ΕφΑθ 658/2012 : “Οι διατάξεις που αφορούν τα δικαιώματα του αγοραστή σε περίπτωση ελαττώματος του πωληθέντος εφαρμόζονται και στην περίπτωση πώλησης επιχείρησης"
ΕφΑθ 658/2012 : “Οι διατάξεις που αφορούν τα δικαιώματα του αγοραστή σε περίπτωση ελαττώματος του πωληθέντος εφαρμόζονται και στην περίπτωση πώλησης επιχείρησης, κατά την οποία είναι ενδεχόμενο να εμφανίζεται πραγματικό ή νομικό ελάττωμα σε κάποιο από τα επιμέρους στοιχεία της ή στην επιχείρηση ως σύνολο. Στην τελευταία περίπτωση, το ελάττωμα μπορεί να αφορά είτε τα υλικά (ενσώματα) αντικείμενα της επιχείρησης είτε τα ασώματα, όπως δικαιώματα, αξιώσεις, άυλα αγαθά, πραγματικές καταστάσεις, η αξία των οποίων υπερβαίνει, συχνά, την οικονομική αξία των υλικών αντικειμένων της επιχείρησης. Πότε υπάρχει αδικοπρακτική ευθύνη του πωλητή από ελάττωμα του πωληθέντος.” (…) Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν δύο αγωγές: α) η από 26.2.2007 αγωγή της ενάγουσας Β.Κ. και β) η από 22.2.2008 αγωγή των εναγομένων-εναγόντων Ευ.Π. και Αθ.Π., οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Με την πρώτη αγωγή, η οποία και μόνο φέρεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 522 του ΚΠολΔ, η ενάγουσα και ήδη εκκαλουσα Β.Κ. εξέθετε τα πιο κάτω: Ότι στις 20.6.2006 αυτή (η ενάγουσα) αντιπροσωπευόμενη από τους γονείς της, κατήρτισε με τη δεύτερη εναγόμενη, αντιπροσωπευόμενη από τον πρώτο εναγόμενο πατέρα της, σύμβαση πωλήσεως, δυνάμει της οποίας αγόρασε την επιχείρηση του πρατηρίου άρτου, γάλακτος και ειδών ζαχαροπλαστικής που διατηρούσε η δεύτερη εναγόμενη στο δήμο Αχαρνών. Ότι τίμημα για την ως άνω πώληση συμφωνήθηκε το ποσό των 30.000 ευρώ, από το οποίο έχουν ήδη καταβληθεί 20.375,26 ευρώ. Ότι η ως άνω επιχείρηση, κατά την ψευδή διαβεβαίωση της πωλήτριας και του πρώτου εναγομένου, αντιπροσώπου της, διέθετε άδεια λειτουργίας πρατηρίου άρτου, ενώ τελικά αποδείχτηκε ότι δεν συνέτρεχε αυτή η προϋπόθεση. Ότι, λόγω του ως άνω πραγματικού ελαττώματος, αλλά και της ελλείψεως συνομολογηθείσας ιδιότητας της πωληθεί- σας επιχείρησης, προέβη, με την από 28.9.2006 εξώδικη δήλωσή της, σε υπαναχώρηση από την επίδικη πώληση και απέδωσε την επιχείρηση στην εναγόμενη πωλήτρια. Ότι πλην του ως άνω καταβληθέντος τιμήματος (20.375,26 €), υπέστη ακόμη ζημία ύψους 5.964,90 ευρώ, καθώς και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτεί την καταβολή ποσού 10.000 ευρώ. Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν νομιμοτόκως, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, κατά τις διατάξεις περί πωλήσεως (η πρώτη), αλλά και περί αδικοπραξίας (αμφότεροι οι εναγόμενοι), το συνολικό ποσό των 36.340,16 ευρώ. Επίσης ζητούσε να απαγγελθεί κατά των εναγομένων προσωπική κράτηση ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης. Με την προσβαλλό μενη απόφαση, αφού απορρίφθηκε η από 22.2.2008 αγωγή (η οποία, κατά τα άνω, δεν φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), η υπό κρίση από 26.2.2007 αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και οι εναγόμενοι υποχρεώθηκαν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 16.305,01 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα περί προσωπικής κράτησης αυτών, ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται τώρα αμφότερες οι πλευρές των διαδίκων με τις υπό κρίση εφέσεις τους και ζητούν, για τους αναφερόμενους στην καθεμιά από αυτές λόγους, την εξαφάνισή της, προκει- μένου, κατά το αίτημα της ενάγουσας να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή της και, κατά το αίτημα των εναγομένων, να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 479 και 513 του ΑΚ συνάγεται ότι, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλό μενοι μπορούν […]
Read moreΑΠ 1073/2013: Οροφοκτησία – δαπάνες θέρμανσης – εγκατάσταση φυσικού αερίου
Αριθμός 1073/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ / Δ’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Β., κατοίκου … ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΑΜ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας επί της οδού …, στην …, που εκπροσωπεί την ένωση συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας αυτής και εκπροσωπείται νόμιμα από τα μέλη της, τον Πρόεδρο Π. Μ. του Μ. και τον διαχειριστή Α. Κ. του Α., … και του τελευταίου και ατομικά ως συνιδιοκτήτη, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της ΆΜ Κ, βάσει δηλώσεως κατ’άρθρο 242 παρ, 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 44282/23-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:19553-2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139-2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 12-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που. απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), […]
Read moreΤρΠλημΛαρ 627/2012 [Τρόποι τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών]
ΤρΠλημΛαρ 627/2012 [Τρόποι τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών] (παρατ. Γ. Μπουρμάς) (Περίληψη) Κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών. Συγκεκριμένα, μολονότι οι προσημειώσεις στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος, που συνιστούν επιβάρυνση της περιουσίας του, έγιναν προκειμένου να εξασφαλιστούν πραγματικά και όχι εικονικά ή ψεύτικα δάνεια, το προϊόν των δανείων, συνολικού ποσού 88.000 ευρώ, απεκρύβη από αυτόν και η εν λόγω απόκρυψη συνιστά τον τρόπο τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, κατ’ επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας. Δηλαδή ο κατηγορούμενος μέσω του μηχανισμού της προσημείωσης «εγχρημάτισε» τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του, αυτό δε το έπραξε χωρίς να υφίσταται κάποια συγκεκριμένη και μάλιστα τέτοιας έκτασης οικονομική ανάγκη. Με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση των δανειστών του, αφού οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν αναγκαστικά απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία του κατηγορουμένου ήταν το προϊόν των δύο δανείων που απεκρύβη, καθόσον τα δύο ακίνητα είχαν επιβαρυνθεί με τρεις προσημειώσεις. (…) Κατά το άρθρο 397 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών είναι υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι τελέσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος μπορούν να εναλλαχθούν. Εξάλλου, μεταβολή της κατηγορίας, που συνεπάγεται, κατά το άρθρο 171 παρ. 1β΄ ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνεπεία της μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 27 και 43 ΚΠΔ, οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, και παραπέμφθηκε αυτός σε δίκη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλημα, για το οποίο η κατηγορία, και όχι όταν, κατ’ άρθρο 371 παρ. 3 ΚΠΔ, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ή υπό τα αυτά περιστατικά δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της ιδίας πράξης (ΑΠ 1710/2008). Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Στη Λάρισα, κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο κατηγορούμενος Α.Μ., ιατρός στο επάγγελμα, οφειλέτης δε τυγχάνων με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση δανειστών του αποκρύπτοντας περιουσιακά στοιχεία του. Ειδικότερα, αυτός, οφειλέτης τυγχάνων των εγκαλούντων 1) Ε. χήρας Γ.Γ., 2) Ε.Γ., 3) Δ.Γ., 4) Δ.Γ., 5) Ε. συζ. Δ.Γ., 6) Α.Γ., 7) Α.Γ. και Ρ.Τ., δυνάμει της υπ’ αριθμ. 275/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία επιδίκασε σ’ αυτούς το συνολικό ποσό των 342.327,00 ευρώ, πλέον τόκων 100.000 ευρώ (και συνολικά το ποσό των 442.327,00 ευρώ), θέλοντας να […]
Read moreΕφΠειρ 26/2013 : "Αίτηση διόρθωσης απόφασης (315 ΚΠολΔ)
ΕφΠειρ 26/2013 : “Αίτηση διόρθωσης απόφασης (315 ΚΠολΔ) – Αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του Δικαστηρίου, αλλά μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά την σύνταξη ή την καθαρογραφή της αποφάσεως – Κλήση των διαδίκων απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία οι μη κληθέντες και μη παραστάντες διάδικοι της αρχικής δίκης δεν έχουν άμεσο ή έμμεσο έννομο συμφέρον από τη διωκόμενη διόρθωση της αποφάσεως, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της από παραδρομή εσφαλμένης αναγραφής, στο προεισαγωγικό τμήμα της αποφάσεως, του ονόματος του παρασταθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν πρέπει να αναβάλλεται η συζήτηση για να κληθούν οι διάδικοι της υπό διόρθωση απόφασης και η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι – Σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί η επίδοση της πράξης της Προέδρου καθώς και της κλήσης προς συζήτησή της στους δικηγόρους που είχαν παραστεί στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προς διόρθωση απόφαση, γιατί η πληρεξουσιότητα αυτών έχει παύσει από της εκδόσεως της προς διόρθωση ή ερμηνεία αποφάσεως και της με αυτήν περατώσεως της δίκης” […] Με την διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν από παραδρομή κατά την σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το Δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να την διορθώσει με νέα απόφαση του. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του Δικαστηρίου, αλλά μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά την σύνταξη ή την καθαρογραφή της αποφάσεως (ΑΠ 1595/2003 ΕλλΔνη 45,724). Τα ως άνω σφάλματα πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης και των στοιχείων που ορίζουν το περιεχόμενο αυτής ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία (Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία, σελ. 1287, ΑΠ 251/2004 ΕλλΔνη 46,407, ΑΠ 1856/1999 ΕλλΔνη 41,1307, ΑΠ 480/1980 ΝοΒ 29,691). Η αιτία της παραδρομής είναι αδιάφορη. Μπορεί να οφείλεται σε αμέλεια του Δικαστηρίου ή των διαδίκων, ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους (ΕφΑθ 6113/1993 ΑρχΝ 1995,45). Διόρθωση μπορεί να γίνει, μεταξύ άλλων, και σφαλμάτων που περιέχονται στο προεισαγωγικό τμήμα της αποφάσεως, και συνεπώς μπορεί να διορθωθεί η απόφαση ως προς τα ονόματα ή τα λοιπά στοιχεία ταυτότητας των διαδίκων, των τυχόν νομίμων αντιπροσώπων τους ή των πληρεξουσίων δικηγόρων (ΑΠ 251/2004, ΑΠ 1856/1999 εα), ή ως προς το αντικείμενο ή τον αριθμό του τμήματος που εξέδωσε την προς διόρθωση απόφαση, εφόσον τα στοιχεία αυτά αναγράφηκαν κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβή. Η συζήτηση της αιτήσεως διορθώσεως γίνεται κατά την διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση της οποίας διώκεται η διόρθωση και αφού κληθούν τουλάχιστον οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν την συζήτηση όλοι οι διάδικοι, που αναφέρονται στην απόφαση (άρθρο 318 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί ειδική εφαρμογή της αρχής της «εκατέρωθεν ακροάσεως» πρόδηλο έχει σκοπό την προστασία των συμφερόντων των διαδίκων, οι οποίοι μετείχαν στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προς διόρθωση απόφαση και στους οποίους πρέπει να δίδεται η ευχέρεια, να διατυπώσουν προσηκόντως και νομοτύπως τις απόψεις του περί του θέματος της διορθώσεως. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία […]
Read more"Άρθρο 99 Πτωχευτικού Νόμου: Προστασία των Πιστωτών ή “Καταφύγιο” των Οφειλετών"
Εν μέσω περιόδου μεγάλης οικονομικής ύφεσης στη χώρα μας, αβέβαιης πολιτικής σταθερότητας και πολλαπλών μέτρων οικονομικής λιτότητας, είναι αναπόφευκτο πως εκτός από τους πολίτες, έχουν πληγεί και πολλές μεγάλες αλλά και μικρότερες επιχειρήσεις. Ανάμεσά τους είναι και η εταιρία «Μπάμπης Βωβός Διεθνής Τεχνική», της οποίας το αίτημα για ένταξη στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Δικαίου έγινε δεκτό πριν από μια εβδομάδα από το Πρωτοδικείο Αθηνών. Το μόνο που απομένει πλέον είναι να εγκριθεί και να επικυρωθεί από το δικαστήριο το σχέδιο εξυγίανσης που θα καταρτίσει η «Βωβός» για τον τρόπο με τον οποίο θα εξοφλήσει τους ιδιώτες πιστωτές της και το Δημόσιο ξεκινώντας το στάδιο διαπραγματεύσεων μαζί τους. Η κρίση έχει δοκιμάσει τον επιχειρηματικό κόσμο κατά τρόπο αιφνίδιο και αναγκαστικό, με αποτέλεσμα οι περισσότερες επιχειρήσεις να βρεθούν σε δυσκολία αναζήτησης οικονομικών πόρων αφού οι μεν τράπεζες αρνούνται να χορηγήσουν δάνεια χωρίς μεγάλες εγγυήσεις, η δε φορολογία αυξάνεται με τρόπο ισοπεδωτικό για να μπορέσει να αντέξει μια επιχείρηση μεσαίου μεγέθους ενώ τα πάγια εισοδήματα, αν χρειαστεί να ρευστοποιηθούν, να μην αποφέρουν τα κέρδη τα οποία θα απέφεραν σε προηγούμενο χρόνο, αφού η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί και η ζυγαριά μεταξύ ζήτησης και προσφοράς βαραίνει δραματικά προς το δεύτερο. Οι επιχειρήσεις, μέσα στον κυκεώνα των πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων, πρέπει να βρουν τον τρόπο να «ορθοποδήσουν» και να ανταπεξέλθουν στα έξοδα, πάγια και μη, μέσα στην εξαντλημένη αγορά, όταν ο κύκλος εργασιών μειώνεται και τα έσοδα συρρικνώνονται με εξαιρετικά ραγδαία ταχύτητα με αποτέλεσμα να αδυνατούν να παραμείνουν ανέπαφες και να βγουν αλώβητες από αυτή την κρίση. Με τη χώρα να έχει φτάσει κοντά στα όρια της χρεοκοπίας, μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της αγοράς θα συμπαράσυρε όλο το ανθρώπινο δυναμικό που συνδέεται με αυτήν: επιχειρηματίες, εργαζόμενους, προμηθευτές, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζικά ιδρύματα. Ήταν επομένως αναγκαίο να διερευνηθεί το καταλληλότερο και προσφορότερο νομοθετικό πλαίσιο, που θα έδινε μια δεύτερη ευκαιρία σε όσες επιχειρήσεις ήταν μεν βιώσιμες, βρίσκονταν όμως μπροστά σε επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους. Το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο (ν. 3588/20071), στα άρθρο 99 επ. περί «διαδικασίας συνδιαλλαγής», όριζε ότι «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το οποίο αποδεικνύει οικονομική αδυναμία, παρούσα ή προβλέψιμη, χωρίς να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης των πληρωμών του, μπορεί να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστήριο το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής.» Σύμφωνα με το άρθρο 101, «Ο μεσολαβητής έχει ως αποστολή να επιτύχει τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του που εκπροσωπούν τουλάχιστον την πλειοψηφία των απαιτήσεων κατ’ αυτού, όπως αυτές προκύπτουν από τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη, με σκοπό την άρση των οικονομικών δυσκολιών του οφειλέτη, τη συνέχιση της δραστηριότητάς του και διατήρηση των θέσεων εργασίας, καθώς και να προτείνει λύσεις για τη διάσωση της επιχείρησης, ιδίως με μείωση των απαιτήσεων, παράταση του ληξιπρόθεσμου αυτών, αναδιάρθρωση της επιχείρησης, μετοχοποίηση των απαιτήσεων, εκποίηση της επιχείρησης ή κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο.» Μια τέτοια δυνατότητα συνδιαλλαγής μεταξύ της εταιρίας και των πιστωτών της, αποτέλεσε ελπιδοφόρα πρακτική και αναγκαία λύση στα προβλήματα εταιριών οι οποίες, παρότι αντιμετώπιζαν σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες, εν τούτοις είχαντην ευκαιρία να επιτύχουν μια ικανοποιητική συμφωνία και για τα δύο μέρη, ούτως ώστε να μην οδηγηθεί η πρώτη σε παύση των εργασιών της […]
Read moreΑΠ 703/2013, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ
Σύμφωνα με την ΑΠ 703/2013, που δημιουργεί δεδικασμένο για ανάλογες υποθέσεις, ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών. Αυτές οι προϋποθέσεις αναφέρονται, όμως, στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως. Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων. Ακολουθεί ολόκληρη η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ΑΠ 703/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1′ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία………………., που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του . Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1785/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 8202/2006 και 7717/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2008 αίτησή της. Εκδόθηκε η 44/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7717/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1001/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή […]
Read moreΛήψη DNA στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης χωρίς την συγκατάθεση του φερομένου ως υπόπτου
Λήψη DNA στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης χωρίς την συγκατάθεση του φερομένου ως υπόπτου (νομολογία) ΠορισμΑναφΕισΕφΘεσ 14/10/2013: “Στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνονται και τα γενετικά δεδομένα και το αποτέλεσμα ανάλυσης αυτών. Κατά την διάταξη του άρθρου 2 περ. β του νόμου 2472/97 όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 79 του νόμου 4139/2013 τίθεται απαγορευτικός κανόνας επεξεργασίας και χρήσης αυτών (ευαίσθητων δεδομένων) από οιονδήποτε τρίτο. Ο κανόνας αυτός έχει θεσπιστεί προς προστασία του ατόμου από την παρέμβαση τρίτων στην προσωπικότητα αυτού και την προσβολή αυτής (προσωπικότητας). Ο κανόνας αυτός κάμπτεται κατά την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 περ. β του ανωτέρω νόμου (2472/97), όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 14 του νόμου 3917/2011 και την διάταξη του άρθρου 7 του ίδίου νόμου, όταν αυτά πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από δικαστικές, εισαγγελικές αρχές ή υπηρεσίες που εποπτεύονται άμεσα από αυτές, στις οποίες χορηγείται το δικαίωμα από τον νόμο να παρεμβαίνουν και στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα για την διαπίστωση της τελέσεως εγκληματικών ενεργειών, τελώντας πάντα κατά την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συν). Η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και η κήρυξη κάποιου ως ενόχου τελέσεως αξιόποινης πράξεως είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, για την δυνατότητα ομαλής συμβίωσης και συνύπαρξης των ατόμων των διαβιούντων στην χώρα. Η υποχώρηση αυτή της πολιτείας και την παρέμβαση των θεσμικών οργάνων της στα ευαίσθητα δεδομένα των πολιτών της δεν προσκρούει στην ελευθερία του ατόμου, αφού η παρέμβαση αυτή συντελείται για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της δικαιοσύνης προς εξακρίβωση των στοιχείων του δράστη (βλ. και ΑΠ Ολ 1/2001, ΑΠΠΔ 2/2009, ΒουλΣυμβΕφΘεσ 172/2012, ΒουλΣυμβΕφΘεσ 267/2013 ΤραπεζαΝομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ). Το DNA (δεοξυριβονουκλεϊκό οξύ) (γονιδιακή κλίμακα) αποτελεί τον κώδικα κάθε ανθρώπου στον οποίο είναι αποθηκευμένα όλα τα ιδιαίτερα και μοναδικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα και μοναδικότητα του ατόμου, που αποτελούν ανεπανάληπτα στοιχεία για κάθε άνθρωπο, που τον συνοδεύουν από την γέννηση του μέχρι τον θάνατο του και μετ’ αυτόν. Τα στοιχεία που είναι ενσωματωμένα στο DNA του ατόμου είναι οι ασθένειες, οι προδιαθετικοί παράγοντες του ατόμου καθώς και όλα τα χαρακτηριολογικά στοιχεία αυτού. Η παρέμβαση των ανωτέρω θεσμικών οργάνων πρέπει να περιορίζεται αυστηρά μόνο στην ταυτοποίηση των στοιχείων του υπόπτου, κατηγορουμένου. Η ανάλυση και εξέταση του DNA αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία της ταυτοποίησης των στοιχείων του δράστη κάποιας εγκληματικής ενέργειας συνδυαζόμενη βέβαια και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Η σύγκριση του DNA με τα λοιπά ευρήματα αποδεικνύει αναμφισβήτητα την παρουσία του υπόπτου ή κατηγορουμένου στον τόπο του εγκλήματος, αλλά όχι όμως και την συμμετοχή αυτού σ’ αυτό (βλ. Γ. Συλίκου Η ανάλυση του DNA ως μέσο απόδειξης στην ποινική δίκη Πράξη και λογ. του ΠΔ 2002 σελ 248 επ). Η ποινική δίκη έχει καταναγκαστικό χαρακτήρα, η δε διενέργεια των αναγκαίων ανακριτικών πράξεων ή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού δεν εξαρτάται από την θέληση του ατόμου. Όμως θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προστασία της προσωπικότητας του ατόμου, αφού δεν έχει το πρόσωπο ακόμη καταστεί ένοχος κάποιας αξιόλογης ποινικά πράξης (βλ. ΕφΘεσ 2031/2005 ΠοινΛ 2005 σελ 1240). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 200 Α του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 5 του νομου 2928/2001 και μετά από σειρά τροποποιήσεων (άρθρο 42 του νόμου 3251/2004, άρθρο 5 του νόμου 3625/2007) αντικαταστάθηκε με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του νόμου 3783/2009, από την οποία προκύπτει πως, όταν υφίστανται ενδείξεις τελέσεως κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρούμενο στον νόμο με την ποινή φυλακίσεως […]
Read moreΠαρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη σχετικά με το ακατάσχετο τραπεζικών καταθέσεων
Παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη σχετικά με το ακατάσχετο τραπεζικών καταθέσεων Το δελτίο τύπου που εκδόθηκε έχει ως εξής: “Στον Συνήγορο του Πολίτη έχουν υποβληθεί αρκετές αναφορές για κατάσχεση ποσών, τα οποία προέρχονται από µισθούς ή συντάξεις, χωρίς να τηρηθεί από την Τράπεζα ο περιορισµός του ακατάσχετου όπως τίθεται από το νόµο (ν. δ. 356/1974, όπως ισχύει). Σύµφωνα µε το άρθρο 30α του Κώδικα Είσπραξης ∆ηµοσίων Εσόδων (ΚΕ∆Ε), είναι καταρχήν δυνατή η κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων οφειλετών προς το ∆ηµόσιο. Πρόκειται για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικών ιδρυµάτων-Τραπεζών, που είναι µία ειδική περίπτωση της κατάσχεσης στα χέρια τρίτων.Ο περιορισµός στον τρόπο κατάσχεσης προβλέπεται στο άρθρο 31 του ΚΕ∆Ε: ∆εν επιτρέπεται η κατάσχεση µισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθηµάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών µηνιαίως είναι µικρότερο των χιλίων ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του ενός τετάρτου αυτών, πάντα όµως πρέπει να µένει το ποσό των 1000 ευρώ. Περαιτέρω σύµφωνα µε το άρθρο 30 παρ. 4 του ΚΕ∆Ε, ο αρµόδιος προϊστάµενος της ∆ΟΥ έχει διακριτική ευχέρεια στο µέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης που θα επιλέξει αλλά και στο χρηµατικό ποσό που θα κατασχέσει. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να γίνεται γνωστή στους φορολογούµενους. Κατά τη διερεύνηση των σχετικών αναφορών συνήθως προκύπτει ότι οι Τράπεζες δεν ερευνούν, ως όφειλαν, αν ο λογαριασµός που τηρεί στην Τράπεζα ο πολίτης είναι λογαριασµός στον οποίο κατατίθεται ο µισθός ή η σύνταξη ή το ασφαλιστικό επίδοµα και κατάσχει το σύνολο του ποσού. Η Αρχή στις περιπτώσεις αυτές παρεµβαίνει και ενηµερώνει την αρµόδια ∆ΟΥ ότι πρόκειται περί λογαριασµού µισθοδοσίας. Στη συνέχεια η ∆ΟΥ παρεµβαίνει στην Τράπεζα η οποία δίνει εντολή για άρση της κατάσχεσης. Ο Συνήγορος του Πολίτη προτείνει στις περιπτώσεις αυτές να υπάρχει µεγαλύτερη συνεργασία και επικοινωνία µεταξύ ∆ΟΥ – Τραπεζών ούτως ώστε να µην παρουσιάζονται παρόµοια φαινόµενα. Το Υπουργείο Οικονοµικών θα πρέπει κάθε φορά που δίδεται εντολή κατάσχεσης να επαναλαµβάνει στις Τράπεζες και να εφιστά την προσοχή περί του ακατάσχετου σους λογαριασµούς µισθοδοσίας, σύνταξης κ.λπ. Τέλος, όπως και σε κάθε πλέον υπόθεση που αφορά την οικονοµική επιβάρυνση του πολίτη, η Αρχή επαναλαµβάνει στις αρµόδιες υπηρεσίες ότι πρέπει να λαµβάνεται πάντα υπόψη η δυσµενής οικονοµική συγκυρία και η επιβίωση του πολίτη. Επίσης, έχει προταθεί από τον Συνήγορο του Πολίτη η τροποποίηση των σχετικών διατάξεων ώστε να τηρείται το όριο των 1000 ευρώ ως ακατάσχετα και σε κάθε άλλο λογαριασµό, όχι µόνο για ποσά που προέρχονται από µισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήµατα (π.χ. ποσά από µισθώµατα-ενοίκια), όταν τα ποσά αυτά αποτελούν αποδεδειγµένα το µοναδικό εισόδηµα του πολίτη.
Read moreΑΠ 1807/2012 – Ορισμένο της αγωγής εκμισθωτή για αποζημίωση λόγω φθορών του μισθίου
ΑΠ 1807/2012 – Ορισμένο της αγωγής εκμισθωτή για αποζημίωση λόγω φθορών του μισθίου O εκμισθωτής με την αγβγή του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τη σύμβαση μίσθωσης, τις φθορές που προκλήθηκαν στο μίσθιο και το ποσό της ζημίας, στο μισθωτή δε υπόκειται να επικαλεστεί και να αποδείξει για την απαλλαγή του, ότι οι φθορές αυτές προέρχονται από τη συμφωνημένη χρήση ή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Ενώ, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που πιθανολογούν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, την πραγματοποίηση του κέρδους αυτού. Αριθμός 1807/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία “Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Δυτικής Αθήνας” που εδρεύει στην Αγ. Βαρβάρα Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνο Καρανάσιο, βάσει δηλώσεως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία “Σ .Λ. – Ε. Κ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε.” που εδρεύει στο …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Μπόμπο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:584/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5337/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 25-5-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 14-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή είναι ορισμένη, εφόσον, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ιδίου Κώδικα, περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η τυχόν δε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτά, ώστε να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 574, 592, 599 και 330 ΑΚ προκύπτει ότι για κάθε φθορά πέρα από εκείνη, που οφείλεται στη συνήθη χρήση, ο εκμισθωτής έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του μισθωτή από τη σύμβαση και καλύπτει κάθε ζημία θετική ή αποθετική (διαφυγόν κέρδος). Για την αξίωση αποζημίωσης λόγω φθορών του μισθίου, ο εκμισθωτής με την προς τούτο αγωγή του πρέπει να επικαλεστεί και να […]
Read moreΆρση απορρήτου επικοινωνιών στα πλαίσια της ανάκρισης
Άρση απορρήτου επικοινωνιών στα πλαίσια της ανάκρισης Γράφει ο Καδήρ Αϊκούτ Ι – Εισαγωγή Ο άνθρωπος ως κοινωνικό όν έχει ανάγκη για επικοινωνία ώστε να μην αισθάνεται απομονωμένος από την υπόλοιπη ανθρώπινη κοινότητα. Κατ’ αρχήν, η επικοινωνία του ανθρώπου διακρίνεται σε κρυφή και φανερή ,με κριτήριο τη δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της επικοινωνίας από τρίτους. Μια επιπλέον διάκριση της επικοινωνίας είναι η διάκριση σε άμεση ή προσωπική και σε έμμεση επικοινωνία ή ανταπόκριση. Για άμεση επικοινωνία πρόκειται όταν η επαφή είναι προσωπική και δεν μεσολαβεί κάποιο επικοινωνιακό μέσο ώστε να χρειάζεται άρση απορρήτου. Αντίθετα, η έμμεση επικοινωνία διενεργείται με τη βοήθεια κάποιου μέσου όπως το τηλέφωνο, το fax/mail και οι επιστολές. Κάθε μορφή επικοινωνίας έχει τόσο μια εσωτερική όσο και μια εξωτερική πλευρά, εκ των οποίων η πρώτη αφορά το περιεχόμενο της , ενώ η δεύτερη (η οποία αναφέρεται κυρίως στην αλληλογραφία) περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση , το επάγγελμα του αποστολέα και του παραλήπτη καθώς και τον τόπο και το χρόνο αποστολής και παράδοσης. Στο ελληνικό Σύνταγμα προστατεύεται το απόρρητο της επικοινωνίας με οποιοδήποτε μέσο καθώς θεωρείται απαραβίαστο. Προβλέπονται επίσης με ειδικό νόμο οι περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατόν να αρθεί το απόρρητο της επικοινωνίας από τις δικαστικές αρχές για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων και μόνο. ΙΙ – Περιεχόμενο της επικοινωνίας και εξωτερικά στοιχεία αυτής Το απόρρητο προστατεύει ταυτόχρονα το περιεχόμενο της επικοινωνίας αλλά και τα εξωτερικά στοιχεία αυτής. Στην εξωτερική πλευρά της επικοινωνίας υπάγονται κυρίως τα στοιχεία του αποστολέα ή δέκτη όπως ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, επάγγελμα, ιδιότητα ή το γεγονός και ο χρόνος της επικοινωνίας1. Ωστόσο, δεν υπάρχει η ίδια προστασία για το περιεχόμενο της επικοινωνίας και τα εξωτερικά στοιχεία αυτής. Δηλαδή τα εξωτερικά στοιχεία υποχρεωτικά δίνονται στις αρμόδιες αρχές από ταχυδρομικές – τηλεφωνικές εταιρίες, ISP’s, web hosting services ακόμα κι αν δεν πρόκειται για θέματα εθνικής ασφάλειας ή ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα. Δηλαδή, επειδή είναι εμφανή, δεν απολαύουν όλων των πτυχών της συνταγματικής προστασίας που παρέχεται στο εσωτερικό απόρρητο. Την άποψη αυτή έχει υιοθετήσει πρόσφατα και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου o κ. Σανιδάς με την Γνωμοδότηση του, του 9/2009 κατά την οποία δεν τίθεται θέμα απορρήτου για τα εξωτερικά στοιχεία επικοινωνίας2. Η άποψη αυτή, στηρίζεται σε μία σειρά διατάξεων του Ν. 2225/1994 αφενός (άρθρα 4§§1,2,4,5,67, 5§10) και του Ποινικού Κώδικα αφετέρου (άρθρα 249, 250, 370,370Α), με πρόσθετο επιχείρημα ότι στην αντίθετη περίπτωση που θα προστατεύονταν και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας από το απόρρητο, αποτέλεσμα θα ήταν η παράλυση της δράσεως και έρευνας των διωκτικών αρχών. Η παράβαση, ωστόσο, του απορρήτου εξακολουθεί να αποτελεί ποινικό αδίκημα, από οποιονδήποτε κι αν τελείται ακόμα και στην περίπτωση εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας. Η τυχόν επίκληση της γνωμοδότησης Σανιδά δεν απαλλάσσει τον δράστη, επειδή δεν έχει καταργήσει τις ποινικές διατάξεις για την τιμωρία όσων παραβιάζουν το απόρρητο. Οι γνωμοδοτήσεις των Εισαγγελέων Αρείου Πάγου αποτελούν ερμηνεία του νόμου (επίσημη) και ΔΕΝ έχουν κανένα δεσμευτικό αποτέλεσμα για τους εισαγγελείς και δικαστές που θα κληθούν να εφαρμόσουν τους νόμους στην πράξη. Πέρυσι ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 3917/2011. Κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 4, κατά την οποία, τα “δεδομένα κίνησης και θέσης” αλλά κι άλλα εξωτερικά στοιχεία επικοινωνίας, […]
Read more
