ΕφΛάρ 378/2015 : Λύση ομόρρυθμης εταιρείας. Λόγοι λύσης..

18 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 378/2015 Μονομελές Εφετείο Λάρισας – Λύση ομόρρυθμης εταιρείας. Λόγοι λύσης. – Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 παρ. 1 Ν. 4072/2012 περί «Βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέας εταιρικής μορφής – Σημάτων – Μεσιτών ακινήτων – Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ Α΄ 86/11-4-2012), η ομόρρυθμη εταιρία λύνεται α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, ενώ στην εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσεως της εταιρίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Ν. 4072/2012, ομόρρυθμη είναι η εταιρία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό, για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 249 του Ν. 4072/2012, εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο αντίστοιχο κεφάλαιο, εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρία οι διατάξεις του Αστικού Δικαίου για την εταιρία, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 758 και 761 ΑΚ. Μάλιστα κατ΄ άρθρο 294 παρ. 1 του Ν. 4072/2012 περί μεταβατικών διατάξεων, ο εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρίες που -κατά την έναρξη της ισχύος του από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 11/4/2012, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις (άρθρο 330 παρ. 2 Ν. 4072/2012) – δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του νέου νόμου 4072/2012 συνάγεται ότι οι λόγοι λύσεως προσωπικών εταιριών (Ο.Ε. και Ε.Ε.) διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιριών. Η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρίας έχει πλέον απαλειφθεί ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσεως της προσωπικής εταιρίας, ισχύει όμως ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Ωστόσο, στην εκάστοτε εταιρική σύμβαση, μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης της εταιρίας (άρθρο 259 παρ. 1 εδ. 2 Ν. 4072/2012, ως ανωτέρω), τέτοιοι δε λόγοι δεν αποκλείεται να είναι και γεγονότα που επιφέρουν άλλωστε και την έξοδο εταίρου από την εταιρία (για την εκούσια έξοδο αυτού, βλ. άρθρο 261 Ν. 4072/2012) που αφορούν σε μεταβολές στο πρόσωπο των εταίρων (όπως θάνατος ή πτώχευση εταίρου ή θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση κλπ., κατ΄ άρθρο 260 παρ. παρ. 1-2 Ν. 4072/2012) ή και η καταγγελία της εταιρίας από μέρους εταίρου. Συνεπώς, η καταγγελία αποτελεί πλέον λόγο λύσης της ομόρρυθμης εταιρίας, μόνον αν προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση και με τους όρους που προβλέπονται σ΄ αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 259, 294, όπως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 330 Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11-04-2012), συνάγεται ότι, κατά τα προαναφερόμενα, μεταξύ άλλων, η ομόρρυθμη εταιρεία λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο, αφορά τόσο την εταιρία αορίστου όσο και την ορισμένου χρόνου. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης και δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με […]

Read more

ΟΛ ΑΠ 8/2016 : Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων. Περιορισμένος αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων.

13 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 8/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ – Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων. Περιορισμένος αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων. – Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων]απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως. Συνεπώς, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή όχι επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ,ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως. – Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ.2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τις βεβαιώσεις και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης και όσον αφορά τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων μέχρι τρεις το πολύ που λαμβάνονται υπόψη, πρέπει οι ένορκες βεβαιώσεις να έχουν ληφθεί αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη δίκη, οπότε και υπάρχει ο εν λόγω αριθμητικός περιορισμός. Ενώ δεν υφίσταται ο περιορισμός αυτός, αν οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, μεταξύ των αυτών διαδίκων, οπότε νομίμως λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις. inlaw.gr

Read more

ΑΠ 925/2016 (ΠΟΙΝ.) : Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Ευθύνη διευθύνοντος συμβούλου Ανώνυμης εταιρείας.

11 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 925/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Ευθύνη διευθύνοντος συμβούλου Ανώνυμης εταιρείας. – Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ’ αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ορίζεται ως χρόνος καταβολής των εισφορών, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ’ αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Για την καταβολή των ως άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 του ν. 2238/1994 και 4 παρ.4 ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ.2 ν. 2676/1999. Προς την ίδια ουσιαστική κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ.7 του ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012, σύμφωνα με την οποία ως αυτουργοί, των εγκλημάτων αυτών της μη απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες: α)οι πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση η διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για ασφαλιστικές εισφορές που […]

Read more

ΑΠ 1306/2016 : Παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Βίντεο.

10 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 1306/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – Παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Βίντεο. – Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, “Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, “Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις”. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α’ , γ’ , δ’ , ε’ και ι’ του ίδιου νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) “Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων…. γ) “Υποκείμενο των δεδομένων”, το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) “Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“επεξεργασία”), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) “αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“αρχείο”), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως “αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“αρχείο”), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια” … και ι) “αποδέκτης” είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2472/97, οι διατάξεις αυτού “εφαρμόζονται […]

Read more

ΑΠ 173/2016 : Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Προσβολή προσωπικότητας.

10 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 173/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2′ Πολιτικό Τμήμα – Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. – Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 – 351 ΑΚ, 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της. Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά για αυτή κριτήρια (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1338/2010). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής. Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή των εργασιακών όρων όχι μόνον όταν προκαλεί υλική ζημία, αλλά και όταν επιφέρει ηθική βλάβη, πράγμα που συμβαίνει, ενόψει και του κατ εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσεως εργασίας, και στην περίπτωση συμπεριφοράς του εργοδότη (ή του προσώπου που τον αντιπροσωπεύει στην διεύθυνση της επιχειρήσεως του) βάναυσης ή προσβλητικής της προσωπικότητας του εργαζομένου, προς την οποία ο εργοδότης οφείλει σεβασμό, μεταξύ άλλων και ως εκδήλωση της υποχρεώσεως πρόνοιας που υπέχει έναντι του μισθωτού του. Η ηθική ζημία του μισθωτού υφίσταται έστω και αν η ανοίκεια συμπεριφορά του εργοδότη δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του τελευταίου για βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή για εξαναγκασμό του εργαζόμενου σε αποχώρηση από την υπηρεσία. Αρκεί το ότι η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η παροχή της εργασίας του μισθωτού με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας, ή επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του εργαζόμενου, ώστε η εξακολούθηση της εργασίας του στο χώρο επιχειρήσεως του εργοδότη να αποβαίνει αδύνατη ή εκτάκτως δυσχερής (ΟλΑΠ 13/1987, ΑΠ 1138/2010,ΑΠ 1839/2008, ΑΠ 1426/2004). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι αν η ως άνω μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη […]

Read more

ΑΠ 1314/2016 : Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Εργατικό ατύχημα. Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα.

10 Σεπτεμβρίου, 2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α’ Ποινικό Τμήμα Διακοπών – Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Εργατικό ατύχημα. Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα. – Κατά την διάταξη 302 παρ. 1 ΠΚ “όποιος επιφέρει, από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ “από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν”. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή, σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο “όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος”. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή, ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Όταν δε το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμελείας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη δε ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη […]

Read more

ΑΠ 1333/2016 (ποιν.) : Σωματική βλάβη. Πότε δεν απαιτείται έγκληση. Οιονεί ανάκληση της έγκλησης. Παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης.

9 Σεπτεμβρίου, 2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ – Σωματική βλάβη. Πότε δεν απαιτείται έγκληση. Οιονεί ανάκληση της έγκλησης. Παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης. – Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 315 του Π.Κ., στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 του Π.Κ., η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση (και συνεπώς η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως) αν ο υπαίτιος της πράξεως του άρθρου 314 του Π.Κ. ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Η οδήγηση οχήματος εμπίπτει στο προηγούμενο εδάφιο, όταν εξυπηρετεί την βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων. Στην περίπτωση του άρθρου 314 του Π.Κ., αν η πράξη τελέσθηκε κατά την οδήγηση οχήματος και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του παρόντος (δηλαδή ιδιαίτερης επιμέλειας ένεκα του επαγγέλματος ή της υπηρεσίας του δράστη), η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη, αν ο παθών δηλώσει, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση αυτή του παθόντος υποβληθεί μετά την άσκηση ποινικής διώξεως, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, επί προκλήσεως σωματικής βλάβης σε τρίτον κατά την οδήγηση οχήματος που εξυπηρετεί την βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. Κατά την έννοια του νόμου, όπως διαγράφεται και στην αιτιολογική έκθεση, η οδήγηση οχήματος συνιστά επάγγελμα, όταν ο οδηγός του το χρησιμοποιεί ως βιοποριστικό μέσο για τη μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, δηλαδή όταν το όχημα, οποιασδήποτε κατηγορίας, αποτελεί κατά την κύρια και συνήθη χρήση του αμέσως ή εμμέσως αναγκαίο μέσο για βιοπορισμό. Όταν η σωματική βλάβη σε τρίτον προκλήθηκε κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, το οποίο ο οδηγός του δεν το χρησιμοποιεί ως βιοποριστικό μέσο, κατά την παραπάνω έννοια πάλι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, λόγω της επικινδυνότητας του μηχανικού μέσου και της άμεσης ανάγκης συλλογής των αποδεικτικών στοιχείων. Παρέχεται όμως το δικαίωμα στον παθόντα, μετά την επέλευση της βλάβης, να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Υποκρύπτεται δηλαδή δικαίωμα εγκλήσεως, το οποίο υλοποιείται με την εκ των υστέρων δήλωση του παθόντος. Αποτέλεσμα της δηλώσεως αυτής είναι ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας δεν ασκεί ποινική δίωξη δεσμευόμενος από τη δήλωση του παθόντος. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και επακολουθήσει μετά ταύτα η δήλωση του παθόντος, το δικαστήριο οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Η δήλωση αυτή είναι απρόθεσμη και μπορεί να λάβει χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι δε ουσιαστικού περιεχομένου, εφόσον καταλύει το δικαίωμα της πολιτείας προς περαιτέρω ενέργεια, με συνέπεια την αποχή του εισαγγελέα από την ποινική δίωξη ή την έκδοση αποφάσεως που παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Επομένως, το δικαστήριο όταν προβάλλεται ή προκύπτει ότι έχει υποβληθεί δήλωση από τον παθόντα, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη, οφείλει να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 315 παρ. 1 του Π.Κ., δηλαδή, αν το ζημιογόνο όχημα εξυπηρετεί ή όχι βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, κατά την παραπάνω έννοια, και σε αρνητική περίπτωση να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (Α.Π. 1708/2008). Οι περιπτώσεις σωματικών βλαβών από αμέλεια, που τελούνται στα πλαίσια μη βιοποριστικής οδηγήσεως, διώκονται με […]

Read more

ΜΕφΠειρ 238/2015 : Έννοια, φύση και λειτουργία εγγυητικής επιστολής. Η εκχώρηση της απαίτησης του λήπτη κατά του εκδότη της εγγυητικής επιστολής σε χρονικό σημείο προηγούμενο της κατάπτωσής της προϋποθέτει συμφωνία και του οφειλέτη, απαιτείται δηλαδή τριμερής συμφωνία.

7 Σεπτεμβρίου, 2016

ΕΓΓΥΗΣΗ Έννοια, φύση και λειτουργία εγγυητικής επιστολής. Η εκχώρηση της απαίτησης του λήπτη κατά του εκδότη της εγγυητικής επιστολής σε χρονικό σημείο προηγούμενο της κατάπτωσής της προϋποθέτει συμφωνία και του οφειλέτη, απαιτείται δηλαδή τριμερής συμφωνία και συγκεκριμένα συμφωνία λήπτη, εκδοχέα και οφειλέτη. IV. Η εγγυητική επιστολή είναι ένα ευρέως διαδεδομένο συμβατικό μόρφωμα που χρησιμοποιείται κατά κόρον στις εμπορικές –κυρίως– συναλλαγές στα πλαίσια της διεθνούς τραπεζικής πρακτικής, το οποίο εντάσσεται στην κατηγορία των προσωπικών εξασφαλιστικών συμβάσεων και διαμορφώθηκε στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, όπως αυτή εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, παραμένει δε αρρύθμιστη νομοθετικά. Η έκδοση της εγγυητικής επιστολής εντάσσεται στις αποκλειστικές κατ ́επάγγελμα δραστηριότητες των τραπεζών, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 11 § 1 στοιχ. στ. ́ ν. 3601/2007, και για τον λόγο αυτό, άλλωστε, έχει επικρατήσει ο όρος στις συναλλαγές τραπεζική εγγυητική επιστολή. Με την εγγυητική επιστολή ένα πρόσωπο (ο εκδότης, η τράπεζα), υπόσχεται εγγράφως στον δανειστή ενός τρίτου (λήπτης ης εγγυητικής επιστολής) ότι θα του καταβάλει ορισμένη χρηματική παροχή είτε σε πρώτη ζήτηση, δηλαδή με μόνη την υποβολή του σχετικού αιτήματος του λήπτη της εγγυητικής επιστολής (εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση) είτε υπό όρους, υπό την προϋπόθεση δηλαδή της τηρήσεως κάποιων διατυπώσεων εκ μέρους του λήπτη (εγγυητική επιστολή υπό όρους) και πάντως χωρίς ο εκδότης να δικαιούται ή να υποχρεούται να αναχθεί στη σχέση του λήπτη με τον τρίτο ή στη σχέση που συνδέει τον ίδιο με τον τρίτο. Η υπόσχεση αυτή λειτουργεί ανεξάρτητα από τη βασική σχέση μεταξύ τρίτου και λήπτη ενώ, επίσης, δεν επηρεάζεται από τη σχέση της υποσχεθείσας τράπεζας και του τρίτου, εντολέα της. Η γένεση της υποχρεώσεως της καταβολής του ποσού της εγγυητικής επιστολής είτε λόγω της δηλώσεως του λήπτη είτε πληρώσεως των αναγραφόμενων στην εγγυητική επιστολή όρων, αποκαλείται κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι ξεκάθαρο ότι η σύμβαση εγγυητικής επιστολής αποτελεί ένα τριγωνικό σχήμα όπου τα τρία εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι ο εκδότης, ο λήπτης και ο τρίτος, όπου εκδότης είναι συνήθως η τράπεζα, λήπτης είναι ο δανειστής και τρίτος υπέρ του οποίου εκδίδεται η εγγυητική επιστολή είναι ο οφειλέτης. Μεταξύ της τράπεζας και του οφειλέτη υπάρχει η λεγόμενη σχέση καλύψεως ενώ μεταξύ οφειλέτη και λήπτη υπάρχει η λεγόμενη σχέση αξίας που είναι η βασική σχέση, η οποία αποτελεί τον λόγο εκδόσεως της εγγυητικής επιστολής. Κύριο χαρακτηριστικό της εγγυητικής επιστολής και βασικό της πλεονέκτημα, το οποίο αποτελεί αιτία της «δημοφιλίας» της, είναι η αυτονομία της έναντι της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως. Η έννοια της αυτονομίας αυτής συνίσταται στην υποχρέωση του εκδότη έναντι του λήπτη να του εξασφαλίσει το ποσό της εγγυητικής επιστολής καλύπτοντας παράλληλα την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία (υποχρέωση) υφίσταται και λειτουργεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη και το κύρος της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, η οποία πηγάζει από τη σχέση αξίας. Αυτό είναι και το στοιχείο διαφοράς του θεσμού της εγγυητικής επιστολής από τη ρυθμισμένη στον ΑΚ σύμβαση εγγυήσεως, ως μορφή προσωπικής εξασφαλίσεως. Η σύμβαση εγγυητικής επιστολής μπορεί να λήξει είτε με την εκπλήρωση, τελικά, της υποχρεώσεως που προέρχεται από τον εξασφαλισμένο κίνδυνο για τον οποίο συνήφθη, οπότε και επέρχεται κατάπτωση αυτής, είτε με τη μη εκπλήρωσή της, οπότε έχει, συνήθως, προηγηθεί ομαλή εκτέλεση της συμβάσεως […]

Read more

ΑΠ (Συμβ. ποιν) 1161/2016: στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρου 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ), δεν απαιτείται γνωστοποίησης “εγγράφου κατηγορητηρίου” .

6 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 1161/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E’ Ποιν. Τμήμα – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου – Εισηγήτρια και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 16/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με αιτούντες τους: 1. Α. Β. του Ε., κάτοικο …. 2. Ε. Μ. του Θ., κάτοικο …. 3. Κ. Μ. του Δ., κάτοικο … και 4. Μ. Φ. του Α., κάτοικο …. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με ημερομηνία 2 Μαρτίου 2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 274/2016. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαΐδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 57/24-3-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: “Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με το άρθ. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την υπ’ αριθ. 13/2.3.2016 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά να αναιρεθεί για τους ειδικότερους λόγους της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθ. 484 παρ.1 στοιχ. α,δ, σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ, το υπ’ αριθ. 16/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμες α) την από 23-07-2015 αίτηση των: 1) Α. Β. του Ε. κατοίκου …, 2) Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ομοίως και 3) Μ. Φ. του Α., κατοίκου …, με την οποία ζητούν να μην παρασχεθεί από την Ελληνική Δημοκρατία στην Κυπριακή Δημοκρατία η δικαστική συνδρομή που ζητείται από την τελευταία με το από 20-04-2015 αίτημα δικαστικής συνδρομής του Αρχηγού της Αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την από 14-09-2015 (και κατατεθείσα στις 15-09-2015) αίτηση των: Ε. Μ. του Θ., κατοίκου … και 2) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ομοίως, με την οποία ζητούν να μην παρασχεθεί από την Ελληνική Δημοκρατία στην Κυπριακή Δημοκρατία η δικαστική συνδρομή που ζητείται από την τελευταία με το από 25-05-2015 αίτημα δικαστικής συνδρομής του Αρχηγού της Αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τα περιλαμβανόμενα στα ανωτέρω υπομνήματά τους ίδια αιτήματα και που αποφαίνεται ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση μη εκτέλεσης των ανωτέρω από 20-04-2015 και 25-05-2015 αιτημάτων δικαστικής συνδρομής των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας της Κύπρου, υπό τη μορφή της μη αποστολής σ’ αυτές του ήδη συλλεγέντος ανακριτικού υλικού από την 10η Ειδική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών, σε εκτέλεση των αιτημάτων, η οποία (αίτηση αναιρέσεως) επειδή είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία της για όσους λόγους αναφέρονται σ’ αυτή (αίτηση) στους οποίους και αναφέρομαι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η […]

Read more

ΑΠ 1257/2015 : Εμπορικές μισθώσεις. Αναπροσαρμογή του μισθώματος. Απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών.

4 Σεπτεμβρίου, 2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα – Εμπορικές μισθώσεις. Αναπροσαρμογή του μισθώματος. Απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών. – Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία “ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη”, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από τον νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΟλΑΠ 9/1997). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7 (§§ 1 έως και 3) του ΠΔ/τος 34/1995 “Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων”, προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευομένων από το νόμο αυτό μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά την σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλόμενους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στη σύμβαση. Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση. Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης, χωρίς δικαστική μεσολάβηση, στα ποσοστά που αναφέρονται στην §2 του ως άνω άρθρου. Στη συνέχεια χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την πάροδο έτους από την προηγούμενη, ανέρχεται δε η αναπροσαρμογή αυτή σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος. Τέλος με την §4 του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι “σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα”. Εξάλλου, η αναφορά στο νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ (ΟλΑΠ 9/1997). Ο εκμισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, ενόψει και του άρθρου 44 του ως άνω ΠΔ/τος, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ’ αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσον ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα […]

Read more