ΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/681 σχετικά με τη χρήση των δεδομένων που περιέχονται στις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων.
ΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/681 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 σχετικά με τη χρήση των δεδομένων που περιέχονται στις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο α), Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1), Αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών, Ενεργώντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Στις 6 Νοεμβρίου 2007 η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου για τη χρήση των δεδομένων από τις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) με σκοπό την επιβολή του νόμου. Εντούτοις, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας την 1η Δεκεμβρίου 2009, η πρόταση της Επιτροπής, η οποία δεν είχε εγκριθεί από το Συμβούλιο μέχρι τότε, κατέστη παρωχημένη. (2) Με το «Πρόγραμμα της Στοκχόλμης — Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες» (3) η Επιτροπή κλήθηκε να υποβάλει πρόταση σχετικά με τη χρήση των δεδομένων PNR για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων. (3) Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της της 21ης Σεπτεμβρίου 2010 με τίτλο «Γενική προσέγγιση για τις διαβιβάσεις δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών (PNR) σε τρίτες χώρες» περιέγραψε έναν αριθμό βασικών στοιχείων μιας πολιτικής της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα. (4) Η οδηγία 2004/82/ΕΚ του Συμβουλίου (4) διέπει τη διαβίβαση εκ των προτέρων συλλεγόμενων δεδομένων για τους επιβάτες (ΑΡΙ) από τους αερομεταφορείς προς τις αρμόδιες εθνικές αρχές για τους σκοπούς της βελτίωσης των ελέγχων στα σύνορα και της καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης. (5) Στόχοι της παρούσας οδηγίας είναι, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια, η προστασία της ζωής και ασφαλείας των προσώπων και η δημιουργία νομικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων PNR όταν τα επεξεργάζονται οι αρμόδιες αρχές. (6) Η αποτελεσματική χρήση δεδομένων PNR, π.χ. μέσω της αντιπαραβολής δεδομένων PNR με διάφορες βάσεις δεδομένων για αναζητούμενα πρόσωπα και αντικείμενα, είναι αναγκαία για την αποτελεσματική πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων και την κατ’ αυτόν τον τρόπο ενίσχυση της εσωτερικής ασφάλειας, με στόχο τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και, κατά περίπτωση, την εξεύρεση συνεργών και την εξάρθρωση εγκληματικών κυκλωμάτων. (7) Η αξιολόγηση δεδομένων PNR επιτρέπει την ταυτοποίηση προσώπων για τα οποία δεν υπήρχαν υποψίες εμπλοκής σε τρομοκρατική πράξη ή σοβαρό έγκλημα πριν την αξιολόγηση, και πρέπει κατά συνέπεια να εξετασθούν περαιτέρω από τις αρμόδιες αρχές. Με τη χρήση των δεδομένων PNR μπορεί να αντιμετωπισθεί η απειλή της τρομοκρατίας και των σοβαρών εγκλημάτων από διαφορετική οπτική γωνία, πέραν εκείνης που προσφέρει η επεξεργασία άλλων κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εντούτοις, προκειμένου η επεξεργασία δεδομένων PNR να είναι περιορισμένη στο απολύτως αναγκαίο, η θέσπιση και η εφαρμογή κριτηρίων αξιολόγησης πρέπει να περιοριστεί στην τρομοκρατία και στα σοβαρά εγκλήματα όπου η χρήση τέτοιων κριτηρίων έχει νόημα. Επιπλέον, τα κριτήρια αξιολόγησης θα πρέπει να ορίζονται κατά τρόπο ώστε το σύστημα να ταυτοποιεί […]
Read moreΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/680 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων.
ΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/680 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 16 παράγραφος 2, Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (1), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης») και το άρθρο 16 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. (2) Οι αρχές και οι κανόνες για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν θα πρέπει, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή τον τόπο διαμονής, να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, ιδίως το δικαίωμά τους στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η παρούσα οδηγία σκοπεύει να συμβάλει στην επίτευξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. (3) Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και η παγκοσμιοποίηση δημιούργησαν νέες προκλήσεις για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η κλίμακα της συλλογής και της ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυξήθηκε σημαντικά. Η τεχνολογία επιτρέπει να γίνεται επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μια πρωτοφανή κλίμακα για τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων όπως η πρόληψη, η διερεύνηση, η ανίχνευση ή η δίωξη ποινικών αδικημάτων ή η εκτέλεση ποινικών κυρώσεων. (4) H ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους εντός της Ένωσης και της διαβίβασης τέτοιων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, θα πρέπει να διευκολύνεται με παράλληλη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι εν λόγω εξελίξεις απαιτούν την οικοδόμηση ενός ισχυρού και συνεκτικότερου πλαισίου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ένωση, υποστηριζόμενου από αυστηρή επιβολή της νομοθεσίας. (5) Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) εφαρμόζεται σε κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στα κράτη μέλη, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως δραστηριότητες στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας. (6) Η απόφαση-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (4) εφαρμόζεται στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας. Το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω απόφασης-πλαισίου περιορίζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται ή καθίστανται διαθέσιμα μεταξύ κρατών μελών. (7) Η διασφάλιση συνεκτικής και υψηλής προστασίας δεδομένων προσωπικού […]
Read moreΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/679 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.
ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/679 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 16, Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μετά από διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1), Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης») και το άρθρο 16 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. (2) Οι αρχές και οι κανόνες για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τους θα πρέπει, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή τον τόπο διαμονής τους, να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, ιδίως το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο παρών κανονισμός σκοπεύει να συμβάλλει στην επίτευξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και μιας οικονομικής ένωσης, στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο, στην ενίσχυση και σύγκλιση των οικονομιών εντός της εσωτερικής αγοράς και στην ευημερία των φυσικών προσώπων. (3) Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) επιδιώκει την εναρμόνιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων όσον αφορά τις δραστηριότητες επεξεργασίας και τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ κρατών μελών. (4) Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να προορίζεται να εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία. (5) Η οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση, η οποία προέκυψε από τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, έχει ως αποτέλεσμα σημαντική αύξηση των διασυνοριακών ροών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. H ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, περιλαμβανομένων των φυσικών προσώπων, ενώσεων και επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ένωση, έχει αυξηθεί. Οι εθνικές αρχές των κρατών μελών καλούνται από το δίκαιο της Ένωσης να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προκειμένου να μπορούν να εκτελούν τις υποχρεώσεις τους ή να ασκούν καθήκοντα για λογαριασμό αρχής άλλου […]
Read moreΑΠ 1618/2010 – Τμ. Δ’ (Πολ.) : Οριζόντια ιδιοκτησία – Πυλωτή – Χώροι στάθμευσης.
Η pilotis (πυλωτή), δηλαδή ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος του ισογείου τμήματος του κτηρίου, μπορεί να μην καταλαμβάνει ολόκληρο το ισόγειο, αλλά το 50% αυτού τουλάχιστον, εφόσον προβλέπεται από την οικοδομική άδεια, στο οποίο όμως δεν περιλαμβάνονται οι χώροι κλιμακοστασίων, ανελκυστήρων και εισόδων που βρίσκονται στο υπόγειο. Το υπόλοιπο τμήμα και μέχρι το 50% μπορεί να είναι, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, πανταχόθεν περίκλειστο, οπότε δεν περιλαμβάνεται στην πυλωτή και δεν είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος. Ο χώρος της πυλωτής δεν προσμετράται στο συντελεστή δόμησης, ο δε λοιπός περίκλειστος χώρος του ισογείου προσμετράται, εκτός εάν αποτελεί χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Το περίκλειστο μέρος του ισογείου του κτηρίου, αφού δεν αποτελεί κοινόχρηστο και κοινόκτητο μέρος της οικοδομής, μπορεί να αποτελεί αυτοτελή διαιρεμένη ιδιοκτησία ή να ανήκει ως παρακολούθημα σε κάποια ιδιοκτησία ή της οικοδομής (βλ. ΑΠ 1131/2003, ΑΠ 1441/2006). Όμως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 § 1 και 3, 4 § 1 του Ν. 3741/1929, συνάγεται ότι, παρόλο που δεν μπορεί στην πυλωτή να αποκτηθεί δικαίωμα κυριότητας, εντούτοις, με την πράξη σύστασης των οριζόντιων ιδιοκτησιών ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή, μπορεί εγκύρως να ρυθμισθεί η χρήση του ακαλύπτου αυτού χώρου της πυλωτής μέσω παραχώρησης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης ορισμένου από τα εν λόγω κοινόχρηστα και κοινόκτητα πράγματα-τμήματα της πυλωτής σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής, δεδομένου ότι με την συμφωνία αυτή δεν αναιρείται η συγκυριότητα των οροφοκτητών επί της πυλωτής, αλλά η χρήση. Οι συγκεκριμένοι χώροι της πυλωτής είναι δηλαδή κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι επί των οποίων έχει παραχωρηθεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε συγκεκριμένους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής και έχουν χαρακτήρα παρακολουθηματικό της οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος ή ορόφου) και συνεπώς δεν είναι δυνατή ούτε η αυτοτελής διάθεση αυτών, ούτε η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης αυτών σε τρίτο, μη ιδιοκτήτη (βλ. ΑΠ 2174/2009). Στην προκείμενη υπόθεση η επίδικη θέση σταθμεύσεως που ανήκει στον αναιρεσίβλητο, εφόσον είναι περίκλειστη σύμφωνα με την οικοδομική άδεια και εφόσον ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος καταλαμβάνει τουλάχιστον το 50%, δεν είναι κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος. Αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, επειδή το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των προσκομισθέντων μετ’ επικλήσεως εγγράφων από τους αναιρεσείοντες, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε ορθά μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των Χ1, κ.λπ. για αναίρεση της 796/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. areiospagos.gr
Read moreΕιρΡοδ ΔιατΠληρ 300/2015 : Έκδοση Διαταγής Πληρωμής κατά ΝΠΔΔ (Δήμου) από τα πολιτικά δικαστήρια, λόγω σύμβασης απευθείας ανάθεσης παροχής υπηρεσιών.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η παραπάνω σύμβαση συνάφθηκε εξ αρχής ως ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι συνάφθηκε με απευθείας ανάθεση και δεν προηγήθηκε κανονιστική πράξη κατάρτισης όρων διαγωνισμού, η οποία θα προσέδιδε υπερέχουσα θέση στο αντισυμβαλλόμενο μέρος και υποχρεωτική προσχώρηση στους όρους του διαγωνισμού από την αιτούσα ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Αντίθετα, δηλαδή η σύμβαση καταρτίσθηκε σε ισοτιμία των συμβαλλομένων μερών, χωρίς υπερκείμενη εξουσία βούλησης του καθ’ ου, σε κάθε δε περίπτωση η δημιουργία ιστοσελίδας του δικτυακού τόπου προβολής και διαφήμισης, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, αφορά όχι δημόσια κτήση ή περιουσία αλλά ιδιωτική περιουσία του Δήμου, ώστε κατόπιν αυτού να διέπεται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Επίσης ο μη δημόσιος περιουσιακός χαρακτήρας της σύμβασης αυτής προκύπτει και από το σύμφωνα με τη σύμβαση γεγονός πως η εν λόγω παροχή-διαφήμιση με την κατάρτιση-δημιουργία της ιστοσελίδας δεν αφορά την προβολή περιουσιακών στοιχείων και οργάνων διάρθρωσης του ΝΠΔΔ Δήμου Καρπάθου, όπως π.χ. οι υπηρεσίες του, τα διοικητικά όργανα κ.λπ., αλλά των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της περιοχής ολόκληρου του νησιού, ως δηλαδή ταξιδιωτικός προορισμός που δραστηριοποιούνται πλήθος ιδιωτικών επιχειρήσεων. Κρίνοντες δε την αίτηση αυτή ως παραδεκτώς ασκηθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 εδ. α’ και 33 ΚΠολΔ που είναι ως καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, επειδή στη Ρόδο εκπληρώθηκε η συμφωνηθείσα παροχή και ως νόμιμη και βάσιμο κατ’ ουσία, δοθέντος ότι ο τόπος παροχής είναι στη Ρόδο και οι περί ων αυτές απαιτήσεις αποδεικνύονται εκ των προσαγομένων εγγράφων: 1) της αρ. πρωτ. …/18.6.2015 βεβαίωσης του καθ’ ου Δήμου Καρπάθου, για απευθείας ανάθεση παροχής υπηρεσιών με τόπο εκπλήρωσης τα γραφεία της εταιρείας στη Ρόδο, με αριθ. πρωτ.…/6.2.2015, 2) της υπ’ αριθ. πρωτ. …/6.2.2015 Σύμβασης ανάθεσης έργου δημιουργίας ιστοσελίδας και δικτυακού τόπου για την προβολή και προώθηση της Νήσου Καρπάθου, 3) (…) Δέχεται την Αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «(…)», με έδρα την Δημοτική Κοινότητα Ρόδου του Δήμου Ρόδου, οδός (…). Εκδίδει την αιτηθείσα Διαταγή Πληρωμής κατά του ΝΠΔΔ Δήμου Καρπάθου Νομού Δωδεκανήσου. Νομικές διατάξεις: άρθρα 14 § 1 εδ. α’, 33, 623 επ. ΚΠολΔ, εδ. α’ § 4 του άρθρου 3 του Π.Δ. 171/1987, § 8 του άρθρου 5 του Ν. 1418/1984, άρθρο 40 του Π.Δ. 609/1985, β΄ εδάφιο § 2 του άρθρου 104 του Π.Δ. 6/1974, άρθρο 12 του Π.Δ. 194/1979, § 2 του άρθρου 3 του Ν. 2842/2000, άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, άρθρα 2 § 3 και 14 § 1 εδ. α’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που μαζί με το Προαιρετικό Πρωτόκολλο κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997, ως και του άρθρου 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, ως και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς επίσης και του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος. ΕφημΔΔ – 3/2015.
Read moreΜΔΕφΑθ 1/2015 : Διαταγή πληρωμής. Προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητική σύμβαση.
Με την κρινόμενη από 17.9.2015 αίτηση, για την οποία κατατέθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο ζητείται, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, της αναφερόμενης σ’ αυτήν χρηματικής αξίωσης, η οποία πηγάζει από διοικητική σύμβαση. Οι διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔικ που αφορούν στην «Έκδοση διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητική σύμβαση που έχει συναφθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής και άλλες διατάξεις», ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές αξιώσεις μη αμφισβητούμενες μπορεί να ζητηθεί και να χορηγηθεί από τον Δικαστή του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου της έδρας του αντισυμβαλλόμενου οφειλέτη εφόσον: α) πηγάζουν από διοικητική σύμβαση που έχει συναφθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής και β) έχει ολοκληρωθεί ο προληπτικός έλεγχος της σχετικής δαπάνης και έχει αποβεί θετικός για την πληρωμή της. Εν όψει αυτών και δεδομένου ότι η ανάδοχος εταιρεία […] εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις στο ακέραιο, προσκόμισε στην Υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά πληρωμής ανά μήνα, ως όφειλε, όπως προβλέπεται από τον Νόμο και τις σχετικές συμβάσεις (Συμβάσεις παροχής υπηρεσιών φύλαξης-ασφάλειας του ΟΠΑΔ που είναι διοικητικές συμβάσεις), και όπως το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο (ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου) αναγνώρισε με την 4685/9.9.2015 «Βεβαίωσης Αναγνώρισης Οφειλής» προς αυτήν, μη καταλειπομένης ως εκ τούτου αμφισβητήσεως ως προς το οφειλόμενο ποσό και δεδομένου ότι δεν απαιτείται εν προκειμένω η διενέργεια προληπτικού δημοσιονομικού ελέγχου, σύμφωνα με το Π.Δ. 136/2011, όπως ισχύει, το καθ’ ου αδικαιολόγητα αρνείται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, πρέπει δε να υποχρεωθεί προς τούτο. Παρ’ ότι η αιτούσα ανάδοχος εταιρεία […] δεν αποδεικνύει την ακριβή ημερομηνία παραλαβής από το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο (ΟΠΑΔ) εκάστου ΤΠΥ, προκειμένου, με την πάροδο των 60 ημερών από την παραλαβή, να αρχίσει η τοκοφορία, παρήλθε όμως αντικειμενικώς η προθεσμία των 60 ημερών από την παροχή των υπηρεσιών, το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο (ΟΠΑΔ) πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην αιτούσα εταιρεία το ποσό των 31.857,75 € με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας (αρχή της τοκοδοσίας), όπως ορίζεται στον Νόμο, από 10.9.2015 (δηλ. από την επόμενη της χορήγησης της με αριθμό 4685/9.9.2015 «Βεβαίωσης Αναγνώρισης Οφειλής»), κατά το σχετικό αίτημα, έως την πλήρη εξόφληση και να καταδικαστεί το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο (ΟΠΑΔ) στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας εταιρείας […]. Δέχεται εν μέρει την αίτηση. Διατάσσει το καθ’ ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο (δηλ. τον Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου) να καταβάλει στην αιτούσα ανάδοχο εταιρεία […] ποσό 31.857,75 € με τον νόμιμο τόκο από 10.9.2015. ΔιΔικ 5/2015.
Read moreΑΠ 1109/2015 (Πολ.) : Προϋποθέσεις αναψηλάφησης λόγω χρήσης ψευδών αποδεικτικών μέσων.
Κατά το άρθρο 544 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται, εκτός άλλων, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του. Η αναγνώριση του ψεύδους δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, ο λόγος δε της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος •το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης. Για τη θεμελίωση, όμως, κατά νόμο, του προπαρατεθέντος λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στον σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή, δηλαδή το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση αποφάσεως να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση. Επειδή, σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, εφόσον δίκασε κατ’ ουσίαν. Η αναψηλάφηση ασκείται εντός ορισμένης προθεσμίας, με δικόγραφο περιέχον τους λόγους αυτής, οι οποίοι πρέπει να είναι μεταξύ των περιοριστικώς καθοριζομένων από τον νόμο. Εξ άλλου, εάν κριθεί ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή και έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της και, αν θεωρήσει οποιονδήποτε από αυτούς παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει πλέον την ουσία της υποθέσεως εντός των διαγραφομένων με την αναψηλάφηση ορίων, τότε δε κρίνεται και το παραδεκτό των ισχυρισμών, της επαναφοράς τους, των αποδεικτικών μέσων κ.λπ. . Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση όλων των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλομένης 2618/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει […] ότι προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις […] καταδικαστικές αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αιτών την αναψηλάφηση, ως ενάγων και τότε εφεσίβλητος. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως παρατίθεται παραπάνω (βλ. σκέψη αρ.2), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη. Επειδή, […] σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής. Απορρίπτει την από 18-3-2014 αίτηση για αναίρεση της 2618/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. areiospagos.gr
Read moreΜονΠρωτΛαρ 523 /2015 : Ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Παραβίαση του απορρήτου επικοινωνίας της εν διαστάσει συζύγου.
Το απόρρητο της επικοινωνίας αποτελεί τμήμα του ιδιωτικού βίου του προσώπου. Στην ιδιωτική σφαίρα κάθε πολίτη εντάσσονται και οι διαπροσωπικές σχέσεις, στοιχείο των οποίων είναι φυσικά και η επικοινωνία ανάμεσα στα πρόσωπα είτε με την αποστολή επιστολών είτε μέσω τηλεφωνικών συνδιαλέξεων είτε μέσω αποστολής ηλεκτρονικού γράμματος (e-mail) κ.ά. Ειδικότερα, το απόρρητο της με οποιονδήποτε τρόπο επικοινωνίας προστατεύεται από το άρθρο 19 § 1 εδ. α΄ του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο». Σχετική είναι και η διάταξη της ΕΣΔΑ 8 § 1, η οποία προβλέπει ότι «παν πρόσωπο δικαιούται εις τον σεβασμόν […] της αλληλογραφίας του» (για το ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα περιλαμβάνονται στην προστασία της ΕΣΔΑ βλ. Καραβία σε Σισιλιάνου Ερμηνεία ΕΣΔΑ, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2013 άρθρο 8 αρ. 47). Οι εν λόγω υπερνομοθετικές διατάξεις συνοδεύονται και από αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες εξειδικεύουν και πραγματώνουν τους στόχους που θέτουν οι ως άνω διατάξεις. Έτσι, για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεσπίστηκε ο Ν. 2472/1997, ενώ ειδικά για την εν λόγω προστασία στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών υφίσταται ο Ν. 3471/2006, ο οποίος διεκδικεί την αποκλειστικότητα της ρύθμισης ζητημάτων σχετικά με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (βλ. άρθρο 3 § 2). Ζητήματα αστικής ευθύνης από την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ρυθμίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 § 1 εδ. α΄ του Ν. 3471/2006. Όσον αφορά στην αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη, καθιερώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη (από αδικοπραξία), οπότε ο δράστης δεν απαλλάσσεται αν αποδείξει ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του οποιοσδήποτε βαθμός υπαιτιότητας. Όσον αφορά όμως στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία μάλιστα κατά το άρθρο 14§ 2 εδ. β΄ του Ν. 3471/2006 επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη, εφαρμόζεται η ΑΚ 932, πράγμα που σημαίνει ότι όχι μόνο προϋποτίθεται υπαιτιότητα στο πρόσωπο του δράστη αλλά και ότι την προϋπόθεση αυτή οφείλει να αποδείξει αυτός που την επικαλείται, δηλαδή ο παθών χρήστης των υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Κατά τα άλλα, το ποσό που επιδικάζεται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τις 10.000 ευρώ, εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό (άρθρο 14 § 2 εδ. α΄ του Ν. 3471/2006). Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα ιστορεί ότι ο εναγόμενος, εν διαστάσει σύζυγός της, αφενός παραβίασε το απόρρητο ηλεκτρονικών της μηνυμάτων (e-mails) που ήταν μυστικά και αφορούσαν σχέση του στενά ιδιωτικού της βίου αφετέρου προσήγαγε εκτυπωμένο το περιεχόμενό τους σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο την ανάθεση της επιμέλειας και τη διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της. Ζητεί δε να υποχρεωθεί […]. Δηλαδή, ο ενάγων-σύζυγος με τη χρήση αυτή δεν προάσπισε κατά τρόπο λυσιτελή κάποιο δικό του δικαίωμα, αλλά έβλαψε κατά τρόπο δυσανάλογο την προσωπικότητα της ενάγουσας, όχι μόνο γιατί αποκαλύφθηκε με τον τρόπο αυτό ο ερωτικός δεσμός που είχε με τον προϊστάμενο της δημοσίας υπηρεσίας της που επιθυμούσε να κρατήσει μυστικό, αλλά κυρίως διότι δημοσιοποιήθηκαν εντελώς προσωπικοί και εμπιστευτικοί διάλογοι που άπτονται του πυρήνα του ιδιωτικού της βίου και οι οποίοι από τη […]
Read moreΑΠ 76/2015(ποιν.) : Επίδοση ως άγνωστης διαμονής. Το δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμήσει τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και να μην βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επίδοσης.
Απόφαση Αρείου Πάγου 76/2015 (ποιν.) Περίληψη: Απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις των κατηγορουμένων ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως. Επίδοση της εκκαλουμένης ως άγνωστης διαμονής. Πότε είναι άκυρη η επίδοση. Ο κατηγορούμενος, αν έχει γνωστή διαμονή σε τρίτους, θεωρείται γνωστής διαμονής, έστω και αν η διαμονή του ήταν άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή που εξέδωσε το προς επίδοση έγγραφο. Το δικαστήριο, για τη σχετική κρίση του, πρέπει να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και να μη βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Διαφορετικά, παραβιάζεται το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη (άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) και η απόφαση είναι αναιρετέα για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα και αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 2/2014). Αναίρεση, γιατί δεν αναφέρεται αν, από έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι αναιρεσείοντες, προέκυπτε αν αυτοί είχαν γνωστή, σε οποιαδήποτε Αρχή, διαμονή, και παραπομπή. «Κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι`’ αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται, κατά το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν “την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα”. Από δε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το οποίο καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, συνάγεται ότι το Δικαστήριο, στο οποίο φέρεται η υπόθεση, που αφορά έφεση που ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, έχει υποχρέωση να μη βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως στον κατηγορούμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, αλλά να συνεκτιμήσει και άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που προσκομίζει ο τελευταίος, όπως έχει αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη νομολογία του οποίου [βλ. υπόθεση Popovitsi κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 53451/2007 – απόφαση από 14.1.2010), υπόθεση Elyasin κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 46929/2006 – απόφαση από 28.5.2009)], αν το Εφετείο, το οποίο απέρριψε έφεση του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιόν του στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνσή του, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, τοσούτω μάλλον, καθόσον, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμιά γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος, για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή διευθύνσεως. […]
Read moreΕφΑθ 350/2015 : Προϋποθέσεις αποκλήρωσης συζύγου. Έννοια και φύση συγγνώμης.
ΕφΑθ 350/2015 Προϋποθέσεις αποκλήρωσης συζύγου. Έννοια και φύση συγγνώμης Αποκλήρωση (υπό στενή έννοια) καλείται η στέρηση του μεριδούχου από τη νόμιμη μοίρα του για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο (άρθρο 1839 ΑΚ). Η αποκλήρωση μπορεί να είναι ολική (αποκλεισμός από όλη την νόμιμη μοίρα) ή μερική (αποκλεισμός από μέρος αυτής). Εξ άλλου, ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον σύζυγό του, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο διαθέτης για να έχει λόγο αποκλήρωσης του συζύγου του, πρέπει, κατά το χρόνο του θανάτου του, να είχε βάσιμο και ενεργό λόγο διαζυγίoυ που να ανάγεται σε υπαιτιότητα του τελευταίου, άσχετα αν είχε ασκήσει και σχετική αγωγή. Ως λόγος διαζυγίου που δικαιολογεί ήδη την αποκλήρωση κατά τα πιο πάνω, είναι μόνο ο ισχυρός κλονισμός του γάμου «από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου» κατά το άρθρο 1439 § 1 ΑΚ, όπως οι περιπτώσεις που ο κλονισμός του γάμου τεκμαίρεται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Μετά την συγχώνευση με την πιο πάνω διάταξη όλων των υπαίτιων λόγων διαζυγίου που προέβλεπε το προγενέστερο δίκαιο στο γενικό λόγο του ισχυρού κλονισμού, δεν επαναλήφθηκε διότι κρίθηκε ως περιττή, η διάταξη του άρθρου 1447 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του, που καθιέρωνε ως αυτοτελή αποσβεστικό λόγο του δικαιώματος προς διάζευξη την παροχή συγγνώμης από τον αναίτιο σύζυγο, την εξωτερίκευση δηλαδή, της βούλησής του, ότι, παρά τον κλονισμό που δημιουργήθηκε από υπαιτιότητα του άλλου συζύγου, επιθυμεί την εξακολούθηση την έγγαμης σχέσης. Έτσι, η παροχή συγγνώμης δεν αποτελεί πλέον αυτοτελή λόγο αποσβεστικό του δικαιώματος προς διάζευξη. Αν, όμως, έχει δοθεί συγγνώμη, αίρεται το στοιχείο του κλονισμού της έγγαμης σχέσης, που είναι αναγκαίο για την ύπαρξη δικαιώματος προς διάζευξη και έτσι η αγωγή θα απορριφθεί (ΑΠ 345/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1843 ΑΚ, ο λόγος της αποκλήρωσης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη [χωρίς να είναι αναγκαίο να συνεχίζεται και μετά τη σύνταξη της διαθήκης μέχρι το θάνατο του διαθέτη] και να αναφέρεται σ’ αυτή, χωρίς ο νόμος ν’ αξιώνει την λεπτομερή αναγραφή των γεγονότων, αλλά αρκεί η έκθεση περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν σε συγκεκριμένο λόγο αποκλήρωσης, ενώ εκείνος που επικαλείται την αποκλήρωση οφείλει να αποδείξει το λόγο της (ΑΠ 865/2006, ΑΠ 1292/1998). Έτσι, σε περίπτωση που ο αποκληρωθείς (σύζυγος, γονέας ή κατιών) εγείρει αγωγή, επικαλούμενος την ανυπαρξία ή την αναλήθεια του λόγου της αποκλήρωσής του, ο εναγόμενος, δηλαδή εκείνος που ωφελείται από τη διαθήκη που περιέχει τη διάταξη για την αποκλήρωση, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη ή την αλήθεια του λόγου της αποκλήρωσης. Απόσβεση του δικαιώματος για αποκλήρωση μεριδούχου επιφέρει η συγγνώμη του δικαιούχου, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1844 ΑΚ. Συγγνώμη είναι η δήλωση της βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος θεωρεί ως μη κλονισθέντα πλέον και αποκατασταθέντα τον οικογενειακό δεσμό που είχε διαταραχθεί από τη συμπεριφορά του μεριδούχου και επιθυμεί το παράπτωμά του μην έχει επιζήμιες για αυτόν συνέπειες. Η συγγνώμη μπορεί να δοθεί ρητά ή σιωπηρά, αρκεί να προκύπτει η πρόθεση του να συγχωρήσει τα παραπτώματα του μεριδούχου […]
Read more
