕΚ B 3099/2013  ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ Αριθμ. ΠΟΛ: 1257 (1) Διαδικασία κοινοποίησης κατασχετηρίων για την επιβο− λή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και δήλωσης αυτών με ηλεκτρονικά μέσα κατ’ εφαρμογή των άρθρων 30Α και επόμενα του Ν.Δ. 356/1974 (Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων). http://www.ministryofjustice.gr/site/kodikes/%CE%95%CF%85%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF/%CE%9A%CE%A9%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%95%CE%A9%CE%A3%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%A9%CE%9D%CE%95%CE%A3%CE%9F%CE%94%CE%A9%CE%9D/tabid/255/language/el-GR/Default.aspx Αρθρο: 30 Ημ/νία: 01.01.2002 Ημ/νία Ισχύος: 01.07.1974 Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ   Τίτλος Αρθρου Κατάσχεσις εις χείρας τρίτων Λήμματα Κατάσχεση σε χέρια τρίτων Σχόλια Αντικειμενό της μπορεί να είναι και απαίτηση υπό αίρεση ή προθεσμία, προσδιοριστέα κατ’είδος και οφειλέτη κατά το χρόνο επιβολής, όχι δε απαραίτητα κατά ποσό (π.χ αποζημίωση εκμισθωτή προς μισθωτή για καταγγελία σύμβασης μίσθωσης). ΕφΑθ 3416/1990, ΕλλΔνη 32/1206. Η εντός ” ” παρ. 4 του παρόντος άρθρου προστέθηκε και οι παρ. 4 και 5 αναριθμήθηκαν σε 5 και 6, αντιστοίχως του παρόντος άρθρου, με την παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 2648/98 (Α’ 238), ισχύουν δε από 22.10.1998. – Η εντός ” ” παρ. 5 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την περ. στ του άρθρου 18 του Ν. 2948/2001 (Α 242), και σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2002. Κείμενο Αρθρου Γ’ ΚΑΤΑΣΧΕΣΙΣ ΚΙΝΗΤΩΝ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΩΝ 1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ’ αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ’ αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των εν άρθροις 14-19 και επόμενα του παρόντος Ν.Διατάγματος οριζόμενα. Εάν τα πράγματα ταύτα συνίστανται εις ξένα νομίσματα ή χρεώγραφα παραδίδονται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, επί εκδόσει γραμματίου παρακαταθήκης υπέρ του Δημοσίου εξοφλουμένου εντολή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου όστις εν συνεχεία τρέπει τα ξένα νομίσματα εις εγχώριον νόμισμα ή εκποιεί τα χρεώγραφα κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις. Εν περιπτώσει μη συμμορφώσεως ο εις χείρας ούτινος η κατάσχεσις υποχρεούται προς τούτο και δια προσωπικής κρατήσεως ανεξαρτήτως εάν είχε τοιούτον κατ’ αυτού δικαίωμα ο πιστωτής του οφειλέτης του Δημοσίου. 3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως. “4. Η κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό, μετά από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε.” “5. Εάν η αξία των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων δεν υπερβαίνη το ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, πάσα άλλη μεταγενεστέρα κατάσχεσις, πλην των υπό του Δημοσίου και δια τα προς αυτό οφειλόμενα ποσά επιβαλλομένων, είναι αυτοδικαίως άκυρος”. 6. Η κατάσχεσις […]

Read more

Τριμελές Εφετείο Λαμίας 43/2013: Εφαρμοστέο δίκαιο επί αδικοπραξίας

24 Νοεμβρίου, 2013

“Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 ΑΚ* οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, κατ’ ακολουθίαν και στην περίπτωση που με διάπραξη αδικήματος επήλθε θάνατος αλλοδαπού στην Ελλάδα η αδικοπρακτική ενοχή θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, οπότε κατά το δίκαιο αυτό τα μέλη της οικογένειας του θύματος, στα οποία περιλαμβάνονται και οι αδελφοί, θα δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης“. *Διευκρινήσεις: το άρθρο 26 ΑΚ εφαρμόζεται επί αδικοπραξίων: –> οι οποίες έχουν τελεστεί πρίν τις 11 Ιανουαρίου 2009. –> οι οποίες έχουν τελεσεί από τις 11 Ιανουαρίου 2009 και μετά και δεν εμπίπτουν στο καθ΄ ύλην πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού Ρώμη ΙΙ ( 864/2007).  

Read more

Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους

23 Νοεμβρίου, 2013

Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους  γράφει η Δούφου Αθηνά – Μαρκία Η σπουδαιότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έγκειται κυρίως στην προσβολή της ιδιοκτησίας του οφειλέτη μέσω του κρατικού καταναγκασμού, προς ικανοποίηση αξιώσεων του δανειστή[1], καθώς αυτός δεν έχει δικαίωμα στην αυτοδίκαιη προστασία του ουσιαστικού του δικαιώματος. (α. 20 παρ. 1 Σ, α.6 παρ. ΕΣΔΑ). Για τον λόγο αυτό, στα πλαίσια της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Κράτους, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει ανατεθεί σε όργανα εκτός των δικαστηρίων, δηλαδή σε κρατικά εκτελεστικά όργανα, όπως είναι ο συμβολαιογράφος και ο δικαστικός επιμελητής, τα οποία διατάσσονται από το Δικαστήριο να προβούν στην εκτέλεση του εκδοθέντος τίτλου. [2] Ο ρόλος όμως του δικαστηρίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να τελειώνει στην διάγνωση του ουσιαστικού δικαιώματος για πολλούς λόγους. Καταρχήν, ο δανειστής προελαύνει  έναντι του οφειλέτη με αρωγό τα δημόσια όργανα εκτέλεσης δίχως αυτά να έχουν την δυνατότητα ή την υποχρέωση διάγνωσης ουσιαστικών ή δικονομικών ελαττωμάτων της αρχόμενης διαδικασίας. Συνοδευόμενο δε και με την λογική ότι ο οφειλέτης δέχεται κρατικό εξαναγκασμό, ακόμα και χωρίς προηγούμενη συζήτηση, κατά την οποία να μπορεί να αντιλέξει, όπως στην διαταγή πληρωμής (άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ), πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να προβάλει τις αντιρρήσεις του ακόμα και ως προς αυτό το ουσιαστικό δικαίωμα, την ικανοποίηση του οποίου επιδιώκει ο δανειστής. Περαιτέρω,  βασική αρχή της αναγκαστικής εκτελέσεως επιτάσσει ότι καμία πράξη της διαδικασίας δεν είναι άκυρη από μόνη της αλλά ακυρούται μετά από προβολή των λόγων ακυρότητας αυτής και έκδοση αποφάσεως που να την απαγγέλλει. Αυτή είναι η έννοια της «δικονομικής ακυρότητας» (ΑΚ 159), διαφοροποιούμενης από την έννοια της ακυρότητας κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και δεν έχει ανάγκη προηγούμενης προβολής.[3] Για αυτό ο νομοθέτης θέσπισε ένα πλέγμα διατάξεων στο αντίστοιχο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες καλύπτουν την άμυνα των παραγόντων, με πρακτικότερη σημασία όλων τις ανακοπές του άρθρου 933 (Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης ) και 936 ( Ανακοπή Τρίτου) ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ Ενεργητική νομιμοποίηση: Η ενεργητική νομιμοποίηση στην ανακοπή του 933 του καθ’ ου η εκτέλεση δεν εδράζεται μόνο στο άρθρο αυτό. Αυτή εδράζεται και στο άρθρο 583 ΚΠολΔ [4], που βρίσκεται στις γενικές διατάξεις των ενδίκων μέσων (ΚπολΔ 495 επ.). Ως εκ τούτου αποκλείεται από την άσκηση της ανακοπής αυτής ο επισπεύδων, αλλά και υποδεικνύεται ότι όπου δεν ρυθμίζεται ειδικά κάποια ανακοπή κατά της εκτέλεσης, τότε είτε ρητά παραπέμπει ο νομοθέτης στο α. 583 ΚΠολΔ ή σιωπηρά έχουν αναλογική εφαρμογή. Βέβαια, καθ’ ου η εκτέλεση είναι ένας όρος που συναντάται στην αναγκαστική εκτέλεση τόσο με στενή έννοια, περιλαμβάνοντας μόνο τον οφειλέτη, που βάσει του τίτλου είναι ο υπόχρεος προς εξόφληση, όσο και με την ευρεία έννοια. Στην ευρεία έννοια εντάσσονται όλα εκείνα τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται παθητικά όταν επισπεύδεται εναντίον τους αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 919, 920)[5]. Επίσης πρόσωπα που υποκαθιστούν τον οφειλέτη[6]. Μάλιστα, στην περίπτωση που νομιμοποιούνται περισσότερα πρόσωπα για την άσκηση της ανακοπής, δύνανται, εφόσον οι λόγοι της ανακοπής και η πράξη εκτέλεσης κατά της οποίας αυτή στρέφεται είναι οι ίδιοι για όλα τα πρόσωπα, να ασκήσουν από κοινού μία ανακοπή. Αν γίνει αυτό , τότε η ενεργητική ομοδικία θα […]

Read more

Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους

23 Νοεμβρίου, 2013

Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους  γράφει η Δούφου Αθηνά – Μαρκία Η σπουδαιότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έγκειται κυρίως στην προσβολή της ιδιοκτησίας του οφειλέτη μέσω του κρατικού καταναγκασμού, προς ικανοποίηση αξιώσεων του δανειστή[1], καθώς αυτός δεν έχει δικαίωμα στην αυτοδίκαιη προστασία του ουσιαστικού του δικαιώματος. (α. 20 παρ. 1 Σ, α.6 παρ. ΕΣΔΑ). Για τον λόγο αυτό, στα πλαίσια της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Κράτους, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει ανατεθεί σε όργανα εκτός των δικαστηρίων, δηλαδή σε κρατικά εκτελεστικά όργανα, όπως είναι ο συμβολαιογράφος και ο δικαστικός επιμελητής, τα οποία διατάσσονται από το Δικαστήριο να προβούν στην εκτέλεση του εκδοθέντος τίτλου. [2] Ο ρόλος όμως του δικαστηρίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να τελειώνει στην διάγνωση του ουσιαστικού δικαιώματος για πολλούς λόγους. Καταρχήν, ο δανειστής προελαύνει  έναντι του οφειλέτη με αρωγό τα δημόσια όργανα εκτέλεσης δίχως αυτά να έχουν την δυνατότητα ή την υποχρέωση διάγνωσης ουσιαστικών ή δικονομικών ελαττωμάτων της αρχόμενης διαδικασίας. Συνοδευόμενο δε και με την λογική ότι ο οφειλέτης δέχεται κρατικό εξαναγκασμό, ακόμα και χωρίς προηγούμενη συζήτηση, κατά την οποία να μπορεί να αντιλέξει, όπως στην διαταγή πληρωμής (άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ), πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να προβάλει τις αντιρρήσεις του ακόμα και ως προς αυτό το ουσιαστικό δικαίωμα, την ικανοποίηση του οποίου επιδιώκει ο δανειστής. Περαιτέρω,  βασική αρχή της αναγκαστικής εκτελέσεως επιτάσσει ότι καμία πράξη της διαδικασίας δεν είναι άκυρη από μόνη της αλλά ακυρούται μετά από προβολή των λόγων ακυρότητας αυτής και έκδοση αποφάσεως που να την απαγγέλλει. Αυτή είναι η έννοια της «δικονομικής ακυρότητας» (ΑΚ 159), διαφοροποιούμενης από την έννοια της ακυρότητας κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και δεν έχει ανάγκη προηγούμενης προβολής.[3] Για αυτό ο νομοθέτης θέσπισε ένα πλέγμα διατάξεων στο αντίστοιχο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες καλύπτουν την άμυνα των παραγόντων, με πρακτικότερη σημασία όλων τις ανακοπές του άρθρου 933 (Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης ) και 936 ( Ανακοπή Τρίτου) ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ Ενεργητική νομιμοποίηση: Η ενεργητική νομιμοποίηση στην ανακοπή του 933 του καθ’ ου η εκτέλεση δεν εδράζεται μόνο στο άρθρο αυτό. Αυτή εδράζεται και στο άρθρο 583 ΚΠολΔ [4], που βρίσκεται στις γενικές διατάξεις των ενδίκων μέσων (ΚπολΔ 495 επ.). Ως εκ τούτου αποκλείεται από την άσκηση της ανακοπής αυτής ο επισπεύδων, αλλά και υποδεικνύεται ότι όπου δεν ρυθμίζεται ειδικά κάποια ανακοπή κατά της εκτέλεσης, τότε είτε ρητά παραπέμπει ο νομοθέτης στο α. 583 ΚΠολΔ ή σιωπηρά έχουν αναλογική εφαρμογή. Βέβαια, καθ’ ου η εκτέλεση είναι ένας όρος που συναντάται στην αναγκαστική εκτέλεση τόσο με στενή έννοια, περιλαμβάνοντας μόνο τον οφειλέτη, που βάσει του τίτλου είναι ο υπόχρεος προς εξόφληση, όσο και με την ευρεία έννοια. Στην ευρεία έννοια εντάσσονται όλα εκείνα τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται παθητικά όταν επισπεύδεται εναντίον τους αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 919, 920)[5]. Επίσης πρόσωπα που υποκαθιστούν τον οφειλέτη[6]. Μάλιστα, στην περίπτωση που νομιμοποιούνται περισσότερα πρόσωπα για την άσκηση της ανακοπής, δύνανται, εφόσον οι λόγοι της ανακοπής και η πράξη εκτέλεσης κατά της οποίας αυτή στρέφεται είναι οι ίδιοι για όλα τα πρόσωπα, να ασκήσουν από κοινού μία ανακοπή. Αν γίνει αυτό , τότε η ενεργητική ομοδικία θα […]

Read more

ΜΠρΧαλκίδας 492/2013 : Απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτου που χρησιμεύει ως πρώτη κατοικία, μέχρι την 31.12.2013, ακόμη και όταν επισπεύδεται σε βάρος φυσικού προσώπου που έχει πτωχευτική ικανότητα

22 Νοεμβρίου, 2013

Διατάξεις: άρθρα 4, 9, 19 Ν 3869/2010 (Περίληψη) Απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτου που χρησιμεύει ως πρώτη κατοικία, μέχρι την 31.12.2013, ακόμη και όταν επισπεύδεται σε βάρος φυσικού προσώπου που έχει πτωχευτική ικανότητα. Δεν προαπαιτείται απόπειρα εξωδίκου συμβιβασμού ή υποβολή αίτησης κατά το άρθρο 4 Ν 3869/2010. Ο Ν 3869/2010 (ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις), προέβλεψε τη δυνατότητα των φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, για τη ρύθμιση τούτων και την απαλλαγή, ακολουθώντας τη διαδικασία ττου σχετικώς ορίζεται. Δυνάμει μάλιστα του άρθρου 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, ττρος το σκοπό προστασίας της κύριας κατοικίας μπορεί να εξαιρεθεί από τη διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη που υπέβαλε αίτηση ρύθμισης των χρεών του το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία, ενώ κατά το άρθρο 19, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του, με το άρθρο 5 της από 18.12.2012 ΠΝΠ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν 4128/2013, ΦΕΚ Α΄ 51/28.2.2013: «Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παρ. 2 του άρθρου 9». Τέλος, δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 46 του Ν 3986/2011, στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν 3869/2010 προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο: «Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι πλέον και έως την 31.12.2013 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτου που χρησιμεύει ως πρώτη κατοικία, κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν 3869/2010, ακόμη και όταν τούτος (πλειστηριασμός) επισπεύδεται σε βάρος φυσικού προσώπου που δεν στερείται πτωχευτικής ικανότητας, ήτοι δεν εμπίπτει στις ρυθμίσεις του προαναφερόμενου Ν 3869/2010. Το προαναφερθέν, εξάλλου, άρθρο 46 παρ. 2 του Ν 3986/2011, σκοπό έχει να διαφυλάξει τη διατήρηση της κύριας κατοικίας, για τους σκοπούς του άρθρου 9 του ως άνω νόμου, στο ενδιάμεσο διάστημα, μέχρι την πραγματική και απρόσκοπτη ενεργοποίηση της δυνατότητας υπαγωγής των οφειλετών στη διαδικασία του Ν 3869/2010 (εξώδικος συμβιβασμός, αίτηση στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, δικαστικός συμβιβασμός ή δικαστική απόφαση). Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 του Ν 3869/2010, όπως ισχύει, περί αναστολής πλειστηριασμών, η προηγούμενη υποβολή αίτησης του οφειλέτη προς εξώδικο συμβιβασμό ή μετά την αποτυχία αυτού η υποβολή αίτησης του άρθρου 4 του Ν 3869/2010 στο κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδικείο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής του, ο αιτών ισχυρίζεται ότι παράνομα και κατά κατάχρηση δικαιώματος επισπεύδεται πλειστηριασμός σε βάρος του ακινήτου του που αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία του ίδιου και της οικογένειας του και συνεπώς εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Ν 3869/2010, ενώ βάσει του άρθρου 19 του ίδιου νόμου, απαγορεύονται οι πλειστηριασμοί ακινήτων που αποτελούν κύρια κατοικία μέχρι την 31.12.2013. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία και την κατάθεση της μάρτυρος – συζύγου του αιτούντος, πιθανολογείται ότι το κατασχεθέν με την άνω έκθεση κατάσχεσης ακίνητο, ήτοι το υπό στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στη Χαλκίδα στο ΟΤ … στη διασταύρωση των οδών …, … και …, εκτάσεως του οικοπέδου 399 τ.μ. […]

Read more

ΠΠρΑθ 4041/2013: Σώρευση αγωγής διάρρηξης και αναγνώρισης σύμβασης ως άκυρης λόγω εικονικότητας

22 Νοεμβρίου, 2013

 Αναγκαστική ομοδικία στο άρθρο 939 Α.Κ. – Σώρευση αγωγής αναγνώρισης ως άκυρης λόγω εικονικότητας σύμβαση πώλησης με αγωγή διάρρηξης ως καταδολιευτικής της αυτής σύμβασης πώλησης “Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α και 287 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, όπως είναι και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, όχι όμως και με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται (ΑΠ 243/2010 δημ. στη ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 288, 329 και 920 ΚΠολΔ προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, στη περίπτωση που ασκείται η αγωγή του άρθρου 939 του ΑΚ για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης που έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, όταν ενάγεται ο τελευταίος και ο τρίτος στον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς (ΑΠ 1230/2008 ΝοΒ 2009.132, ΑΠ 1145/2007 ΝοΒ 2007.1828, ΑΠ 554 2005 ΕλλΔνη 2007.477, contra (απλή ομοδικία) ΑΠ 1/2006 ΕλλΔνη 47.495 = ΕΕΝ 2007.72 = ΝοΒ 2007.823). Συνεπώς, ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286 ΚΠολΔ που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον εναγόμενο, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 76 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας οι πράξεις καθενός ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους λοιπούς, η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στην παραίτηση από τη δίκη, συνεπώς κάθε αναγκαίος ομόδικος μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και ο αντίδικος των αναγκαίων ομοδίκων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ως προς ένα από αυτούς χωρίς να υπάρξουν έννομες συνέπειες ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1240/2011, δημ. στη ΤΝΠ Νόμος). Επί αναγκαστικής ομοδικίας, κατά τη κρατούσα άποψη, η παραίτηση έναντι ενός ομοδίκου είναι ανίσχυρη μόνο όταν λόγοι ουσιαστικού δικαίου επιβάλλουν την κοινή διάθεση του αντικειμένου (π.χ αδιαίρετα δικαιώματα) ή όταν η αναγκαία ομοδικία στηρίζεται στην κοινή νομιμοποίηση των ομοδίκων (βλ. ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, τ. I, σελ. 179, αντιθ. ΕφΘεσ 2697/1996 Αρμ. 97, 919, όπου υποστηρίζεται η άποψη ότι η παραίτηση έναντι ενός είναι ανίσχυρη). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και πριν το Δικαστήριο εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής τους ως προς τον εναγόμενο …, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή ως προς αυτόν θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα και η σχετική δίκη κατηργημένη, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι […]

Read more

Οι Κανόνες Ανταγωνισμού εντός της Ελληνικής και της Ευρωπαϊκής Αγοράς (εκδήλωση)

20 Νοεμβρίου, 2013

  Ο Τομέας Νομικής Επιστήμης του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς οργανώνει, στις 28 και 29 Νοεμβρίου 2013, σε συνεργασία με το Ελεγκτικό Συνέδριο το ΙΗ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα: “Οι Κανόνες Ανταγωνισμού εντός της Ελληνικής και της Ευρωπαϊκής Αγοράς”στην Αίθουσα Συνεδρίων του Πανεπιστημίου Πειραιώς, ισόγειος όροφος, Καραολή & Δημητρίου 80 και Δεληγιώργη, Πειραιάς. Έναρξη: Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013, ώρα 17:00. Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα στο www.sakkoulas.gr

Read more

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΑΜΟΙΒΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΙΤΛΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

20 Νοεμβρίου, 2013

Το άρθρο 73 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013) προβλέπει τα εξής σχετικά με την αμοιβή για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας: “1. Για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης του αγοραστή ή του πωλητή, καθώς και για έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία. 2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή ορίζεται ως εξής: α) αν αφορά στον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας και βαρών και στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης για την υπογραφή συμβολαίου, ορίζεται στο μισό (1/2) αυτής που υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο του παρόντος και β) αν αφορά στην έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων, για τη διακρίβωση ακινήτων ιδιοκτησίας τρίτου και των βαρών αυτής, για κάθε άλλο λόγο, ορίζεται σε ωριαία βάση, ανάλογα με το χρόνο παροχής εργασίας, όπως καθορίζεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα. (Για απασχόληση ή παροχή συμβουλών (ανά ώρα) 80 ευρώ, για σύνταξη έκθεσης τίτλων ιδιοκτησίας 150 ευρώ)”

Read more

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013: Εκδήλωση με θέμα: «Ένδικα μέσα στη Διοικητική Δίκη – Πρόσφατες Νομοθετικές και Νομολογιακές Εξελίξεις»

20 Νοεμβρίου, 2013

Η Νομική Βιβλιοθήκη με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του κ. Βελισσάριου Καράκωστα με τίτλο «Τα Ένδικα Μέσα στη Διοικητική Δίκη» διοργανώνει εκδήλωση με θέμα: «Ένδικα μέσα στη Διοικητική Δίκη – Πρόσφατες Νομοθετικές και Νομολογιακές Εξελίξεις» την Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013, ώρα 18.30 στη Νομική Βιβλιοθήκη, Μαυρομιχάλη 23, Αθήνα, Αίθουσα «Ευρώπη» Προεδρεύων: Φίλης Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας Ομιλητές: Γλυκερία Σιούτη, Καθηγήτρια Διοικητικού Δικαίου Πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρος, Δικηγορική Εταιρία Φλογαϊτης- Σιούτη Χρήστος Πολίτης, Δικηγόρος. Η παρουσία σας θα μας τιμήσει. Για πληροφορίες – κρατήσεις θέσεων κα Ελένη Στεφανίδη τηλ. 210 3678858 -975

Read more

ΑΠ 356 / 2013 : Αγωγή κατά τράπεζας προς απόδοση κατάθεσης

20 Νοεμβρίου, 2013

H κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα της ανώμαλης παρακαταθήκης και δεν νοείται αδυναμία αποδόσεως αυτών, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπαιξερέσεως. Συνεπώς, είναι αδύνατη η συνδρομή αξιώσεως εκ συμβάσεως και εξ αδικοπραξίας και η ευθύνη της τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική. Έτσι η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης και αν ακόμη αυτό έχει αφαιρεθεί από τρίτον με αξιόποινη πράξη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της τράπεζας, και όχι αδικοπραξία έστω και αν η τράπεζα αυθαίρετα παρακρατεί τα κατατεθέντα. Αριθμός 356/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1′ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΕΡΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ” και τον διακριτικό τίτλο “SERRES CEREALS”, που εδρεύει στο …, και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Λ. Ρ. Π. και Β. Β.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Ανθίμου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.”, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Παναγιωτόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/ΤΟ/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1362/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 25-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Επειδή, πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσεως, γι’ αυτό και η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να το ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 134/2008, ΑΠ 1436/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των αρθρ. 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών, με την έφεση, παραπονιέται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από […]

Read more